Οργάνωση, αυθορμητισμός και η Ουγγρική Επανάσταση

Posted on 14 Ὀκτώβριος 2011

0


Οργάνωση, αυθορμητισμός και η Ουγγρική Επανάσταση

JKL – 13/10/2011

«Στα χρόνια που θα ‘ρθουν, όλα τα προβλήματα
που έχουν βαρύνουσα σημασία συνοψίζονται σε
τούτο: Είστε υπέρ η κατά της δράσης και του
προγράμματος των Ούγγρων εργατών;»
Κορνήλιος Καστοριάδης

Παρά τη μικρή της ζωή, η ουγγρική Επανάσταση έθεσε κατ’ αρχήν τις οργανωτικές μορφές και τα κοινωνικά νοήματα που δηλώνουν μια κοινωνικοϊστορική θεσμική δημιουργίαΗ πηγή αυτής της δημιουργίας ήταν η δραστηριότητα του ουγγρικού λαού: διανοουμένων, φοιτητών, εργατών. «Θεωρητικοί» και «πολιτικοί» ως τέτοιοι, αντί να συμβάλουν έστω και στο ελάχιστο, συνέχισαν να προσφέρουν στο λαό απάτη και φενακισμό. Βέβαια, οι διανοούμενοι έπαιξαν σημαντικό θετικό ρόλο, γιατί, πολλούς μήνες πριν από την τελική έκρηξη, καταπιάστηκαν (στον Κυκλο Petofi και αλλού) να καταρρίψουν τούς «πολιτικούς», «ιδεολογικούς» και «θεωρητικούς» παραλογισμούς που επέτρεπαν στη σταλινική γραφειοκρατία να παρουσιάζει την ολοκληρωτική δικτατορία της σαν «λαϊκή δημοκρατία», σαν «σοσιαλισμό». Αν έπαιξαν αυτό το ρόλο, αυτό το πέτυχαν όχι «κομίζοντας στο λαό» μια καινούργια, ετοιματζίδικη «αλήθεια», αλλά καταγγέλλοντας θαρραλέα τις παλιές ψευτιές γι’ αυτό που ήταν. Κατά την αυτόνομη δραστηριότητά του, και με τη βοήθειά της, ο λαός δημιούργησε νέες θετικές αλήθειες. Τις ονομάζω θετικές, γιατί ενσαρκώνονται σε πράξεις και σε οργανωτικές μορφές με προορισμό όχι μόνο ν’ αγωνιστούν εναντίον της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης της γραφειοκρατίας, αλλά επίσης και προπαντός να υπηρετήσουν νέες μορφές οργάνωσης της κοινωνικής ζωής, στη βάση νέων αρχών. Αυτές οι αρχές συνεπάγονται ριζική ρήξη με τις κατεστημένες κοινωνικές δομές (στην Ανατολή όσο και στη Δύση), και απ’ τη στιγμή που διατυπώνεται ρητά, κάνουν χωρίς νόημα τη «θεωρία» και την κληρονομημένη πολιτική «φιλοσοφία». Αυτό, με τη σειρά του, ανατρέπει την πατροπαράδοτη σχέση μεταξύ «θεωρίας» και «πράξης» καθώς και μεταξύ «θεωρητικών» και απλών ανθρώπων. Στην ουγγρική Επανάσταση – όπως και στα άλλα προηγούμενα ιστορικά παραδείγματα – βρίσκουμε μια καινούργια αφετηρία, μια καινούργια πηγή, που μας αναγκάζει να στοχαστούμε εκ νέου πάνω στο πρόβλημα της πολιτικής – δηλαδή της συνολικής θέσμισης της κοινωνίας – στο σύγχρονο κόσμο, και μας δίνει ταυτόχρονα μερικά από τα όργανα αυτού του στοχασμού.

