Ω γλυκύ μου έαρ…

Posted on 30 Ἀπριλίου 2016

1


Ω γλυκύ μου έαρ…

elaionas.jpg

ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ

Τέσσερα πασχαλινά διηγήματα

Πιάνοντας το νήμα της χρόνιας βιβλιοφιλικής συνήθειας των εφημερίδων να δημοσιεύουν πρωτότυπα διηγήματα, ζητήσαμε όχι από έναν, αλλά από τέσσερις σημαντικούς πεζογράφους, διαφορετικής ηλικίας και εκφραστικής διαδρομής, να αφηγηθούν μια ιστορία υπό το φως της ανοίξεως αλλά και του συμβολισμού των ημερών.
Τέσσερα διηγήματα λοιπόν, όπου ο Αλέξης Πανσέληνος, η Μαρία Μήτσορα, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης και ο Ακης Παπαντώνης αναπλάθουν βιωμένες ή επινοημένες μνήμες πασχαλινής αύρας. Τέσσερις ιστορίες, γραμμένες ειδικά για τους αναγνώστες του Ανοιχτού Βιβλίου, σε τόνο στοχαστικό, ευτράπελο ή ανατρεπτικό.
Τέσσερις ιδιαίτερες κλιμακώσεις του οικείου ή του ανοίκειου μιας συλλογικής εμπειρίας, επειδή αυτές οι σελίδες δεν σας προσφέρουν μόνο κριτική πυξίδα, συχνά σας χαρίζουν και ατόφια αναγνωστική απόλαυση.

