Συνέντευξη με τον Γιάννη Μηλιό για τον ιμπεριαλισμό

Posted on 31 Ἰανουαρίου 2012

0


Συνέντευξη με τον Γιάννη Μηλιό για τον ιμπεριαλισμό

 

 |

Με αφορμή το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο των Γιάννη Μηλιού και Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου,Ιμπεριαλισμός, χρηματοπιστωτικές αγορές, κρίση, εκδόσεις νήσος, η aformi πήρε συνέντευξη από τον Γιάννη Μηλιό. Δυστυχώς, στη συνέντευξη δεν μπορούσε να παραστεί και ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος γιατί λόγω της οικονομικής κρίσης αναγκάστηκε να αναζητίσει εργασία στην Αγγλία.

Για τη διευκόλυνση της παρακολούθησης της συνέντευξης, αποφασίσαμε να διαιρέσουμε τη συνέντευξη σε τρία μέρη.

Θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό

«Ιμπεριαλιστική αλυσίδα» και θεωρίες «εξάρτησης»

Νεοφιλελευθερισμός, οικονομική κρίση και Ευρωπαϊκή Ένωση

Παράλληλα με τη συνέντευξη δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο των συγγραφέων.

10.3. Ανακεφαλαίωση:

Η δομή της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας

Η ανάλυση του ΚΤΠ στο δεύτερο μέρος του βιβλίου μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού χαρακτη­ρίζεται από μια διπλή τάση, οι όψεις της οποίας ξετυλίγονται ταυ­τόχρονα και αφορούν την εσωτερική και τη διεθνή συγκυρία.7 Ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, κανένας κοινωνικός σχηματισμός δεν υπάρχει απομονωμένος αλλά μόνο μέσα στις σχέσεις του με τους υπόλοιπους κοινωνικούς σχηματισμούς, καταλαμβάνοντας μία συγκεκριμένη θέση (αναγκαστικάμη ισότιμη) στην παγκόσμια ιμπε­ριαλιστική αλυσίδα. Το σύνολο των διεθνών αυτών σχέσεων (οι οποίες φυσικά αφορούν όλα τα βασικά επίπεδα ενός κοινωνικού συνόλου: οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό), που συχνά απο­κρυσταλλώνονται σε διεθνείς οργανισμούς, αποτελεί εκείνο που μπορούμε να ονομάσουμε διεθνές πεδίο ή διεθνή σφαίρα. Πρό­κειται για ένα σημείο θεωρητικής αφετηρίας που έρχεται σε άμεση αντίθεση με τις απόψεις που παρουσιάστηκαν προηγουμένως σ’ αυτό το κεφάλαιο. Θα εξηγήσουμε εν συντομία γιατί.

Είδαμε στο Κεφάλαιο Ι ότι η έννοια της ιμπεριαλιστικής αλυσί­δας διατυπώθηκε από τον Λένιν σε μία συγκεκριμένη πολιτική συ­γκυρία, διανοίγοντας έναν πλούσιο θεωρητικό χώρο σε μια προ­σπάθεια επέκτασης της μαρξικής προβληματικής. Ο Λένιν εισή­γαγε την έννοια της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας για να αντιπαρατεθεί στις αναλύσεις περί «παγκόσμιου καπιταλισμού» που κυριαρχού­σαν εκείνη την περίοδο στο εσωτερικό της Αριστεράς. Εδώ θα σταθούμε στις θεωρητικές και όχι στις πολιτικές συνέπειες μιας τέτοιας τοποθέτησης. Σχηματικά μπορούμε να διατυπώσουμε ότι η ολοκληρωμένη σύλληψη της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας προϋπο­θέτει την αντιστοιχία μεταξύ κεφαλαίου και κράτους.

Σε αντίθεση με ό,τι παραδέχεται το μεγαλύτερο τμήμα της σύγ­χρονης βιβλιογραφίας, η σχέση του κεφαλαίου με το εθνικό κρά­τος δεν είναι «εξωτερική». Με άλλα λόγια, ούτε το κράτος ούτε και το (κοινωνικό) κεφάλαιο συγκροτούνται ως διακριτές ή αυτό­νομες «οντότητες», οι «διαλεκτικές σχέσεις» των οποίων οφείλουν να διερευνηθούν. Όπως υποστηρίξαμε στα Κεφάλαια 6 και 7, το κράτος αναλαμβάνει έναν διπλό οργανωτικό ρόλο: Οργανώνοντας την πολιτική ενότητα της αστικής τάξης, οργανώνει ταυτόχρονα την αστική τάξη ως κυρίαρχη τάξη.8 Με την έννοια αυτή το κράτος, με το σύνολο των θεσμών του, με τις λειτουργίες διαμεσολάβη­σης και διαχείρισης, είναι εσαεί παρόν στη συγκρότηση των κοι­νωνικών τάξεων και στην κίνηση του κεφαλαίου.9 Το κράτος δεν παρέχει μια έξωθεν υποστήριξη στην κίνηση του κεφαλαίου, αλλά βρίσκεται πάντα «μέσα σε αυτήν». Η ενότητα των καπιταλιστών, η συμφιλίωση των αντικρουόμενων συμφερόντων τους και η συ­γκρότηση τους σε ενιαία κοινωνική δύναμη, η διεκπεραίωση των κρίσιμων λειτουργιών για την οργάνωση της εκμετάλλευσης θα ήταν αδύνατες χωρίς τη διαρκή μεσολάβηση του κράτους. Καμία στρατηγική εκμετάλλευσης δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί χωρίς πάλι τη μεσολάβηση του κράτους, γεγονός που μας επισημαίνει ότι το κράτος «είναι μέσα» και στην εργατική τάξη. Ο διαπλαστι-κός αυτός ρόλος του κράτους καταργεί κάθε εξωτερικό διαχωρι­σμό σε «κράτος» και «κεφάλαιο», με αποτέλεσμα το κατεξοχήν πεδίο των ταξικών αγώνων και της συγκρότησης των τάξεων να είναι αναγκαστικά ο εθνικός χώρος. Ή, διαφορετικά, η έννοια του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου υπαινίσσεται σαφέστατα την υλική ύπαρξη του κράτους ως συλλογικού κεφαλαιοκράτη. Το κρά­τος εκφράζει με τον τρόπο αυτό το «ενιαίο συμφέρον» της καπι­ταλιστικής κοινωνίας.

Κατά συνέπεια, ανάμεσα στο εθνικό κράτος και το ατομικό κε­φάλαιο που αναπτύσσεται στην επικράτεια του συγκροτείται μια σχέση εσωτερικότητας και «αντιστοιχίας». Στη σύλληψη του Μαρξ, η «πολιτική» ενυπάρχει στην «οικονομία» μέσα σε μια διαλεκτική σύνθετου καθορισμού και επικαθορισμού. Το κράτος δεν αποτε­λεί ούτε «ουδέτερο εργαλείο» αλλά ούτε και «αυτόνομη οντότητα» την οποία μια παρασιτική γραφειοκρατία αναλαμβάνει, υποτίθεται, να ενοποιήσει. Το κεφάλαιο δεν έρχεται αντιμέτωπο με μια εξω­τερική κρατική εξουσία που το απειλεί, αλλά ούτε και με μια κρα­τική εξουσία που απλά το προστατεύει. Η σχέση «εσωτερικότη­τας» μεταξύ κράτους και κεφαλαίου αποτελεί μια διπλή συνθήκη. Από τη μία, δεν επιτρέπει την αυτοδιάχυση των κρατικών κρίκων σε μια παγκόσμια αυτοκρατορία που δήθεν εποπτεύει μια ομοιο­γενή παγκόσμια οικονομική δομή. Από την άλλη, δεν επιτρέπει στο κεφάλαιο που απομακρύνεται από το εθνικά σύνορα να συνεχίζει να διατηρεί «σφραγίδα προέλευσης»· και, από αυτή την άποψη, το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα, αλλά πάντα αποκτά μία.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η λενινιστική έννοια της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας έρχεται σε ρήξη τόσο με τις θεωρήσεις του «νέου ιμπε­ριαλισμού» όσο και με τις εναλλακτικές εκδοχές της παγκοσμιο­ποίησης. Αποδίδει τη διεθνή συνάρθρωση των διαφορετικών (εθνι-κών-κρατικών) οικονομικοκοινωνικών δομών, καθεμία από τις οποίες αναπτύσσεται με διαφορετικό και άνισο ρυθμό, πρωτίστως στους διαφορετικούς ταξικούς και πολιτικούς συσχετισμούς που αποκρυσταλλώνονται στο εσωτερικό της.

Το διεθνές αυτό πεδίο δεν καταργεί την αυτονομία των κρα-τών-κρίκων της αλυσίδας, αλλά κατά κάποιον τρόπο τη σχετικο-ποιεί. Εάν ο ιμπεριαλισμός οριστεί ως η εκάστοτε μορφή των επε­κτατικών τάσεων και πρακτικών κάθε συνολικού-κοινωνικού κεφα­λαίου και κατά συνέπεια ιδωθεί σαν μια διαρκής δυνατότητα που προκύπτει από τη δομή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η τελική ιστορική μορφή που θα αποκτήσει για έναν κοινωνικό σχη­ματισμό εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο η «εξωτερική» κα­τάσταση (δηλαδή ο διεθνής συσχετισμός δύναμης) επικαθορίζει αλλά και δεσμεύει σε κάποιο βαθμό τις πρακτικές που προκύπτουν από την εξέλιξη των «εσωτερικών» ταξικών συσχετισμών.

Αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό μ’ ένα παράδειγμα δανεισμένο από την ανάλυση του Λένιν. Ο τελευταίος πίστευε ότι κατά την πρώτη φάση της ρωσικής επανάστασης η παρέμβαση του «ιμπε­ριαλισμού», δηλαδή των υπερδυνάμεων της Αγγλίας και της Γαλ­λίας, ενίσχυσε σημαντικά την προσπάθεια της αστικής τάξης να ηγη­θεί ενός νέου συνασπισμού εξουσίας και να επιβάλει έτσι ένα νέο καθεστώς αστικής πολιτικής ηγεμονίας. Προφανώς, μια τέτοια «ενί­σχυση» δεν θα είχε καμία απολύτως τύχη (δεν θα μπορούσε καν να οργανωθεί), εάν δεν υπήρχαν ήδη συγκροτημένες οι κατάλληλες πολιτικές δυνάμεις που κατέστησαν δυνατό το πεδίο της ιμπερια­λιστικής παρέμβασης. Εντούτοις, στάθηκαν τελικά εντελώς ανίκα­νες και αυτές να ελέγξουν και να διαμορφώσουν το τελικό πολιτικό αποτέλεσμα και ν’ αποτρέψουν έτσι την επερχόμενη επανάσταση (βλ. τις «Θέσεις του Απρίλη», που περιέχονται στο κείμενο του Λένιν «Για τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην τωρινή επανά­σταση», Άπαντα [1953], τ. 24: 3-8. Επίσης, «Τα καθήκοντα του προ­λεταριάτου στην επανάσταση μας», Άπαντα [1953], τ. 24: 41-74).

