ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ: Η νέα ιερά εξέταση, βιο-κοινωνικός έλεγχος και η υπέρτατη καταστολή

Posted on 31 Αὐγούστου 2012

1


ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ: Η νέα ιερά εξέταση, βιο-κοινωνικός έλεγχος και η υπέρτατη καταστολή

από okuperro 18:59, Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

 

Είναι η προσωπική μου ιστορία και οπτική απέναντι στην ψυχιατρική η οποία βγαίνει μέσα από την εμπειρία που πέρασα και ύστερα από διεξοδική μελέτη των στοιχείων. Τίποτα από όσα λέω δεν είναι αστήρικτο ή ψευδές.

“…μα δε μασάω, ούτε και καταπίνω χάπια

σκατοκουφάλες γιατροί, αφήστε ρε τα σάπια!”

[βαβυλώνα – δωμάτιο με θέα]

 

Όπως αποδείχτηκε αργότερα, φυσικά και δεν ήταν “μια ανίατη διαταραχή του εγκεφάλου σε βιολογικό επίπεδο” αυτό που μου συνέβη τότε, το Νοέμβρη του 2011. Ήταν απλά μια έντονη ψυχική/υπαρξιακή κρίση. Στους βάρβαρους καιρούς που ζούμε, όλοι οι άνθρωποι που δεν είναι αναίσθητοι μπορεί να το πάθουν. Ήταν που απλά είχα την ατυχία να χάσω τον σύντροφό μου σε ατύχημα το περασμένο καλοκαίρι και καθώς η ψυχή μου δε μπορούσε να αντέξει τον πόνο, βυθιζόμουν όλο και περισσότερο μέσα της. Εγώ το ήξερα ότι είμαι δυνατή και θα έβγαινα ακόμα δυνατότερη μετά απ’ αυτό. Όπως και έγινε, τελικά. Αυτοί όμως , οι “ειδικοί” και “προστάτες”, το είδαν αλλιώς στην πορεία. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι αυτό το μονοπάτι θα με οδηγούσε (με τη βία και παρά τη θέλησή μου) στα δίχτυα της -άκρως αρρωστημένης- ψυχιατρικής μαφίας.

Φταίει που έκανα τη μαλακία να γυρίσω στο πατρικό μου καθώς φοβόμουν ότι με παρακολουθούν (πολλοί μπάτσοι και άλλοι περίεργοι στους δρόμους εκείνες τις μέρες…). Φταίει πως είπα στους γονείς μου ότι φοβάμαι να βγω. Στέρηση εξόδου λοιπόν πρώτα από αυτούς, γιατί “έξω παραμονεύει ο κίνδυνος” και “ο κόσμος έχει γεμίσει αλήτες”. Να ‘ναι καλά τα ΜΜΕ που πλάθουν τόσο μα τόσο περίτεχνα τις συνειδήσεις της κάθε μικροαστικής οικογένειας!

Φταίει που άρχισα να καταστρέφω και να καίω σκληρούς δίσκους, λεφτά, ταυτότητες και λοιπά έγγραφα. Φταίει που άρχισα να βγάζω μανιωδώς τις ιδέες μου στους τοίχους του σπιτιού. Φταίει που σταμάτησα να κοιμάμαι. Ένιωθα πάρα πολλά και η σκέψη μου έτρεχε με την ταχύτητα του φωτός. Δεν ήταν πάντα μια ευχάριστη κατάσταση. Ήμουν σίγουρη ότι με παρακολουθούν μέσα από ηλεκτρονικές συσκευές και θέλουν να με εξοντώσουν. Παντού υπήρχαν σημάδια για τον επικείμενο θάνατο μου και την καταστροφή του κόσμου. Μες την απόγνωσή μου αναζήτησα το θεό. Εκεί να δεις γέλιο… Δεν είναι δύσκολο να φτιάξεις το θεό με το μυαλό σου. Το μόνο που χρειάζεσαι είναι μια δόση τρελής φαντασίας και μια δόση φόβου. Εγώ είχα μπόλικο και από τα δύο εκείνο τον καιρό…

Καθώς είχα το ακούραστο μάτι του μεγάλου αδελφού-θεού να διαβάζει τις σκέψεις μου 24 ώρες το 24ωρο νόμιζα ότι ζούσα τους χειρότερους εφιάλτες μου. Όμως δεν είχα δει ακόμα τίποτα…

Θα μπορούσα να γράψω πολλά για αυτήν κρίση που πέρασα και πόσο με βοήθησε τελικά να ανοίξω νέες πύλες αντίληψης και να έρθω συνειδητά σε επαφή με πράγματα που δεν ήξερα ότι υπήρχαν μέσα μου: κατάλοιπα του παρελθόντος που με παρασιτούσαν χρόνια, φόβους και βαθύτερες επιθυμίες. Αλλά δεν είναι αυτός ο σκοπός μου στο παρών κείμενο. Θέλω όμως να πω ότι αυτή η εμπειρία που για μένα ήταν ένα μεγάλο μάθημα ζωής -ίσως το μεγαλύτερο- και την εκλαμβάνω ως δώρο της φύσης γιατί μου φανέρωσε πολλούς κρυμμένους κόσμους, οι άλλοι, οι “ειδικοί” την ερμηνεύσανε με τον δικό τους τρόπο, εκμεταλλευόμενοι πάντα την -κρυμμένη πίσω από τη μάσκα της αντικειμενικής αλήθειας που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν- εξουσία που ασκεί ο δογματισμός της σύγχρονης επιστήμης. Μιας επιστήμης άπληστης, τεχνοκρατικής, που βαδίζει χέρι με χέρι με τον καπιταλισμό και τα κρατικά μέσα ελέγχου και καταστολής και που ασφαλώς δεν εξυπηρετεί ούτε τη γνώση ούτε τον άνθρωπο, αλλά συμφέροντα και σκοπιμότητες.

