Η Τωρινή Στιγμή

Posted on 29 Νοέμβριος 2011

0


Η Τωρινή Στιγμή

Μπροσούρες-Βιβλία / Στην πρώτη γραμμή

November 29, 20110

Eξαιρετικό άρθρο για σχετικά με την θεωρία της κομμουνιστικοποίησης.

Μεταφράστηκε από το http://www.rebelnet.gr

του R.S

Ολόκληρο (36 σελίδες) Εδώ :  http://classwar.espiv.net/wp-content/uploads/2011/11/Η-τωρινή-στιγμή.pdf

Τα βασικά στοιχεία μιας θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης τοποθετούνται στο παρόν, ειδάλλως το να μιλάμε για κομμουνιστικοποίηση είναι μια ανούσια δραστηριότητα πολιτικής φαντασίας. Το να αντιλαμβανόμαστε την επανάσταση σαν κομμουνιστικοποίηση έγκειται στην τωρινή κατανόηση του γεγονότος ότι το να αγωνιζόμαστε σαν τάξη αποτελεί το όριο της ταξικής πάλης. Αυτό είναι το κρίσιμο βήμα. Το να κάνουμε το βήμα αυτό είναι ο μοναδικός τρόπος να μιλήσουμε σήμερα για την επανάσταση σαν κομμουνιστικοποίηση με τρόπο που να συνδέεται με τους τωρινούς αγώνες.

***

Στην Κίνα και στην Ινδία δεν θα περάσουμε πια από τον πολλαπλασιασμό πολύμορφων διεκδικητικών δράσεων, που αγγίζουν όλες τις πτυχές της ζωής και της αναπαραγωγής της εργατικής τάξης, σε ένα ευρύ εργατικό κίνημα. Συχνά αυτές οι διεκδικητικές δράσεις στρέφονται «παραδόξως» στην καταστροφή των όρων εργασίας. Οι μεγάλες συγκεντρώσεις εργατικού πληθυσμού της Ινδίας και της Κίνας εντάσσονται σε μια παγκόσμια κατάτμηση της εργασιακής δύναμης. Εξαιτίας τόσο του παγκόσμιου ορισμού τους όσο και του τρόπου ένταξής τους στην εθνική πραγματικότητα, δεν μπορούν να θεωρηθούν αναβίωση σε άλλους τόπους εκείνου που έχει εξαφανιστεί στη «Δύση». Εκείνο που όριζε την εργατική ταυτότητα και εκφραζόταν με το εργατικό κίνημα ήταν ένα κοινωνικό σύστημα ύπαρξης και αναπαραγωγής, όχι απλώς η ύπαρξη ποσοτικών υλικών χαρακτηριστικών.

Στην Αργεντινή οι προλετάριοι αυτοοργανώνονται σαν άνεργοι της Mosconi, εργάτριες της Bruckman, κάτοικοι των παραγκουπόλεων κτλ., αλλά, καθώς αυτοοργανώνονται, προσκρούουν άμεσα σε αυτό που οι ίδιοι είναι – το οποίο, μέσα στον αγώνα, γίνεται αυτό που πρέπει να ξεπεραστεί και το οποίο, μέσα στις πρακτικές λεπτομέρειες αυτών των μορφών αυτοοργάνωσης, έγινε όντως αντιληπτό σαν κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί. Το προλεταριάτο δεν μπορεί να βρει μέσα του την ικανότητα να δημιουργήσει άλλες διαπροσωπικές σχέσεις χωρίς να ανατρέψει και να αρνηθεί ό,τι το ίδιο είναι μέσα σε αυτή την κοινωνία, δηλαδή χωρίς να έρθει σε αντίθεση με την αυτονομία και τη δυναμική της. Στην Αργεντινή, με τον τρόπο με τον οποίο τέθηκαν σε λειτουργία οι παραγωγικές δραστηριότητες, με τους έμπρακτους τρόπους της διεξαγωγής τους, κλονίστηκαν τα προσδιοριστικά στοιχεία του προλεταριάτου ως τάξης αυτής της κοινωνίας (ιδιοκτησία, ανταλλαγή, καταμερισμός εργασίας, σχέση ανδρών-γυναικών κτλ.). Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο η επανάσταση σαν κομμουνιστικοποίηση γίνεται αξιόπιστη.