Η θεωρητική διατύπωση του συλλογισμού αυτού βρίσκει ολο­κληρωμένη έκφραση στα κείμενα του Αλτουσέρ (1978, ιδιαίτερα στα δοκίμια «Αντίφαση και επικαθορισμός» και «Για την υλιστική διαλεκτική»). Η διεθνής συγκυρία αποτελεί «καθορισμό» στο πεδίο της ταξικής πάλης με «ειδικό ρόλο», δηλαδή επενεργεί πολλαπλώς αλλά είναι πάντα ήδη καθορισμένη. Η ταξική πάλη, εσωτερική σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, είναι «πρωταρχική» και «θεμελιώνει το ρόλο της εξωτερικής ανισότητας μέχρι και στις επιδράσεις που ασκεί η δευτερεύουσα αυτή ανισότητα στο εσωτερικό των κοινωνι­κών σχηματισμών που είναι παρόντες. Κάθε ερμηνεία που παραπέ­μπει τα φαινόμενα της εσωτερικής ανισότητας στην εξωτερική ανι­σότητα (που θα εξηγούσε για παράδειγμα την «εξαιρετική» συγκυ­ρία που υπήρχε στη Ρωσία στα ’17 με μόνες τις σχέσεις της εξωτε­ρικής ανισότητας: διεθνείς σχέσεις, ανισότητα οικονομικής ανάπτυ­ξης μεταξύ Ρωσίας και Δύσης κ.λπ.) πέφτει στο μηχανισμό ή σ’ αυτό που είναι συχνά το άλλοθί του: σε μία θεωρία της αλληλεπίδρασης μεταξύ του έξω και του μέσα» (Althusser 1978: 211-212).

Εάν γενικεύσουμε αυτή την παρατήρηση στο σύνολο των κρί­κων της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, έχουμε τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται κάθε φορά η διεθνής συγκυρία. Η τελευταία ενσω-ματώνεται-επενεργεί ως δευτερεύουσα αντίφαση στο εσωτερικό των κοινωνικών σχηματισμών (με την έννοια ότι δεν αποκτά προ­τεραιότητα σε σχέση με την ταξική πάλη), γεγονός που σημαίνει ότι η θέση (ισχύος) κάθε κράτους-κρίκου και τα περιθώρια ιμπε­ριαλιστικής του δράσης καθορίζονται από το σύνολο των εσωτε­ρικών ταξικών συσχετισμών που είναι πάντα ήδη επικαθορισμένοι από τη διεθνή συγκυρία.10

Στο πλαίσιο αυτό, οι διεθνείς οργανισμοί δεν αποτελούν εκ­δοχές μιας παγκόσμιας πολιτικής αρχής, αλλά ούτε και οχήματα για τα συμφέροντα μιας και μόνης υπερδύναμης. Η συγκεκριμένη ιστορική μορφή των διεθνών ή παγκόσμιων οργανισμών αποτελεί υλική συμπύκνωση του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στους κοινωνικούς σχηματισμούς. Τους ίδιους συσχετισμούς «επιτηρεί» και αναπαράγει και ανάλογα μ’ αυτούς τους συσχετισμούς μετα­βάλλεται και εξελίσσεται (έστω με καμπές και υστερήσεις) – πάντα σε συνάρτηση με τη σύνθετη δομή της διεθνούς «σφαίρας».

Η δομή της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας έχει ένα διπλό αποτέλε­σμα.11

Από τη μια πλευρά, η ιμπεριαλιστική αλυσίδα αποτελεί το πεδίο συγκρότησης διαφορετικών, συχνά αντιφατικών και οπωσδήποτε άνισων σε ισχύ, εθνικών στρατηγικών. Οι στρατηγικές αυτές συν­δέονται με τα συμφέροντα του κάθε ιδιαίτερου συλλογικού κεφαλαιοκράτη και αλληλοσυμπληρώνουν την «εσωτερική λειτουργία» του κράτους (συμβάλλοντας πολλές φορές – όπως επεσήμανε σωστά και ο Βέμπερ – στην οργάνωσης της αστικής ηγεμονίας). Οι στρατηγικές αυτές δεν θ’ αμφισβητήσουν ποτέ ριζικά τις πα­γκόσμιες διαδρομές των εμπορευμάτων και των κεφαλαίων, δη­λαδή την καπιταλιστική «φύση» της διεθνούς σφαίρας. Απλά θα διεκδικήσουν διαφορετικές εκδοχές των όρων με τους οποίους θα πρέπει να παιχτεί το παιχνίδι. Άλλωστε, η παγκόσμια αγορά είναι σύμφυτη με την κεφαλαιακή σχέση, συμβάλλοντας δραστικά στην αναπαραγωγή της. Πρόκειται για ανταγωνισμό ανάμεσα σε διαφορετικά εθνικά συνολικά κεφάλαια, ο οποίος οπωσδήποτε έχει και μία ισχυρή πολιτική πλευρά. Μάλιστα, στο βαθμό που η στρα­τιωτική ισχύς συμπυκνώνει και εγγυάται την όποια πολιτική ισχύ, ο ανταγωνισμός αυτός μετατρέπεται και σε στρατιωτικό ανταγωνι­σμό. Τα κράτη διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, χωρίς αυτό να ση­μαίνει ότι είναι αυτόνομοι φορείς κυριαρχίας το πεδίο της οποίας επεκτείνεται και εκτός συνόρων. Με την έννοια αυτή, η ερμηνεία του ιμπεριαλισμού που προτείνουμε εδώ «αγκαλιάζει» τη δυναμική των γεωπολιτικών ανταγωνισμών, προσδιορίζοντας τους όρους μέσα στους οποίους εκδηλώνονται, οι οποίοι τελικά πάντα υπό­κεινται στην εξέλιξη των ταξικών ανταγωνισμών.

Από την άλλη, το σύνθετο παιχνίδι στο πλαίσιο της ιμπεριαλι­στικής αλυσίδας είναιαναδραστικό επάνω στους κρίκους. Εδώ ερ­χόμαστε αντιμέτωποι με την άλλη όψη του ίδιου πάντα νομίσματος. Μία έννοια δανεισμένη από την ανάλυση του Άνταμ Σμιθ θα μας βοηθούσε ενδεχομένως να περιγράψουμε καλύτερα τη διαδικασία αυτή (όταν ενσωματωθεί κατάλληλα στο μαρξικό πλαίσιο). Πρό­κειται για την έννοια του αόρατου χεριού.12 Οι άνισοι κρίκοι της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας μοιράζονται καταστατικά ένα στρατηγικό συμφέρον: την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος εξουσίας. Οι γεωπολιτικές ή οικονομικές αντιπαραθέσεις, όσο και εάν οξυνθούν, δεν πρόκειται ποτέ να καταλήξουν από μόνες τους στην αναίρεση της σταθεράς αυτής. Η αλυσίδα θα πρέπει ν’ ανα­παραχθεί ως καπιταλιστική. Το κάθε κράτος, οριοθετώντας μια στρατηγική στη διεθνή αρένα, δηλαδή σ’ ένα πεδίο ρευστών συ­σχετισμών, συμβάλλει τελικά στην αναπαραγωγή του καπιταλισμού συνολικά. Δηλαδή, επιδιώκοντας το «εθνικό» συμφέρον, αναπα­ράγει τον καπιταλισμό ως σταθερή σχέση εξουσίας.

Όπως ακριβώς η κοινωνία και η οικονομία δεν αποτελούν απλό συν-άθροισμα ατομικών πρακτικών,13 έτσι και η ιμπεριαλιστική αλυ­σίδα δεν θα πρέπει να αντιμετωπισθεί ως «άθροισμα» ή αποτέλε­σμα των πράξεων εξατομικευμένων κρατών, αλλά ως το πεδίο της διευρυμένης αναπαραγωγής της καπιταλιστικής εξουσίας – πάντα καθοριζόμενο σε «πρώτη» και σε «τελευταία» ανάλυση από την ταξική πάλη όπως αυτή εκτυλίσσεται στο εσωτερικό κάθε άνισου κοινωνικού σχηματισμού.

Όλα αυτά θα γίνουν πιο κατανοητά με τα σχόλια των επόμενων παραγράφων. Επειδή ο χαρακτήρας της αλυσίδας είναι σύνθετος και ανισομερής, συχνά το εθνικό συμφέρον των καπιταλιστικών υπερδυνάμεων «απορροφά» και «ενσωματώνει» καθήκοντα κρί­σιμα για την αναπαραγωγή της παγκόσμιας τάξης. Π.χ. στις μέρες μας είναι συνηθισμένο να χαρακτηρίζεται ο ρόλος των ΗΠΑ αυ­τοκρατορικός εξαιτίας αυτού ακριβώς του γεγονότος. Έτσι, θα πρέπει να πάρουμε αποστάσεις από δύο διαφορετικές θεωρητι­κές και πολιτικές υπερβολές. Δεν υπάρχει παγκόσμια αυτοκρατο­ρία που «ελέγχει» τις κρατικές δομές, αλλά ούτε οι ΗΠΑ αποτε­λούν μία τέτοια. Βέβαια, οι τελευταίες, για μια σειρά από λόγους, εκφράζουν μια διεθνή πολιτική δύναμη14 που περνάει και μέσα από την ικανότητα του στρατιωτικού τους μηχανισμού και η οποία είναι απαραίτητη για τη διευρυνόμενη αναπαραγωγή των μακροπρόθε­σμων συμφερόντων όλων των αστικών τάξεων του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Η δυτική συμμαχία, με τον πρωταγωνιστικό ρόλο των ΗΠΑ, υπερασπιζόμενη τα ιδιαίτερα εθνικά συμφέροντα των συγκεκριμένων συνολικών-κοινωνικών κεφαλαίων διαμορφώνει την ίδια στιγμή ένα ηγεμονικό σχέδιο για όλα τα καπιταλιστικά κράτη. Η μοναδική πραγματική «αυτοκρατορία» είναι η ιμπεριαλιστική αλυσίδα στο σύνολο της.

Η έννοια της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας λειτουργεί συμπληρω­ματικά με τις μαρξικές έννοιες του καπιταλιστικού τρόπου παρα­γωγής και του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου, επεκτείνοντας την ερμηνευτική «εμβέλεια» της μαρξικής προβληματικής χωρίς να την αναιρεί ή ν’ αντιτίθεται σ’ αυτή, όπως συμβαίνει με τις προσεγγίσεις της υποκατανάλωσης, του μονοπωλιακού καπιταλισμού, του πα­γκόσμιου καπιταλισμού, της αυτοκρατορίας κ.λπ.


