Οι Αρμένιοι στα συντρίμμια της Ιστορίας: 100 χρόνια από τη μαζική εξόντωσή τους (μέρος B΄)

Posted on 28 Ἀπριλίου 2016

0


Οι Αρμένιοι στα συντρίμμια της Ιστορίας: 100 χρόνια από τη μαζική εξόντωσή τους (μέρος B΄)

Το πρώτο μέρος βρίσκεται εδώ και εδώ

Διαβάζοντας κάποιος σε προηγούμενο φύλλο της «Διαδρομής Ελευθερίας» το πρώτο μέρος του άρθρου για την σφαγή των Αρμενίων (φύλλο Απριλίου 2015), μπορεί εύκολα να διαπιστώσει τι μπορεί να σημαίνει να βιώνει κάποιος την προσφυγιά σε έναν τόπο που τον θεωρεί «σπίτι» του. Άραγε, υπάρχει προσφυγιά εν οίκω; Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει λέξη που να προσδιορίζει την «κατάσταση προσφυγιάς» που βιώνεται, από ένα άτομο ή μια ομάδα ανθρώπων, στον γεωγραφικό χώρο που θεωρείται από τους παραπάνω «σπίτι». Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν η κυριαρχία αποφασίζει να κλείσει την πόρτα στο «σπίτι», εγκλωβίζοντας όσους είναι μέσα και αλλάζοντας διακόσμηση, διαρρύθμιση, χρώμα κατά το δοκούν, κι αρχίζει το «σπίτι» να θυμίζει φυλακή; Στις περιπτώσεις όπου η κυριαρχία αποφασίζει να χαράξει εκ νέου σύνορα στο έδαφος, δημιουργείται και η περίπτωση όπου γηγενείς πληθυσμοί μεταμορφώνονται σε ξένους εν μια νυκτί. Εάν ο εξαναγκασμός προς αναζήτηση μιας νέας ζωής σε άλλο τόπο ονομάζεται προσφυγιά, πως ονομάζεται ο εξαναγκασμός της ταμπέλας του ξένου σε έναν τόπο που θεωρείται οικείος;

Το «σπίτι» και οι εξουσιαστές των Αρμενίων ανά τους αιώνες. Μια σύντομη περιγραφή.

Οι Αρμένιοι έχουν χαρακτηριστεί ως ένας από τους παλαιότερους λαούς του ευρύτερου γεωγραφικού χώρου που ονομάζουμε Μέση Ανατολή. Οι πρώτες σωζόμενες αναφορές για την Αρμενία και τους Αρμένιους είχαν γραφτεί κάτι περισσότερο από 500 χρόνια πριν την γέννηση του Ιησού. Ο Δαρείος Α΄, κατέγραψε σε μια τρίγλωσση εικονογραφημένη επιγραφή, πως είχε υπερνικήσει την αντίσταση κι είχε διαφυλάξει το στέμμα του. Οι Αρμένιοι, λοιπόν, εμφανίζονται σε έναν κατάλογο είκοσι τριών εξουσιαζόμενων φυλών. Σε σαφώς νεότερες ιστορικές περιόδους, γνωρίζουμε ότι έως το 1375 (Νέα Χρονολογία) διατηρούσαν ανεξάρτητο βασίλειο, που έφτασε να εκτείνεται από τις ακτές της Μεσογείου ως την Κασπία και την Μαύρη Θάλασσα. Βέβαια τα εδάφη αυτά δεν κατακτήθηκαν με κάποιον βελούδινο τρόπο, αλλά με αρκετό αίμα. Ύστερα από τουρκοπερσικούς, ρωσοπερσικούς και ρωσοτουρκικούς πολέμους ανά τους αιώνες, ο λεγόμενος εδαφικός χώρος των Αρμενίων έφτασε να διαμοιράζεται στον 20ο αιώνα μεταξύ του τούρκικου και του ρώσικου χώρου, με την πλειοψηφία του πληθυσμού να βρίσκεται εντός τουρκικού. Κατά την περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας οι Αρμένιοι ήταν αναγκασμένοι να λογοδοτούν σε δύο εξουσίες: την κεντρική του σουλτάνου, αλλά και την κοινοτική του αρμένιου πατριάρχη. Ήδη από το 15ο αιώνα οι σουλτάνοι είχαν καθιερώσει ότι οι πατριάρχες της ορθόδοξης χριστιανικής εκκλησίας, καθώς και της αποστολικής των Αρμενίων, θα ήταν εκπρόσωποι και επιφορτισμένοι με την διοίκηση της λειτουργίας των κοινοτήτων τους. Έτσι, λοιπόν, η αρμένικη πολιτική διοίκηση στην Οθωμανική αυτοκρατορία ασκείτο από το αρμενικό «μιλλέτ» ή από τον αρμένιο πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος παρέμενε υπόλογος στην εξουσία του σουλτάνου. Οι πατριάρχες διοικούσαν τα σχολεία, τον κλήρο, εφάρμοζαν το οικογενειακό δίκαιο και, μέσω ορισμένων κοσμικών, εισέπρατταν τους φόρους από τις κοινότητές τους σε όλη την επικράτεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Η σφαγή μέσα από πολιτικές παρωπίδες

