O Μύθος των Κοινωνικών Δεσμών

Posted on 26 Ἰανουάριος 2012

0


O Μύθος των Κοινωνικών Δεσμών

January 26, 2012

O μύθος των κοινωνικών δεσμών

Τo απόσπασμα προέρχεται από το βιβλίο του André Gorz, Misères du présent Richesses du possible /Πληγές του παρόντος Δυνάμει πλούτος

μετάφραση αποσπάσματος: Μάνος Κορνελάκης


Ζούμε την εξάλειψη ενός συγκεκριμένου τύπου κοινωνίας κι ενός τρόπου να ανήκουμε σ’ αυτήν: ομιλώ γι’ αυτό που ο Michel Aglietta αποκάλεσε “κοινωνία της μισθωτής εργασίας” και η Hannah Arendt “κοινωνία της εργασίας” (Arbeitsgesellschaft). Η “εργασία” μέσω της οποίας επερχόταν η κοινωνικοποίηση δεν ήταν ποτέ η εργασία με την ανθρωπολογική ή τη φιλοσοφική της έννοια. Δεν μιλούσαμε για το μόχθο του χωρικού που οργώνει το χωράφι του, ούτε για εκείνον του συγγραφέα που δουλεύει το κείμενό του, ή του μουσικού που σκαλίζει το πιάνο του.

Αυτό που αποτελεί στις μέρες μας είδος προς εξαφάνιση είναι η αφηρημένη εργασία, η εργασία αυτή καθ’ εαυτή: μετρώμενη, ποσοτικά προσδιορίσιμη, ανεξάρτητη από το πρόσωπο που την εξασκεί, ικανή για αγορά και πώληση στην “αγορά εργασίας”, με μια φράση δηλαδή, η εξαργυρώσιμη εργασία ή η εργασία-εμπόρευμα, που ανακαλύφτηκε και επιβλήθηκε με ιδιαίτερη δυσκολία και δια της βίας από τον βιομηχανικό καπιταλισμό στα τέλη του δεκάτου ογδόου αιώνα κι εντεύθεν.(1)

Ακόμη και στον κολοφώνα της κοινωνίας που εφήρμοσε την μισθωτή εργασία και παρά τις όψιμες εξιδανικεύσεις της, η μισθωτή εργασία δεν απετέλεσε ποτέ πηγή ολοκλήρωσης και “κοινωνικής συνοχής”. Οι κοινωνικοί δεσμοί που σφυρηλατήθηκαν ανάμεσα στα άτομα ήταν αφηρημένοι και ασθενείς. Εισήγαγε μεν οπωσδήποτε τα άτομα στην εργασιακή διαδικασία της κοινωνίας, στις κοινωνικές σχέσεις της παραγωγής, αλλά αυτό έγινε τρόπον τινά με τη μορφή των στενά συναρμολογούμενων και λειτουργικά εξειδικευμένων εξαρτημάτων μιας υπερ-μηχανής.

Μέσα στο πλαίσιο του κοινωνικού ντετερμινισμού, ο μόχθος κανονικοποιήθηκε, ορίστηκαν δικαιοδοσίες και νομιμοποιητικό πλαίσιο υπό το καθεστώς μιας προκαθορισμένης εκπαιδευτικής αντίληψης, με γνώσεις πιστοποιούμενες και κοστολογούμενες, με αποτέλεσμα μιαν εργασία που αντιστοιχούσε στις αντικειμενικές λειτουργικές απαιτήσεις ενός οικονομικού μηχανισμού. Ετσι στήθηκε η κοινωνία-σύστημα που παρείχε στον καθένα την αίσθηση της χρησιμότητας ανεξαρτήτως προσωπικών προθέσεων: αντικειμενική χρησιμότης, απρόσωπη, επικυρούμενη δια του μισθού και των “συνακολούθων αυτού κοινωνικών δικαιωμάτων”. Δικαιώματα που σε κάθε περίπτωση δεν αφορούν στο πρόσωπο του εμμίσθου αλλά στην λειτουργία -αυτή καθαυτή αδιάφορη- που η συγκεκριμένη δουλειά τυχόν επιτελεί μέσα στην παραγωγική διαδικασία.