10.4. Αναπτυγμένοι και υπανάπτυκτοι

κοινωνικοί σχηματισμοί

Σε ό,τι ακολουθεί θα επιχειρήσουμε να περιγράψουμε τα γενικά χαρακτηριστικά της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, αναφε­ρόμενοι παράλληλα σε ορισμένες ιστορικές περιπτώσεις που είναι χρήσιμες για την κατανόηση της επιχειρηματολογίας.

Στο πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας διαμορφώνονται κατά κύριο λόγο δύο γενικές κατηγορίες κοινωνικών σχηματισμών: οι αναπτυγμένοι καπιταλιστικοί κοινωνικοί σχηματισμοί, στους οποίους έχει ολοκληρωθεί η διάλυση των προκαπιταλιστικών τρό­πων παραγωγής (ο ΚΤΠ αρθρώνεται εδώ αποκλειστικά με τη μορφή της απλής εμπορευματικής παραγωγής) και οι μη αναπτυγ­μένοι ή και υπανάπτυκτοι καπιταλιστικοί σχηματισμοί, οι οποίοι χα­ρακτηρίζονται από τη διευρυμένη αναπαραγωγή προκαπιταλιστι­κών τρόπων παραγωγής ή και πρώιμων μορφών του προβιομηχα­νικού καπιταλισμού στο εσωτερικό τους (βλ. Κεφάλαιο 7).

10.4.1. Οι αναπτυγμένοι κοινωνικοί σχηματισμοί

Οι αναπτυγμένοι καπιταλιστικοί κοινωνικοί σχηματισμοί παρου­σιάζουν την ισχυρότερη ενσωμάτωση στο δίκτυο των διεθνών (και μάλιστα όχι μόνο οικονομικών) σχέσεων. Συγκεντρώνουν μεταξύ τους το μεγαλύτερο μέρος του διεθνούς εμπορίου και των άμε­σων επενδύσεων κεφαλαίου στο εξωτερικό. Η δυναμική των εξα­γωγικών κλάδων όλων των αναπτυγμένων καπιταλιστικών σχηματι­σμών και οι νόμοι κίνησης του κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά είχαν ως αποτέλεσμα τη φιλελευθεροποίηση του διεθνούς εμπο­ρίου μετά τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι αναπτυγμένοι καπιταλι­στικοί κοινωνικοί σχηματισμοί αποτελούν τον αποκλειστικό τόπο λειτουργίας της τροποποιημένης μορφής του ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά (βλ. σχετικά Κεφάλαιο 8), αλλά παράλληλα και τον αποκλειστικό τρόπο οργάνωσης της χρηματιστικοποίησης.

Η διευρυμένη αναπαραγωγή του συνολικού-κοινωνικού κεφα­λαίου κάθε αναπτυγμένου καπιταλιστικού σχηματισμού βασίζεται σημαντικά στις σχέσεις που διαμορφώνονται ως αποτέλεσμα της διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Ή, για να το διατυπώσουμε διαφο­ρετικά, μέσα από τις διεθνείς σχέσεις προωθείται και ενισχύεται η διαδικασία της κεφαλαιακής συσσώρευσης στο εσωτερικό των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών.15 Υπό αυτή την έννοια, οι στρατηγικές του φιλελευθερισμού στις διεθνείς αγορές εμπορευμάτων και κεφαλαίου αντιπροσωπεύουν (όχι πάντα στις ίδιες λεπτομέρειες) όλους τους κρίκους αυτής της ομάδας. Μπορεί η οργάνωση των γενικότερων στρατηγικών να «βαραίνει» περισσότερο τους ισχυρότερους κρίκους, αλλά η αποδοχή τους στα γενικά χαρακτηριστικά είναι κοινή. Αντικείμενο τριβής μπορεί να είναι οι «όροι» εφαρμογής του διεθνούς ανταγωνισμού, αλλά όχι ο πυρήνας της στρατηγικής, θα ήταν, δηλαδή, λάθος να θεω­ρήσουμε (όπως συχνά γίνεται στη βιβλιογραφία) ότι ο φιλελευθε­ρισμός στις διεθνείς συναλλαγές αφορά μόνο τα συμφέροντα των υπερδυνάμεων, ενώ η ευρύτερη αποδοχή τους αποτυπώνει «εξάρ­τηση» και υπαγωγή. Αντίθετα, όπως φάνηκε στα προηγούμενα κε­φάλαια αυτού του μέρους, η πίεση του ανταγωνισμού προς το εθνικό κεφάλαιο των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για μια ισχυρή καπιταλιστική ανάπτυξη. Βέ­βαια, η ικανή συνθήκη αφορά τη δυνατότητα του συλλογικού κεφαλαιοκράτη να εξασφαλίζει συναινέσεις στις ταξικές προϋποθέσεις μιας τέτοιας στρατηγικής (γεγονός που δεν είναι πάντα εξα­σφαλισμένο).

Η ισχυρή ενσωμάτωση των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κοι­νωνικών σχηματισμών στο δίκτυο των διεθνών σχέσεων και η συ­νεπαγόμενη στενή διαπλοκή και αλληλεξάρτηση ανάμεσα σ’ αυ­τούς τους σχηματισμούς οδήγησε στο σχηματισμό μιας σειράς θε­σμών διεθνούς συνεργασίας ή ολοκλήρωσης (ΟΟΣΑ, ΕΟΚ, ΕΖΕΣ, ΕΕ, ΒΑΖΕΕ [Βορειο-Αμερικανική Ζώνη Ελεύθερου Εμπορίου -NAFTA], ΠΟΕ κ.ά.). Η σημαντικότερη διαδικασία αυτής της μορ­φής, η διαδικασία ολοκλήρωσης στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοι­νής Αγοράς, η οποία πήρε τελικά τη μορφή της Ευρωπαϊκής Οι­κονομικής Κοινότητας και κατόπιν της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 χωρών-μελών, προέκυψε κατά κύριο λόγο από την επιδίωξη των ηγετικών βιομηχανικών χωρών της Ευρώπης να περιορίσουν την υπεροχή των ΗΠΑ στην παγκόσμια αγορά (στο επίπεδο της πα­ραγωγής, της παραγωγικότητας της εργασίας, αλλά και του νομί­σματος).16 Από τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες υπάρχουν ορισμένες οι οποίες παίζουν έναν ηγετικό ρόλο ως παγκόσμιοι βιο­μηχανικοί παραγωγοί και εξαγωγείς εμπορευμάτων και κεφα­λαίου.17 Οι χώρες αυτές αποτελούν τις ηγετικές δυνάμεις του δυ­τικού ιμπεριαλισμού, τους κατεξοχήν φορείς ιμπεριαλιστικής πο­λιτικής. Εντούτοις, ο ρόλος όλων αυτών των χωρών στην ιμπερια­λιστική αλυσίδα δεν είναι ισότιμος. Ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες κατέχουν οι ΗΠΑ, από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, την αδιαμφισβήτητη ηγεμονία τόσο στο οικονομικό όσο και στο πολιτικοστρατιωτικό επίπεδο.

Πέρα, βεβαίως, από τις ηγετικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που αναφέραμε, μπορούμε εύκολα ν’ αναγνωρίσουμε την ύπαρξη μιας διεθνούς ιεραρχικής κλίμακας, η οποία διαμορφώνεται από τη δια­φορετική θέση και ισχύ του κάθε αναπτυγμένου καπιταλιστικού κοι­νωνικού σχηματισμού στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Στις κατώτερες βαθμίδες αυτής της διεθνούς ιμπεριαλιστικής ιεραρχίας κατατάσ­σονται χώρες μικρού μεγέθους ή συγκριτικά χαμηλότερης ανάπτυξης, όπως η Δανία, η Φιλανδία, η Νέα Ζηλανδία, η Ιρλανδία, η Ελ­λάδα, η Πορτογαλία κ.ά.

Η ιστορική εξέλιξη των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και οι συσχετισμοί που αποκρυσταλλώθηκαν ανάμεσα στις ιμπεριαλιστι­κές χώρες κατά την πρώτη περίοδο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πό­λεμο (βλ. Busch 1987: 13-28), ενώ παράλληλα η ενίσχυση, μέσα από τον πόλεμο, της διεθνούς θέσης της Σοβιετικής Ένωσης και η παράλληλη δημιουργία του Ανατολικού Συνασπισμού οδήγησαν στη συγκρότηση του Ατλαντικού πολιτικοστρατιωτικού Συνασπι­σμούανάμεσα στις ΗΠΑ και τις περισσότερες αναπτυγμένες κα­πιταλιστικές χώρες της Ευρώπης.

Η κατάρρευση των κρατικοκαπιταλιστικών καθεστώτων της ΕΣΣΔ και της ανατολικής Ευρώπης18 και η οικονομική παρακμή που χαρακτήρισε την πρώτη φάση της «μετάβασης» στον δυτικό καπι­ταλισμό συνοδεύτηκαν από την αναβίωση του εθνικισμού και τη συγκρότηση νέων εθνικών κρατών μέσα από τη διάλυση πολυε­θνικών κρατών όπως η Γιουγκοσλαβία ή η Τσεχοσλοβακία και την απόσχιση από την ΕΣΣΔ εθνών όπως οι Λιθουανοί, οι Λεττονοί, οι Εσθονοί, οι Αζέροι και οι λοιποί μωαμεθανικοί λαοί της ευρύτερης περιοχής του Καυκάσου, οι Αρμένιοι κ.λπ. Ό,τι ίσχυε την εποχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου για τους Πολωνούς, τους Ούγγρους και τους Φιλανδούς ίσχυσε μετά την κατάρρευση των ανατολικών καθεστώτων για τα έθνη και τους λαούς που αναφέραμε, αποδει­κνύοντας για μια ακόμα φορά ότι το έθνος αποτελεί συστατική όψη της σύγχρονης δυτικής καπιταλιστικής εξουσίας ή ότι, όπως αναπτύξαμε προηγουμένως, κράτος, έθνος και κεφάλαιο συνιστούν εκφάνσεις ενός και του αυτού συστήματος ταξικής εξουσίας: του καπιταλισμού.

Η στενή διαπλοκή ανάμεσα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες (προς τις οποίες επιχειρούν να συγκλίνουν και οι περισσό­τερες πρώην κρατικοκαπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης) υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ εκφράζεται και με την πολιτικοστρατιωτική τους σύμπραξη. Η ταχύτερη ανάπτυξη του ιαπωνικού και του ευ­ρωπαϊκού καπιταλισμού, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του I960 και μετά, είχε ως αποτέλεσμα την εξασθένιση της αμερικανικής οικο­νομικής ηγεμονίας στο εσωτερικό του δυτικού ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου. Παρόλ’ αυτά η αμερικανική οικονομική ηγεμονία εξακολουθεί να διατηρείται. Οι ΗΠΑ διατηρούν ακόμα την ηγε­τική θέση ανάμεσα στους αναπτυγμένους καπιταλιστικούς σχημα­τισμούς τόσο στο επίπεδο της οικονομίας όσο και σε πολιτικο-στρατιωτικό επίπεδο. Προφανώς ο ηγεμονικός αυτός ρόλος είναι διαρκώς υπό διαμόρφωση, καθώς νέοι παράγοντες ισχύος, οικο­νομικής και πολιτικής, αναπτύσσονται στο ιμπεριαλιστικό πεδίο (αναβαθμισμένη παρουσία των αναπτυσσόμενων καπιταλιστικών χώρων της Κίνας, της Ινδίας κ.ά.).