Η σφαγή που διετελέσθη εις βάρος του αρμένικου πληθυσμού από τους λεγόμενους νεότουρκους, έχει χρησιμοποιηθεί από κάθε είδους πολιτική απόχρωση. Κάθε τέλη του Απρίλη (όπου η 24η θεωρείται κι ημέρα μνήμης της σφαγής) όλοι οι πολιτικοί χώροι θα αφιερώσουν μια δυο αράδες για το γεγονός. Δεξιοί και αριστεροί, εθνικιστές, σοσιαλιστές, φασίστες και κομμουνιστές, έχουν ασχοληθεί με το θέμα της σφαγής του αρμένικου πληθυσμού, ο καθένας με τον τρόπο του και σύμφωνα με όσα είναι ορατά μέσα από τις πολιτικές παρωπίδες του καθενός. Όλοι τους, όμως, κατά καιρούς έχουν κολυμπήσει σε ποταμούς από αίμα που δημιούργησαν, κάποιοι είναι έτοιμοι να το ξανακάνουν, ενώ κάποιοι άλλοι συνεχίζουν απερίσπαστοι να κολυμπούν. Από τους μαχαιροβγάλτες ακροδεξιούς και φασίστες νοσταλγούς του Χίτλερ και του Μουσολίνι, μέχρι τις σταλινικές ονειρώξεις των κομμουνιστών με κονσερβοκούτια και τους πιο φιλελεύθερους δημοκράτες που απλώνουν χέρι βοη­θείας σε όποια απόφαση για πόλεμο παρθεί από τους συμμάχους τους (Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Αφγανιστάν, Λιβύη κι ουκ έστιν αριθμός), όλοι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο έχουν, είχαν και θα έχουν σχέση με σφαγές, μόνο και μόνο για να μπορέσουν να κρατηθούν στην εξουσία. Επίσης δεν γίνεται να παραβλεφθεί και η σημερινή σφαγή με την μέθοδο της σταγόνας στον ελλαδικό χώρο, όπου η κυριαρχία με τους ντόπιους δερβέναγες, σέρνει στον βούρκο κι εξευτελίζει εκατομμύρια ανθρώπους, στερώντας βασικά αγαθά κι οδηγώντας πολλούς από αυτούς στο θάνατο, εξαφανίζοντας όλο και περισσότερο την ποιότητα από αυτό που έπρεπε να ονομάζεται ζωή και μεταμορφώνοντάς το με το ζόρι σε επιβίωση.