Εδώ, θ’ ακούσουμε ίσως διάφορους θορύβους και διαμαρτυρίες, εναντίον του «αυθορμητισμού» ως και της «σκοταδιστικής δημαγωγίας». Ας ρίξουμε μια ματιά, πριν απαντήσομε σ’ αυτά, στη συμβολή ορισμένων διάσημων πολιτικών και θεωρητικών πριν από τα γεγονότα του 1956 η κατά τη διάρκειά τους. Ας πάρουμε π.χ. τον Gyorgi Lukàcs. Ιδού ασφαλώς, ένας από τούς σπάνιους αληθινά δημιουργικούς μαρξιστές θεωρητικούς που έχουν φανεί από τον καιρό του Μαρξ. Ε λοιπόν, αυτός τι έκαμε; Από το 1924 (περίπου) ως το 1956, εκάλυψε στον ιδεολογικό τομέα, τον Στάλιν και τον σταλινισμό, τις δίκες της Μόσχας, το Γκούλαγκ, το «σοσιαλιστικό ρεαλισμό» και ο,τι έγινε στην Ουγγαρία από το 1945· εφάρμοσε διαδοχικά τις εντολές του Ζηνόβιεφ, του Μπουχάριν, του Ζντάντοφ, του Ρεβαί κλπ. Και το έκανε εν πλήρει επιγνώσει γιατί ήξερε τόσο τα γεγονότα όσο και το μαρξισμό «την επαναστατικότερη αντίληψη που παρήγαγε ποτέ η ιστορία»5. Πότε τόλμησε να μισοϊδεί το φως; Όταν οι μάζες αυθόρμητα ξεσπάσανε εναντίον των συνεπειών της θεωρητικής του διδασκαλίας. Ενώ πέρασε τη ζωή του, να επικαλείται τη List der Vernuft – το πολυμήχανο του νου – έγινε η άκρα προσωποποίηση της Unlist der brossen Vernuft – η τύφλωση του κοινού «νου».

Ας πάρουμε τώρα την περίπτωση του Ίμρε Ναγκυ, του «πολιτικού». Ποια ήταν η βοήθειά του, τι έκανε με την «πολιτική» του ικανότητα ενάντια στις ύπουλες ψευτιές της ρωσικής γραφειοκρατίας; Βρήκε έστω και για μια στιγμή μέσα του τη διαύγεια να κατανοήσει, και το θάρρος να διακηρύξει: «Ότι κι αν συμβεί, μην πιστεύετε ποτέ τούς Ρωσους – κάτι ξέρω που το λέω»;

Όχι. Πελάγωσε· και δοκίμασε να ζητήσει τη βοήθεια… των Ηνωμένων Εθνών! Η ιστορία δημιουργούσε τον εαυτό της, το αιματηρό δράμα της εξουσίας ήταν παρόν, αυτούσιο: άρματα και κανόνια αντιμετώπιζαν τα χέρια και τα γυμνά στήθια εκατομμυρίων ανθρώπων. Και ο Ναγκυ, ο «πολιτικός», ο Realpolitiker, δεν μπορούσε να σκεφτεί άλλο παρά μόνο τα Ηνωμένα Έθνη, αυτό το απαίσιο γκινιόλ, όπου οι κακούργοι της Μόσχας και της Ουάσιγκτον, επιτίθενται ο ένας εναντίον του άλλου στους δημόσιους λόγους τους, και συμφωνούν για τις βρώμικες κομπίνες τους στους διαδρόμους.

Αυτή ήταν η παραγωγή των επαγγελματιών της θεωρίας και της πολιτικής, μη αυθόρμητο είδος, συνειδητό, σοφό και υψηλής ειδίκευσης. Οι μη-επαγγελματίες, αυτοί, παρήγαγαν μια ριζική επανάσταση – που δεν την πρόβλεψε, που δεν την προετοίμασε που δεν την οργάνωσε οποιοσδήποτε, άρα «αυθόρμητη» όπως όλες οι επαναστάσεις της ιστορίας.