“Τί σημασία έχει η εργασία.. το θέμα είναι να έχει κανείς δουλειά. Δουλειά να είναι κι ότι νάναι.”

Αυτό ήταν κατ’ ουσίαν το ιδεολογικό μήνυμα της κοινωνίας της μισθωτής εργασίας: ..μη νοιάζεστε και πολύ γι’ αυτό που κάνετε, αρκεί να πέφτει ο μισθός στο τέλος του μήνα.

Ενάντια στην ιδεολογία της εμπορευματοποιημένης εργασίας δίχως αξιοπρέπεια, ούτε ενδιαφέρον, χωρίς εγγενές νόημα, ενάντια στον καταναγκασμό και την καταπίεση που έγιναν το μέσο και το αντίτιμο της πρόσβασης στην καταναλωτική κοινωνία της αφθονίας, ξεσηκώθηκαν με κλιμακούμενη ένταση οι εργάτες των εργοστασίων, οι υπάλληλοι των γραφείων και των υπηρεσιών στους οποίους εφαρμόστηκε ο Φορντισμός-ταιηλορισμός (Taylorized Fordism).

Όσο για κοινωνική ολοκλήρωση και συνοχή, ούτε λόγος! Ακόμη και στην ακμή της η κοινωνία της μισθωτής εργασίας σπαρασσόταν διηρεμένη αέναα σε ανταγωνιστικές τάξεις. Κατ’ ουσίαν οι εργάτες δεν ήταν μέλη της κοινωνίας, αλλά μέλη της τάξης τους, του συνδικάτου, της εργατικής τους κολεκτίβας. Σ’ αυτό το πλαίσιο και μέσω των αγώνων για να μεταμορφώσουν την εργασία, τη ζωή και την κοινωνία, αντλούσαν τα στοιχεία μιας “ταυτότητας”, την τιμή, τον πολιτισμό και τη συνοχή τους. Ενάντια σ’ αυτή τη συνοχή, την ταξική τους οργάνωση, ενάντια στην ίδια τους την ταυτότητα, το “κεφάλαιο” επινόησε το απόλυτο όπλο: την απορρύθμιση, την εξατομίκευση των συμβάσεων, την κατάργηση της μονιμότητας, τη μαζική κατάργηση θέσεων, την ανασφάλεια για όλους.

“Φόβος και τρόμος!” Το ιδεολογικό μήνυμα άλλαξε:

Από “τί σημασία έχει τι δουλειά κάνεις, αρκεί να πέφτει ο μισθός στο τέλος του μήνα”, έγινε: “Τί σημασία έχει πόσα παίρνει κανείς, αρκεί να μην είναι άνεργος”. Με άλλα λόγια, να είστε έτοιμοι για κάθε υποχώρηση, εξευτελισμό, υποταγή, ανταγωνισμό κι εν τέλει προδοσία, χάρη μιας θέσης εργασίας, αφού.. “όποιος χάνει τη δουλειά του χάνει τα πάντα”. Αυτό είναι, αν όχι το κοινό αίσθημα της κοινωνίας, τουλάχιστον το μήνυμα του κυρίαρχου λόγου. Υπερθεματίζει ως προς την εργασία, ανάγοντάς την σε “αγαθό” που μάλιστα τείνει να φαντάζει σαν είδος πολυτελείας, κάτι που κανείς ΕΧΕΙ ή δεν ΕΧΕΙ, κι όχι σαν κάτι που ΚΑΝΕΙ ένας άνθρωπος αφιερώνοντας εκεί τις δυνάμεις και τον χρόνο του.