Ορισμένοι από τους πρωτεργάτες της εξόντωσης των Αρμενίων
Ταλάτ Πασάς: Πρώην υπουργός εσωτερικών και οργανωτής της σφαγής. Μπεχούντ Χαν Τζιβανσίρ: Υπουργός εσωτερικών του Αζερμπαϊτζάν και υπεύθυνος της σφαγής 20.000 αρμενίων κατά την είσοδο του τούρκικου στρατού στην πόλη Μπακού του Αζερμπαϊτζάν. Σαΐντ Χαλίμ: Αρχηγός της κυβέρνησης των Νεότουρκων. Δρ. Μπεχαεντίν Σακίρ: Υψηλό στέλεχος των νεότουρκων. Τζεμάλ Πασάς: Υπουργός Ναυτικών και ηγετικό στέλεχος των νεότουρκων. Δρ. Ναζίμ:Σχεδιαστής απελάσεων και δολοφονιών Αρμενίων. Αξίζει να σημειωθεί ότι όλοι οι παραπάνω δολοφονήθηκαν από Αρμένιους μετά από σχεδιασμένες επιθέσεις, μεταξύ του 1921 και του 1926, εκτός από τον δρ Ναζίμ που εκτελέστηκε από τους κεμαλιστές με την κατηγορία του συνωμότη.

Το παράδειγμα των Αρμενίων της Θεσσαλονίκης

Μια περίπτωση Αρμενίων προσφύγων αποτελούν οι Αρμένιοι της Θεσσαλονίκης, που η ζωή τους υπήρξε ευμετάβλητη κι εξαρτημένη από τις γενικότερες ιστορικές συγκυρίες. Οι πρώτοι πρόσφυγες που έφτασαν στην πόλη νωρίτερα της γενοκτονίας ήταν σχετικά λίγοι, αν και σταδιακά αυξάνονταν. Ενώ κάποιοι οικονομικά και κοινωνικά εντάχθηκαν και ανελίχθηκαν σε υψηλές θέσεις, όσον αφορά το λεγόμενο κοινωνικό/οικονομικό γίγνεσθαι, οι περισσότεροι παρέμειναν φτωχοί κι διαβιούσαν υπό δύσκολες συνθήκες. Ζούσαν κατά κανόνα στο σημερινό αστικό κέντρο. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την περαιτέρω εξαθλίωση των κατοίκων της Θεσσαλονίκης, οι περισσότεροι Αρμένιοι κατέφυγαν στη σοβιετική Αρμενία, γεγονός που σημαίνει ότι εν μέσω μιας ανθρώπινης ζωής μπορούν να χωρούν πολλές προσφυγιές.

Δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε και το γεγονός ότι οι Αρμένιοι της Θεσσαλονίκης, όπως και του ελλαδικού χώρου γενικότερα, ανέπτυξαν το δικό τους εθνικό κίνημα, το Hayastan, που ήταν αρχικά «σοβιετοποιημένο» κι από το 1991 (εκ των πραγμάτων) αποδεσμευμένο, επιδιώκοντας να διαφυλάξει την «αρμενικότητα» σε σχέση με τον ευρύτερο ελλαδικό κοινωνικό χώρο. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1920 δημιούργησαν αρχικά το ριζοσπαστικό «Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα Χιντσακιάν» (Hunchak) και στη συνέχεια το σοσιαλδημοκρατικό «Αρμένικη Επαναστατική Ομοσπονδία» (Dashnaktsutiun). Τα κόμματα αυτά συμμετείχαν στις κεντρικές εκδηλώσεις της σοσιαλιστικής Εργατικής Ομοσπονδίας (Φεντερασιόν) το 1909.Η πολιτική ήταν πάντοτε το βασικό εργαλείο που επέβαλε την ελίτ κάποιων πληθυσμών (όποια «απόχρωση» κι αν φέρει αυτή) σε ένα νέο τόπο και καλλιεργούσε τη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών για κάθε είδους συμμαχίες, είτε εθνικιστικής είτε διεθνιστικής απόχρωσης.