Η αμερικανική ηγεμονία στο στρατιωτικό-στρατηγικό επίπεδο δεν αμφισβητήθηκε ποτέ, από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, στο πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής Δύσης. Η ιαπωνική ουδετερότητα και η πολιτική προς Ανατολάς ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών, όσο κι αν τροποποιούν τους ενδοϊμπεριαλιστικούς συσχετισμούς δύ­ναμης σε διεθνές επίπεδο, δεν αρκούν και ούτε επιδιώκουν να κλο­νίσουν την αμερικανική πολιτικοστρατιωτική και στρατηγική ηγε­μονία, την οποία άλλωστε σταθεροποίησαν και μορφοποίησαν πε­ραιτέρω, στο νέο τοπίο που διαμορφώθηκε κατά τη δεκαετία του 1990, οι στρατιωτικές επεμβάσεις εναντίον του Ιράκ (δύο φορές), της Σερβίας και του Αφγανιστάν.

10.4.2. Οι λιγότερο αναπτυγμένοι

ή υπανάπτυκτοι κοινωνικοί σχηματισμοί

Οι υπανάπτυκτοι ή καπιταλιστικά μη αναπτυγμένοι κοινωνικοί σχη­ματισμοί παρουσιάζουν μια συγκριτικά πιο περιορισμένη ενσωμά­τωση στο δίκτυο των διεθνών οικονομικών και πολιτικοστρατιωτικών σχέσεων. Οι διαφορές που υφίστανται εντούτοις στην οικο­νομικοκοινωνική δομή των χωρών αυτών και συνακόλουθα η δια­φορετικού τύπου ένταξη τους στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυ­σίδα μάς υποχρεώνει να τις θεωρήσουμε ως δυο διακριτέςυπο­κατηγορίες χωρών.

Οι κοινωνικοί σχηματισμοί των οποίων η οικονομική και κοι­νωνική δομή κυριαρχείται ασφυκτικά από μη καπιταλιστικούς τρό­πους παραγωγής (αυτή είναι η περίπτωση π.χ. πολλών αφρικανι­κών και άλλων «ελάχιστα αναπτυγμένων» σχηματισμών) καταλαμ­βάνουν μια περιθωριακή θέση στο δίκτυο των διεθνών οικονομικών σχέσεων και συνακόλουθα μια αντίστοιχα περιθωριακή θέση στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Η αποικιοκρατία είχε προωθή­σει στο παρελθόν τις καπιταλιστικές σχέσεις σ’ αυτούς τους σχη­ματισμούς, αλλά μόνο στο βαθμό που επέβαλε εκεί μια ενιαία κρα­τική δομή καπιταλιστικού τύπου. Μέσω του κράτους αυτού επι­χειρείται μετά την αποαποικιοποίηση η συγκρότηση της εθνικής ενότητας, ενός έθνους με τη σύγχρονη αστική έννοια του όρου. Η διαδικασία αυτή προσκρούει κυρίως στις οξύτατες αντιθέσεις ανά­μεσα στις φυλές και τις πάτριες, που αποτελούν ακόμα και σήμερα βασικές ενότητες της κοινωνικής οργάνωσης. Πρόκειται εδώ για μια τυπική περίπτωση μη αντιστοιχίας19 ανάμεσα στα κοινωνικά επί­πεδα ενός σχηματισμού. Ένα «σύγχρονο» κράτος, δηλαδή ένα κράτος καπιταλιστικού τύπου, αρθρώνεται με οικονομικές και πο­λιτιστικές δομές στις οποίες διατηρούν ισχυρή θέση οι προκαπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις.

Αυτή η ειδική μορφή συνάρθρωσης των κοινωνικών επιπέδων εξηγεί το γεγονός ότι όλες οι απόπειρες για προώθηση του καπι­ταλιστικού τρόπου παραγωγής έχουν ως σημείο εκκίνησης τον κρατικό μηχανισμό. Παίρνουν έτσι πολύ συχνά τη μορφή ενός πραξικοπήματος μέσα από το οποίο εγκαθιδρύεται ένα «επανα­στατικό» καθεστώς. Ο επαναστατικός μανδύας του πραξικοπήμα­τος επιτρέπει, ή έστω διευκολύνει, τη ριζική απομόνωση της υπα­νάπτυκτης χώρας από την παγκόσμια αγορά και το δίκτυο των διε­θνών οικονομικών σχέσεων γενικότερα, πράγμα που αποτελεί προϋ­πόθεση για μια ενδεχόμενη καπιταλιστική ή κρατικοκαπιταλιστική ανάπτυξη.20 Λόγω της εξαιρετικά χαμηλής παραγωγικότητας της εργασίας, δεν είναι προσοδοφόρο, στην περίπτωση που συνεχί­ζεται η ενσωμάτωση στην παγκόσμια αγορά, να παράγονται βιο­μηχανικά προϊόντα σε ευρεία κλίμακα στην ίδια τη χώρα. Στην εσωτερική οικονομία εναπομένει έτσι μόνο η παραγωγή παραδοσια­κών αγροτικών προϊόντων ή πρώτων υλών.21 Ο «επαναστατικός» απομονωτισμός μπορεί αντίθετα να επιτρέψει την προώθηση μέ­τρων για τη βίαιη απαλλοτρίωση των παραδοσιακών παραγωγών ή των αγροτικών ολιγαρχιών και να λειτουργήσει έτσι ως προϋπό­θεση για την καπιταλιστική ανάπτυξη. Η αστική τάξη μπορεί, λοι­πόν, να υπάρξει καταρχήν, σ’ αυτές τις υπανάπτυκτες χώρες, κυ­ρίως ως «κρατική αστική τάξη». Τόσο η πολιτική όσο και η οικο­νομική κυριαρχία της εμπεδώνεται και αναπαράγεται μέσω του κρατικού μηχανισμού.

Σημαντικά διαφορετικές παρουσιάζονται οι ταξικές σχέσεις και οι ταξικοί συσχετισμοί στις μη αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοι­νωνίες στις οποίες, όμως, έχει ήδη προχωρήσει η καπιταλιστικοποίηση και ο κυρίαρχος καπιταλιστικός τομέας της οικονομίας έχει ήδη δημιουργήσει έναν ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο. Αυτή είναι για παράδειγμα η περίπτωση των κοινωνικών σχηματισμών της Λατι­νικής Αμερικής, αλλά και των ραγδαία αναπτυσσόμενων σχηματι­σμών της Κίνας και της Ινδίας. Στις κοινωνίες αυτές εξασφαλίζεται τελικά η καπιταλιστική κυριαρχία στις διαφορετικές κοινωνικές βαθμίδες (οικονομία, κράτος, ιδεολογία) – παρά τη διευρυμένη αναπαραγωγή ταξικών σχέσεων που ανάγονται σε προβιομηχανικές ή μη καπιταλιστικές κοινωνικές δομές ή, πάνω απ’ όλα, παρά την αναπαραγωγή περιθωριοποιημένων πληθυσμών στο εξωτερικό όριο της διευρυνόμενης αναπαραγωγής του κυρίαρχου ΚΤΠ (φα-βέλες κ.λπ.) – ενώ συγχρόνως προκύπτει και μια αντίστοιχη, πολύ σημαντικότερη, ενσωμάτωση των χωρών αυτών στο δίκτυο των διεθνών οικονομικών σχέσεων (διεθνές εμπόριο, κινήσεις κεφα­λαίου κ.λπ.).

Η καπιταλιστική ανάπτυξη των χωρών αυτής της κατηγορίας και αντίστοιχα η βελτίωση της θέσης τους στην παγκόσμια ιμπεριαλι­στική αλυσίδα, διαδικασία που μπορεί να οδηγήσει στην ενσωμά­τωση τους στο χώρο των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών (κάτι που συνέβη στο παρελθόν, αρκετές δεκαετίες όμως μετά τη βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία, σε χώρες όπως η Ιαπωνία, οι Σκανδιναβικές χώρες, οι χώρες της Ν. Ευρώπης και πιο πρό­σφατα οι χώρες της ΝΑ. Ασίας), συναρτάται με τη δυνατότητα της εκτόπισης-διάλυσης των προκαπιταλιστικών τρόπων παραγω­γής ή των μορφών προβιομηχανικού καπιταλισμού και έμμεσης υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο (βλ. Κεφάλαιο 7) και της ανά­πτυξης της παραγωγικής ικανότητας του συλλογικού εργαζόμενου. Πρόκειται δηλαδή για μια διαδικασία της οποίας η έκβαση κρίνε­ται αποκλειστικά στην πάλη των τάξεων. Για κάθε λοιπόν ειδική πε­ρίπτωση, για κάθε ξεχωριστό μη αναπτυγμένο καπιταλιστικό κοι­νωνικό σχηματισμό μπορούμε να διερευνήσουμε τη δυνατότητα αλλά και τα όρια της καπιταλιστικής ανάπτυξης αποκλειστικά και μόνο στη βάση μιας συγκεκριμένης ανάλυσης των συγκεκριμένων ταξικών σχέσεων και της δυναμικής τους.22

Η σχετικά χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας στις χώρες αυτής της κατηγορίας τις οδήγησε κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970 στον περιορισμό της ενσωμάτωσης τους στην παγκόσμια αγορά, μέσω μιας προστατευτικής κρατικής οικονομικής πολιτικής, που ονομάστηκε πολιτική «υποκατάστασης εισαγωγών». Η πολι­τική αυτή δίνει τη θέση της -στην περίπτωση που επιτυγχάνεται πράγματι ο στόχος της μείωσης του χάσματος ανάμεσα στο εθνικό και το μέσο διεθνές επίπεδο της παραγωγικότητας της εργασίας ή λόγω της «έλλειψης» κεφαλαίων και συνακόλουθα της ανάγκης σύ­ναψης διεθνών δανείων για έργα υποδομής κ.λπ.- σε μια πολιτική εκβιομηχάνισης προσανατολισμένη στην παγκόσμια αγορά.