Αυτοί λοιπόν οι “ειδικοί”, οι ψυχίατροι, διέγνωσαν ότι πάσχω από μία σοβαρή και πολύ επικίνδυνη ασθένεια του εγκεφάλου, με εξίσου τρομακτικό όνομα που παραπέμπει σε μανιακούς δολοφόνους: “σχιζοφρένεια παρανοϊκού τύπου”. Η αλήθεια είναι ότι δεν υφίσταται καμία αντικειμενική μέθοδος διάγνωσης στην ψυχιατρική “επιστήμη”, δεν υπάρχει κανένα τεστ “τρέλας” (όπως υπάρχουν εξετάσεις για τις πραγματικές ασθένειες του σώματος), παρόλα αυτά η επίσημη διάγνωση γίνεται, και μόνο από την κρίση των γιατρών στα λίγα πρώτα λεπτά που θα σε κοιτάξουν! (Η “βίβλος” των ψυχιάτρων είναι τα διαγνωστικά εγχειρίδια DSM και ICD, τα οποία έχουν συνταχθεί από ψυχιάτρους σε συνεργασία με τις φαρμακοβιομηχανίες και περιλαμβάνουν εκατοντάδες “ψυχικές διαταραχές”. Ακόμα και η ντροπαλοσύνη υπάρχει εκεί μέσα με το πιασάρικο όνομα “κοινωνική φοβία”. Η “βίβλος” εμπλουτίζεται συνεχώς με νέες “διαταραχές” μέχρι να μας βγάλουν όλους “ψυχοπαθείς που χρειάζονται θεραπεία”. ‘Ηδη στις ΗΠΑ στιγματίζουν με διαγνώσεις και μπουκώνουν με ψυχοφάρμακα τα παιδιά που είναι ζωηρά, ανυπάκουα ή αφηρημένα) Τέλος πάντων… το χειρότερο είναι ότι αυτή η τελείως αυθαίρετη διάγνωση σε κυνηγάει μια ζωή, ο φάκελος σου φυλάσσεται στο αρχείο του νοσοκομείου και δεν καταστρέφεται ποτέ, και η σχιζοφρένεια θεωρείται ανίατη ασθένεια! Αυτό σημαίνει ότι μπορείς να καταλήξεις πολύ εύκολα σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής σου και πάλι στο τρελάδικο και τα ψυχοφάρμακα (φτάνει μια καταγγελία από συγγενείς ή γείτονες). Ακόμη και αν δεν παρουσιάζεις κανένα σύμπτωμα, οι γιατροί θεωρούν ότι ο εγκέφαλός σου κουβαλάει πάντα την διαταραχή και απλά δεν εκδηλώνεται. Συμπέρασμα: Αν είχες την ατυχία να σου φορέσουν την ταμπέλα του “επικίνδυνου σχιζοφρενή” ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ θα την φοράς μέχρι να πεθάνεις…

Και λέω με το νόμο γιατί σε σέρνουν κανονικά για ακούσια νοσηλεία στο τρελάδικο με εισαγγελική εντολή. Και δεν έχεις κανένα δικαίωμα σε αυτήν την περίπτωση να υπερασπιστείς τον εαυτό σου με κανέναν τρόπο. Από την στιγμή που θα βγει το ένταλμα και περάσεις την πόρτα του ψυχιατρείου πρέπει να ξεχάσεις τι θα πει ανθρώπινα δικαιώματα.

 

Ο πραγματικός εφιάλτης λοιπόν άρχισε μια νύχτα, όταν ο πατέρας μου, αφού έκανε ένα τηλεφώνημα, με έπιασε ξαφνικά και με καθήλωσε στο έδαφος κρατώντας μου τα χέρια πίσω. Εγώ χτυπιόμουν και τον ρωτούσα κλαίγοντας “γιατί μπαμπά μου το κάνεις αυτό?” αλλά αυτός δεν μου έλεγε τι συμβαίνει. Σε λίγη ώρα είχαν φτάσει δυο μπάτσοι στο σπίτι και με πήραν χωρίς δεύτερη κουβέντα, μαζί με τους γονείς μου, για να με πάνε στο νοσοκομείο. Ένιωθα ότι το τέλος μου είναι κοντά. Με είχε πιάσει πανικός και ήθελα να το σκάσω.

Στο νοσοκομείο (ΠΑΓΝΗ), με βάλανε σε ένα γραφείο με μια ψυχίατρο-ανακρίτρια να με ρωτάει διάφορα και να γράφει αναφορά σε ένα επίσημο χαρτί. Μου είπε ότι έπρεπε να μείνω στο νοσοκομείο το βράδυ. Μου έδωσε ένα χάπι και χωρίς να μου λέει τι είναι επέμενε να το πάρω. Το έβαλα στο στόμα μου αλλά το έφτυσα αμέσως. Μετά πήρα το χαρτί που έγραφε, το τσαλάκωσα και έτρεξα στην πόρτα. Εκλιπαρούσα τον κόσμο για βοήθεια αλλά κανείς δεν έδινε σημασία.

Με πιάσανε οι γονείς μου και με οδήγησαν συρτή στη ψυχιατρική μονάδα “βραχείας νοσηλείας”. Εκεί μου δώσανε με το ζόρι ένα χάπι και ‘γω το ξανάφτυσα και το ‘βαλα στα πόδια. Έτρεχα στους διαδρόμους αλλά δεν ήξερα προς τα που είναι η έξοδος.

Με ξανάπιασαν όμως και αυτή τη φορά με οδήγησαν στα “οξέα περιστατικά”. Μόλις πέρασα την πόρτα αυτής της μονάδας, η οποία άνοιγε με κωδικό ασφαλείας, ήξερα ότι “εδώ είναι φυλακή”. Με βάλανε να καθίσω σε μια καρέκλα στο δωμάτιο των νοσηλευτών. Είχα απέναντι μου τρία άγνωστα άτομα που με κοίταζαν λες και είμαι κάτι το αξιοπερίεργο και γελούσαν, την ίδια στιγμή που κάποιοι άλλοι μου αφαιρούσαν σε χρόνο ντε-τε τα κοσμήματα και τα κορδόνια των παπουτσιών. Όλα γίνονταν τόσο γρήγορα και κανείς δε μου έλεγε για πιο λόγο βρίσκομαι εκεί και γιατί συμβαίνει ότι συμβαίνει.

