Για την υπεράσπιση της κοινής λογικής

Posted on 27 Ἰούλιος 2011

0


Για την υπεράσπιση της κοινής λογικής

Παναγιώτης Σωτήρης

 

Η απόπειρα του Υπουργού Οικονομικών να παρουσιάσει την επιλεκτική χρεοκοπία της χώρας μας ως κάτι όχι ιδιαίτερα επώδυνο, μπορεί να συγκριθεί με ένα γιατρό που αφού ανακοίνωσε στον ασθενή ότι του απομένουν μόνο λίγοι μήνες ζωής θα προσπαθούσε να τον πείσει ότι ο θάνατος δεν είναι κάτι το τόσο ανησυχητικό. Εκτός κι θεωρήσουμε ότι δεν είναι ανησυχητικό η υποτιθέμενα υπεύθυνη κυβέρνησή μας να διαχειρίζεται το δημόσιο λόγο της ως σενάριο για επεισόδιο των Μόντυ Πάιθονς.

Όμως, ούτε η κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει να βρίσκεται έξω από έναν κύκλο συνειδητής αποδοχής του παραλόγου ως θεμελίου για συζήτηση. Ας πάρουμε την τρέχουσα αντιπαράθεση για το ζήτημα του ελληνικού χρέους. Το ζήτημα είναι εάν θα αναλάβουν ένα μέρος του κόστους οι Ευρωπαϊκές τράπεζες, κύρια με το να δεχτούν να αντικαταστήσουν ομόλογα που κατέχουν τώρα με άλλα μεγαλύτερης διάρκειας, και εάν αυτό θα αποτελέσει ή όχι ένα «πιστωτικό συμβάν». Το παράδοξο είναι ότι η ίδια η συζήτηση για το ποιες μπορεί να είναι οι απρόβλεπτες επιπτώσεις ενός τέτοιου συμβάντος, τελικά κάνει το απρόβλεπτο ολοένα και πιθανό. Στο παράξενο κόσμο των χρηματοοικονομικών συναλλαγών, αυτό το ιδιότυπο χρηματιστήριο του κινδύνου, όσο περισσότερη συζήτηση για ένα απρόβλεπτο συμβάν γίνεται , τόσο πιθανό είναι αυτό να συμβεί ακριβώς γιατί η συλλογική προσπάθεια προκαταβολικής άμυνας απέναντι στον κίνδυνο (π.χ. η μαζική πώληση ενός επισφαλούς χρεογράφου ή ομολόγου) τελικά τον φέρνει ακόμη πιο κοντά.

Αντίστοιχα στη σφαίρα του παράλογου ανήκει η πεποίθηση ότι αποτελεί στρατηγική εξόδου απέναντι στην κρίση μιας υπερχρεωμένης χώρας, η ακόμη μεγαλύτερη υπερχρέωσή της, μέσα από τον υπέρογκο δανεισμό από την ΕΕ και το ΔΝΤ, η ακόμη μεγαλύτερη ύφεση μέσα από την παρατεταμένη λιτότητα που αντικειμενικά επιδεινώνει το πρόβλημα του χρέους, η πεποίθηση ότι υπάρχουν απεριόριστα περιθώρια ‘εσωτερικής υποτίμησης’, επιδείνωσης και εξαθλίωσης της εργαζόμενης πλειοψηφίας.

Την ίδια ώρα, αναδεικνύεται και ο παραλογισμός του ευρώ ως του κοινού νομίσματος σχηματισμών με άνισα επίπεδα παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, δηλαδή η δυνατότητα των ισχυρών οικονομιών να απολαμβάνουν ανταγωνιστική διολίσθηση και των λιγότερο ισχυρών να υφίστανται όλο το κόστος της πραγματικής ανατίμησης, η διαμόρφωση ενιαίου νομισματικού χώρου χωρίς ενιαίο πολιτικό χώρο και κυρίως χωρίς μηχανισμούς αναδιανομής και διόρθωσης των περιφερειακών ανισοτήτων, η φιλοδοξία να γίνει το ευρώ παγκόσμιο νόμισμα, για να ικανοποιηθούν ιδίως οι γερμανικές βλέψεις και όχι κάποιο κοινωνικό συμφέρον.

Όμως, οι κοινωνίες δεν είναι ασκήσεις λογικής. Η απλή διαπίστωση του παραλογισμού μιας πολιτικής δεν σημαίνει αυτόματα και την ανατροπή της. Άλλωστε, οι κυρίαρχες τάξεις μπορούν να μετατρέψουν τη ‘λογική ασυνέπεια’ των πολιτικών τους σε επιδείνωση της θέσης των υποτελών τάξεων, σε λιτότητα, ανεργία, εμπορευματοποίηση των δημόσιων αγαθών, θεωρώντας ότι η κοινωνική χρεοκοπία της εργαζόμενης πλειοψηφίας είναι το βασικό ασφάλιστρο κινδύνου που διαθέτουν. Άλλωστε, παραφράζοντας τον σεξπηρικό Άμλετ θα λέγαμε ότι η ‘μέθοδος μέσα στην τρέλα’ της τρέχουσας οικονομικής πολιτικής είναι ακριβώς η αξιοποίηση της κοινωνικής καταστροφής ως μοχλού συνολικής αναδιάρθρωσης των κοινωνικών σχέσεων για ένα νέο κύκλο καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο η μόνη συλλογική πράξη υπεράσπισης της κοινής λογικής δεν μπορεί παρά να είναι η συλλογική διεκδίκηση για την έξοδο από αυτό το φαύλο κύκλο της διαρκούς απαξίωσης μιας ολόκληρης κοινωνίας. Η απαίτηση για άμεση παύση πληρωμών και για διαγραφή ενός χρέους που ούτε μπορεί ούτε πρέπει να αποπληρωθεί, η άμεση έξοδος από το ευρώ και ρήξη με την ΕΕ, η εθνικοποίηση των τραπεζών που ούτως ή άλλως εκβιάζουν για συνεχείς άμεσες και έμμεσες κρατικές ενισχύσεις και η ριζική αναδιανομή εισοδήματος σε βάρος του κεφαλαίου, μπορούν να είναι τα πρώτα βήματα για ριζική αλλαγή πολιτικής που να ξαναβάλει στο επίκεντρο πραγματικές κοινωνικές ανάγκες και όχι απρόσωπους οικονομικούς δείκτες.

(Μια ελαφρά πιο σύντομη εκδοχή αυτού του κειμένου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Νέα της Λέσβου» στις 20/07/2011)

By////

Posted in: Uncategorized