Μετά τη γενοκτονία, οι Αρμένιοι της Θεσσαλονίκης –όπως και των άλλων περιοχών– έκαναν προσπάθειες να στηρίξουν τους συμπατριώτες τους, είτε με υλική βοήθεια, είτε προσπαθώντας να γνωστοποιήσουν ευρύτερα το γεγονός. Ένα μεγάλο μέρος όσων δια­βιούσαν, πλέον, στον ελλαδικό χώρο, αφομοίωσαν τα επεκτατικά όνειρα της Μεγάλης Ιδέας, προσπαθώντας κι αυτοί να επωφεληθούν αργότερα με την ίδρυση δικού τους κράτους. Η αρμένικη παροικία, που διατηρείται μέχρι σήμερα, κινήθηκε προς δύο κατευθύνσεις: να αναγνωριστεί η γενοκτονία και να χειραφετηθεί από τη σοβιετική κηδεμονία. Ωστόσο, παράλληλα δρούσαν στη Μακεδονία και φιλοσοβιετικές οργανώσεις.

Μέσα από το παράδειγμα της Θεσσαλονίκης βλέπουμε ότι η ταμπέλα του πρόσφυγα, που συνεπάγεται μια σειρά επίκτητων αδυναμιών στα μάτια των πολιτικών συμφερόντων, δημιουργεί πρόσφορο έδαφος να αναπτυχθούν συχνά και να καλλιεργηθούν, θα λέγαμε, αισθήματα κατωτερότητας. Οι πρόσφυγες, προκειμένου να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους και να προσαρμοστούν στο νέο τους περιβάλλον, νιώθοντας ευάλωτοι, συχνά υιοθετούν καθόλου γόνιμες, άκρως συντηρητικές απόψεις και πρακτικές, ενώ παράλληλα διαπλέκουν πολιτικούς θεσμούς που θα τους δώσουν αφ’ ενός μια νέα ταυτότητα ίση με των γηγενών και αφ’ ετέρου θα αναθρέψουν τις όποιες ελπίδες επαναπατρισμού. Ο πάντα χυδαίος, κι ύπουλος ρόλος της πολιτικής, που εύκολα θα βρει πρόσφορο έδαφος στις ανθρώπινες αδυναμίες που οι περισσότεροι (ως γεννήματα σε εξουσιαστικά περιβάλλοντα) φέρουμε εμπλέκει τους ανθρώπους στην ανάδειξη ρόλων και κατά κανόνα των πλέον νοσηρών εξ αυτών.

Στο βωμό της αριστερής πολιτικής χολέρας, ο πρόσφυγας εμβαπτίζεται στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ κι αποτελεί εκ φύσεως οσιομάρτυρα κι άγιο. Για τις δεξιές πολιτικές φλύκταινες είναι ένας εκ προοιμίου κλέφτης και απατεώνας, που θα πρέπει να αποφεύγουμε και ν’ αντιμετωπίζουμε με κάθε επιφύλαξη. Συγχρόνως, ξεχνάμε ότι ο πρόσφυγας προέρχεται από ένα μέρος, στο οποίο επίσης η πολιτική καθόρισε τις δικές του πεποιθήσεις για την έννοια της πατρίδας, για τη δική του προσφυγιά, για τον τόπο που τον φιλοξενεί και τους τρόπους που θα βρει, για να επιβιώσει μέσα σε αυτόν. Όταν η πολιτική είναι η βασική μεταβλητή, τότε η κατάσταση γίνεται εξαιρετικά περίπλοκη και δεν εξαντλείται με συνθήματα και απλοϊκές διατυπώσεις. Η μόνη διέξοδος παρουσιάζεται, όταν εισχωρεί ο αληθινά ανθρώπινος παράγοντας, που πάντα ξέρει να δίνει απαντήσεις πέρα από την πολιτική, τη διαφορετική γλώσσα και τις γενικεύσεις.