Ο ουγγρικός λαός δεν ενήργησε «αυθόρμητα» με την έννοια που ένα μωρό κλαίει «αυθόρμητα» όταν πονάει. Ενήργησε από την κοινωνική και ιστορική πείρα του, και έτσι, έκαμε κάτι. Όταν αυτός που περιβάλλεται το γελοίο τίτλο του «θεωρητικού» η του «επαναστάτη» παρατηρεί αφ’ υψηλού αυτό που ονομάζει «αυθορμητισμό», να πιο αξίωμα κρύβει μέσα στο κεφάλι του: αδύνατον αυτός ο όχλος να μπορεί ποτέ να μάθει το παραμικρό για τη ζωή του, να βγάλει απ’ αυτήν κάποιο συμπέρασμα κάπως σοβαρό, να περάσει από το «δύο και δύο» στο «τέσσερα» – αδύνατον, προπαντός, να βάλει μπρος νέες ιδέες και ν’ αναζητήσει τις δικές του λύσεις στα δικά του προβλήματα. Δεν χρειάζεται να υπογραμμίσουμε την ουσιαστική ταυτότητα αυτού του αξιώματος με τα θεμελιώδη δόγματα σχετικά με τον άνθρωπο και την κοινωνία που ήταν τα δόγματα των διευθυντικών τάξεων εδώ και χιλιά δες χρόνια. Εδώ κρίνω αναγκαία μια μεγάλη παρένθεση. Δεν είναι δυνατόν παρά να κάνει εντύπωση το ότι οι «μαρξιστές» και οι «αριστεριστές» επιμένουν να σπαταλούν τον καιρό και την ενεργητικότητά τους [στο] να γράφουν χωρίς τελειωμό για τη σχέση μεταξύ του «Πρώτου Βιβλίου» και του «Τρίτου Βιβλίου» του Κεφαλαίου, να σχολιάζουν και να δίνουν νέες ερμηνείες στο τάδε η στο δείνα σχόλιο για τον Μαρξ, που έκανε ο τάδε η ο δείνα ερμηνευτής του, να υπομνηματίζουν χωρίς να κουράζονται βιβλίαχωρίς σχεδόν ποτέ να λογαριάζουν την αληθινή ιστορία, την πραγματική δημιουργία μορφών και νοημάτων στη δραστηριότητα και με τη δραστηριότητα των ανθρώπων. Ακόμα μια φορά, η ιστορία ανάγεται γι’ αυτούς στην ιστορία των ιδεών – ειδικότερα στην ιστορία ενός πολύ μικρού αριθμού ιδεών. Μια από τις συνέπειες αυτού είναι ότι η ιστορία τείνει να είναι όλο και λιγότερο κατανοητή. Γιατί η ιστορία δεν είναι απλώς ο κατάλογος των ιστορικών «γεγονότων». Αυτό που λογαριάζεται, από επαναστατική άποψη, είναι η ερμηνεία αυτών των γεγονότων, που δεν μπορούμε να την αφήσουμε στους ιστορικούς του πανεπιστημιακού establishment. Αυτή η ερμηνεία είναι βέβαια λειτουργία των «θεωρητικών ιδεών» και του πολιτικού προτάγματος του ερμηνευτή. Αλλά είναι ο οργανικός δεσμός ανάμεσα στα εξής τρία στοιχεία: το πρόταγμα, τις ιδέες και την αναγνώριση της πραγματικής ιστορίας ως πηγής, (και όχι ως υλικού νεκρού), κι αυτό είναι που αποτελεί την ειδοποιό διαφορά της εργασίας ενός επαναστάτη διανοούμενου και το μόνο που χαρακτηρίζει τη ριζική ρήξη της με την πατροπαράδοτη και επικρατούσα αντίληψη της «θεωρητικής εργασίας». Λοιπόν σήμερα, αυτός ο δεσμός βρίσκεται πράγματι κομμένος, στο 99% της φιλολογίας της «αριστεράς».

Μα αυτό που συζητούμε εδώ, πάει, πράγματι πολύ πιο μακριά. Γιατί πρόταγμα και ιδέες έχουν τη ρίζα τους στην πραγματική ιστορία, στη δημιουργική δραστηριότητα των ανθρώπων στη σύγχρονη κοινωνία. Το επαναστατικό πρόταγμα δεν είναι η λογική συνέπεια μιας σωστής θεωρίας. Σ’ αυτόν τον τομέα, οι διαδοχικές θεωρίες είναι μάλλον δοκιμές γενικής διατύπωσης αυτού που είναι η μάζα των ανθρώπων – των εργατών, πρώτα πρώτα, έπειτα των γυναικών, των σπουδαστών, των εθνικών μειονοτήτων κλπ.- εκφράζουν εδώ και δυο αιώνες στην πάλη τους εναντίον των κατεστημένων θεσμών της κοινωνίας – είτε κατά τις επαναστάσεις, στο εργοστάσιο, η στην καθημερινή ζωή τους. «Ξεχνώντας» το αυτό, ο «επαναστάτης» διανοούμενος μπαίνει σε μια γελοία αντίφαση. διακηρύσσει ότι η θεωρία του του επιτρέπει να καταλαβαίνει, και μάλιστα να κρίνει, την ιστορία – και φαίνεται ν’ αγνοεί ότι η ουσιαστική πηγή αυτής της θεωρίας είναι η ιστορική δραστηριότητα του λαού στο παρελθόν. Έστι καταντάει τυφλός μπροστά σ’ αυτή τη δραστηριότητα έτσι όπως εκδηλώνεται στο παρόν -τυφλός π.χ. μπροστά στην ουγγρική Επανάσταση.