Μου ‘δώσαν κι άλλο χάπι. Εγώ αρνήθηκα να το πάρω και έκανα να σηκωθώ. Τότε με έπιασαν δύο νοσηλευτές και με πήγαν σε ένα άδειο δωμάτιο με βαριές πόρτες, την απομόνωση. Εκεί αφού με καθήλωσαν στο έδαφος, μου κατέβασαν το παντελόνι και μου καθίσαν μια ένεση. Με άφησαν εκεί κλειδωμένη για το υπόλοιπο της νύχτας, ενώ με παρακολουθούσαν μέσα από τις δύο(!) κάμερες που είχε το δωμάτιο. Κουλουριάστηκα σε μια γωνιά και σοκαρισμένη έκλαιγα ασταμάτητα, μέχρι που άρχισαν να δρουν τα ισχυρά ηρεμιστικά της ένεσης και κοιμήθηκα.

Όσο είσαι στο ψυχιατρείο κανείς δε σου λέει τι έχεις και γιατί βρίσκεσαι εκεί, ούτε πόσο καιρό θα κάτσεις μέσα. Εγώ έμαθα για τη “διάγνωση” που μου κάνανε μετά που πήρα εξιτήριο.

Η εικόνα που βλέπει κανείς μέσα στο ψυχιατρείο είναι τραγική. Ανθρώπους όλων των ηλικιών, από παιδάκια μέχρι γέρους, να σέρνονται στους διαδρόμους. Άλλοι κοιτούν στο κενό, άλλοι καπνίζουν ασταμάτητα, άλλοι μιλούν μόνοι τους και άλλοι κείτονται όλη μέρα στο κρεβάτι. Σε άλλους τους τρέχουν τα σάλια, σε άλλους τους τρέμουν τα χέρια. Οι περισσότεροι δεν μιλούν καθόλου, άλλοι φαίνεται να λένε ασυναρτησίες. Κανείς δεν ξέρει τι κόλαση περνά ο καθένας από αυτούς μέσα του. Κι ούτε ενδιαφέρεται να μάθει. Το μόνο που κάνουν οι νοσηλευτές είναι να δίνουν τα χάπια και να σιγουρευτούν ότι τα έχεις καταπιεί (έπρεπε να ανοίγω κάθε φορά το στόμα μου και να με ελέγχουν), να παίρνουν την πίεση του κάθε ασθενή δυο φορές τη μέρα, να παρακολουθούν τι παίζει στους θαλάμους από το κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης με τις κάμερες, να συμπληρώνουν τους φακέλους των ασθενών και ένα τετράδιο που έγραφε απέξω “λογοδοσία οξέων” (πολύ ψαρωτικό – στην αρχή νόμιζα ότι είναι όλοι τους ασφαλίτες) και να απειλούν τους ασθενείς με ενέσεις, καθηλώσεις και απομόνωση όποτε κάποιος αρνείται να ακολουθήσει τις εντολές τους ή έχει “υπερδιέγερση”. Τα “θεραπευτικά” αυτά μέσα δε διστάζουν καθόλου να τα εφαρμόσουν στην πράξη.

 

Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια φορά που είχαν κλείσει μια γιαγιά στην απομόνωση. Η καημένη φώναζε “βγάλτε με από δω, θα πεθάνω!”. Δεν άντεχα και πήγα να της ανοίξω το σύρτη. Με κατάλαβαν όμως και με πήγαν δια της βίας στο κρεβάτι μου. Μια νοσοκόμα έφερε τους ιμάντες και με δέσανε στο κρεβάτι, χέρια και πόδια. Καθώς με δένανε τους έβριζα και η νοσοκόμα θεώρησε ότι το πιο σωστό είναι να μου χώσει ένα μαξιλάρι στα μούτρα και να το πιέσει για να με κάνει να σκάσω. Με αφήσανε δεμένη για το υπόλοιπο της νύχτας μέχρι το πρωί. Αναγκάστηκα να ουρήσω στο κρεβάτι.

‘Ενα βράδυ που ήμουν ταραγμένη και ανήσυχη με ‘βάλαν σε ένα γραφείο με μια γιατρό, μια νοσοκόμα και μια μαθητευόμενη. Με κοιτούσαν όλες τους με κάτι φάτσες μεταξύ οίκτου και αηδίας. Η γιατρός με ρώτησε αυστηρά τι συμβαίνει και ‘γω της είπα κάτι σαν “ξέρεις… η αληθινή ελευθερία δεν πωλείται”. Τότε η νοσοκόμα μου έδωσε κάτι χάπια. Εγώ αρνήθηκα να τα πάρω και ακολούθησε το γνωστό τελετουργικό: ένεση-απομόνωση μέχρι το πρωί. Θυμάμαι ότι εκείνη τη φορά χτυπούσα το κεφάλι μου στον τοίχο ίσως και μισή ώρα (ήθελα να τους δείξω ότι μπορώ να κάνω κακό στον εαυτό μου αν το ήθελα) και κάποια στιγμή αναγκάστηκα να ουρήσω στο πάτωμα. Σίγουρα με παρακολουθούσαν από τις κάμερες (πάντα ήταν κάποιος μπροστά στην οθόνη) αλλά δεν έκαναν τίποτα.

‘Ηταν και μια γιαγιά στο θάλαμο τελείως ανήμπορη που την είχαν δεμένη στο κρεβάτι για μέρες.

‘Ηταν και μια γαλλιδούλα που τα ‘χε τελείως χαμένα. Κανείς από τους νοσηλευτές δε μιλούσε γαλλικά. Τη δένανε την καημένη συνέχεια και την έκλειναν μέρα παρά μέρα στην απομόνωση.

Αυτό που μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση στον ένα μήνα που έκατσα εκεί μέσα ήταν ότι ποτέ δεν είδα να χρησιμοποιούν αυτά τα βίαια κατασταλτικά μέσα σε κάποιον άντρα, παρόλο που συχνά κάποιοι ήταν επιθετικοί απέναντι σε άλλους ασθενείς.

Μια φορά ένας μεσήλικας με είχε στριμώξει και με πασπάτευε (εγώ ήμουν τελείως άβουλο ον από τα φάρμακα) και παρόλο που ήταν ένας νοσηλευτής μπροστά και είδε την φάση δεν του είπε τίποτα.

Επίσης όταν έκανα μπάνιο έπρεπε να έχω ανοιχτή την πόρτα και μπαίνανε μέσα οι νοσηλευτές και κοιτούσαν. Μετά μου δίνανε να φοράω κάτι άθλια ρούχα και ήμουν σαν τον παλιάτσο.