“Αγαθό” λοιπόν, για την “απόκτηση” του οποίου απαιτούνται θυσίες. “Αγαθό” για την “δημιουργία” του οποίου -προσοχή, διότι στο εξής, δεν είναι η εργασία που παράγει τον πλούτο, αλλά ο πλούτος (των εχόντων) που “δημιουργεί θέσεις εργασίας” – επομένως, οι “δημιουργοί των θέσεων εργασίας” δηλαδή οι εργοδότες, τα αφεντικά, οι επενδυτές, οι επιχειρήσεις, δικαιούνται πάσας ενθάρρυνσης και της αναγνώρισης της προσφοράς τους εκ μέρους του έθνους με επιχορηγήσεις, διευκολύνσεις και φοροελαφρύνσεις. Η εργασία είναι αγαθό. Η δουλειά για όποιον την έχει, είναι προνόμιο. Ένα προνόμιο μάλιστα όλο και πιο σπάνιο, γιατί όπως λέγεται “δεν υπάρχουν πλέον δουλειές σήμερα”. Άρα, ό, τι προσόντα και να διαθέτει κανείς, δεν μπορεί να ξέρει τι του ξημερώνει.

Απίστευτος δόλος: δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά “αρκετή εργασία”(καλά αμειβόμενη, σταθερή, πλήρους απασχόλησης) για όλους, αλλά η κοινωνία – δηλαδή, για την ακρίβεια το κεφάλαιο – που δεν χρειάζεται και θα χρειάζεται όλο και λιγότερο την εργασιακή συνεισφορά όλων μας, διατυμπανίζει σε κάθε περίπτωση ότι η εργασία είναι απαραίτητη, όχι βέβαια για την κοινωνία, αλλά για μας. Κάνει λοιπόν η “κοινωνία” το παν, ξεπερνά μερικές φορές και τον εαυτό της, προκειμένου να εφεύρει, να παρέχει, να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, μιας εργασίας που στην πραγματικότητα της είναι περιττή, αλλά την οποία σημειωτέον, έχουμε εμείς απόλυτη ανάγκη.

Απίθανη αντιστροφή: δεν είναι ο εργαζόμενος/εργαζόμενη που προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο, αλλά η κοινωνία που προσφέρει σε όλους μας τη “δυνατότητα” της εργασίας, εν είδει “παροχής” με την οποία μας εξασφαλίζει αυτό το “πολύτιμο αγαθό”, την εργασία, ώστε να αποφευχθεί η οδυνηρή κατάσταση “στέρησης” στην οποία περιέρχονται οι μη έχοντες εργασία. Είναι η ίδια κοινωνία που εκπλήσσεται και δυσανασχετεί όταν όσοι έχουν το “προνόμιο” μιας δουλειάς υψώνουν απαιτήσεις – οι αχάριστοι – ή φτάνουν στο σημείο να απορρίπτουν πλήρως τις εργασιακές τους συνθήκες, οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, εντατικοποιούνται διαρκώς, ενώ οι μισθοί συμπιέζονται.

Ποτέ άλλοτε δεν διαφημίστηκε, δεν διακηρύχτηκε, δεν αναμασήθηκε τόσο αναίσχυντα η ιδεολογία της εργασίας-αξίας και ποτέ άλλοτε η επικυριαρχία του κεφαλαίου και των επιχειρήσεων στη διαμόρφωση των εργασιακών όρων δεν ήταν περισσότερο αδιαμφισβήτητη.

Ποτέ άλλοτε δεν προβλήθηκε με τέτοια εμμονή η λειτουργική “αναγκαιότητα” και το “αναντικατάστατον” της εργασίας ως πηγή σφυρηλάτησης των “κοινωνικών δεσμών”, εξασφάλισης “κοινωνικής συνοχής”, επίτευξης της “κοινωνικοποίησης” των ατόμων και της ευρύτερης “κοινωνικής ολοκλήρωσης”, στήριξης της “ταυτότητας του ατόμου” και δημιουργίας νοήματος, ποτέ άλλοτε όπως τώρα που στην πραγματικότητα η εργασία αδυνατεί να υπηρετήσει οποιονδήποτε από τους διαφημιζόμενους σκοπούς. Αδυνατεί επίσης ν’ ανταποκριθεί σε οποιαδήποτε από τις πέντε δομικές λειτουργίες που ανέδειξε η Marie Yahoda στην κλασική πλέον μελέτη της για τους ανέργους του Marienthal, αρχές δεκαετίας ’30. Η αβέβαιη εργασία, είτε με τη μορφή ειδικών συμβάσεων ή με άλλες μορφές απορρύθμισης, ευέλικτη από κάθε άποψη και βέβαια ως προς τα ωράρια και την αμοιβή, έχει πάψει να εγγράφει τους εργαζόμενους σε κάποια συλλογικότητα, έπαψε δε να δομεί τον καθημερινό χρόνο, τις εβδομάδες, τα έτη, τις περιόδους της ανθρώπινης ζωής. Εν τέλει, η εργασία αυτή δεν αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα μπορούσε κανείς να κτίσει το μέλλον του.