Ας πάμε ως την άκρη της παρατήρησής μας: ας πάρουμε το έργο του Μαρξ. Αν ήταν απλώς και μόνο μια «σύνθεση» της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, της αγγλικής πολιτικής οικονομίας, και του γαλλικού ουτοπικού σοσιαλισμού, δεν θα ήταν παρά μια θεωρία μεταξύ πολλών άλλων. Αυτό που αποτελεί τη διαφορά είναι οι πολιτικές ιδέες που ενέπνεαν τον Μαρξ. Αλλά ποια είναι η πηγή αυτών των ιδεών; Δεν υπάρχει, πράγματι, τίποτα εκεί μέσα – τίποτα, εν πάση περιπτώσει, που να έχει ακόμα κάποιαν ανταπόκριση και κάποιαν αξία σήμερα – που να μπορούμε να το αποδώσουμε στον ίδιο τον Μαρξ. Στις ιδέες του, όλα η σχεδόν όλα, έχουν την πηγή τους στο εργατικό κίνημα όπως ήταν μεταξύ 1800 και 1840. Όλα η σχεδόν όλα φαντάζουν ήδη άσπρα πάνω σε μαύρο στην εργατική φιλολογία αυτής της εποχής. Και ποια είναι η μοναδική καινούργια πολιτική ιδέα που στάθηκε ικανός να συλλάβει ο Μαρξ μετά το Κομμουνιστικό ΜανιφέστοΕίναι η ιδέα της καταστροφής του μηχανισμού του Κράτους και της «δικτατορίας του προλεταριάτου» – «δίδαγμα» όπως υπογραμμίζει ο ίδιος, της Κομμούνας του Παρισιού· δίδαγμα που ενσαρκώνεται στη δραστηριότητα των παρισινών εργατών και, κατά πρώτο λόγο, στην νέα μορφή θεσμού που δημιούργησαν: στην ίδια την Κομμούνα. Αυτή τη δημιουργία, ο Μαρξ, παρά τη θεωρία του και τη μεγαλοφυΐα του, δε στάθηκε ικανός να την προβλέψει. Αλλά, όντας Μαρξ, και όχι μαρξιστής, μπόρεσε να την αναγνωρίσει – εκ των υστέρων.

Ας γυρίσουμε στην κυρίως συζήτησή μας. Τι θα μπορούσε να είναι το «μη-αυθόρμητο» στο οποίο αντιτάσσουμε το αυθόρμητο; Θα ήταν η «συνείδηση»; Αλλά ποιός τολμάει να πει οτι οι ούγγροι εργάτες, π.χ. ήταν μησυνειδητοί;Με ποια έννοια; Ήταν υπνοβάτες, βρίσκονταν κάτω από την επίδραση του L.S.D. ; Η μήπως θα ήθελε να πει κανείς ότι δεν ήταν «αρκετά» σύνειδητοί η όχι συνειδητοί «με το σωστό τρόπο»; Αλλά τι είναι «αρκετή» συνείδηση, ποιός είναι ο «σωστός τρόπος» να είναι κανείς συνειδητός; Ο τρόπος του κ. Mandel, μήπως; Η του κ.Sartre; Η μήπως πρόκειται για την απόλυτη Γνώση; Γνώση τίνος; Είναι κανείς εδώ γύρω που να ισχυρίζεται ότι την αντιπροσωπεύει; Και τι την κάνειΞερουμε, πάντως, τι την κάνανε ο Kautsky και ο Λενιν την δική τους τη γνώση.