Ολοκληρώνοντας την αναφορά μας στις υπανάπτυκτες και τις μη αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, αξίζει να κάνουμε ορι­σμένες παρατηρήσεις για εκείνες τις χώρες που ενσωματώνονται στην παγκόσμια αγορά ως ιδιαίτερα σημαντικοί προμηθευτές πρώ­των υλών ή πρωτογενών προϊόντων. Μια τέτοιου τύπου σύνδεση με την παγκόσμια αγορά σταθεροποιεί καταρχάς οικονομικά τη μερίδα εκείνη των αρχουσών τάξεων η οποία ελέγχει τον εξαγω­γικό αυτόν τομέα της οικονομίας. Ενισχύονται, συνακόλουθα, εξαι­ρετικά η θέση της μερίδας αυτής στον εσωτερικό ταξικό συσχετι­σμό των δυνάμεων έναντι άλλων μερίδων της αστικής τάξης, αλλά και οι κληρονομούμενες μορφές οργάνωσης της πολιτείας (μο­ναρχικού τύπου δομές στις χώρες του Περσικού Κόλπου κ,λπ.).

Σε κάθε περίπτωση, η ειδική λειτουργία και θέση στην παγκό­σμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα των χωρών που αποτελούν σημαντι­κούς προμηθευτές πρώτων υλών, και ιδιαίτερα των πετρελαιοεξαγωγικών χωρών, απαιτεί μια ιδιαίτερη ανάλυση. Εδώ αξίζει απλώς να θυμίσουμε ότι, ακόμα και στην περίπτωση που έχουμε να κάνουμε μ’ έναν κρατικοποιημένο εξαγωγικό (π.χ. πετρελαϊκό) τομέα, στην περίπτωση επομένως που το κράτος ή οι κρατικές επιχειρήσεις αποκομίζουν σημαντικά ποσά από το εξωτερικό εμπόριο, το πρό­βλημα της καπιταλιστικής ανάπτυξης μπορεί κάλλιστα να εξακο­λουθεί να παραμένει «άλυτο». Το χρήμα μπορεί να λειτουργήσει ως χρηματικό κεφάλαιο (δηλαδή να επενδυθεί καπιταλιστικά), μόνο όταν (καλύτερα, εκεί που) το επιτρέπουν οι συνολικές κοινωνικές δομές και οι αντίστοιχοι ταξικοί συσχετισμοί. Αλλιώς, απλά παρέ­χει χρηματοδότηση για τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές τροχιές.

Με βάση την ανάλυση που προηγήθηκε, μπορούμε τώρα ν’ αντιληφθούμε και να λύσουμε τα ζητήματα που για τις περισσότε­ρες προσεγγίσεις του ιμπεριαλισμού αποτελούν απλώς αινίγματα. Αν οι υπανάπτυκτες και οι μη αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες έχουν την ευκαιρία να υιοθετούν μια αδέσμευτη θέση στη διεθνή πολιτική σκηνή, αν, ακόμα, άλλες φορές αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη τον πολιτικοστρατιωτικό τους προσανατολισμό (ας θυ­μηθούμε μόνο την απέλαση των σοβιετικών συμβούλων τον Ιούλιο του 1972 από τη μέχρι τότε φιλοσοβιετική και αμέσως μετά φιλοδυτική Αίγυπτο), αυτό δεν συμβαίνει επειδή πρόκειται για χώρες κυριαρχημένες και «εξαρτημένες» από έναν ή περισσότερους κυ­ρίαρχους κοινωνικούς σχηματισμούς, αλλά αντίθετα επειδή πρό­κειται για χώρες με χαλαρή ή περιθωριακή ενσωμάτωση στο πλέγμα των διεθνών καπιταλιστικών σχέσεων.

Κλείνοντας την ενότητα αυτή, έχει ιδιαίτερη σημασία να τονί­σουμε ότι η «παγκοσμιοποίηση», ευνοώντας την «απορρύθμιση» των αγορών και το άνοιγμα των οικονομικών συνόρων, δηλαδή την άμεση έκθεση της εγχώριας παραγωγής στον διεθνή ανταγωνισμό, δυσχεραίνει πλέον τις πολιτικές «υποκατάστασης εισαγωγών» του παρελθόντος. Επομένως, ενδέχεται να επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη και τη διάλυση των προκαπιταλιστικών και προβιομηχα­νικών μορφών παραγωγής σε κάποιες χαμηλά αναπτυγμένες χώρες. Είναι γνωστό, ακόμα και στους οπαδούς της κυρίαρχης σκέψης, ότι οι περισσότερες εγχώριες επιχειρήσεις στις χώρες αυτές χρει­άζονται την κρατική οικονομική προστασία ώστε να ανταπεξέλθουν στον ανταγωνισμό με τις πιο παραγωγικές ξένες επιχειρή­σεις. Η ερώτηση που προκύπτει είναι συνεπώς: Γιατί, σε αντίθεση με τα παραπάνω, οι κυρίαρχες τάξεις στις περισσότερες υπανά­πτυκτες χώρες υιοθετούν τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα της «πα­γκοσμιοποίησης», υποστηρίζοντας με αυτόν τον τρόπο τα ιμπε­ριαλιστικά πλάνα του αναπτυγμένου καπιταλισμού; Δεν είναι δύ­σκολο ν’ απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα στη βάση όσων έχουν υποστηριχθεί μέχρι τώρα. Οι τάξεις αυτές είναι «πρόθυμες» να θυσιάσουν την εγχώρια κεφαλαιακή συσσώρευση στους λιγότερο αναπτυγμένους τομείς της εθνικής οικονομίαςόχι μόνο προς όφε­λος της ενίσχυσης των πιο αναπτυγμένων (βλ. σχετικά στο Κεφά­λαιο 8 αναφορικά με την τροποποίηση του ανταγωνισμού στην πα­γκόσμια αγορά), αλλά και για νασταθεροποιήσουν την αναπαρα­γωγή της πολιτικής τους εξουσίας. Γίνεται επομένως κατανοητό ότι η φιλελευθεροποίηση της παγκόσμιας αγοράς και η στρατιωτική «παρουσία» των καπιταλιστικών υπερδυνάμεων δεν γίνεται απρό­θυμα αποδεκτή από αυτές τις υπανάπτυκτες χώρες, διότι, μιλώ­ντας γενικά, ο «ιμπεριαλισμός» εξασφαλίζει και εγγυάται την ανα­παραγωγή των εγχώριων δομών εξουσίας.

10.5. Ο ιμπεριαλισμός μετά την κατάρρευση

του Ανατολικού Μπλοκ

Σε μια πρόσφατη παρέμβαση του, ο Μπαλιμπάρ (2004: 101 -105) θα διατυπώσει το επιχείρημα ότι οι διάφοροι σύγχρονοι λόγοι περί παγκοσμιοποίησης (οι οποίοι στο φόντο της παρούσας κρίσης και των συνακόλουθων εξελίξεων έχουν σχετικά υποχωρήσει) είναι το αποτέλεσμα της συνάντησης τριών παραγόντων (καθένας από τους οποίους υπερκαθορίζει τους άλλους). Αυτοί είναι, πρώτον, η διε­θνοποίηση του κεφαλαίου και η διόγκωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δεύτερον, η κατάρρευση του Σοβιετικού Μπλοκ και το τέλος της διάκρισης των διεθνών σχέσεων σε δύο ανταγωνι­στικά «στρατόπεδα» (ένα συμβάν με σαφέστατα πολιτικά και ιδε­ολογικά αποτελέσματα) και, τρίτον, το γεγονός ότι η «γη» έχει εν ολίγοις γίνει ένα «ενιαίο» σύστημα στο οποίο οι ροές πληροφο­ρίας, ενέργειας και ύλης επηρεάζουν η μία την άλλη. Χωρίς να μπούμε σε μια αναλυτική εξέταση του επιχειρήματος αυτού, κα­ταλαβαίνουμε ότι είναι χρήσιμη μια επιστροφή στο ζήτημα της κα­τάρρευσης του «Ανατολικού Μπλοκ» για να στοχαστούμε έναν από τους όρους συγκρότησης της σύγχρονης φάσης του καπιτα­λισμού.

Η διεθνής «νέα τάξη πραγμάτων» προέκυψε από την κατάρ­ρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» το 1989-91 και την «απομόνωση» της Ρωσίας με την απόσχιση από το κράτος της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας, της Αρμενίας, των μωαμεθανι­κών Δημοκρατιών και εκείνων της Βαλτικής και τον προσανατολι­σμό των πρώην συμμάχων της Ρωσίας (Τσεχία, Ουγγαρία, Πολω­νία, Βουλγαρία κ.ά.) προς τη Δύση (ΗΠΑ και ΕΕ). Προτού προχω­ρήσουμε στην εξέταση των δεδομένων της νέας περιόδου, χρειά­ζεται να υπενθυμίσουμε ότι η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλι­σμού υπήρξε μια διαδικασία της οποίας οι αιτίες και η δυναμική διαμορφώθηκαν και εξελίχθηκαν στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ και των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών. Πρόκειται δηλαδή πρωτίστως για ένα αποτέλεσμα της πάλης των τάξεων στις χώρες αυτές (κι όχι των έξωθεν «ιμπεριαλιστικών πιέσεων και επεμβάσεων», όπως συχνά υποστηρίζεται σε κύκλους της Αριστεράς).

Η Σοβιετική Ένωση (όπως και οι άλλες κοινωνίες του «υπαρ­κτού σοσιαλισμού») ήταν μια ταξική κοινωνία, η κυρίαρχη τάξη της οποίας αποτελείτο από δύο μερίδες: το στρώμα των ανώτερων κρα­τικών και κομματικών αξιωματούχων από τη μια μεριά (οι οποίοι επάνδρωναν τόσο τους πολιτικούς μηχανισμούς όσο και τους δι­οικητικούς μηχανισμούς ελέγχου της «σχεδιασμένης» οικονομίας που διασφάλιζαν τη συλλογική-κρατικοκαπιταλιστική ιδιοποίηση της υπερεργασιας) και, από την άλλη μεριά, τους διευθυντές των κρα­τικών επιχειρήσεων. Ηγεμονική μερίδα της κυρίαρχης τάξης ήταν το στρώμα των κρατικών και κομματικών αξιωματούχων, οι οποίοι προσωποποιούσαν το οικονομικό και πολιτικό σύστημα της κρατικοκαπιταλιστικής εκμετάλλευσης και της μονοκομματικής πολιτικής διακυβέρνησης επί όλων των άλλων τάξεων της σοβιετικής κοινω­νίας. Ανάμεσα στις δύο μερίδες της κυρίαρχης τάξης οξύνονταν πολύ συχνά οι αντιθέσεις, κυρίως υπό το βάρος των ασθενών επι­δόσεων της σοβιετικής οικονομίας. Η ανώτερη κρατική διοίκηση επεδίωκε τον αποτελεσματικότερο έλεγχο των επιχειρήσεων, ενώ οι διευθυντές πάλευαν ν’ αυξήσουν την ανεξαρτησία των επιχειρή­σεων από τον κεντρικό έλεγχο του κράτους, ωθώντας συχνά τα πράγματα μέχρι την κατάργηση της κρατικοκαπιταλιστικής ρύθμι­σης, δηλαδή προς τη «μετάβαση» στον ιδιωτικό καπιταλισμό. Η οι­κονομική κρίση και η όξυνση των εσωτερικών αντιφάσεων του σο­βιετικού καθεστώτος στα τέλη της δεκαετίας του 1980 επέτρεψε τελικά στην ηγεμονευόμενη μερίδα της κυρίαρχης τάξης, τους δι­ευθυντές και τα ανώτερα στελέχη των επιχειρήσεων, να εξασφαλί­σουν την υποστήριξη μεγάλης μερίδας των εργαζόμενων τάξεων, ν’ ανατρέψουν και να καταργήσουν τον «κεντρικό κρατικό σχεδια­σμό», ιδιοποιούμενοι ως ατομική ιδιοκτησία τις επιχειρήσεις που μέχρι τότε οι ίδιοι διεύθυναν (υπό κρατικοκαπιταλιστικό έλεγχο). Ένα τμήμα του παλιού κρατικοκαπιταλιστικού προσωπικού (του «κομμουνιστικού» κόμματος) ανέλαβε το ρόλο της πολιτικής εκ­προσώπησης της αναδυόμενης «δημοκρατίας».