Μιλάμε για πλήρη εξαθλίωση και εκμηδενισμό του ατόμου. Οποιοσδήποτε και να έμπαινε εκεί μέσα, και τρελός να μην ήταν σίγουρα θα κατέληγε τρελός.
Αυλή δεν υπήρχε. Μόνο ένας μικρός εξωτερικός χώρος τον οποίο μας ανοίγανε κάθε 2 βδομάδες για λίγα λεπτά, έτσι για να μη λένε ότι μας έχουν συνέχεια κλεισμένους μέσα.
Δεν έχω μπει ποτέ στη φυλακή, αλλά αυτό το μέρος δε διέφερε και πολύ. Τουλάχιστον στην φυλακή δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τη σκέψη και τα συναισθήματα ούτε μπορούν να διαταράξουν τη φυσιολογική λειτουργία του σώματος με τον ύπουλο τρόπο που το κάνουν στα ψυχιατρεία.

 

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί οι ψυχοπαθείς μοιάζουν να κινούνται σαν ζόμπι και κάνουν περίεργες κινήσεις? Ε λοιπόν είναι γιατί λειτουργούν -κυριολεκτικά- μόνο με το μισό τους εγκέφαλο, λόγω του κοκταίηλ ψυχοφαρμάκων που αναγκάζονται να παίρνουν καθημερινά. Τα λεγόμενα αντιψυχωσικά φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη “θεραπεία” κάποιων ψυχικών διαταραχών είναι χημικές ουσίες που στοχεύουν στους υποδοχείς της ντοπαμίνης στον εγκέφαλο και αναστέλλουν τη δράση τους (οι ψυχίατροι πιστεύουν -χωρίς να έχουν βέβαιες αποδείξεις- ότι οι ψυχωσικές διαταραχές οφείλονται σε υπερβολική “κίνηση” της ντοπαμίνης σε κάποιες περιοχές του εγκεφάλου – μια εντελώς μηχανιστική θεώρηση της ψυχής και του νου, άλλα έτσι έχουν μάθει να σκέφτονται αυτοί οι άψυχοι άνθρωποι…). Στην πραγματικότητα, αυτές οι ουσίες που χορηγούνται στα ανυποψίαστα θύματα μπλοκάρουν επιπλέον και άλλους νευροδιαβιβαστές του εγκεφάλου, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πάρα πολύ έντονα ψυχοσωματικά προβλήματα κατά τη χρήση τους. Δεν είναι τυχαίο που τα αντιψυχωσικά χαρακτηρίζονται σαν “χημική λοβοτομή” – αυτό ακριβώς είναι.

Μετά από πολλές δοκιμές, η τελική μου “θεραπεία” αποτελούνταν από τρία φάρμακα: δύο αντιψυχωσικά (Λεπονέξ, Σολιάν) και ένα αντικαταθλιπτικό (Εσιταλοπράμη). 7 μήνες έπαιρνα τα χάπια. 7 κενοί βασανιστικοί μήνες κλεισμένη, πρώτα στο ψυχιατρείο και μετά στο πατρικό σπίτι. Ο γιατρός είχε πει ότι η θεραπεία θα διαρκέσει τουλάχιστον 3 χρόνια. Αυτό βέβαια μόνο θεραπεία δεν ήταν. Ήταν ένα καθημερινό ταξίδι στην κόλαση: Ένιωθα ότι μου έχουν γαμήσει το μυαλό, ότι έχουν βιάσει το βαθύτερο είναι μου. Δεν είχα ψυχή, ήμουν μόνο ένα άδειο κουφάρι που σερνόταν. Έψαχνα να βρω το λευτεράκι μέσα μου, κι όσο κι αν έψαχνα, λευτεράκι δεν έβρισκα. Είχα πάντα μια κενή έκφραση στο πρόσωπο και δεν ένιωθα κανένα συναίσθημα, ούτε χαρά, ούτε λύπη, τίποτα. Μόνο καμιά φορά όταν άκουγα τους άλλους να γελούν ένιωθα μίσος και άρρωστη ζήλια, αισθήματα τα οποία δεν είχα ξανανιώσει ποτέ πριν στη ζωή μου. Κάθε τι ανθρώπινο μέσα μου είχε πεθάνει. Πολλές φορές φαντασιωνόμουν ότι πέφτω από την ταράτσα του σπιτιού. Άλλες φορές κλεινόμουν στο μπάνιο και σκεφτόμουν πιο χημικό καθαριστικό να πιω για να πεθάνω. Μια άλλη φορά κρατούσα επί μισή ώρα ένα μαχαίρι μπροστά στη κοιλιά μου και σκεφτόμουν “το χώνω, δε το χώνω…” (αργότερα έμαθα ότι οι αυτοκτονικές τάσεις οφείλονταν στο αντικαταθλιπτικό, κι αν σας φαίνεται αυτό παράξενο υπάρχουν στο ίντερνετ πολλές έρευνες και προσωπικές ιστορίες που το αποδεικνύουν. Πολλά από τα μακελειά που έχουν γίνει σε σχολεία στις ΗΠΑ με εφήβους να γαζώνουν συμμαθητές και δασκάλους και μετά να αυτοκτονούν, έχουν κάτι κοινό: τα άτομα αυτά έκαναν χρήση αντικαταθλιπτικών). Κοιμόμουν 15 ώρες τη μέρα και είχα έντονους εφιάλτες. Από τη στιγμή που ξυπνούσα τριγύριζαν παρανοϊκές σκέψεις στο μυαλό μου και δε μπορούσα να ηρεμήσω, παρόλο που φαινόμουν να είμαι σε πλήρη καταστολή. Κατά τα άλλα πλήρης απάθεια. Ακολουθούσα άβουλα κάθε εντολή που μου έδιναν οι γονείς μου. Δε μπορούσα να μιλήσω και απαντούσα μονολεκτικά σε ερωτήσεις. Δε μπορούσα να δω ταινίες ή να διαβάσω βιβλία γιατί με αναστάτωναν. Δε μπορούσα να ζωγραφίσω γιατί το χέρι μου έτρεμε. Δε μπορούσα να γράψω τίποτα γιατί δεν είχα καμία δημιουργικότητα. Ήμουν όλη μέρα στο κρεβάτι και έπαιζα ηλίθια παιχνίδια στον υπολογιστή για να ξεχνιέμαι και να μη σκέφτομαι, γιατί ένιωθα πως οι άλλοι μπορούσαν να διαβάσουν τη σκέψη μου. Ένιωθα πάντα κουρασμένη. Με έπιανε λιποθυμία όταν σηκωνόμουν. Κάποιες φορές είχα ταχυπαλμία, με έλουζε ιδρώτας και είχα απίστευτη ανεξήγητη ψυχοσωματική ανησυχία. Όταν περπατούσα είχα κενά συνείδησης, σαν να έσβηναν όλα ξαφνικά για ένα δευτερόλεπτο, και γι’ αυτό απέφευγα τις βόλτες. Αυτό συνέβαινε και όταν καθόμουν, οπότε σχεδόν έπεφτα από την καρέκλα. Μου τρέχανε τα σάλια. Είχα θαμπή όραση. Ακούσιες απότομες κινήσεις σε χέρια, πόδια και συσπάσεις στο πρόσωπο. Καταναγκαστικές συμπεριφορές. Και το πιο ενοχλητικό όλων, που το είχα σε μόνιμη βάση – η “ακαθησία”: όταν ήμουν ακίνητη είχα την ακατανίκητη αίσθηση ότι θέλω να κουνήσω τα πόδια μου, αλλά μόλις έκανα μερικά βήματα ήθελα πάλι να μείνω ακίνητη (οπότε δεν ησύχαζα ποτέ – δε μπορώ να περιγράψω με λόγια το πόσο άβολη και πέραν του φυσιολογικού ήταν αυτή η αίσθηση, μόνο όσοι παίρνουν αυτά τα δηλητήρια μπορούν να έχουν μια ιδέα περί τίνος πρόκειται…). Μια φορά τη βδομάδα έπρεπε να κάνω εξετάσεις αίματος, καθώς ένα από τα φάρμακα που έπαιρνα ήταν τοξικό για το μυελό των οστών. Το έντερο μου είχε παραλύσει τελείως και αναγκάστηκα να παίρνω άλλο ένα φάρμακο για να μπορώ να ενεργούμαι. Επίσης νεκρώθηκα σεξουαλικά και πήρα 20 κιλά. Συμπέρασμα: οι παρενέργειες των φαρμάκων ήταν για μένα τρισχειρότερες από την ψύχωση, αλλά εφόσον φαινόμουν ήρεμη και υπάκουη όλα πήγαιναν καλά για τους “άλλους”.