Η το αντίθετο του «αυθόρμητου» βρίσκεται στην οργάνωση; Αλλά το ζήτημα είναι ακριβώς: ποια οργάνωση, και οργάνωση τίνοςΗ «αυθόρμητη» δράση των ούγγρων εργατών και του ουγγρικού λαού ήταν δράση που απέβλεπε στην οργάνωση, και κάτι παραπάνω: ο αυθορμητισμός τους ήταν ακριβώς αυτό, η αυτοοργάνωσή τουΚι αυτό είναι ακριβώς εκείνο που ο γραφειοκράτης ψευτο«θεωρητικός» απεχθάνεται περισσότερο απ’ το κάθε τι: το ότι οι εργάτες, αντί να περιμένουν, με παθητικόν ενθουσιασμό, να έρθει να τούς «οργανώσει», οργανώνονται μόνοι τους σε εργατικά συμβούλια. Και πως τούς οργανώνει, όταν του δώσουν την ευκαιρία; Όπως το κάμανε οι κυρίαρχες τάξεις επί αιώνες στα εργοστάσια και στο στρατό. Και τούτο, όχι μόνον αν και όταν πάρει την εξουσία, παρά από πιο μπροστά: σ’ ένα μεγάλο συνδικάτο π.χ. η σ’ ένα «μπολσεβίκικο κόμμα», όπου οι εσωτερικές σχέσεις, από τη δομή τους, τη μορφή τους και το περιεχόμενό τους, αναπαράγουν απλώς τη δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας: ιεραρχία, χωρισμό σ’ ένα στρώμα διευθυνόντων και μια μάζα εκτελεστών, πέπλο ψευτο- «γνώσης» ριγμένο πάνω στην εξουσία μιας γραφειοκρατίας, που επανεκλέγει τον εαυτό της και διαιωνίζεται κλπ. ήτοι τη μορφή που ανταποκρίνεται στην αναπαραγωγή και στη διαιώνιση της πολιτικής αλλοτρίωσης (και, κατά συνέπεια, της αλλοτρίωσης καθ’ όλου). Αν το αντίθετο του «αυθόρμητου», δηλ. της αυτο-δραστηριότητας και της αυτοοργάνωσης είναι η ετεροοργάνωση – από τούς πολιτικούς, τούς «θεωρητικούς», τούς «επαγγελματίες επαναστάτες» κλπ. – τότε το αντίθετο του αυθόρμητου είναι ολοφάνερα η αντεπανάσταση, ή η συντήρηση της υφιστάμενης τάξης.

Η Επανάσταση είναι ακριβώς η αυτο-οργάνωση του λαού. Αυτό και μόνο προϋποθέτει προφανώς ένα «γίγνεσθαι-συνειδητό» των ουσιαστικών χαρακτηριστικών και μηχανισμών του καθιδρυμένου συστήματος, καθώς και του πόθου και της θέλησης να βρεθεί μια καινούργια λύση του προβλήματος της θέσμισης της κοινωνίας. (Είναι σαφές, π.χ. ότι η κατανόηση που είχαν στην πράξη οι ούγγροι εργάτες του κοινωνικού χαρακτήρα της γραφειοκρατίας ως τάξης εκμεταλλευτικής και καταπιεστικής και των όρων της ύπαρξής της, ήταν, από θεωρητική άποψη, απείρως ανώτερη απ’ όλες τις ψευτο-«θεωρητικές» αναλύσεις που περιέχονται σε τριάντα χρόνια τροτσκιστικής φιλολογίας και στα πιο πολλά απ’ τ’ άλλα γραπτά «μαρξιστών της αριστεράς»). Αυτοοργάνωση είναι εδώ αυτοοργανούσθαι και συνείδηση, συνειδητόγίγνεσθαι· και στις δυο περιπτώσεις έχουμε ένα processus, όχι μια κατάσταση. Όχι πως ο λαός ανακάλυψε επιτέλους «την» κατάλληλη μορφή κοινωνικής οργάνωσης· αλλά ξεδιακρίνει ότι αυτή η «μορφή» είναι η δραστηριότητά του αυτοοργάνωσης, σε συμφωνία με την κατανόηση που έχει της κατάστασης και των σκοπών που θέτει στον εαυτό του. Μ’ αυτήν την έννοια, η επανάσταση δεν μπορεί παρά να είναι «αυθόρμητη» στην γέννησή της καθώς και στην ανάπτυξή της. Γιατί η επανάσταση είναι ρητή αυτοθέσμιση της κοινωνίας. «Αυθόρμητο» δε σημαίνει τίποτε άλλο εδώ παρά την κοινωνικο- ιστορική δημιουργική δραστηριότητα, στην υψηλότερή της έκφραση, τη δραστηριότητα που έχει σκοπό την θέσμιση της ίδιας της κοινωνίας. Για’ αυτό, όλες οι επαναστατικές εκρήξεις των νεοτέρων χρόνων προσφέρουν αδιαφιλονείκητα παραδείγματα.