Εάν λοιπόν, η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» δεν μπορεί να αναχθεί σε «ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις», παραμένει το ερώτημα αν το κενό που άφησε η διάλυση του Ανατολικού Συνα­σπισμού, πέρα από το ζήτημα της μετατόπισης του συσχετισμού δυνάμεων υπέρ της Δύσης (και ιδιαίτερα των ΗΠΑ), οδήγησε σε μια νέα ποιότητα ιμπεριαλιστικής πολιτικής, που να δίνει ουσία στικό και όχι απλώς περιγραφικό περιεχόμενο στην περί διεθνούς «νέας τάξης» φιλολογία.

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα, θα πρέπει προηγουμένως ν’ αναφερθούμε σε δύο ζητήματα. Αφενός στις νέες αντιφάσεις που αναδεικνύονται από την πάλη των τάξεων στους επιμέρους κοινω­νικούς σχηματισμούς και εγγράφονται στο διεθνοπολιτικό επίπεδο μετά τη διάλυση των κρατικοκαπιταλιστικών καθεστώτων και αφε­τέρου στον τρόπο και τα μέσα άσκησης διεθνούς πολιτικής από τις ΗΠΑ και τον Δυτικό Συνασπισμό.

Είναι, επομένως, κατανοητό πως μέσα από αυτές τις εσωτερι­κές εξελίξεις στα εδάφη της πρώην ΕΣΣΔ και στις χώρες της ανα­τολικής Ευρώπης ο Δυτικός πολιτικοστρατιωτικός Συνασπισμός αναδεικνύεται σ’ αδιαμφισβήτητη διεθνοπολιτική «ηγεμονική» δύ­ναμη, καθώς η επιρροή του ρωσικού ιμπεριαλισμού περιορίζεται πλέον μόνο στις παρυφές της ανατολικής Ευρώπης, διατηρώντας τη δυνατότητα της επέμβασης και της γενοκτονίας μόνο σε περιοχές, λαούς και εθνότητες, όπως π.χ. οι Τσετσένοι, που βρίσκονται στο εσωτερικό της ρωσικής επικράτειας ή σε περιοχές άμεσης εγγύ­τητας, όπως συνέβη με την επέμβαση στη Γεωργία.

Πώς λοιπόν επιχείρησε και επιχειρεί να διαχειριστεί ο Δυτικός Συνασπισμός τις αναδυόμενες νέες κρατικές οντότητες και τις εθνι­κιστικές εντάσεις; Κατά τη γνώμη μας, ακολουθώντας τους ίδιους άξονες πολιτικής και τα ίδια ιδεολογικά σχήματα που επιβλήθηκαν μέσα από την έκβαση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με ορισμένες πάντα διαφοροποιήσεις που αντανακλούν τις εκάστοτε μεταβολές της διεθνούς συγκυρίας.

Τα «ανθρώπινα δικαιώματα» και η «δημοκρατία», το ιδεολο­γικό μοτίβο άσκησης διεθνούς πολιτικής στην εποχή της «νέας τάξης», αποτελούν ακριβώς τις ίδιες «πανανθρώπινες αξίες» με τις οποίες γινόταν προσπάθεια να νομιμοποιηθεί η αντικομμουνιστική «αποτρεπτική πολιτική» στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου.23 Η επέμβαση στην Κορέα και στο Βιετνάμ, σε περιοχές τόσο μακρι­νές από την αμερικανική επικράτεια ή την Ευρώπη, στο όνομα των αξιών του «ελεύθερου κόσμου» (δηλαδή της «δημοκρατίας» και των «δικαιωμάτων») δεν έγινε; Εξάλλου, η διετής κατοχική διοί­κηση της Γερμανίας από τους νικητές Συμμάχους και οι διεθνείς δίκες της Νυρεμβέργης (αντί της δίκης των ναζιστών εγκληματιών από τον δικαστικό μηχανισμό μιας αντιναζιστικής μεταπολεμικής Γερμανίας) δεν αποτελεί το διεθνοπολιτικό προηγούμενο για τη δίωξη από «διεθνή δικαστήρια» όσων «εγκληματούν κατά της αν­θρωπότητας»; Έχει ελάχιστη σημασία για την παρούσα ανάλυση ν’ αναφέρει κανείς το προφανές, ότι η παραβίαση των «πανανθρώπι­νων αξιών» εντοπίζεται επιλεκτικά σε συγκυρίες κρίσεων που αφο­ρούν αδύναμους «αντιδυτικούς» κρίκους, ότι διογκώνεται από τα κατευθυνόμενα ΜΜΕ κ.ο.κ. Αυτό που επιδιώκουμε να τονίσουμε είναι ότι ο μηχανισμός νομιμοποίησης των διεθνών δυτικών πρω­τοβουλιών και επεμβάσεων παραμένει στα γενικά χαρακτηριστικά του σε παρόμοιο πλαίσιο με αυτό που επιβλήθηκε με το τέλος του Παγκοσμίου Πολέμου.

Το πλαίσιο αυτό δεν διαμορφώνεται μόνο σε αναφορά με τη στρατιωτική ή πολιτική-διπλωματική ισχύ των δυτικών χωρών, αλλά παράλληλα σε αναφορά με τη συναίνεση που μπορεί να απορρέει από τις αρχές και κυρίως τους «κανόνες λειτουργίας» του «διε­θνούς δικαίου».

Η συναίνεση αυτή αποτυπώνει το περιθώριο κίνησης που «δια­θέτουν» τα κράτη στο νέο πεδίο συσχετισμών, όπως αυτοί εν πολ­λοίς αναδιατάσσονται σε αντιστοιχία με τις επιθετικές πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού. Οι πολιτικές αυτές, βέβαια, όπως είδαμε, δεν αντιστοιχούν μόνο στα συμφέροντα των ισχυρών καπιταλιστι­κών δυνάμεων, αλλά συμβάλλουν στη διεύρυνση και αναπαραγωγή της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής ηγεμονίας σ’ όλο το φάσμα της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. Με άλλα λόγια, αποτυπώνουν τη νέα μορφή ηγεμονίας του κεφαλαίου, όπως αυτή έχει οργανωθεί στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης ρύθμισης. Η διαδικασία αυτή, βέβαια, οδηγεί σε μια διαρκή αντίφαση που μόνο με τη βοήθεια της ιμπε­ριαλιστικής ισχύος μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί και η οποία καταδει­κνύει το χαρακτήρα του σύγχρονου ιμπεριαλισμού. Με δεδομένο ότι δεν υφίσταται μια διεθνής ένοπλη δύναμη που να εγγυάται ένα καθολικά αποδεκτό «διεθνές δίκαιο» σε μια συγκεκριμένη συγκυ­ρία: «ένα έθνος μπορεί να είναι πρόθυμο να παραβιάσει την κυ­ριαρχία ενός άλλου στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά την ίδια στιγμή θα επιμείνει στην αρχή της εθνικής κυριαρχίας, ιδι­αίτερα της δικής του!» (Hardt/Negri 2004: 275). «Τα πιο ισχυρά έθνη-κράτη διατηρούν σταθερά την ισχύ να ακυρώνουν κάθε νο­μική πράξη». Έτσι, δεν θα πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες «σχετικά με την αποτελεσματικότητα των επιτροπών αλήθειας και των δικα­στηρίων ή σχετικά με τη δικαιοσύνη που μπορούμε προσδοκούμε από αυτά. Ορισμένες φορές μας αφήνουν με την πικρή γεύση της «δικαιοσύνης» που επιβάλλεται από τους νικητές. Άλλες φορές λει­τουργούν εν μέρει ώστε να ουδετεροποιήσουν και να επιφέρουν την ειρήνευση των συγκρούσεων παρά να επιβάλλουν τη δικαιο­σύνη. Η προσποίηση της δικαιοσύνης πολύ συχνά αποκρύβει τις μηχανορραφίες της εξουσίας» (όπ. π.: 275).

Η όποια αναφορά σε ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπορεί να λαμ­βάνεται ως δεδομένη πολιτική πρόθεση, αλλά θα πρέπει ν’ αντιμε­τωπίζεται ως «ιδεολογικός λόγος» που επανακαθορίζει την κυ­ριαρχία με τρόπο που να συνάδει με την αναπαραγωγή των καπι­ταλιστικών σχέσεων στη μεταψυχροπολεμική εποχή της νεοφιλε­λεύθερης ηγεμονίας.24 Πιο σημαντικό είναι όμως να κατανοήσουμε ότι από το τέλος του Παγκοσμίου Πολέμου παραμένει επίσης εν πολλοίς αναλλοίωτο το πολιτικό πλαίσιο με βάση το οποίο ασκεί­ται η δυτική διεθνής πολιτική. Το πλαίσιο αυτό δεν είναι άλλο από τη σταθερότητα των συνόρων που προέκυψαν από τις συνθήκες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της αμέσως επόμενης περιόδου. Το πλαίσιο αυτό, που μετά τις μετακινήσεις πληθυσμών του τέ­λους του πολέμου ανταποκρίνεται στα συμφέροντα όλων των δυ­τικών χωρών, καθιστά ασύμβατη με την αρχή των «ανθρωπίνων δι­καιωμάτων» κάθε απόπειρα επιβολής της «ιστορικής ενότητας χώ­ματος και αίματος» που θα παραβίαζε τα υπάρχοντα σύνορα. Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιο ότι τα εδάφη που προσάρτησε το 1967 το Ισραήλ διατηρούν μέχρι σήμερα το διεθνοπολιτικό στάτους των «κατεχομένων», ότι καμιά χώρα πλην της Τουρκίας δεν αναγνωρίζει την «Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου25κ.λπ. Η δυτική επέμβαση στις διαδικασίες αποσταθεροποίησης και διάλυσης των πρώην κρατικοκαπιταλιστικών πολυεθνικών κρατών και στους εθνι­κιστικούς πολέμους που ακολούθησαν αποσκοπούσε στη «διά­σωση» της αρχής αυτής των σταθερών συνόρων, μέσα από τη δια­τήρηση των υπαρχόντων ορίων των ομόσπονδων περιοχών, τα οποία πλέον μετατρέπονταν σε κρατικά σύνορα. Ανεξάρτητα δη­λαδή από τα «ανθρώπινα σύνορα», π.χ. μεταξύ σερβικών και κρο­ατικών πληθυσμών, τα σύνορα της Κροατίας έπρεπε να συμπέσουν με τα ιστορικώς καθορισμένα όρια της ομόσπονδης Πρώην Γιου­γκοσλαβικής Δημοκρατίας της Κροατίας, ακόμα κι αν αυτό θα συ­νεπαγόταν μετακινήσεις και «ανταλλαγές» πληθυσμών. Η ομό­σπονδη «Δημοκρατία της Κροατίας» αποκτούσε δηλαδή το διε­θνοπολιτικό στάτους του ανεξάρτητου κράτους, ακριβώς όπως συ­νέβη με τις άλλες πρώην γιουγκοσλαβικές και πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες, αλλά και με την Τσεχία και Σλοβακία.