Η πολυπόθητη κοινωνία των ευκαιριών, μέσα στην οποία καθένας θα εύρισκε τη θέση του και θα μπορούσε να θέσει στόχους, να είναι χρήσιμος και να “χαίρει ασφαλείας” -η κοινωνία της εργασίας- είναι νεκρή. Η κεντρικότητα του θέματος της εργασίας είναι ένα φάντασμα και η εμμονή μας σε αυτό θυμίζει τις περιπτώσεις ανθρώπων που παραπονούνται για πόνο σε ένα ακρωτηριασμένο μέλος. Ζούμε σε μια κοινωνία όπου η εργασία-φάντασμα ζει και βασιλεύει παρά την εξάλειψή της, χάρι στις έμμονες αντιδράσεις και τις επικλήσεις εκ μέρους όσων συνεχίζουν να την βλέπουν σαν τη μόνη σωτηρία, αδυνατώντας να φανταστούν άλλο μέλλον από την επιστροφή στο παρελθόν. Είναι δε αυτοί που εκ των πραγμάτων κάνουν το μεγαλύτερο κακό, αφού τείνουν να μας πείσουν πως χωρίς “δουλειά” δεν υπάρχει μέλλον ούτε κοινωνικότητα, καμιά ακτίνα ζωής κι ελπίδα αυτοπραγμάτωσης. Η επιλογή γι’ αυτούς τίθεται με όρους “δουλειά ή χάος”, ενσωμάτωση στην κοινωνία της εργασίας ή αποκλεισμός, συγκρότηση κοινωνικής ταυτότητας μέσα από τη δουλειά, ή, πτώση του ατόμου στην “απώλεια” της ανυπαρξίας.

Καταφέρνουν να μας πείσουν πως αξίζει, είναι φυσιολογικό τέλος πάντων, αν όχι επιβεβλημένο, για τον καθένα να “επιθυμεί διακαώς” αυτό ακριβώς που δεν υπάρχει και που εκ των πραγμάτων δεν θα αποτελέσει ποτέ ξανά είδος εν επαρκεία για όλους, δηλαδή: “μια αμειβόμενη εργασία σταθερής απασχόλησης”, μοναδική “οδός σύγχρονης πρόσβασης στην κοινωνική και την προσωπική ταυτότητα”, “μοναδική δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού και νοηματοδότησης της διαδρομής του καθενός(2)”.

Οι αδιάκοπες επικλήσεις στο όνομα της εργασίας συντηρούν σε μεγάλο βαθμό εν ζωή παραδείγματα προ πολλού παρωχημένα. Έτσι, παραμένουν “φυσιολογικές” και μοιάζουν δίκαιες ποικίλες προσδοκίες που είναι στην πράξη εκτός τόπου και χρόνου. Καταδικάζονται δε στην απαγοήτευση και την απάθεια πολλοί που βλέπουν τις “δίκαιες” προσδοκίες τους να καταβαραθρώνονται. Ενδυναμώνεται, τοιουτοτρόπως, η κυβερνοστρατηγική του κεφαλαίου που – προκειμένου να επιβάλει “ευελιξία”, μη μονιμότητα και ειδικές συμβάσεις, προκειμένου να εξατομικεύσει, να επιλέξει κατά το συμφέρον, να αυξήσει την παραγωγικότητα και τις αποδόσεις, να μειώσει τις αμοιβές και το προσωπικό – χρειάζεται και με το παραπάνω το χέρι βοηθείας που τείνει ο χορός όσων ψέλλουν ακατάπαυστα τις αρετές της δουλειάς και την οργανική της σημασία στην κοινωνία. Είναι σαφές πως πρέπει όλοι να συνεχίσουν να επιθυμούν “διακαώς” αυτό που οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να διαθέσουν παρά μόνο σε ολίγους: ώστε ο ανταγωνισμός όλων εναντίον όλων στο χώρο της αγοράς εργασίας να ναρκοθετεί διαρκώς τις όποιες απαιτήσεις, προάγοντας την ευπροσήγορη υποταγή εκείνων των ολίγων “προνομιούχων” που έχουν την τιμή να βρίσκονται στην υπηρεσία της επιχείρησης.