Καμμιά ιστορική δράση δεν είναι «αυθόρμητη» αν μ’ αυτό έννοήσουμε ότι θα ξεπηδούσε στο κενό, ότι θα ήταν απολύτως χωρίς σχέση με τις συνθήκες, το περιβάλλον, το παρελθόν. Και κάθε μεγάλη ιστορική δράση είναι ακριβώς αυθόρμητη με την αρχική σημασία της λέξης: spons, «πηγή»8. Η ιστορία είναι δημιουργία, που σημαίνει: ξεπέταγμα εκείνου που δεν είναι εγγεγραμμένο ήδη μέσα στις «αιτίες» του, στους «όρους» του κλπ. εκείνου που δεν είναι επανάληψη – ούτε υπό στενήν έννοια, ούτε ως παραλλαγή του ήδη δεδομένου – εκείνου που είναι, απεναντίας, θέση νέων μορφών και σχημάτων, νέων σημασιών – δηλαδή αυτοθέσμισηΓια να το πούμε με όρους στενούς πιο πραγματιστικούς, πιο μαθηματικούς: αυθόρμητο είναι το υπερβάλλον του «αποτελέσματος» ως προς τις «αιτίες»9. Οι ούγγροι εργάτες έδρασαν με την πείρα τους, και η δράση τους υπήρξε επεξεργασία – με τη λιγότερο αγοραία σημασία της λέξης – αυτής της πείρας. Όμως αυτή η δράση δεν ήταν «αναγκαία» αντίδραση η απάντηση, αιτιακά προσδιορισμένη, σε μια δεδομένη κατάσταση- πολύ περισσότερο, αυτή η επεξεργασία δεν ήταν το προϊόν μιας «λογικής» διαδικασίας αφαίρεσης συμπερασμού, κλπ. Εδώ και μερικά χρόνια, μισή ντουζίνα χώρες της Ανατολικής Ευρώπης – και η ίδια η Ρωσία πολύ πιο μπροστά – εγνώριζαν μια γενική κατάσταση ουσιαστικά όμοια με κείνην, που θα μπορούσε να δοκιμάσει κανείς να καταλογίσει στην έκρηξη του 1956. Τουλάχιστον τα γεγονότα της Ανατολικής Γερμανίας το 1953, της Πολωνίας το 1956 (και το 1970 και το 1976) της Τσεχοσλοβακίας το 1968 καθώς και οι πιο περιορισμένες και λιγότερο γνωστές εξεγέρσεις στη Ρωσία (Νοβοτσερκάσκ, π.χ.) είναι η απόδειξη αυτής της ουσιαστικής ομοιότητας. Ωστόσο μόνο στην Ουγγαρία αυτή η λαϊκή δραστηριότητα έφτασε σ’ εκείνη την ένταση που είναι ικανή να γεννήσει μιάν επανάσταση. Ότι η Ουγγαρία και ο λαός της έχει κάτι το ιδιαίτερο, τίποτε πιο βέβαιο. Το ίδιο και κάθε χώρα και και κάθε λαός. Ξερομε πως κάθε ατομική οντότητα είναι απολύτως μοναδική και, απ’ αυτήν την άποψη, απολύτως όμοια με τις άλλες. Οι «ιδιομορφίες» της ουγγρικής ιστορίας κλπ. δε μας βοηθούν καθόλου όταν προσπαθούμε να εξηγήσουμε εξαντλητικά γιατί αυτή η ιδιαίτερη μορφή επανάστασης έγινε σ’ αυτήν την ιδιαίτερη χώρα και αυτή την ιδιαίτερη στιγμή. Μια συγκεκριμένη ιστορική έρευνα μπορεί προφανώς να συμβάλει στο «να κάμει κατανοητό» (εκ των υστέρωνκαι δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τα ατέλειωτα προβλήματα που συνεπάγεται αυτή η ρήτρα) ένα σημαντικό μέρος της αλληλουχίας των γεγονότων, των πράξεων των ανθρώπων, και των αντιδράσεών τους, κλπ. Δεν επιτρέπει ποτέ να πηδάμε απ’ αυτή την περιγραφή και απ’ αυτή τη μερική κατανόηση των καταστάσεων, κινήτρων, δράσεων κλπ, στην «εξήγηση του αποτελέσματος».

