Can you hear me? _ θα έρθει η μέρα που η «νομιμότητα» του ανταγωνισμού τους δεν θα είναι παρά ένα άσχημο όνειρο

Posted on 28 Αὔγουστος 2012

0



Can you hear me? _ θα έρθει η μέρα που η «νομιμότητα» του ανταγωνισμού τους δεν θα είναι παρά ένα άσχημο όνειρο

by enfantdelarage

 

[με αφορμή την εισβολή των Ματ στη δημοτική αγορά της Κυψέλης]

Η εισβολή των Ματ με εντολή της δημοτικής αρχής στην κατειλημμένη αγορά της Κυψέλης, ξημερώματα 18 Αυγούστου,  αποτελεί συνέχεια μιας προσπάθειας απονέκρωσης όλων εκείνων των τόπων που καταφέρνουν να αμφισβητήσουν έμπρακτα το δικαίωμα του συστήματος να ορίζει και να διαχειρίζεται το χώρο προς όφελός του. Είναι η ίδια δημοτική αρχή που θέλει πάγια να απαγορεύσει τις διαδηλώσεις και προσπαθεί με ωμή καταστολή να διαλύσει το συγκεντρωμένο κόσμο. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που κόβουν το νερό στα πάρκα της πόλης, όπως αυτό στη συμβολή των οδών Κύπρου και Πατησίων, επειδή ο αγώνας των κατοίκων δεν τους αφήνει να το ισοπεδώσουν για να κάνουν τις επιχειρηματικές μπίζνες τους. Είναι τέλος οι ίδιοι άνθρωποι που κυνηγάνε τους άστεγους και καταστέλλουν κάθε κοινωνική ομάδα που τους «χαλάει» την επιμελώς καλλιεργούμενη εικόνα της πόλης (πογκρόμ μεταναστών, εκκενώσεις καταλήψεων κ.λπ.)

Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή μάλιστα, που η εκμαίευση της κοινωνικής συναίνεσης καθίσταται περισσότερο δύσκολη, η αμφισβήτηση του δοσμένου μοντέλου συγκρότησης του χώρου αποτελεί μεγαλύτερο κίνδυνο για την κυριαρχία και τη διατήρηση της κοινωνικής σταθερότητας. Οι χρήστες της ανοιχτής δημοτικής αγοράς ξαναέδωσαν ζωή σ’ αυτό το χώρο μετά από πολυετή εγκατάλειψη. Συγκροτούν μια αντιεμπορευματική λογική για τη λειτουργία του και προτείνουν τη συντροφικότητα, την αλληλεγγύη, την αντιιεραρχία, την αυτοοργάνωση. Αψηφούν στην πράξη όσους προβάλλουν μια λογική ιδιοκτησίας της πόλης και του δημόσιου χώρου, όλους αυτούς που τον κατασκευάζουν οικονομικά και πολιτικά και προσπαθούν να τον νομιμοποιήσουν κοινωνικά και να τον αναπαράγουν. Τα τελευταία έξι χρόνια, που ο χώρος λειτουργεί, έχει φιλοξενήσει εκατοντάδες εκδηλώσεις, εκθέσεις και προβολές, συνελεύσεις εργαζομένων και τοπικών κινήσεων. Εκεί γίνονται μαθήματα ελληνικών σε μετανάστες, λειτουργεί δανειστική βιβλιοθήκη και αγορά βιοκαλλιεργητών.

Όλα τα παραπάνω ενοχλούν. Ενοχλούν γιατί αποτελούν εικόνες πολιτικών, κοινωνικών, πολιτιστικών και όποιων άλλων διεργασιών, εικόνες συνεύρεσης των από κάτω ανεξάρτητα από τη γλώσσα που μιλούν ή τον τόπο που γεννήθηκαν, εικόνες αντίστασης. Ενοχλούν επίσης γιατί αποτελούν τροχοπέδη στα σχέδια που εκπονεί το δημοτικό συμβούλιο για την «αξιοποίηση» του χώρου, απονομιμοποιούν την ανταγωνιστικότητα στην πράξη, αδιαφορούν για τις ανάγκες της αγοράς. Όσα σχέδια όμως και αν κάνουν το δημοτικό συμβούλιο και οι λοιποί κρατικοί φορείς, όσες προφάσεις και αν επικαλεστούν, όσες δυνάμεις καταστολής και αν επιβάλλουν, δεν μπορούν να ξεριζώσουν την αντίσταση. Κι αυτό γιατί η αλληλεγγύη, μια λέξη που ανθίζει σ’ αυτούς τους τόπους, είναι ένα όπλο πιο ισχυρό από όλες τις αστυνομικές δυνάμεις του κόσμου. Όσο λοιπόν οι επιθέσεις του κρατικού μηχανισμού οξύνονται οι αυτοδιαχειριζόμενοι χώροι θα πολλαπλασιάζονται, θα γίνονται πιο βαθιές πληγές για αυτούς που κόβουν την πόλη σε φιλέτα, την πουλούν και την αγοράζουν, και προσπαθούν να μας πείσουν ότι πρόκειται για ένα τεχνικό ζήτημα.