 

Δε την πάλευα καθόλου, αλλά φοβόμουν ότι αν σταματήσω τα φάρμακα θα έχω υποτροπή της ψύχωσης, όπως μου έλεγαν, και θα με ξανακλείσουν στο ψυχιατρείο. Άρχισα να ενημερώνομαι για ότι αφορά νευροδιαβιβαστές, φάρμακα, παρενέργειες, προσωπικές ιστορίες ασθενών και εναλλακτικές θεραπείες. Ξαναδιάβασα όλα αυτά που είχα γράψει πριν με πάνε στο ψυχιατρείο (είχα φοβερή δημιουργικότητα όσο είχα την ψύχωση) και κατανόησα πότε και πως έχανα τη μπάλα τότε. Τελικά πάνω στους 7 μήνες αποφάσισα να κόψω τα φάρμακα και τα έκοψα μαχαίρι (αυτό ήταν λίγο τραβηγμένο και δεν το συνιστώ σε κανένα – το πιο ασφαλές είναι να γίνει σταδιακή μείωση των δόσεων των φαρμάκων). Αρχικά είχα κάποιες παρανοϊκές σκέψεις, άλλα επαναλάμβανα συνεχώς στον εαυτό μου “δύναμη!” και επέμενα στο να διαχωρίζω συνειδητά τη φαντασία από την πραγματικότητα όποτε αυτές μπερδεύονταν. Σε δύο μέρες είχαν φύγει τόσο οι αόρατες απειλες όσο και όλες οι βασανιστικές παρενέργειες των δηλητηρίων και δεν ξαναγύρισαν ποτέ. Είχα ξαναβρεί την υγεία μου, το σώμα μου ξανάρχισε να λειτουργεί κανονικά και το λευτεράκι επέστρεψε, πιο δυνατό και σοφό από ποτέ. Μόνο με την αυτογνωσία και τη δύναμη της θέλησης…

 