Έτσι π.χ. μπορεί να πει κανείς: μια επανάσταση έχει «αιτία» την εκμετάλλευση και την καταπίεση. Μα αυτά υπάρχουν εδώ και αιώνες (και χιλιετηρίδες). Λένε τότε: πρέπει εκμετάλλευση και καταπίεση να φτάσουν ως ένα «ακραίο σημείο». Αλλά ποιο είναι αυτό το «ακραίο σημείο»; Και μήπως δεν το φτάσαμε αλλεπάλληλα, χωρίς ν’ ακολουθήσει κάθε φορά επανάσταση; Συνεχίζουν: αυτό το «ακραίο σημείο» εκμετάλλευσης και καταπίεσης πρέπει να συμπίπτει με μια «εσωτερική κρίση» των διευθυντικών ταξεων, με τη στειρότητα η τη διάλυση του καθεστώτος. Αλλά τι περισσότερο θέλετε, ως στειρότητα και διάλυση, απ’ ότι πραγματοποιήθηκε στις πιο πολλές χώρες της Ευρώπης μετά το 1918 η μετά το 1945; Τέλος: οι μάζες πρέπει να έχουν φτάσει σ’ ένα ικανοποιητικό επίπεδο συνείδησης και μαχητικότητας. Και τι καθορίζει το επίπεδο συνείδησης και μαχητικότητας των μαζων; Η επανάσταση δεν έγινε, επειδή οι συνθήκες για μιάν επανάσταση δεν ήταν ώριμες. Η πιο σημαντική απ’ αυτές τις συνθήκες είναι ένα επαρκές επίπεδο συνείδησης και μαχητικότητας των μαζων. Επαρκές για τι; Μα, επαρκές για να κάμει την επανάσταση. Με λίγα λόγια: δεν έγινε επανάσταση γιατί δεν έγινε επανάσταση. Αυτή είναι, στην περίπτωσή μας, η τελευταία λέξη της «μαρξιστικής»(η απλώς «ντετερμινιστικής», «επιστημονικής») σοφίας.

Τα πράγματα είναι ακόμα πιο καθαρά όταν αντιμετωπίζομε όχι την «εξέγερση», ως έκρηξη και καταστροφή της παλαιάς τάξης, αλλά την επανάσταση ως αυτοοργανωμένη δραστηριότητα που αποβλέπει στην θεσμιση μιας νέας τάξης. (Αυτή η διάκριση είναι, φυσικά, μια διαχωριστική αφαίρεση). Μ’ άλλα λόγια, όταν εξετάζομε το θετικό περιεχόμενο αυτού που το ονόμασα παραπάνω επεξεργασία της πείρας. Η παλαιά κατάσταση πραγμάτων, όσο αβάσταχτη κι αν ήταν θα μπορούσε να γεννήσει μόνο μια επί πλέον δόση καρτερίας, μιάν επίταση της θρησκοληψίας, η το αίτημα για λίγο πολύ «μετριοπαθείς» μεταρρυθμίσεις. Αντίς γι’ αυτό, το κίνημα βραχυκύκλωσε όλες τις άλλες «λύσεις», και ο λαός βάλθηκε να πολεμήσει και να πεθάνει για τη γενική ανοικοδόμηση της κοινωνίας. Θα ήταν ζόρικο έργο, για τον θεωρητικό που θα ήθελε ν’ αποδείξει πως ήταν η μόνη «λογική» και/η «πρακτικώς δυνατή» εκλογή για την Ουγγαρία του 1956. Πολλές χώρες στον κόσμο δώσανε, κι εξακολουθούν να δίνουν αναρίθμητα παραδείγματα για το αντίθετο. Το θετικό περιεχόμενο της «απάντησης» – σύσταση εργατικών συμβουλίων, διεκδίκηση για αυτοδιαχείρηση και κατάργηση στις νόρμες εργασίας κλπ. – δεν ήταν εξαγόμενο «συλλογισμού». Δεν ήταν η εκλογή του «μόνου δυνατού άλλου όρου του διλήμματος» κλπ. Ήταν μια επεξεργασία που υπερέβη το δεδομένο (και ο,τι είναι δεδομένο μαζί με το δεδομένο, συνέπειά του η περιεχόμενό του) και κατέληξε στο καινούργιο. Το ότι οι ρίζες αυτού του καινούργιου βυθίζονται μέσα σε μια βαθιά και οργανική σχέση με τις προγενέστερες δημιουργίες του εργατικού κινήματος και με το περιεχόμενο άλλων φάσεων της επαναστατικής δραστηριότητας, αυτό δε μειώνει τη σημασία του· το αντίθετο μάλιστα. Υπογραμμίζει το ότι η ουγγρική Επανάσταση εγγράφεται στη σειρά των αγώνων που αποβλέπουν, εδώ και διακόσια περίπου χρόνια, σε μια ριζική ανοικοδόμηση της κοινωνίας. Σημαδεύει στη δραστηριότητα του ουγγρικού λαού μια νέα στιγμή της ανάπτυξης του επαναστατικού προτάγματος (projet) – και, ταυτόχρονα, βεβαιώνει ότι αυτές οι δημιουργίες έχουν μια σημασία που υπερβαίνει, και μάλιστα κατά πολύ, τη στιγμή και τούς όρους που προσιδιάζουν στη γέννησή τους.