Παραμύθια και κοσμοθεωρία των Αρμενίων

Οι μύθοι των Αρμενίων χαρακτηρίζονται από μεγάλη ποικιλία, που συνταιριάζει την καθημερινή ζωή και τη φύση, με πολύ χιούμορ και διάθεση για ζωή. Κάθε γεγονός, όπως και αυτό του 1915, αποτελεί αφορμή για ενδοσκόπηση, αλλά και δημιουργία. Πολλές ιστορίες ξεπηδούν μέσα από γεγονότα, που γίνονται και θρύλοι ή και εμπνέουν νέα παραμύθια. Μερικά από τα περιστατικά της αρμενικής παράδοσης είναι κι όσα ακολουθούν.

Μετά τα γεγονότα του 1915, ένα κύμα προσφύγων από τα δυτικά μετακινείται στην ανατολική Αρμενία, εκεί που σήμερα είναι το ανεξάρτητο κράτος. Στο Εσμιατζίν οι δρόμοι γεμίζουν αστέγους και πεινασμένους, που ταλαιπωρούνται κι από το κρύο. Ο Ουβαννές Τουμανιάν αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, για να βοηθήσει ειδικά τα παιδιά, ζητώντας και τη συμβολή του πατριαρχείου, στον τεράστιο χώρο του οποίου μπορούσε να φιλοξενήσει τα ορφανά. Ο πατριάρχης του απαντά ότι αυτός «ο ανώτατος πατριάρχης, καθολικός πάντων των Αρμενίων» διαφωνεί με μια τέτοια κίνηση και αρνείται. Ο Τουμανιάν του απαντά ότι εκείνος «ο ποιητής πάντων των Αρμενίων» επιμένει να ανοίξουν οι πόρτες. Και οι πόρτες άνοιξαν.

Οι Αρμένιοι, επειδή συχνότατα δέχονταν επιθέσεις από διάφορους λαούς, όπως οι Μήδοι, οι Βαβυλώνιοι, οι Πέρσες, οι Μακεδόνες, οι Πάρθοι, οι Ρωμαίοι, οι Κούρδοι, οι Ρώσοι, οι Τούρκοι κ.ά., πολλοί αναγκάζονταν να μεταναστεύσουν από νωρίς. Το 1913, ενώ συνέβαιναν πάλι ανθρωποσφαγές, ο πατέρας του Χαμαστέγ τον συμβούλεψε να αφήσει την Αρμενία και να καταφύγει στην Αμερική για μια καλύτερη ζωή. Μέσα από τη λογοτεχνική του δημιουργία και τις μνήμες του κατάφερε να διασώσει έναν ολόκληρο κόσμο. Ένα από τα παραμύθια που έγραψε ήταν η Αστράμαξα1. Με αυτό το παραμύθι θεωρούμε εύστοχο να κλείσει αυτή η αφήγηση, ώστε να μας θυμίζει ότι ο ανθρώπινος πόνος, αλλά κι η ανθρώπινη δημιουργία είναι παγκόσμια και βρίσκονται πέρα από τα στενά όρια μιας «σωστής ή λανθασμένης πολιτικής», ότι υπάρχουν κι άλλες πραγματικότητες πέρα από αυτή που μας επιφυλάσσουν πάντα οι εξουσιαστές.

Ήτανε και δεν ήτανε, ένας ψαράς ήτανε. Αυτός ο ψαράς άναψε λοιπόν μια νύχτα την λάμπα του, φορτώθηκε τα δίχτυα του στον ώμο και κατέβηκε στη θάλασσα Βαν2. Στον ουρανό επάνω άστραφταν αμέτρητα αστέρια. Αστέρια άστραφταν και μες στη θάλασσα.