Το ζήτημα του χώρου όμως δεν είναι τεχνικό αλλά πολιτικό. Όχι επειδή μπορούμε να το εξετάσουμε «και έτσι», αλλά επειδή αυτή είναι η κυρίαρχη διάσταση του. Επειδή φανερώνει στιγμές ενός διαρκούς κοινωνικού και ταξικού πολέμου και επειδή συγκροτείται και εξελίσσεται με τη λογική της μέγιστης κερδοφορίας για το κεφάλαιο. Η οργάνωση του χώρου στον καπιταλισμό καθρεφτίζει ένα σύνολο σχέσεων εξουσίας και στοχεύει στην αναπαραγωγή τους, τόσο μέσα από την επικράτηση της κυρίαρχης κουλτούρας, όσο και από την επιδίωξη του μέγιστου δυνατού κέρδους. Ολόκληρη η πόλη οριοθετείται γύρω από την κίνηση του εμπορευματικού και χρηματιστηριακού κεφαλαίου και γύρω από τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ αυτού και του εργατικού δυναμικού, με άξονα την καλύτερη οργάνωση των δικτύων παραγωγής και την μέγιστη κερδοσκοπία πάνω στη γη. Για να συμβεί αυτό, το κτηματομεσιτικό και κατασκευαστικό κεφάλαιο προωθούν την απαξίωση ολόκληρων περιοχών, αγοράζουν σε χαμηλές τιμές και περιμένουν τις ιδανικές συνθήκες εκμετάλλευσης. Το κράτος, αρωγός σε τέτοιες κινήσεις, αλλάζει  το χαρακτήρα ολόκληρων περιοχών την  κατάλληλη στιγμή μέσω κοινωνικών αποκλεισμών ολόκληρων ομάδων και μέσω αναπλάσεων, και άλλων πολεοδομικών σχεδιασμών. Έτσι λαμβάνει χώρα μια διαδικασία που ονομάζεται gentrification (στα ελληνικά εξευγενισμός), που ετυμολογικά ορίζεται ως η εγκατάσταση ανώτερων κοινωνικών τάξεων (gentry) σε υποβαθμισμένες περιοχές την πόλης, εκτοπίζοντας την ίδια στιγμή τους παλιούς κατοίκους.

Ο σχεδιασμός του χώρου λοιπόν δεν είναι μια ουδέτερη διαδικασία, αλλά υλοποιεί συγκεκριμένες ταξικές στρατηγικές : καθορίζεται όχι από την προφασιζόμενη χρήση του, αλλά από τη δυνατότητα εμπορικής εκμετάλλευσης του, αύξησης της επιχειρηματικότητας  και προσέλκυσης νέων εμπορικών χρήσεων, στοχεύει στον περιορισμό της πολιτικής αμφισβήτησης και σε έναν διαρκή έλεγχο και ,τέλος, σχεδιάζεται για να επανακατοικηθεί. Ο δημόσιος χώρος, από αυτονόητο δικαίωμα γίνεται ταξικό προνόμιο, νοείται ως ένας χώρος κατανάλωσης αγαθών. Ο χρήστης του, πέρα από την ιδιότητα του καταναλωτή πρέπει να μην λειτουργεί αντιθετικά με τη νέα αισθητική του χώρου ως επιχειρηματικού πόλου και να φανερώνει μια ταυτότητα μη σύγκρουσης με την εξουσία και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς. Όσοι δεν πληρούν τα παραπάνω κριτήρια, όσοι δεν έχουν τη δυνατότητα να καταναλώσουν, οι τοξικοεξαρτημένοι, οι μετανάστες ή οι άστεγοι, θα πρέπει να εξαφανιστούν από τη δημόσια σφαίρα, να γίνουν κοινωνικά αόρατοι. Δεν φτάνει δηλαδή που οι μετανάστες, οι σύγχρονοι φτωχοδιάβολοι, κάνουν δουλειές  που οι έλληνες έχουν από καιρό απαρνηθεί, σε καθεστώς απόλυτης εκμετάλλευσης από τα ντόπια αφεντικά τους, ενοχλεί ακόμη και η συνύπαρξη μαζί τους στο δημόσιο χώρο, ενοχλεί η ανοιχτή πόρτα μιας παιδικής χαράς και για τα δικά τους παιδιά.