Η εμμονή των Δυτικών στο πολιτικό πλαίσιο των σταθερών συ­νόρων δεν πηγάζει φυσικά από την προσήλωση σε «αρχές δι­καίου» και «πανανθρώπινες αξίες». Ανταποκρίνεται στην ανάγκη να διατηρηθεί και να νομιμοποιηθεί η διεθνοπολιτική σταθερότητα, άρα και η δυτική πλανητική ηγεμονία. Συμπερασματικά, η «νέα τάξη πραγμάτων» προέκυψε κυρίως από τα διεθνοπολιτικό αποτελέ­σματα που παρήγαγε η πάλη των τάξεων στο εσωτερικό των ανα­τολικοευρωπαϊκών κοινωνικών σχηματισμών και στην πρώην ΕΣΣΔ. Οι δυνάμεις της Δύσης και του NATO δεν προκάλεσαν, αλλά επι­χειρούν να διαχειριστούν αυτά τα αποτελέσματα, ακολουθώντας τον ίδιο τύπο πολιτικοίδεολογικών (και στρατιωτικών) πρωτοβου­λιών και επεμβάσεων όπως στο παρελθόν.

Η πολιτική των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στην εποχή της «νέας τάξης πραγμάτων» οικοδομείται με τα ίδια υλικά με τα οποία είχε αρχικά οικοδομηθεί η «αντιφασιστική ειρήνη» του 1945 και ο Ψυχρός Πόλεμος στη συνέχεια. Αποτελεί έκφραση της ηγεμονίας στο διεθνοπολιτικό επίπεδο των δυτικών καπιταλιστικών χωρών υπό την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ. Η ηγεμονία αυτή σημαίνει απλώς την ικανότητα (μερικής) διαχείρισης των αντιφάσεων οι οποίες αναπτύσσονται αυτοφυώς από την πάλη των τάξεων στο εσωτερικό των επιμέρους κοινωνικών σχηματισμών και αποτυπώ­νονται στη διεθνή σκηνή ως διακρατικές ή οιονεί διακρατικές σχέ­σεις και εντάσεις. Δεν σημαίνει την ικανότητα τελικής ρύθμισης αυτών των σχέσεων, ούτε πολύ περισσότερο την ικανότητα ελέγ­χου των ταξικών συσχετισμών δύναμης και της δυναμικής της πάλης των τάξεων στο εσωτερικό των επιμέρους κοινωνικών σχη­ματισμών, από τις οποίες σε μεγάλο βαθμό πηγάζουν οι διεθνο-πολιτικές εντάσεις. Η ικανότητα αυτή κρίνεται σε κάθε συγκυρία στη βάση των ιδιαίτερων αντιφάσεων και δυναμικών που αναδύο­νται (π.χ. αναβάθμιση της Κίνας και άλλων «αναπτυσσόμενων» χωρών στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα κ.λπ.).


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Για παράδειγμα βλ. Cox (1997,2004), Gill (2003), Pijl (1998, 2006), Over-beek (2000), Rupert (1995), αλλά και Sklair (2001).

2.Σε κάποιο άλλο σημείο ο ίδιος συγγραφέας, συνοψίζοντας το αντίστοιχο επιχείρημα του Κοξ (1999) και του Pijl (1998), σημειώνει ότι: «Η παγκόσμια πα­ραγωγή, ανταλλαγή και οι ροές κεφαλαίων έχουν διευρύνει τη βάση ετούτης της ταξικής συγκρότησης πέρα από τις τροχιές του ατλαντικού κεφαλαίου, καθώς έχει εξελιχθεί η εκβιομηχάνιση πολλών τμημάτων του Τρίτου Κόσμου, και καθώς η Ιαπωνία και η ανατολική Ασία έχουν γίνει πολύ πιο ισχυρές οικο­νομικά. Σε αυτό το «υπερεθνικό στάδιο» της ανάπτυξης του καπιταλισμού, η ανάπτυξη μιας υπερεθνικής καπιταλιστικής τάξης ή ενός «διεθνούς κατεστη­μένου» μπορεί να ειπωθεί ότι συμπεριλαμβάνει τα τμήματα των εθνικών αστι­κών τάξεων και κρατικών γραφειοκρατιών μιας σειράς χωρών που έχουν υλικά συμφέροντα στη σχετική ελεύθερη ροή του κεφαλαίου, των αγαθών και των υπηρεσιών εντός της παγκόσμιας οικονομίας».

3.Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Σωτήρης (2005), Thoburn (2001), Bowring (2004).

4.    Πολύ εύστοχο είναι το κριτικό σχόλιο του Zizek (2009: 14) στο επιχεί­ρημα του Νέγκρι (του «γκουρού της μεταμοντέρνας αριστεράς», όπως ενδει­κτικά τον αποκαλεί). Για τον Ζίζεκ, ο Νέγκρι «επαινεί τον ψηφιακό καπιταλι­σμό, διότι εμπεριέχει in nuce όλα τα στοιχεία του κομμουνισμού – έτσι κανείς μπορεί μόνο να εγκαταλείψει την καπιταλιστική μορφή, και ο επαναστατικός στόχος έχει επιτευχθεί».

5.     Ας συνοψίσουμε τα βασικά βήματα του συλλογισμού τους: (Ι) είναι «αδύνατο να υπάρξει μια πλήρως υλοποιημένη παγκόσμια αγορά χωρίς τις δια­δικασίες της πραγματικής υπαγωγής» (όπ. π.: 345), (2) η μεταμοντέρνα αλλαγή παραγωγικού προτύπου «προς το δικτυακό μοντέλο συνέβαλε στην ενδυνά­μωση της εξουσίας των υπερεθνικών εταιριών πέρα και πάνω από τα παραδο­σιακά σύνορα των εθνικών κρατών» (όπ. π.: 408), συνεπώς, (3) «οι μεγάλες υπερεθνικές εταιρείες έχουν κατ’ ουσίαν υποσκελίσει τη δικαιοδοσία και την εξουσία των εθνικών κρατών», με αποτέλεσμα «αυτή η μακραίωνη διαλεκτική σχέση [να] έχει φτάσει πια στο τέλος της: το κράτος έχει ηττηθεί και οι εται­ρίες κυβερνούν πλέον τον πλανήτη!» (όπ. π.: 411), (4) μια νέα προσίδια στο κε­φάλαιο παγκόσμια μορφή διακυβέρνησης έχει προκύψει (όπ. π.: 434-449).

6. Φυσικά, οι ιδέες αυτές δεν είναι νέες στο πεδίο της κοινωνικής σκέψης. Στη μεταπολεμική βιβλιογραφία, μπορούμε να συναντήσουμε την αντίληψη αυτή στα κείμενα τόσο ορισμένων παλαιότερων οπαδών της θεωρίας του πα­γκόσμιου καπιταλισμού, όπως είναι ο Χάιμερ (Hymer 1975), όσο και ορισμέ­νων θεωρητικών του παραδοσιακού μαρξισμού, όπως είναι ο Μαντέλ (Mandel 1971). Εντούτοις, παρότι ο Χάιμερ απλά αναπαράγει την παραδοσιακή επιχει­ρηματολογία (συγκεκριμένα του Μπουχάριν) για τον παγκόσμιο καπιταλισμό, ο Μαντέλ υποστήριζε ότι είναι πρωτίστως οι σύγχρονες μορφές ολοκλήρωσης στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που οδηγούν για πρώτη φόρα στη συ­γκρότηση διαμεσολαβήσεων και λειτουργιών «διεθνούς» κράτους. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, η αυξανόμενη αλληλοεισχώρηση του κεφαλαίου στην ενι­αία αγορά, η ανάδυση μεγάλων τραπεζικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων που δεν ανήκουν κατά προτεραιότητα σε κάποια καπιταλιστική τάξη αποτε­λούν την υλική υποδομή για την ανάπτυξη των υπερεθνικών εργαλείων της κρατικής εξουσίας στην Ενιαία Αγορά (Mandel 1975: 147).

Η επιχειρηματολογία αυτή, που αναφέρεται στη διεθνοποίηση των λει­τουργιών του κράτους ως αποτέλεσμα της διεθνοποίησης του κεφαλαίου, απέ­κτησε την πιο ολοκληρωμένη έκφραση της από τον Μάρρεϋ (Murray 1971). Ο τελευταίος υποστήριξε ότι η διεθνοποίηση του κεφαλαίου οδήγησε στην εδα­φική μη αντιστοίχηση του κράτους με το κεφάλαιο (του). Η απουσία αντι­στοιχίας μεταξύ της εδαφικότητας του κράτους και του πεδίου δραστηριο­ποίησης του κεφαλαίου, παράλληλα με την αυξανόμενη αστάθεια των κρατών, συνεπάγεται, σύμφωνα με τον Μάρρεϋ, τη δημιουργία διεθνών αρχών εξουσίας ημικρατικού τύπου, με αντίστοιχες διεθνείς πολιτικές λειτουργίες. Η τάση για τις αρχές αυτές προκύπτει από την ανάγκη να καλύπτουν το πεδίο δραστη­ριότητας, δηλαδή την πραγματική «περιφέρεια», του κεφαλαίου. Πρώτον, δεν είναι απαραίτητο οι κρατικές οικονομικές λειτουργίες που αντιστοιχούν σε κάθε συγκεκριμένο κεφάλαιο ή συνεκτικό σύστημα κεφαλαίων να ασκούνται από μία και μόνη αρχή εξουσίας, παρά το γεγονός ότι συνήθως υπάρχει μόνο μία κυρίαρχη εξουσία. Δεύτερον, θεσμοί που ασκούν αυτές τις λειτουργίες δεν είναι απαραίτητο να είναι οι κυβερνητικές αρχές των εθνικών κρατών. Δη­μόσια οικονομικά ζητήματα αυτού του είδους μπορεί να διευθετούνται από συνεργασία ιδιωτικών κεφαλαίων, εθνικών κυβερνήσεων ή ορισμένων διεθνών δημόσιων θεσμών (Murray I97I: 87-88).