«Ωραία θάλασσα! Και τι γαλήνια που είναι απόψε!», ψιθύρισε ο ψαράς και μπήκε στη βάρκα του. Κρέμασε στην πλώρη τη λάμπα και άρχισε με τα κουπιά του να ξεφυλλίζει, λες, σελίδα τη σελίδα, φύλλο το φύλλο, όπως κάνει κανείς με τις ευαίσθητες σελίδες ενός μεγάλου παλιού βιβλίου, τις σελίδες της θάλασσας. Τράβηξε κουπί ώρα πολλή.

«Εδώ έχει πολλά ψάρια», είπε στο τέλος και στάθηκε. Χαλαρά και ήρεμα έριξε τα δίχτυα στη θάλασσα. Περίμενε ώρα πολλή και ύστερα τράβηξε τα βαριά πια δίχτυα πάνω στη βάρκα. Μα τι να δει; Αστέρια! Πολλά αστέρια! Γεμάτα τα δίχτυα του μ’ αστέρια!

«Τι να τα κάνω εγώ τ’ αστέρια; Εγώ θέλω ψάρια μέσα στα δίχτυα μου! Τι να τα κάνω εγώ τ’ αστέρια;» μουρμούρισε ο ψαράς. Σαν έφτασε στη στεριά, φόρτωσε τα γεμάτα μ’ αστέρια δίχτυα στην πλάτη του, και περπατώντας κάτω απ’ το σκοτεινό κι αφέγγαρο ουρανό, τράβηξε γραμμή για το σπίτι.

«Ε, γυναίκα, έβγα έξω, έφερα αστέρια!», φώναξε ο ψαράς.

«Μα τι ατυχία και τούτη! Να ρίξω τα δίχτυα και να βγάλω αστέρια; Τι να τα κάνω εγώ τ’ αστέρια;» μουρμούρισε πάλι πικραμένος. Στο μεταξύ, βγήκε έξω η γυναίκα του.

«Ω, τι ωραία που είναι! Ω, τι λαμπερά!» είπε, και άρχισε να γελά. Γέλασε και χόρεψε, χόρεψε κι αγκάλιασε τον άντρα της, τον αγκάλιασε και τον γέμισε φιλιά. «Ω, τι ωραία που είναι! Τι να τα κάνω εγώ τα ψάρια;» φώναξε και βάλθηκε να χαζεύει τ’ αστέρια. Τα έβαλε γύρω απ’ το λαιμό της, τα κρέμασε δυο-δυο στ’ αυτιά της, τα πέρασε στα δάχτυλά της και κόλλησε κι από ένα στα κέρατα της κατσίκας της.

Σαν ξημέρωσε, ο ψαράς γέμισε την άμαξά του με τ’ αστέρια και βγήκε στο δρόμο για να τα πουλήσει. «Αστέρια, αστέρια… πολύ φτηνά αστέρια…». Δρόμο το δρόμο, στενό το στενό, φώναζε ο ψαράς. Οι χωρικοί δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους, έσκυβαν ν’ ακούσουν καλύτερα τι διαλαλούσε.

Πρώτες κάποιες γυναίκες του χωριού φώναξαν τον ψαρά στις πόρτες τους:

«‘Εϊ, ψαρά-αγπάρ3, θα μου δώσεις αστέρια;»

«Έϊ, ψαρά – αγπάρ, κοίτα τι ωραία που είμαι! Και είμαι μόνη μου εδώ… Έλα, έλα σιμά μου!»

«Αχ, ψαρά-αγπάρ, δεν έχω λεφτά. Θα μου δώσεις όμως αστέρια;»

Έτσι τον παρακαλούσαν, όλο νάζια, οι γυναίκες που δεν είχαν λεφτά. Έδινε ο ψαράς, μα…. μόνο σε όσους είχαν χρήματα.