***

Στη Γαλλία τον Νοέμβριο του 2005, στα λαϊκά προάστια, οι εξεγερμένοι δεν διεκδίκησαν τίποτα. Το περιεχόμενο της εξέγερσης του Νοεμβρίου ήταν η άρνηση των αιτίων της εξέγερσης: οι εξεγερμένοι επιτέθηκαν στην ίδια τους την κατάσταση, έβαλαν στο στόχαστρο όλα όσα τους παράγουν και τους ορίζουν. Αυτό δεν οφείλεται σε κάποιον φανταστικό ριζοσπαστισμό των “αλανιών των προαστίων”. Οφείλεται στον συνδυασμό δύο επίκαιρων αιτίων: αφενός, της ιδιαίτερης κατάστασης αυτής της φράξιας του προλεταριάτου και, αφετέρου, του γεγονότος ότι, εν γένει, η διεκδίκηση δεν είναι πια αυτό που ήταν. Οι εξεγερμένοι αποκάλυψαν και επιτέθηκαν στην τωρινή κατάσταση του προλετάριου: αυτής της εργασιακής δύναμης που έχει γίνει επισφαλής σε παγκόσμια κλίμακα. Κι αυτό έκανε αυτομάτως παρωχημένο, την ίδια τη στιγμή που θα μπορούσε να διατυπωθεί μια τέτοια διεκδίκηση, το να θέλει κανείς να είναι “κανονικός προλετάριος”.

Αυτή η συνύφανση ανάμεσα στη διεκδίκηση και την αυτοαμφισβήτηση των προλετάριων, που χαρακτηρίζει τον τωρινό κύκλο αγώνων και συνοψίζεται στο ταξικό ανήκειν σαν γενικό όριο αυτού του κύκλου, έφτασε στον παροξυσμό της στις ταραχές του Νοεμβρίου εξαιτίας της ιδιαιτερότητας των πρωταγωνιστών τους. Η διεκδίκηση εξαφανίστηκε.

***

Οι ταραχές στην Ελλάδα και η γενική απεργία στη Γουαδελούπη είναι τα πιο πρόσφατα γεγονότα που χαρακτηρίζουν αυτό τον κύκλο αγώνων.

Στις ταραχές στην Ελλάδα, το προλεταριάτο δεν διεκδικεί τίποτα και, απέναντι στο κεφάλαιο, δεν θεωρεί τον εαυτό του θεμέλιο κανενός εναλλακτισμού· απλώς, μέσω ταραχών που παράγουν το ταξικό ανήκειν σαν εξωτερικό καταναγκασμό και τη σχέση εκμετάλλευσης σαν σκέτη επιβολή, το προλεταριάτο δεν θέλει πια να είναι αυτό που είναι.

Αυτές οι ταραχές ήταν ένα ταξικό κίνημα και όχι μια απλή δράση ακτιβιστών (που κι αυτή θα ήταν ταξικό κίνημα), αλλά δεν ήταν ένας αγώνας μέσα σε ό,τι αποτελεί την ίδια τη μήτρα των τάξεων: την παραγωγή. Έτσι οι ταραχές κατόρθωσαν αυτό το θεμελιώδες, να παραγάγουν και να βάλουν στο στόχαστρο το ταξικό ανήκειν σαν καταναγκασμό, αλλά δεν μπόρεσαν να το κάνουν και να φτάσουν σε αυτό το σημείο παρά μόνο προσκρούοντας, σαν στο ίδιο τους το όριο, σε αυτό το αόρατο φράγμα της παραγωγής. Και ο τρόπος (στόχοι, εξέλιξη των ταραχών, σύνθεση των εξεγερμένων κτλ.) με τον οποίο το κίνημα παρήγαγε αυτόν τον εξωτερικό καταναγκασμό ήταν εγγενώς καθορισμένος από το όριο αυτό. Αυτή ήταν η αμφισημία του κινήματος.

Φοιτητές δίχως μέλλον, νεαροί μετανάστες, επισφαλείς εργαζόμενοι, όλοι είναι προλετάριοι οι οποίοι βιώνουν καθημερινά την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων σαν εξαναγκασμό, έναν εξαναγκασμό που εμπεριέχεται σε αυτή την αναπαραγωγή επειδή είναι προλετάριοι, αλλά και οι οποίοι τη βιώνουν καθημερινά σαν διαχωρισμένη και τυχαία (συμπτωματική και μη αναγκαία) σε σχέση με την ίδια την παραγωγή. Αγωνίζονται μέσα στον εξαναγκασμό σαν διαχωρισμένη στιγμή και ταυτόχρονα αντιλαμβάνονται και βιώνουν αυτόν τον διαχωρισμό απλώς και μόνο σαν έλλειψη του ίδιου του αγώνα τους ενάντια σε αυτό τον τρόπο παραγωγής.