7.Βλ. Πουλαντζάς(Ι98Ι).

8.Αναφορά στον Μπαλιμπάρ (1978: 81-3).

9.Βλ. Πουλαντζάς (1975), Μπαλιμπάρ (1991: 255-262), βλ. επίσης Κεφά­λαιο 7.

10.      Με τον τρόπο αυτό μπορούμε να ερμηνεύσουμε μια σειρά από γεγο­
νότα που λαμβάνουν χώρα στη διεθνή συγκυρία, ιδιαίτερα όσα σχετίζονται με
παράγοντες άλλους από τις επονομαζόμενες «Μεγάλες Δυνάμεις»: π.χ. τον
πόλεμο Ιράν – Ιράκ, τους πολέμους στην πρώην Σοβιετική Ένωση και στη Γι­
ουγκοσλαβία που οδήγησαν στη δημιουργία νέων εθνικών κρατών, τη στρα­
τιωτική παρουσία της Συρίας στο Λίβανο από τον Μάιο του 2000 μέχρι τον
Απρίλιο του 2005, τη στρατιωτική παρουσία των Βιετναμέζων στην Καμπότζη
από το 1978 έως το 1989, τη διένεξη Ινδίας – Πακιστάν, το Κυπριακό κ.λπ.

11. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το επιχείρημα του Ruccio σε αυτή την κατεύθυνση, ακριβώς διότι τονίζει τη σχέση ανάμεσα στην καπιταλιστική εκμετάλλευση και τον ιμπεριαλισμό (η ανάλυση του διαφοροποιείται από τη δική μας σε αρκετά σημεία). Δεν αντιλαμβάνεται τον ιμπεριαλισμό ούτε σαν μια συγκεκριμένη κατάσταση ή φάση του καπιταλισμού, αλλά ούτε και σαν πολι­τική επιλογή. Βασιζόμενος στην επιχειρηματολογία των Deleuze και Guattari, πιστεύει ότι μπορούμε να σκεφτούμε τον ιμπεριαλισμό ως «μηχανή»: «Η ομοι­ότητα του ιμπεριαλισμού με μηχανή δίνει μία άποψη των διαφόρων μερών του τα οποία (συχνά αλλά όχι πάντα) δουλεύουν μαζί, του συνόλου των ενεργειών, των διαθέσιμων ταυτοτήτων και των κατηγοριών που παρακινούν άτομα και ομάδες, θεσμούς και δομές να θεσπίζουν επιδιώξεις και να εκπολιτίζουν εκεί­νους που αντιστέκονται στα φαινομενικά μαθήματα του, να τους κάνει να πα­ραδίνονται στη φυσικοποιημένη λογική. Όχι ένα στάδιο του καπιταλισμού αλλά μάλλον μια μηχανή που ενεργοποιεί και ενεργοποιείται από τον καπιταλισμό σε διάφορα σημεία της ιστορίας του. […] Εκείνο που αποκαλούμε καπιταλι­σμό […] είναι ο αστερισμός συνθηκών και αποτελεσμάτων που συνδέονται (όχι αφηρημένα ή αναπόφευκτα αλλά συγκεκριμένα και ενδεχομενικά  με άλλα λόγια, ιστορικά) με την απόσπαση υπερεργασίας υπό τη μορφή της υπε­ραξίας. Ο ιμπεριαλισμός, εναλλακτικά, είναι το σύνολο των συνθηκών που δια­μορφώνουν και διαμορφώνονται από την ύπαρξη αυτής της εκμετάλλευσης» (Ruccio 2003: 90, 87, η έμφαση δική μας).

12.Στο σχήμα του Σμιθ, τα άτομα προϋποτίθενται ως ίσα, που, δρώντας το καθένα εγωιστικά για το συμφέρον του, προάγουν τελικά όλα μαζί, χωρίς να το γνωρίζουν, το κοινό συμφέρον. Στην προσέγγιση του Μαρξ, αφενός μεν η καπιταλιστική κοινωνία προϋποτίθεται ως ένα δομημένο όλον με συγκεκρι­μένες ταξικές και ιεραρχικές διαιρέσεις και αρμοδιότητες. Οι τελευταίες συ­νεπάγονται αντίστοιχους ρόλους για τα άτομα που συγκροτούνται εντός των κοινωνικών αυτών σχέσεων και επομένως είναι, ανάλογα με την ταξική τους θέση, πρωταρχικώς άνισα. Αφετέρου δε αυτή η συγκεκριμένη κοινωνία παρά­γει στην «επιφάνεια» της μια δική της, ιδιαίτερη «αλήθεια», που δεν είναι άλλη από την «αλήθεια» των φυσικών ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ο Μαρξ χρησιμο­ποιεί ειρωνικά το σχήμα του Σμιθ για να δείξει ότι αυτό δεν αποτελεί παρά τη θεωρητικοποίηση της αυθόρμητης «αλήθειας» της καπιταλιστικής κοινωνίας, δηλαδή της κυρίαρχης ιδεολογίας που διαμορφώνεται στο πλαίσιο της αστι­κής ταξικής κυριαρχίας. Στη μαρξική προσέγγιση το «αόρατο χέρι» δεν είναι παρά η εκδήλωση της αστικής ηγεμονίας, καθώς το στρατηγικό καπιταλιστικό συμφέρον επικυρώνεται ως το γενικό εθνικό συμφέρον της κοινωνίας, μέσα από τους ανταγωνισμούς των κοινωνικών ομάδων και των ατόμων (που εμφα­νίζονται ως «ατομικά» ή «μερικά» συμφέροντα). Επομένως, και στο πεδίο της μαρξιστικής προσέγγισης το σμιθιανό σχήμα του «αόρατου χεριού» παραμέ­νει θεωρητικά γόνιμο, καίτοι αποκτά ένα ριζικώς διαφορετικό εννοιολογικό περιεχόμενο. Βλ. χαρακτηριστικά τις τελευταίες παραγράφους του 4ου κεφα­λαίου του Ι ου τόμου του Κεφαλαίου (Μαρξ 1978α: 188-89).

13. Όπως σωστά παρατηρεί και ο Rubin (1994: 216 κ.ε.), το κατά Σμιθ «αό­ρατο χέρι», αλλά και το νόημα που συχνά αποδίδει ο Σμιθ στα «φυσικά» οι­κονομικά φαινόμενα ή μεγέθη, θα μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία για μια θεωρία της (καπιταλιστικής) οικονομίας και κοινωνίας η οποία να υπερβαίνει την προβληματική του «ορθολογικού υποκειμένου», εστιάζοντας στην αναζή­τηση οικονομικών και κοινωνικών κανονικοτήτων και «νόμων» από τους οποί­ους απορρέει η «ορθολογική ατομική συμπεριφορά». Αυτό που θα προέκυπτε είναι «μια αναγνώριση της αυθόρμητης, νομοτελειακής κανονικότητας των φαι­νομένων της αγοράς» (Rubin 1994: 224).

14.Εδώ θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η ικανότητα των ΗΠΑ να οργα­νώνουν συμμαχίες.

15.Βλ. Hirsch (1977), Busch (1978).

16.Busch (1992). Στην παρούσα ανάλυση δεν σκοπεύουμε ν’ αναφερθούμε στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και στη σχετική βιβλιογραφία αναφορικά με τα όρια της ή την προοπτική διαμόρφωσης ενός ενιαίου «ευ­ρωπαϊκού κράτους». Θα επισημάνουμε μόνο ότι, ακόμα και αν η διαδικασία σύγκλισης των ευρωπαϊκών κρατών οδηγήσει τελικά σ’ ένα νέο ευρωπαϊκό πο­λυεθνικό κράτος του τύπου Ηνωμένου Βασιλείου (Αγγλίας-Σκοτίας-Ιρλανδίας), κάτι που ακόμα δεν ανιχνεύεται ως κυρίαρχη τάση, η βασική δομή της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας που προκύπτει από τη συνάρθρωση κοινωνικών σχηματισμών δεν μεταβάλλεται.

17.Οι χώρες αυτές είναι σήμερα κατά κύριο λόγο εκείνες που απαρτίζουν το G7, μαζί με κάποιες «ισχυρές δυνάμεις» όπως η Ρωσία αλλά και η Κίνα, καί­τοι, βέβαια, τουλάχιστον η τελευταία δεν μπορεί να καταταγεί στις αναπτυγ­μένες καπιταλιστικές χώρες.

18.Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το χαρακτήρα των καθε­στώτων αυτών και της δυναμικής της αποδιάρθρωσης τους βλ. Bettelheim (1975).

19.Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα στο ζήτημα αυτό είναι η ανάλυση του Eiken-berg(1983).

20.Βλ. Bond/Chitonge/Hopfmann (2006).

21.Ενδιαφέρουσα στο σημείο αυτό είναι η ανάλυση του Tibi (1973), κυ­ρίως για τις αραβικές και μουσουλμανικές χώρες.

22. Βλ., για παράδειγμα, την ανάλυση του Menzel (1985α, |985β) σχετικά με τις Νέες Βιομηχανικές Χώρες της Ν. Α. Ασίας.

23. Βλ. Pijl (2006: 400).

24. Βλ. σχετικά Sakellaropoulos/Sotiris (2008).

25. Το 2004, μετά το δημοψήφισμα για την επανένωση της Κύπρου με βάση το «Σχέδιο Ανάν» του ΟΗΕ, το οποίο και υπερψηφίστηκε από την τουρ­κοκυπριακή κοινότητα, ο «Οργανισμός της Ισλαμικής Διάσκεψης» (OIC) ανα­βάθμισε την εκπροσώπηση της τουρκοκυπριακής κοινότητας στον Οργανι­σμό, την οποία μέχρι τότε αναγνώριζε ως «μωαμεθανική κοινότητα-παρατη-ρητή», σε «τουρκοκυπριακό κράτος-παρατηρητή». Η εξέλιξη αυτή ελάχιστα αλλάζει βέβαια το διεθνοπολιτικό στάτους της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βό­ρειας Κύπρου». Αυτή εξακολουθεί ν’ αποτελεί ένα κρατικό μόρφωμα χωρίς διεθνή αναγνώριση.

Advertisements
Posted in: Uncategorized