Πήρε ο αμαξάς ένα ζευγάρι αστέρια και τα έβαλε στα κούτελα των δύο αλόγων του. Πήρε ο ζευγάς και τα κρέμασε στους λαιμούς των βοδιών του. Πήρε ο γαλατάς και τα έδεσε στην πλάτη της αγελάδας του. Πήρε ο βοσκός και τα χάρισε στην πιο παχιά του προβατίνα. Πήραν πολλοί. Πήραν πολλά. Και οι γυναίκες πήραν, τα έβαλαν εδώ, τα έβαλαν εκεί, τα κρέμασαν όπου πήγαινε το μάτι τους, τα κόλλησαν παντού, μέχρι και στα παπούτσια τους.

«Αστέρια, αστέρια! Πολύ φτηνά αστέρια!».

Στην άκρη του χωριού, σ’ ένα φτωχικό καλύβι, εκείνο τον καιρό ζούσε μόνος κι έρημος ένας τραγουδοποιός. Στο χωριό όλοι τον φώναζαν ποιητή. Ο φτωχός ο ποιητής, εκτός από μια κιθάρα που κρεμόταν στον τοίχο, δεν είχε τίποτ’ άλλο. Σαν άκουσε, εκείνο το πρωί, την φωνή του ψαρά, άρπαξε την κιθάρα και βγήκε στο κατώφλι της πόρτας του. Και τότε, πάνω στην άμαξα είδε όλα εκείνα τα αστέρια. Ουράνια αστέρια. Αληθινά αστέρια, που βρέθηκαν μπροστά στην πόρτα του! Ενώ μέχρι τότε, ο ποιητής, πάντα κουρελής και πεινασμένος, έβλεπε τα μακρινά αστέρια από κοντά μοναχά στα όνειρά του.

Με την κιθάρα στο χέρι και με παράπονο στη φωνή, είπε ο ποιητής:

«Έϊ, ψαρά-αγπάρ! Σου τραγουδάω ένα τραγούδι, μου δίνεις ένα αστέρι;»

« Όχι, δε σου δίνω!»

« Έϊ, ψαρά-αγπάρ, δεν έχω λεφτά. Σου τραβώ την άμαξα, μου δίνεις ένα αστέρι;»

« Όχι, δε σου δίνω!»

«Έϊ, ψαρά-αγπάρ, η ζωή μου η ζωή σου, η κιθάρα μου δική σου. Μου δίνεις ένα αστέρι;»

« Όχι είπα, δε σου δίνω! Τι να την κάνω εγώ την κιθάρα;»

Με τα πόδια γυμνά, με την κιθάρα στον ώμο, κουρασμένος και ιδρωμένος, ο άμοιρος ο ποιητής ακολουθούσε την άμαξα. Βγήκε ο ψαράς με την άμαξά του έξω απ’ το χωριό, μπήκε σε άλλο. Πέρασε χωράφια κι αμπέλια, πέρασε δρόμους και γεφύρια. Πούλησε τ’ αστέρια του σε άντρες και σε γυναίκες, σε βοσκούς και σε γεωργούς, σε μαστόρους και σε εμπόρους. Λίγα μονάχα του είχαν απομείνει.

« Έϊ, ψαρά-αγπάρ, ν’ αγγίξω ένα αστέρι, να το πάρω στο χέρι μου, μόνο για λίγο…», παρακαλούσε κουρασμένος ο ποιητής με τη γλυκιά φωνή.

Ήτανε πια βράδυ, ο ήλιος είχε δύσει, όταν, με τον ποιητή πάντα πίσω του, κίνησε ο ψαράς για το σπίτι. Με μιας, από τα σκοτεινά πηγάδια σηκώθηκε αέρας δυνατός κι άρχισε να στροβιλίζεται γοργά μες στο χωριό, και να μαζεύει ένα-ένα τ’ αστέρια – από των αλόγων τα κούτελα, από των βοδιών τους λαιμούς, από της αγελάδας την πλάτη, από της προβατίνας τ’ αυτιά, από των γυναικών τα ρούχα. Κι ύστερα, από τις καμινάδες κι από τα παράθυρα κι από τις μισάνοιχτες πόρτες, τ’ αστέρια όλα, με τον αέρα, πέταξαν στον ουρανό. Και σαν έφτασαν εκεί, το κάθε αστέρι πήγε και κάθισε στη θέση του.