Όσοι εγκλωβίζουν την “κοινή γνώμη” σ’ ένα όνειρο εξωπραγματικών προσδοκιών, ωθούν τους ανθρώπους να επιθυμούν φαντάσματα. Μέσα από στερεότυπες παρερμηνείες της τρέχουσας κατάστασης, που δεν άπτονται διόλου των πραγματικοτήτων τις οποίες καμώνονται ότι αναλύουν, τροφοδοτούν τους διάφορους μανιχαϊσμούς, ανακαλύπτουν αποδιοπομπαίους τράγους και στρώνουν τον δρόμο για ιδέες και πρακτικές πρωτοφασιστικές.

Θα μπορούσε κάποιος ν’ αντιτείνει πως η κοινή γνώμη, δεδομένων και των εκάστοτε σφυγμομετρήσεων, δεν είναι έτοιμη να ακούσει κάτι διαφορετικό. Απέχουμε πολύ ακόμη από το όραμα μιας ζωής όπου η εργασία δεν θ’ αποτελούσε κεντρικό θέμα. Με λίγα λόγια, η ιδεολογία τύπου “δουλειά ή χάος” μιλά τη γλώσσα της πλειονότητας των ανθρώπων και οποιαδήποτε θεωρία άλλου τύπου ενδιαφέρει περιθωριακά στοιχεία και κάποιους “ουτοπιστές”.

Μυστήρια επιχειρηματολογία που όχι μόνο σφάλλει (θα το δούμε προσεχώς) αλλά καταλήγει να υποστηρίζει και την άποψη πως όταν η πλειονότητα επιμένει για παράδειγμα ότι η γη είναι επίπεδη, οφείλουμε να επικροτούμε αυτή τη δοξασία αποκρύπτοντας κατά το δυνατόν τις αποδείξεις περί του αντιθέτου.

Μυστήρια επιχειρηματολογία που βολεύει τους κυρίαρχους του παιχνιδιού εφόσον λειτουργεί κατασταλτικά, είτε αγνοώντας ή εμποδίζοντας ποικιλοτρόπως και με λογοκρισία κάθε απόπειρα εμβάθυνσης στο πρόβλημα που δεν τίθεται στην ουσία του όσο αναρωτιόμαστε κατά πόσον τα άτομα είναι ικανά, έτοιμα, ώριμα για μια κοινωνία και για μια ζωή που δεν θα περιστρέφεται γύρω από την απασχόληση.

Αντίθετα, τα καίρια ερωτήματα είναι άλλα: πώς μπορούμε να θέσουμε τις βάσεις για μια άλλη ζωή και την άλλη κοινωνία που για να γίνει εφικτή χρειάζονται από τώρα τολμηρά πειράματα μεγάλης κλίμακας, πρότυπες πρακτικές και αγώνες, εναλλακτικοί τρόποι συνεργασίας, παραγωγής, κατοικίας. Ανάληψη ευθύνης μέσα από την αυτο-οργάνωση για τις συλλογικές μας ανάγκες. Αποτελεί καίριο ερώτημα: πώς ο φόβος μην πέσουμε στη μαύρη τρύπα της “μη κοινωνίας” και υποστούμε ατομικό εκμηδενισμό, είναι δυνατόν να γαληνέψει μέσα από κοινές πρακτικές που δημιουργούν και φέρνουν στο προσκήνιο νέες μορφές αλληλεγγύης. Αντί να υπομένουμε τις αναταράξεις από τις νέες τεχνολογίες, τη μείωση του χρόνου εργασίας, την απορρύθμιση της απασχόλησης και την αβεβαιότητα που προκύπτει, το ερώτημα είναι πώς θα μπορέσουμε να πάρουμε συλλογικά την κατάσταση στα χέρια μας, πώς θα αποκτήσουμε την πρωτοβουλία και τον έλεγχο, ώστε οι στρατηγικές μεθοδεύσεις του κεφαλαίου, να γίνουν μπούμερανγκ για όσους τις εκπορεύουν και γόνιμο πεδίο νέων ελευθεριών.