Ειδικά σήμερα όμως, είναι ακόμη μεγαλύτερη υποκρισία να προσποιούμαστε ότι η συζήτηση για το χώρο της πόλης γίνεται στο κενό, αφού σε καιρό κρίσης η πόλη διαρθρώνεται κατεξοχήν έτσι ώστε να αποτελέσει πεδίο ανάκαμψης για το κεφάλαιο. Η συζήτηση για τον εξωραϊσμό του αθηναϊκού κέντρου, με σημειακές παρεμβάσεις αλλά και πεζοδρομήσεις κεντρικών δρόμων αποκτά βαρύνουσα σημασία, ακόμα και εάν το κράτος και οι ιδιώτες καπιταλιστές αντιλαμβάνονται πια πως η κοινωνική σύνθεση έχει αλλάξει σε τέτοιο βαθμό που δεν θα είναι εύκολο να εξοβελίσουν τις κοινωνικές αντιθέσεις από το αστικό περιβάλλον στο οποίο παρεμβαίνουν,  μετατοπίζοντάς τες σε μια διπλανή περιοχή ή κρύβοντας τες κάτω από το χαλί. Πέρα από αυτό, η συζήτηση για την πόλη δεν γίνεται στο κενό τη στιγμή που αδόμητοι χώροι από τους μεγαλύτερους του λεκανοπεδίου, που θα μπορούσαν δυνητικά να αποτελέσουν χώρους πρασίνου, 6000 στρέμματα του πρώην αεροδρομίου του ελληνικού και άλλα 660 στρέμματα της λιμενοβιομηχανικής ζώνης Δραπετσώνας – Κερατσινίου (πρώην λιπάσματα), βρίσκονται στο επίκεντρο των κρατικών σχεδιασμών για την εμπορική αξιοποίησή τους. Όταν τέλος, έχει συσταθεί το «ταμείο διαχείρισης δημόσιας περιουσίας», μια ανώνυμη εταιρία που χρηματοδοτείται από το δημόσιο προκειμένου να απαλλοτριώσει δημόσιο χώρο και να τον παραδώσει στα άμεσα συμφέροντα του κεφαλαίου ,και έχουν περιέλθει ήδη στην κατοχή του λιμάνια, δρόμοι και αεροδρόμια. Συγκεκριμένα, έχουν περιέλθει ήδη στην κατοχή του οι οργανισμοί λιμένος Πειραιώς και Θεσσαλονίκης  κατά 23 %, ενώ έχει πια  η εταιρία αυτή την κυριότητα σε απόλυτο βαθμό των λιμανιών της Ελευσίνας, του Λαυρίου, της Ηγουμενίτσας, της Αλεξανδρούπολης, του Βόλου, της Καβάλας, της Κέρκυρας, της Πάτρας, της Ραφήνας και του Ηρακλείου, μεγάλους αυτοκινητόδρομους, τη γέφυρα Ρίου – Αντιρρίου και όλα τα αεροδρόμια. Με τη σύσταση δε αυτού του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, οι αυταπάτες για το σχεδιασμό της πόλης κατά τέτοιο τρόπο που θα εξυπηρετείται το κοινό καλό διαλύονται ακόμη και για τον πιο αφελή παρατηρητή, αφού ορίζεται ότι με ένα απλό προεδρικό διάταγμα οι χρήσεις γης και οι όροι δόμησης μπορούν να καθορίζονται ή να αλλάζουν αυθαίρετα, για να εξυπηρετήσουν κατά το βέλτιστο τρόπο τους επενδυτές. Τέλος , προβλέπονται ήδη συμβάσεις παραχώρησης αιγιαλών ή παραλίας για αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση. Αλλάζει δηλαδή άρδην ο χαρακτήρας όλων των χώρων που εννοούμε δημόσιους, αποκτούν κατεξοχήν επενδυτικό προορισμό και δεν αποδίδονται κατ’ οποιονδήποτε τρόπο στην κοινή χρήση.