***

Στην Ελλάδα, είναι στο εσωτερικό αυτής της διαμόρφωσης της ταξικής πάλης, και της εμπεριεχόμενης αμφισημίας, που, για τους αγωνιζόμενους προλετάριους, το ταξικό τους ανήκειν, ο ίδιος τους ο ορισμός ως τάξης μέσα στη σχέση τους με το κεφάλαιο, παράχθηκε και εμφανίστηκε σαν εξωτερικός καταναγκασμός. Αμφισβητήθηκαν σαν προλετάριοι από την ίδια τους την πρακτική μέσα στον αγώνα τους, αλλά δεν το έκαναν παρά μόνο διαχωρίζοντας, στις επιθέσεις τους και στους στόχους τους, τις στιγμές και τους μηχανισμούς της κοινωνικής αναπαραγωγής. Αναπαραγωγή και παραγωγή του κεφαλαίου παρέμειναν ξένες η μια από την άλλη.

Σήμερα η επανάσταση εξαρτάται από την υπέρβαση μιας καταστατικής αντίφασης της ταξικής πάλης: το ότι αποτελεί τάξη είναι για το προλεταριάτο το εμπόδιο που ο ταξικός του αγώνας πρέπει να υπερπηδήσει/ καταργήσει. Οι ταραχές στην Ελλάδα ανέδειξαν αυτό το εμπόδιο, σχηματοποίησαν την αντίφαση και έμειναν εκεί. Αυτό ήταν το όριό τους, αλλά τώρα η αντίφαση τίθεται πια με πρακτικούς όρους γι’ αυτό τον κύκλο αγώνων μέσα στον αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό και την κρίση του.

Στη Γουαδελούπη, η υψηλή ανεργία και το μεγάλο μέρος του πληθυσμού που ζει από «εισοδήματα προνοίας» ή από την παραοικονομία κάνουν τη μισθολογική διεκδίκηση να είναι μια λογική αντινομία. Η αντίφαση αυτή δόμησε την πορεία των γεγονότων ανάμεσα σε ένα LKP επικεντρωμένο στους σταθερούς εργαζομένους (κυρίως δημόσιους υπαλλήλους), αλλά που προσπαθεί με τον πολλαπλασιασμό και την άπειρη πολυμορφία των διεκδικήσεων να συγκρατήσει συνενωμένους τους όρους της αντίφασης, και τον παραλογισμό της κεντρικής μισθολογικής διεκδίκησης για τους περισσότερους απ’ όσους βρίσκονταν στα οδοφράγματα, στις λεηλασίες και στις επιθέσεις εναντίον δημόσιων κτιρίων. Η διεκδίκηση αποσταθεροποιήθηκε μέσα στην ίδια την πορεία του αγώνα, αμφισβητήθηκε μαζί με την οργανωτική της μορφή, αλλά οι ιδιαίτερες μορφές της εκμετάλλευσης του συνόλου του πληθυσμού, κληρονομημένες από μια αποικιοκρατική ιστορία, εμπόδισαν την αντίφαση αυτή να ξεσπάσει με μεγαλύτερη βιαιότητα στο εσωτερικό του κινήματος (ας σημειωθεί ωστόσο ότι ο μόνος νεκρός ήταν ένας συνδικαλιστής που σκοτώθηκε σε ένα οδόφραγμα). Από την άποψη αυτή, η παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως εξωτερικού καταναγκασμού ήταν περισσότερο ένα είδος σχιζοφρένειας παρά μια αληθινή παραγωγή στην πορεία του αγώνα, ήταν περισσότερο μια κοινωνιολογική κατάσταση παρά ένα διακύβευμα του αγώνα. Δεν υπήρξε συγκρουσιακή ανασύνθεση της τάξης γύρω από τους ανέργους και τους επισφαλείς, αλλά μάλλον βίοι παράλληλοι μισθωτών και ανέργων, με το LKP να καπελώνει με μεγάλη δυσκολία το σύνολο. Αυτό δεν εμπόδισε τη μισθολογική διεκδίκηση να προσκρούσει συνολικά σε αυτή τη σύνθεση των διαδηλωτών και να βρει εκεί το όριό της.

***

Ο εγκλωβισμός της μισθολογικής διεκδίκησης στην αντίφαση μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας είναι η ίδια η σύνθεση της εργατικής τάξης στη Γουαδελούπη και στους άλλους υπερπόντιους νομούς της Γαλλίας. Εκεί, αυτή η διαρθρωτική αντίφαση είναι η ίδια η σύνθεση της τάξης. Με αφετηρία τον μισθό, την ενδότερη σχέση του προλεταριάτου με το κεφάλαιο, στη Γουαδελούπη παίχτηκε στο εσωτερικό της μισθολογικής διεκδίκησης ένα σημαντικότερο έργο: η παραγωγή του ταξικού ανήκειν ως ορίου και εξωτερικότητας μέσα στην ίδια την ταξική πάλη.