«Βοήθεια! Σεισμός! Βοήθεια!»

«Το σπίτι μας κουνήθηκε συθέμελα!»

Έτσι φώναζαν οι χωρικοί κι έτρεχαν σα χαμένοι στους δρόμους.

«Χαθήκανε τ’ αστέρια μας, χαθήκανε! Που να πήγανε;»

«Βρε τον ψαρά τον άτιμο, το γητευτή, το μάγο!»

Έτσι είπαν και σκόρπισαν στις τέσσερεις άκρες του χωριού, να βρούνε τον ψαρά.

«Έϊ ζευγά, έϊ νερουλά, μην είδατε τον ψαρά;»

«Ναι, τον είδα τον ψαρά. Τραβούσε προς το γεφύρι, πουλώντας αστέρια κι από πίσω του έτρεχε κι εκείνος ο αλλοπαρμένος».

«Α, μα ναι, τον είδα τον ψαρά κοντά στους μύλους. Είχε ξεπουλήσει τ’ αστέρια του και γυρνούσε στο χωριό».

Πάνω εκεί, ο γαλάζιος αέρας το γύρισε σε θύελλα και καταιγίδα. Η θύελλα πέρασε πάνω από την άμαξα του ψαρά και τα λίγα αστέρια που είχαν απομείνει εκεί, τα πήρε κι αυτά και τα πήγε στον ουρανό. Να! εκεί στο βορρά. Αρχίζουνε από το πολικό αστέρι κι απλώνονται στον ουρανό, έτσι όπως είχαν απλωθεί και πάνω στην άμαξα.

Και η καταιγίδα –καταιγίδα με αστραπές και με βροντές– άστραψε και βρόντηξε! Κι ένιωσε ο ψαράς ένα καυτό ρεύμα να τον διαπερνά. Τινάχτηκε. Μαύρισε. Πέτρωσε. Και σαν ήρθαν οι χωρικοί κοντά στην πηγή, εκεί που στέκουν τώρα τα βράχια, βρήκανε τον ψαρά πετρωμένο και δίπλα του την άμαξα, μαύρη, πετρωμένη κι αυτή.

Κι ο ποιητής; Ο ποιητής με τη θύελλα έγινε στρόβιλος, με το στρόβιλο έγινε αέρας, και σαν αέρας χάθηκε… Τ’ αστέρια τού έδωσαν ένα ζευγάρι φτερά. Τον πήραν και τον πήγανε απάνω. Τον πήγανε απάνω, να τους τραγουδά.

Ελευθερόκοκκος
σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση


1.Αστράμαξα, αστερένια άμαξα (ασντγαγκάν σάιλ) είναι μια από τις λαϊκές αρμένικες ονομασίες των αστερισμών της Μικρής και της Μεγάλης Άρκτου.
2.Θάλασσα Βαν ονομάζουν πολλοί τη λίμνη Βαν.
3.Αγπάρ στα αρμένικα σημαίνει αδελφός και χρησιμοποιεί­ται συχνά ως προσφώνηση.
Σχετικά Βιβλία
Ι.Κ. Χασιώτης (επιμ.), Η αρμένικη κοινότητα της Θεσσαλονίκης. Ιστορία, σημερινή κατάσταση, προοπτικές.
Κουήν Μινασιάν (επιμ.), Παραμύθια από την Αρμενία.
E. Redgate, Οι Αρμένιοι

Δημοσιεύθηκε στην αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 151 Ιούλιος-Αύγουστος 2015

Πηγή: Anarchy Press

το βρήκα εδώ:

 

http://skourkos2012.blogspot.ca/

Posted in: Uncategorized