Συμπέρασμα: Τα ψυχοφάρμακα καταστέλλουν λειτουργίες του εγκεφάλου, δεν θεραπεύουν σε καμία περίπτωση. Και όχι μόνο δεν θεραπεύουν, αλλά βλάπτουν, και μάλιστα ανεπανόρθωτα πολλές φορές. Εγώ ήμουν τυχερή που κατάφερα να τα κόψω νωρίς. Αλλά γιατί οι περισσότεροι “ασθενείς” τείνουν να είναι χρόνια -ή ακόμα και ισόβια- ασθενείς? Ο φόβος της υποτροπής με το σταμάτημα της χρήσης των φαρμάκων δεν είναι αβάσιμος. Οι περισσότεροι που θα προσπαθήσουν να κόψουν τα αντιψυχωσικά θα έχουν υποτροπή των συμπτωμάτων της ψύχωσης. Δυστυχώς πολλοί άνθρωποι είναι ψυχικά αδύναμοι ή δεν βρίσκονται στο κατάλληλο περιβάλλον για να αντιμετωπίσουν αυτή την δυνατή εμπειρία μόνοι τους, και το ιδανικό γι’ αυτούς θα ήταν να λάβουν ουσιαστική βοήθεια από ευαίσθητους ανθρώπους ή θεραπευτές που χρησιμοποιούν εναλλακτικές μεθόδους και οι οποίοι αποφεύγουν διαγνώσεις που στιγματίζουν, ψυχοφάρμακα που δηλητηριάζουν και βίαιες μεθόδους καταστολής που τραυματίζουν ανεπανόρθωτα. Όλες οι εναλλακτικές μέθοδοι (όπως και η αυτοθεραπεία) έχουν τεράστια επιτυχία σε πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι είδαν τους εαυτούς τους να γίνονται καλά, και μάλιστα καλύτερα από όσο πριν την κρίση. Έτσι βλέπω και ‘γω την ψύχωση: σαν ένα σκαλοπάτι που πρέπει να ανέβει κανείς στην πορεία της ζωής για να πάει ψηλότερα. Δυστυχώς οι θεραπευτές αυτοί (κάποιοι από τους οποίους έχουν περάσει και οι ίδιοι ψύχωση και άρα ξέρουν καλά περί τίνος πρόκειται) είναι εξαιρετικά δυσεύρετοι και έτσι σχεδόν όλοι οι συνάνθρωποί μας που βρίσκονται σε κατάσταση κρίσης περνιούνται για τρελοί και καταλήγουν στα δίχτυα της συμβατικής ψυχιατρικής. Και έτσι και μπλέξεις με αυτούς τους ανίδεους, τους επικίνδυνα άσχετους γιατρούς, που κυριολεκτικά το μόνο που κάνουν είναι να συνταγογραφούν και να σου υπενθυμίζουν πόσο βαριά άρρωστος είσαι, άντε να βγεις από αυτό το λούκι. Το τραγικό είναι ότι όσο πιο πολύ καιρό παίρνει κάποιος φάρμακα, τόσο πιο δύσκολο είναι να τα κόψει επιτυχώς. Αυτό συμβαίνει γιατί ο εγκέφαλος προσπαθεί να διορθώσει την χημική ανισορροπία που του προκαλούν τα φάρμακα και έτσι φτιάχνει νέους υποδοχείς στον εγκέφαλο. Έτσι, όταν κάποιος που παίρνει πολύ καιρό φάρμακα τα κόψει απότομα αυτό που θα συμβεί είναι να μπουν περιοχές του εγκεφάλου του σε υπερλειτουργία, αφού υπάρχουν πλέον πολλαπλάσιοι υποδοχείς από το φυσιολογικό -παλιοί ξεμπλοκαρισμένοι συν καινούριοι- και έτσι ξαναγυρνάει στην κατάσταση της ψύχωσης και μάλιστα δριμύτερα από ότι πριν την χρήση των φαρμάκων. Το άλλο που δημιουργούν τα αντιψυχωσικά είναι ότι καταστρέφουν τη φαιά ουσία του εγκεφάλου. Ενδεικτικά, σε πειράματα που έκαναν κάποιοι άψυχοι ερευνητές (τα πειράματα σε ζώα είναι άλλη μια φρικιαστική πλευρά της φαρμακοβιομηχανίας) σε υγιείς μακάκους, στους οποίους δινόταν καθημερινά ένα δημοφιλές αντιψυχωσικό (το Ζυπρέξα) σε νορμάλ δόση επί δύο χρόνια, βρέθηκε ότι είχε μειωθεί ο όγκος του εγκεφάλου τους κατά 10%. Πολλοί άνθρωποι έχουν μείνει παράλυτοι από τα ψυχοφάρμακα. Ακόμα και σε μένα, που τα έπαιρνα τόσο λίγο καιρό, έχουν αφήσει κάποια σωματικά κουσούρια, τα οποία θέλω να ελπίζω πως είναι αναστρέψιμα. Άλλοι καταλήγουν με καρδιοπάθειες ή διαβήτη. Άλλοι πεθαίνουν ξαφνικά, έτσι απλά (στις παρενέργειες που αναγράφονται στο φύλλο οδηγιών των αντιψυχωσικών περιλαμβάνεται και ο “αιφνίδιος ανεξήγητος θάνατος” – όταν το είδα τρόμαξα). Για ποια θεραπεία μιλάμε?

Πάντως ακόμα και κάποιος που παίρνει ψυχοφάρμακα για πολλά χρόνια μπορεί να βρει την υγεία του αν καταφέρει να ξεφύγει από νευρωτικούς συγγενείς και ιεροεξεταστές ψυχιάτρους. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι η πολύ γνωστή περίπτωση ενός αμερικανού μαθηματικού, του Τζον Νας, ο οποίος είχε διαγνωστεί με “σχιζοφρένεια παρανοϊκού τύπου” και επί 11 χρόνια μπαινόβγαινε σε ψυχιατρεία και έπαιρνε ψυχοφάρμακα παρά τη θέληση του. Το 1970 αποφάσισε να σταματήσει τα φάρμακα και να το παλέψει μόνος του. Τα κατάφερε και δεν ξαναγύρισε ποτέ στην προηγούμενη κατάσταση. Το 1994 ο Τζον Νας πήρε το νόμπελ στα οικονομικά. Έχουν βγάλει μάλιστα και ταινία με τη ζωή του (“’Ένας υπέροχος άνθρωπος”). Στην ταινία βέβαια έχουν επέμβει τα συμφέροντα της ψυχιατρικής μαφίας – χολυγουντιανή ταινία, τι περιμένατε? – και έχουν παραποιήσει λίγο τα πραγματικά γεγονότα, τονίζοντας πως ο Νας ποτέ δε σταμάτησε να παίρνει ψυχοφάρμακα.

 

Και δεν είναι μόνο τα αντικαταθλιπτικά και τα αντιψυχωσικά που βλάπτουν σοβαρά την υγεία.

Όσο ήμουν έγκλειστη στο νοσοκομείο, έπαιρνα καθημερινά ένα ηρεμιστικό που ανήκει στην οικογένεια ουσιών που ονομάζονται βενζοδιαζεπίνες και λέγεται Ταβόρ. Αρχικά μου χορηγήθηκε από τους νοσηλευτές μια φορά που τους είχα πει ότι νιώθω ανησυχία, οπότε μου έδωσαν ένα χαπάκι (αυτή είναι πάντα η λύση: ένα χαπάκι για κάθε πρόβλημα). Το πήρα και όντως ηρέμησα. Αλλά με έπιανε η ίδια ανησυχία, και εντονότερη, κάθε μέρα και περίπου την ίδια ώρα. Κάθε φορά τους ζητούσα Ταβόρ. Αν δεν έπαιρνα το Ταβόρ, με κυρίευε απίστευτος τρόμος και ψυχοσωματικό άγχος – κατέληγα να στριφογυρίζω στο κρεβάτι με ταχυκαρδία και έντονη εφίδρωση και κάνοντας απίστευτα βασανιστικές σκέψεις – νόμιζα ότι θα πεθάνω. Τα Ταβόρ τα έκοψα αναγκαστικά όταν πήρα εξιτήριο, και δεν ήταν καθόλου ευχάριστη εμπειρία. Αργότερα έμαθα ότι οι βενζοδιαζεπίνες είναι πιο εθιστικές από την ηρωίνη. Όλος ο κόσμος (και μιλάμε για πολύ κόσμο) που παίρνει ηρεμιστικά είναι πραγματικά τζάνκια.