Η τοποθέτηση της ανεργίας και της επισφάλειας στον πυρήνα της μισθωτής σχέσης· ο ορισμός της κατάστασης του αδήλωτου εργαζομένου ως γενικής κατάστασης της εργασιακής δύναμης· η τοποθέτηση –όπως με το κίνημα της άμεσης δράσης– της κοινωνικής αμεσότητας του ατόμου ως θεμελίου, που πρέπει να παραχθεί σαν βάση της αντίθεσης προς το κεφάλαιο· η πραγματοποίηση αυτοκτονικών αγώνων όπως στη Cellatex και αλλού την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2000 (Metaleurop –με κάποια επιφύλαξη–, Adelshoffen, Société Française Industrielle de Contrôle et d’Equipements, Bertrand Faure, Mossley, Bata, Moulinex, Daewoo-Orion, ACT – πρώην Bull)· η αναγωγή της ενότητας της τάξης σε μια αντικειμενικότητα που συγκροτείται μέσα στο κεφάλαιο, όπως με τον πολλαπλασιασμό των συλλογικοτήτων και με τα κύματα προσωρινών και εκ περιτροπής απεργιών (Γαλλία 2003, άγγλοι ταχυδρομικοί) – αυτά είναι, για καθέναν από αυτούς τους συγκεκριμένους αγώνες, περιεχόμενα που συγκροτούν τη δυναμική του τωρινού κύκλου στο εσωτερικό και στην πορεία των αγώνων. Στους περισσότερους τωρινούς αγώνες εμφανίζεται η επαναστατική δυναμική αυτού του κύκλου αγώνων, η οποία συνίσταται στο ότι το προλεταριάτο παράγει την ύπαρξή του ως τάξης μέσα στο κεφάλαιο χωρίς καμία αυτοαναφορική δυνατότητα, που την καταστρέφουν οι ίδιοι οι αγώνες, άρα μια δυναμική που συνίσταται στο ότι το προλεταριάτο αμφισβητεί τον εαυτό του σαν τάξη. Η δυναμική αυτή έχει όμως πάντα το εγγενές της όριο σε ό,τι ακριβώς την ορίζει σαν δυναμική: στη δράση του προλεταριάτου ως τάξης. Γι’ αυτό μιλάμε για δυναμική (για απόκλιση) στο εσωτερικό του ορίου.

Η ενότητα της τάξης δεν μπορεί πια να συγκροτηθεί πάνω στη βάση της μισθωτής σχέσης και του διεκδικητικού αγώνα, σαν προαπαιτούμενο για την επαναστατική της δραστηριότητα. Η ενότητα του προλεταριάτου δεν μπορεί πια να είναι τίποτε άλλο από τη δραστηριότητα με την οποία αυτοκαταργείται καταργώντας όλα όσα το διαιρούν. Η κατάργηση του κεφαλαίου σημαίνει αυτομάτως ότι ο προλετάριος αρνείται τον εαυτό του σαν εργαζόμενο και όχι ότι αυτοοργανώνεται σαν τέτοιος· πρόκειται για ένα κίνημα κατάργησης των επιχειρήσεων, των εργοστασίων, του προϊόντος, της ανταλλαγής (με όλες τις μορφές της).

Το προλεταριάτο δεν μπορεί να είναι επαναστατικό παρά μόνο αναγνωρίζοντας τον εαυτό του σαν τάξη· αυτό συμβαίνει σε κάθε σύγκρουση και, κατά μείζονα λόγο, όταν η ύπαρξή του ως τάξης θα είναι, μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου, η κατάσταση με την οποία θα χρειαστεί να συγκρουστεί. Δεν πρέπει ωστόσο να παρανοούμε το περιεχόμενο αυτής της «αναγνώρισης». Το να αναγνωρίσει τον εαυτό του σαν τάξη δεν θα είναι για το προλεταριάτο «επιστροφή στον εαυτό του» αλλά πλήρης εξωστρέφεια, η αυτοαναγνώρισή του ως κατηγορίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Το τι είμαστε σαν τάξη δεν είναι, κατά άμεσο τρόπο, τίποτε άλλο από τη σχέση μας με το κεφάλαιο. Η «αναγνώριση» αυτή θα είναι εκ των πραγμάτων μια πρακτική αναγνώριση, μέσα στη σύγκρουση· όχι αναγνώριση του εαυτού μας για τον εαυτό μας, αλλά αναγνώριση του κεφαλαίου.

By/http://classwar.espiv.net/?p=2239

Posted in: Uncategorized