Είναι τέλος υποκρισία, όταν μιλάμε για το δημόσιο χώρο, να προσποιούμαστε ότι αγνοούμε την εξέγερση του Δεκέμβρη, τις μεγάλες πολιτικές κινητοποιήσεις των τελευταίων μηνών και τους δεκάδες νεοσύστατους χώρους πολιτικής αμφισβήτησης, ότι αγνοούμε δηλαδή βασικές αρχές πολιτικής οικονομίας και αποσιωπούμε τις ταξικές αντιθέσεις που εκδηλώνονται στο χώρο και την καθημερινότητα μας. Ο σχεδιασμός του χώρου, περισσότερο από ποτέ, στοχεύει στην αποδυνάμωση κάθε συλλογικής πρακτικής διαχείρισης του από τους χρήστες, αλλά και στη νομιμοποίηση της καταστολής, εξυπηρετεί ένα μοντέλο όπου η καταστολή έχει δικαίωμα να γενικεύεται και να παγιώνεται. Όλες οι νέες μορφές κοινωνικού έλεγχου νομιμοποιούνται μέσω της έννοιας της ασφάλειας και μιας γενικευμένης κατάστασης εξαίρεσης, ενώ παράλληλα το κράτος προτάσσει μορφές έλεγχου με προδραστικό περιεχόμενο : η φυσική παρουσία και  έκφραση ελέγχονται διαρκώς και ένας τεράστιος αριθμός μηχανημάτων χρησιμοποιείται για την επιτήρηση χώρων, δράσεων και ατόμων.

Ξεριζώνοντας ότι λεηλατεί τις ζωές μας _ οικοδομώντας δίκτυα αντίστασης και αλληλεγγύης

 [πάρκο Ναυαρίνου, εξάρχεια, Αθήνα, Μάρτιος 2009]

Η πόλη όμως δεν είναι στατικός χώρος αλλά προϊόν συγκρουόμενων κοινωνικών ταυτοτήτων, χρωματίζεται από τους κοινωνικούς αγώνες. Πέρα από την ωμή πραγματικότητα της εξαθλίωσης, των πογκρόμ, των σπιτιών χωρίς ρεύμα και της φασιστικής βίας, η πόλη κυοφορεί και έναν ισχυρό μηχανισμό αντεπίθεσης και γεννά τόπους όπου η καπιταλιστική εκμετάλλευση δεν χωράει, ένα δίκτυο από τόπους αντίστασης και συλλογικής αυτοάμυνας. Υπάρχει δηλαδή μια κοινωνική παραγωγή αντιεμπορευματικού δημόσιου χώρου χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς, που αποδίδεται εξαρχής στην κοινή χρήση και διαχείριση με αποφάσεις ανοιχτών συνελεύσεων. Είναι τόποι ανασύστασης της γειτονιάς, φιλοξενούν εκθέσεις, προβολές, θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, παιχνίδια για τα παιδιά, δράσεις αλληλεγγύης, συλλογικές κουζίνες, εργαστήρια και ότι άλλο αποφασίσουν οι χρήστες τους, προτείνουν έναν τρόπο αντιιεραρχικής οργάνωσης της ζωής μακριά από λογικές ιδιοκτησίας  του χώρου που προασπίζονται και λειτουργούν. Παρά τις προσπάθειες διάλυσης κάθε συλλογικής πρακτικής μέσα στην πόλη, τέτοιες διεργασίες αποκαλύπτουν ένα ριζοσπαστικό χαρακτήρα απόδοσης νοήματος στους υλικούς σχηματισμούς που την ορίζουν και μια πολιτική τοποθέτηση αντιδιαμετρικά απέναντι στους μηχανισμούς που μας επιβάλλουν τις νέες συνθήκες κοινωνικής εξαθλίωσης.

enfantdelarage  (τέλος α΄μέρους)

 

By selana019 
Posted in: Uncategorized