 

Αυτό που στην ουσία καταφέρνουν όλα τα ψυχοφάρμακα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, είναι να γινόμαστε δέσμιοι τους. Ιδιαίτερα τα αντιψυχωσικά, δημιουργούν μόνιμα στα θύματα το αδιέξοδο: ή άψυχο ζόμπι ή ψυχωσικός τρελός – αυτές είναι οι επιλογές που σου δίνονται από τους “ειδικούς” άπαξ και παρουσιάσεις ψυχωτική διαταραχή (φυσικά καλύτερα τρελός από ζόμπι, αλλά κανείς δε πρόκειται να σε αφήνει έτσι, άρα αναγκαστικά γίνεσαι άψυχο ζόμπι αργά ή γρήγορα, δεν έχεις επιλογή). Όσο κι αν έψαξα, δεν βρήκα καμία περίπτωση ασθενούς που θεραπεύτηκε με ψυχοφάρμακα. ‘Ολοι οι “ασθενείς” αναγκάζονται να κάνουν “θεραπεία” για πολλά χρόνια ή για όλη τους τη ζωή (όσο ζήσουν δηλαδή, αφού ακόμα και όσοι δεν αυτοκτονήσουν πεθαίνουν πρόωρα – όλα τα φάρμακα είναι ιδιαίτερα τοξικά για τα νεφρά και το συκώτι). Φυσικά συμφέρει απίστευτα τις φαρμακευτικές εταιρίες να σε έχουν μόνιμο και ισόβιο πελάτη. Οι εταιρίες αυτές βγάζουν απίστευτα ποσά, και τα κέρδη τους χρόνο με το χρόνο αυξάνονται. Μόνο μια από τις εταιρίες, η Eli Lilly (από της οποίας το διοικητικό συμβούλιο έχει περάσει ο γέρος Μπους, όλως τυχαίως) βγάζει κάθε χρόνο πάνω από 24 δισεκατομμύρια δολάρια.

Ενδεικτικά, τα φάρμακα που έπαιρνα εγώ είχαν μηνιαίο κόστος 100 ευρώ περίπου. Άλλοι παίρνουν περισσότερα και ακριβότερα φάρμακα.

Η διατήρηση όλων των ψυχιατρικών μύθων και η συνέχιση των ψυχιατρικών εγκλημάτων στηρίζεται στην άγνοια και παραπληροφόρηση τόσο των οικογενειών των θυμάτων όσο και ολόκληρης της κοινωνίας, καθώς κυριαρχεί ο φόβος απέναντι σε οτιδήποτε διαφορετικό, σε οτιδήποτε παρεκκλίνει από την “κανονικότητα” και απειλεί την διατήρησή της. Η “τρέλα” είναι θέμα ταμπού, είναι τρομακτική και θεωρείται τόσο επικίνδυνη, ώστε φυλακίζεται πίσω από τις κλειδωμένες πόρτες των ψυχιατρείων και μέσα στο στενό οικογενειακό κύκλο των θυμάτων και δε βγαίνει παραέξω, παρότι είναι αρκετά συχνή (το 1% του πληθυσμού έχει διάγνωση σχιζοφρένειας, αν εξαιρέσουμε τις υπόλοιπες διαταραχές). Τα δε θύματα, ακόμα και αν δεν είναι κλεισμένοι σε ψυχιατρείο, στερούνται κάθε ελευθερίας έκφρασης και είναι αναγκασμένοι (πέρα από τα καθημερινά ψυχοσωματικά βασανιστήρια που περνάνε όσοι παίρνουν φάρμακα) να βρίσκονται ισόβια φυλακισμένοι στους εαυτούς τους και να κρύβονται απέναντι σε όσους ξέρουν για την κατάστασή τους, όσους τους έχουν στιγματίσει δηλαδή, καθώς οποιαδήποτε συμπεριφορά παρεκκλίνει από την υποταγή τους σε προστάγματα γονιών και γιατρών, όπως ο αυθορμητισμός, ο θυμός, η “αρνητικότητα”, η “αντικοινωνικότητα”, η ανυπακοή σε εντολές, η “εκκεντρική” συμπεριφορά ή ντύσιμο, ακόμη και η “ανεξήγητη” χαρά, θεωρείται υποτροπή της “αρρώστιας” και χρίζει άμεσης “θεραπείας”. Μιλάμε για την απόλυτη στέρηση της ελευθερίας των ατόμων αυτών, κλείνοντας τους έτσι το δρόμο για την ουσιαστική βελτίωση της υγείας τους. Γιατί οι ψυχικές διαταραχές δεν είναι “ανίατες ασθένειες”. Τις βαφτίζουν εντελώς αυθαίρετα “ασθένειες” και κατόπιν φροντίζουν να τις κάνουν ανίατες με τη χρόνια χορήγηση τοξικών για τον εγκέφαλο και το σώμα ουσιών τις οποίες θεωρούν “θεραπευτικό μονόδρομο”. Αν έχουν δίκιο, πως εξηγούν το γεγονός ότι εγώ και τόσοι άλλοι, καταφέραμε να γίνουμε καλά όταν πήραμε στα χέρια μας την υγεία μας και σταματήσαμε να καταπίνουμε τα δηλητήριά τους?

 

Δυστυχώς η άποψη του γιατρού έχει ακόμα μεγαλύτερο κύρος από την προσωπική μου εμπειρία και ολόκληρο το κίνημα της αντιψυχιατρικής.

Δυστυχώς δεν θα είμαι ποτέ πια το λευτεράκι για τους γονείς μου, αλλά μία δυνάμη ψυχοπαθής.