Οι μορφές οργάνωσης – τα συμβούλια – που δημιούργησαν οι ούγγροι εργάτες είναι του ίδιου τύπου με τις μορφές που δημιούργησαν παλαιότερα και αλλού οι επαναστάτες εργάτες. Οι σκοποί και οι διεκδικήσεις που διακήρυξαν αυτά τα συμβούλια βρίσκονται πάνω στη γραμμή αυτών που πρόβαλε ολόκληρη η ιστορία του εργατικού κινήματος – είτε πρόκειται για την ανοιχτή πάλη, είτε για τον άτυχο αγώνα που διεξάγεται μέρα με τη μέρα σ’ όλα τα εργοστάσια της υδρογείου – ενώ σε ορισμένα βασικά σημεία (αυτοδιαχείριση, κατάργηση των νορμών εργασίας) έχουν χαρακτήρα πιο ρητό και πιο ριζικό. Υπάρχει λοιπόν στον σύγχρονο κόσμο μια ενότητα του επαναστατικού προτάγματος. Αυτή την ενότητα, μπορούμε να την κάνομε «πιο κατανοητή» δείχνοντας αυτό που είναι ιστορική κληρονομιά και ιστορική συνέχεια, αυτό που είναι ομοιότητα των συνθηκών – ιδιαίτερα στη ζωή και στην εργασία – μέσα στις οποίες το κοινωνικό σύστημα τοποθετεί την εργατική τάξη. Αλλά, ακόμα μια φορά, όσο πρόσφοροι, όσο σημαντικοί κι αν είναι αυτοί οι παράγοντες, δε θα μπορέσουν ποτέ να μας δώσουν το σύνολο των «αναγκαίων και επαρκών όρων» για την παραγωγή του περιεχομένου των «απαντήσεων» του 1871, 1905, 1917, 1915, 1936-1937, 1956 – η για την έλλειψη τέτοιες παραγωγής, σε άλλες περιπτώσεις. Γιατί αυτό που έχομε εδώ, είναι όχι μια «αντικειμενική» ενότητα, όχι μια ενότητα ως ταυτότητα μιας τάξης «αποτελεσμάτων» που προκύπτουν από μια τάξη «ταυτών αιτιών» – παρά μια ενότητα σε διαμόρφωση, που τώρα γίνεται, ενότητα που κάνει η ίδια τον εαυτό της (και, φυσικά, όχι ακόμα γινομένη): ενότητα κοινωνικο-ιστορικής δημιουργίας.

Απόσπασμα από την Ουγγρική Επανάσταση, του Κορνήλιου Καστοριάδη.

http://eagainst.com/articles/%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%AC%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7%CE%B1%CF%85%CE%B8%CE%BF%CF%81%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%BF%CF%85%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B9%CE%BA/


Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-8TQ


Posted in: Uncategorized