Και πρέπει να δούμε πώς θα εξασφαλιστεί για όλους ένα σταθερό εισόδημα όσο η εργασία γίνεται όλο και λιγότερο σταθερή.

Generation Χ / η βωβή επανάσταση

Η απόλυτη μη-κοινωνία είναι αυτή που μας αφαιρεί κάθε δυνατότητα να οραματιστούμε και να επιθυμήσουμε το ξεπέρασμα της κοινωνίας της εργασίας που αποσυντίθεται. Το πρόβλημα τοποθετείται στην κόψη του ξυραφιού ανάμεσα στην πολιτική και τον πολιτισμό. Χρειάζεται να αλλάξουν οι νοοτροπίες ώστε να δοθεί η δυνατότητα στην οικονομία και την κοινωνία να αλλάξουν. Αντιστρόφως, η αλλαγή των νοοτροπιών, η πολιτισμική αλλαγή, απαιτούν με τη σειρά τους την διερμήνευση και τη σταδιακή πραγμάτωση μέσω πρακτικών και μέσω μιας πολιτικής μεθόδευσης που θα επιτρέψει την κλιμάκωση της προσπάθειας, που θα εκφραστεί πλέον από συλλογικότητες ικανές να κάνουν τη διαφορά στο δημόσιο χώρο. Όσο η αλλαγή νοοτροπίας δεν βρίσκει δημόσια και συλλογική έκφραση, παραμένει περιθωριακό φαινόμενο, που δύναται να αγνοηθεί από τα κέντρα εξουσίας, ως απόκλιση δίχως νόημα.

Εδώ, λοιπόν, σ’ αυτό το επίπεδο τοποθετείται το πρόβλημα και η επείγουσα δουλειά που πρέπει να γίνει. Γιατί σε αντίθεση με όσα διατείνεται ο κυρίαρχος λόγος, η αλλαγή νοοτροπιών έχει ήδη λάβει χώρα. Αυτό που λείπει με τρόπο ιδιαίτερα ωμό, είναι η δημόσια μετάφραση του νοήματος αυτής της αλλαγής, καθώς και του λανθάνοντα ριζοσπαστισμού που κρύβει. Όμως η “μετάφραση” δεν μπορεί να προκύψει αυθόρμητα σαν απόρροια της συλλογικής ευφυίας. Προϋποθέτει “πρακτικούς τεχνοσόφους” (techniciens du savoir pratique/ αυτούς που ο Σαρτρ ονόμαζε “οργανικούς διανοητές” ενός κινήματος εν γεννήσει) ικανούς να αποκρυπτογραφούν το νόημα μιας πολιτισμικής μετάλλαξης, επικεντρώνοντας την προσοχή όλων στα θέματα κατά τέτοιο τρόπο που ο καθένας να μπορέσει να αναγνωρίσει τις κοινές μας αναζητήσεις.

Για να επιτύχει ένα τέτοιο μεταφραστικό έργο, ο κάθε παρατηρητής- διερμηνεύς οφείλει να μπορεί να έρχεται σε ρήξη με τα ερμηνευτικά/πολιτισμικά στερεότυπα και να διεισδύει σε ένα επίπεδο συνείδησης τουλάχιστον εφάμιλλο εκείνου των περισσότερο ευαισθητοποιημένων υποκειμένων των οποίων αποπειράται να διερμηνεύσει την εμπειρία.