Βρίσκομαι ακόμα “υπό επιτήρηση” στο πατρικό μου, αλλά ευτυχώς -και με τη βοήθεια της αδερφής μου, ο οποία ξέρει όλη την αλήθεια- τους έχω πείσει να μην με ελέγχουν για το πότε παίρνω τα χάπια, παρότι ο γιατρός -τον οποίο πρέπει να συναντώ κάθε μήνα- επιμένει στον αυστηρό έλεγχο από μέρους τους και τη συνέχιση της “θεραπείας”. Της καταδίκης μου δηλαδή, που θα κρατήσει τουλάχιστον 3 χρόνια. Υποτίθεται πως είναι αντιδεοντολογικό να πιέζουν κάποιον να παίρνει τα φάρμακα χωρίς τη θέλησή του, αλλά στην πράξη δεν τους εμπιστεύομαι καθόλου, καθώς ο ψυχίατρος έχει το νομικό δικαίωμα να διατάξει τον ακούσιο εγκλεισμό μου όποτε αυτός κρίνει αναγκαίο. Ελπίζω να καταφέρω με κάποιον τρόπο να κάνω την αλήθεια να λάμψει και να διαλύσει το σκοτάδι του ψέματος που έχουν ποτιστεί οι γονείς μου. Να ελευθερωθώ από τον φόβο της ακούσιας “θεραπείας”. Ένα είναι σίγουρο: αν με βάλουν πάλι στο ψυχιατρείο θα είναι για τις ελευθεριακές πεποιθήσεις μου και όχι γιατί πάσχω από “σχιζοφρένεια”, γιατί απλούστατα το δεύτερο δεν ισχύει, είναι μια απάτη του συστήματος εις βάρος μου.

Πάντα ένιωθα οργή για κάθε μορφή εξουσίας και κάθε φυλακή, ορατή ή αόρατη.

Τώρα που ο κλοιός έχει στενέψει, το αγρίμι μέσα μου δεν συγκρατείται.

Η οργή που νιώθω απέναντι στο ψυχιατρικό κύκλωμα και όσους ακολουθούν τυφλά τα προστάγματα του είναι απερίγραπτη. Δυστυχώς αυτή την οργή, όπως και οποιαδήποτε οργή έχω μέσα μου, δεν μπορώ να την εκφράσω ανοιχτά γιατί θα με πάνε πάλι μέσα, και δεν θέλω με τίποτα να καταλήξω πάλι στο κολαστήριο που λέγεται ψυχιατρείο… Αλλά δε μπορώ να σιωπήσω απέναντι σε τόσο πόνο και αδικία. Τόσες αθώες ψυχές βασανίζονται στα κρυφά και κανείς δε τολμά να μιλήσει. Γιατί είναι απόβλητοι, μιάσματα και στην καλύτερη περίπτωση προβληματικοί. Αφού τους φορέσαμε την ταμπέλα του “επικίνδυνου ψυχοπαθή” πρέπει να τους έχουμε απομονωμένους από την υπόλοιπη κοινωνία και σε καταστολή, οδηγώντας τους σταθερά προς τον θάνατο – πρώτα της ψυχής, μετά του νου και τελικά του σώματος.

Μήπως ο κάθε εξουσιαστής και ο κάθε τυφλά εξουσιαζόμενος, ο κάθε απαθής τηλε-θεατής και ο κάθε αναίσθητος μπροστά στο άδικο και την ασχήμια των τεχνιτών ζωών μας είναι ο πραγματικά ψυχοπαθής και αλλοτριωμένος? Μήπως ο κάθε ασυμβίβαστος και εξεγερμένος (και η “τρέλα” είναι μια εξέγερση της ψυχής που ξύπνησε και θέλει να ελευθερωθεί – της ψυχής που ο κάθε ένας έχει μέσα του: όμορφη, αγνή σαν βρέφος και άναρχη σαν αδάμαστο ζώο) είναι πιο υγιής από όλους αυτούς? Γιατί τι πιο φυσικό από την εξέγερση του ατόμου ενάντια σε κάθε καταπίεση, σε κάθε εξουσία και επιβεβλημένη νόρμα? Τι πιο λογικό από το να είναι κανείς ασυμβίβαστος απέναντι σε μια ολόκληρη κοινωνική κατασκευή (“πολιτισμός”) που είναι βουτηγμένη απ’ την κορφή ως τα νύχια στο αίμα αθώων (όχι μόνο ανθρώπων) και η οποία στηρίζεται στη μαζική εκμετάλλευση και χειραγώγηση των αδύναμων πλευρών της ανθρώπινης φύσης του κάθε “ελεύθερου πολίτη”(κούνια που σας κούναγε…) παράλληλα με τον ασύστολο βιασμό της φύσης και του κάθε αδύναμου πλάσματος γενικότερα. Δε θα πω περισσότερα, τα ‘χουν πει κι άλλοι. Όποιος έχει μάτια βλέπει, όποιος έχει καρδιά νιώθει και όποιος έχει μυαλό σκέφτεται λίγο παραπέρα από αυτό που φαίνεται.

 

Καιρός να αντικαταστήσουμε όλοι το φόβο και την άγνοια με δύναμη και επίγνωση.

Και προπαντός αγάπη. Αγάπη για τη ζωή και την άγρια ομορφιά της.

Δε χρειαζόμαστε ούτε αφέντες -“ειδικούς” και μη- ούτε προστάτες-φύλακες.

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΨΥΧΟΦΟΝΙΑΔΩΝ

ΚΑΜΙΑ ΑΝΟΧΗ ΣΤΑ ΨΕΜΜΑΤΑ ΤΟΥΣ

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ

 

Τέλος, προς όλους τους απανταχού άψυχους που θεωρούν τον άνθρωπο και τον κόσμο όλο σαν μια καλοκουρδισμένη μηχανή και επιμένουν να ορίζουν την κανονικότητα επικαλούμενοι τα όποια τεχνοφασιστικά δόγματα τους, ένα έχω να πω: Φοβού τους “τρελούς”!

Και για τα αδέρφια που ακόμα πολεμούν…
γκουγκλάρετε το: Οδηγός Μείωσης της Βλάβης για τη Διακοπή Ψυχιατρικών Φαρμάκων

 

 https://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1419334

By selana019

 

Advertisements
Posted in: Uncategorized