Ως εκ τούτου, τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων δεν έχουν καμμία αξία όσο δεν έχει προηγηθεί η απαραίτητη διερμηνεία που θα θεματοποιήσει με τρόπο ουσιαστικό τα ζητήματα, θέτοντας τα μεγάλα ερωτήματα σε δημόσια θέα. Είναι το παλαιό πρόβλημα του ερμηνευτικού κύκλου: δεν κατανοούμε παρά αυτό που ήδη γνωρίζουμε και δεν γνωρίζουμε άλλο εκτός από αυτό που είμαστε ικανοί να καταλάβουμε. Όσο αντιλαμβανόμαστε και διερμηνεύουμε το καινούργιο μέσα από ερμηνευτικά σχήματα (Deutungsmuster) και πολιτισμικά στερεότυπα άλλων εποχών, παραμένουμε τυφλοί μπροστά σε αυτά ακριβώς τα στοιχεία που αποτελούν νεωτερισμούς. Αν ερμηνεύουμε τη βούληση για αυτονομία μέσα από παραδείγματα κοινωνικού κονφορμισμού, δεν πρόκειται να διαπιστώσουμε άλλο από αποκλίσεις, εσωστρέφεια και εγωισμό. Μόνο ένα υποκείμενο με αναπτυγμένη αυτοσυνειδησία δύναται να αναγνωρίσει, να καταλάβει και να μεταφράσει το έργο χειραφέτησης άλλων υποκειμένων καθώς και την προσπάθειά τους να αυτοπροσδιοριστούν δημιουργικά.

Σε μια εποχή που οι καθιερωμένες αξίες χάνουν την εγκυρότητά τους και οι κοινωνικοί και επαγγελματικοί “ρόλοι”, δεδομένου του προσωρινού χαρακτήρα, της πλαστικότητας και της αστάθειας που τους χαρακτηρίζει, αδυνατούν να προσδώσουν ισχυρή κοινωνική “ταυτότητα” στα άτομα, μόνο μια ερμηνευτική του υποκειμένου επιτρέπει στην κοινωνιολογία να αποκρυπτογραφήσει την δίψα όσων επιζητούν αδιάκοπα τον αυτοπροσδιορισμό και την κατά το δυνατόν νοηματοδότηση της ύπαρξής τους(3). Οι πρωταγωνιστές λοιπόν (με την ετυμολογική έννοια) είναι εκείνοι κι εκείνες που αντί να εκλιπαρούν μάταια την κοινωνία για ένα “κοινωνικό ρόλο” που θα τους επέτρεπε να δώσουν διέξοδο στην νοσταλγία τους για κάποια ταυτότητα, εμπλέκονται αυτόκλητα σε διαδικασίες παραγωγής κοινωνικότητας, εφευρίσκοντας καθημερινά την αλληλεγγύη. Οι πρωταγωνιστές είναι εκείνοι που κοινωνικοποιούνται αναζητώντας αδιάκοπα τον υπαρκτό ή τον δυνάμει κοινό τόπο που μπορεί να αποτελέσει βάση σύγκλησης(4). Εκείνοι κι εκείνες που αντί να υπομένουν την μεταβατική κατάσταση χωρίς ορίζοντα που τους σερβίρεται, αποπειρώνται να εδραιώσουν εδώ και τώρα την αυτόνομη βούλησή τους για μια καλύτερη ζωή, ελευθερίας και αλληλεγγύης είναι οι “αφανείς ήρωες της εργασιακής αβεβαιότητας”(5), “οι πρωτοπόροι του ιδίου χρόνου”(6) οι οποίοι με την “καθημερινή τους αντίσταση στην οικονομίστικη λογική, αναδεικνύουν ερωτήματα και απαντήσεις, προθέσεις και μεθοδεύσεις, οικοδομώντας έμπρακτα μια πολιτική της καθημερινότητας που θεμελιώνεται στην ελευθερία της δράσης και την δυνατότητα αυτο-οργάνωσης η οποία προωθεί την αυτονομία”(7).

Σε μια πρώτη θεώρηση, οι ανοιχτές συνεντεύξεις και η αποτύπωση βιωματικής εμπειρίας (case histories/ tranches de vie) φανερώνουν καλύτερα τις πολιτισμικές μεταλλάξεις που λαμβάνουν χώρα, αλλαγές που αποτυγχάνουν να καταδείξουν οι δημοσκοπήσεις. Ετσι θα αντληθούν θεματικοί άξονες κι ερμηνευτικά φίλτρα. Τέτοιου τύπου ήταν η εργασία που πραγματοποίησε στις ΗΠΑ ο Yankelovich(8), με βάση την οποία εμπνεύστηκε τη δική του μεγάλη διεθνή έρευνα ο Rainer Zoll(9).

Ο Καναδός συγγραφέας Douglas Coupland, σε ένα βιβλίο του που έγινε διεθνής επιτυχία, κινούμενος κάπου ανάμεσα στη δημοσιογραφική έρευνα και το μυθιστόρημα, είχε αποκαλύψει αυτό που ονόμασε Generation X, δηλαδή μια γενιά νέων που “αρνούνταν να πεθάνουν στα 30 και να περιμένουν να ενταφιαστούν στα 70″. Κατά τον ίδιο τρόπο οι νέοι της Γερμανίας που συμμετείχαν στην έρευνα, αρνούνται να υπηρετήσουν σταθερά οποιαδήποτε από τις θέσεις εργασίας που τους αναλογούν, αφού διαπιστώνουν ότι καμμιά από αυτές τις θέσεις δεν έχει “αρκετή ουσία” ώστε να αφιερώσουν εκεί τις δυνάμεις τους. Προτιμούν λοιπόν να παραμένουν διαθέσιμοι, περνώντας από μια πρόσκαιρη δουλειά τύπου Μακντόναλντ σε μια άλλη, διατηρώντας πάντα για τον εαυτό τους το μέγιστο δυνατό χρόνο κατά τον οποίο να επιδοθούν στις αγαπημένες δραστηριότητες της “φυλής” τους.

A.G.

(Τo απόσπασμα προέρχεται από το βιβλίο του André Gorz, Misères du présent Richesses du possible /Πληγές του παρόντος Δυνάμει πλούτος, Galilée, collection/συλλογή débats, dirigée par/υπό τη διεύθυνση του Michel Delorme, 1997)

(1) Για περισσότερες λεπτομέρειες δες κεφ. “Η ανακάλυψη της εργασίας”, στο βιβλίο του A. Gorz “Μεταμορφώσεις της εργασίας”, σσ. 25-27.

(2) Renaud Sainsaulieu, “Ποιό είναι το μέλλον της εργασίας;” Esprit, Δεκέμβριος 1995

(3) Rainer Zoll, Nouvel individualisme et solidarité quotidienne, Paris, Kimé, 1992 (Alltagssolidarität un Individualimus, Zum soziokulturellen Wandel, Frankfurt-am-Main, Suhrkamp, 1993).

(4) Επιφυλάσσομαι να θίξω το ζήτημα περισσότερο εκτεταμένα όταν αναφερθώ στον Alain Touraine και την “κοινωνιολογική παρέμβαση” (la intervention sociologique).

(5) Paul Grell, Anne Wéry, Héros obscurs de la précarité, Paris, La Harmattan, 1993.

(6) Karl H. Hörnig, Annette Gerhard, Mathis Michailow, Zeitpioniere. Flexible Arbeitszeiten, neuer Lebensstil, Frankfurt-am-Main, Suhrkamp, 1990.

(7) P. Grell, A. Wéry, op. cité (ibid/ο.π.), p.164

(8) Daniel Yankelovich, Νέοι Κανόνες- Ψάχνοντας την αυτοπραγμάτωση σε ένα κόσμο σε πλήρη σύγχυση, New York, 1990. Μεγάλη έρευνα που πραγματοποιήθηκε από τον αναφερθέντα το 1990 έδειξε ότι 58% των νέων από 18-29 είχαν τη γνώμη πως δεν αξίζει “παρά μόνο εντελώς προσωρινά, να κάνεις μια δουλειά που δεν σε ικανοποιεί απόλυτα”.

(9) Rainer Zoll, Nicht so wie unsere Eltern (Οχι όπως οι γονείς μας), Opladen, Westdeutscher Verlag, 1989.

Posted in: Uncategorized