Αθέων Ανάσταση

 Αλέξης Πανσέληνος
Αλέξης Πανσέληνος
Το έλεγαν όλοι, το βαπόρι παλιά ήταν ποταμόπλοιο. Δεν έχει καρένα, λέγανε, δεν κάνει για τις δικές μας θάλασσες. Ετσι και είχε καιρό στο πλάι, το «Αιγαίον» έγερνε τόσο που ήταν αδύνατο να πας από τη μια κουπαστή που άγγιζε το νερό ώς την άλλη σηκωμένη στον ουρανό.
Οιμωγές παντού, τα γυναικόπαιδα είχαν τη μούρη χωμένη στις χαρτοσακούλες, τα μπουκαλοπότηρα στις βιτρίνες του σαλονιού σκουντιόνταν και ντιντίνιζαν. Μια ξινίλα απλωνόταν στους κλειστούς χώρους. Κάποιοι, κουκουλωμένοι με κασκέτα και κασκόλ, έμεναν στο κατάστρωμα για όσο άντεχαν το κρύο, με πλάτη κολλημένη στο υγρό μέταλλο.
Είχα φάει από νωρίς βουτήματα από κείνα με τη σοκολάτα στη μια άκρη, οι δικοί μου είχανε πάρει δραμαμίνες και σώπαιναν – δεν άνοιγαν το στόμα ούτε για ανάσες. Τα έβγαλα όλα και από τότε δεν τα έχω ξαναβάλει στο στόμα μου. Ακόμα και η θέα τους στις βιτρίνες των ζαχαροπλαστείων και των φούρνων φτάνει για να ξυπνήσει μέσα μου εκείνη την ανακάτωση.
Ξημερώματα ο πατέρας μου, που το βράδυ δεν είχε κλείσει μάτι, με σήκωσε να βγούμε στο κατάστρωμα. Είχαμε πιάσει Χίο. Το καράβι ακινητούσε δεμένο, ο εφιάλτης της τρικυμίας έμοιαζε ξεχασμένος. Νύσταζα και κρύωνα. Το στομάχι μου, βίαια αδειασμένο, γουργούριζε οδυνηρά, αλλά δεν τολμούσαν να μου δώσουν κάτι να βάλω μέσα.
Στην Αθήνα δεν πηγαίναμε ποτέ στην εκκλησία τη Μεγάλη Βδομάδα. Αυγά δεν βάφαμε. Μας έφερνε λίγα η γιαγιά, όταν ερχόταν να μας επισκεφτεί. Ακουγα τις καμπάνες της Ζωοδόχου Πηγής τυλιγμένος στις κουβέρτες, φαγωμένος και ζεστός. Δεν νηστεύαμε. Ετσι κι αλλιώς τα μαγειρέματα στο σπίτι ήταν λιτά, οι δικοί μου λάτρευαν τα λαδερά και τα όσπρια. Οι παραχωρήσεις στις παιδικές ορέξεις μου ήταν οι τηγανιτές πατάτες. Ή οι πατατοκεφτέδες που ήταν η ειδικότητα της μητέρας μου.
Στα ανοιχτά το μαρτύριο ξανάρχισε. Η είσοδος προς το λιμάνι, παραπλέοντας το ακρωτήρι της Κρατήγου και τις δασωμένες πλαγιές του Ακλειδιού με τα αραιά εξοχικά σπαρμένα ανάμεσα στα δέντρα, το Αγαλμα της Ελευθερίας και το Κάστρο των Γατελούζων σαν στέμμα βασιλικό πάνω από τα Τσαμάκια, ο τρούλος του Αγιου Θεράποντα πίσω από τα νεοκλασικά της Προκυμαίας, που το καλοκαίρι ήταν ένα όνειρο να το χαζεύεις, τώρα, καθώς το «Αιγαίον» έμπαινε μπαταρισμένο, σαν μεθυσμένος που γυρίζει ξημερώματα στο σπίτι του, ήταν και αυτά μέρος του εφιάλτη.
Το Πάσχα φέτος έπεφτε νωρίς. Χειμώνας με τα όλα του. Το χειρότερο ήταν που η θεία Μαρία και ο θείος Γιώργος τηρούσαν αυστηρά τη νηστεία της Μεγαλοβδομάδας. Ευτυχώς, είπε η μάνα μου, ήρθαμε Μεγάλη Πέμπτη, δυο μέρες ακόμα θα νηστέψουμε. Χόρτα, φακές χωρίς λάδι, ούτε αυγό, ούτε τυρί, ούτε τίποτα άλλο. Κάτι φάβες στεγνές που κόλλαγαν στον φάρυγγα.
Κρεμμύδι μπόλικο για να κολάσει η νοστιμιά του τη στέγνα, αλλά έφερνε δάκρυα από το κάψιμο. Για λεμόνι η θεία Μαρία χρησιμοποιούσε κάτι περίεργους κρυστάλλους που τους έλεγε «λεμόν-τουζού» και τους διέλυε με λίγο νερό. Υποτίθεται χυμός λεμονιού, αλλά μόνο η ξινίλα απέμενε. Το στομάχι μου γουργούριζε όλη μέρα. Και κρύωνα, κρύωνα, κρύωνα.
Στην Προκυμαία οι μεγάλοι έπιναν καφέ κι εγώ μπορούσα να απολαύσω μια γερή κουταλιά υποβρύχιο, βουτηγμένη σε νερό παγωμένο. Και ν’ ακούω τις κουβέντες τους. Ο πατέρας και ο θείος Γιώργος έλεγαν για τους ντόπιους πολιτευτές, ονόματα άγνωστα, θέματα μυστηριώδη όπως οι τιμές του λαδιού, τα προβλήματα των ψαράδων με τους Τούρκους, τα εγκαίνια ενός νέου βυρσοδεψείου στον κόλπο της Γέρας. Και οι διαμάχες ανάμεσα στη νομαρχία και τον δήμο.
Στην προκυμαία ο βοριάς ξύριζε. Οι άνθρωποι περπατούσαν σκυφτοί, τυλιγμένοι στα παλτά, με τα καπέλα ώς τα φρύδια. Η επιστροφή στο σπίτι με τα πόδια ήταν άλλο ένα μαρτύριο, το ξεροβόρι έκαιγε τα γυμνά μου πόδια, που κοκκίνιζαν κάτω από το μαστίγωμα κι έκαναν βούλες μπλαβιές και άσπρες.
Τέλος, το βράδυ του Σαββάτου, την ώρα που είχες βυθιστεί στον πιο ζεστό, τον πιο χορταστικό ύπνο, έπειτα από δυόμισι μέρες αυστηρής νηστείας, από οκτώ συνολικά άνοστα γεύματα –«και να σκεφτείς», άκουσα να ψιθυρίζει στη μάνα μου ο πατέρας, «πως ούτ’ εκείνος ούτε αυτή πιστεύουν, από τσιγκουνιά θα το κάνουν!»– να σε ξυπνάνε να ντυθείς, με τα δόντια να χτυπάνε να συρθείς πίσω τους ώς τη Μητρόπολη και να σταθείς τρέμοντας στο προαύλιο, με το κερί σ’ ένα χάρτινο φαναράκι, να γέρνει έτοιμο να του βάλει φωτιά και να σου καίει το χέρι καθώς πάσχιζες να το στερεώσεις.
Μετά ο ξαφνικός πάταγος απ’ τα βεγγαλικά, οι καμπάνες, οι τρακατρούκες να σκάνε μέσα στα πόδια μας, ο αέρας να μυρίζει μπαρούτι, οι ψαλτάδες να ξελαρυγγιάζονται μέσα στον ορυμαγδό και οι μεγάλοι να ανταλλάζουν φιλιά και αγκαλιές.
Τότε μόνο πρόσεξα πως η θεία Μαρία δεν είχε έρθει στην Ανάσταση. Από το άνοιγμα της πόρτας μας άρπαξε η μυρωδιά της μαγειρίτσας. Καθώς παίρναμε θέση στο τραπέζι, σέρνονταν καρέκλες, χτυπούσαν γιορτινά ποτήρια και μαχαιροπίρουνα, μοσχοβολούσε η μαρουλοσαλάτα με τα κομμένα αυγά, και άρχιζε το τσούγκρισμα, γύρνα μύτη, γύρνα κώλο, τσακ! Και του χρόνου!
Η σούπα άχνιζε στα πιάτα, η ψιλοκομμένη συκωταριά και τα λεπτά αντεράκια με το φρέσκο κρεμμυδάκι και τον άνηθο έσπαγαν τη μύτη, οι πρώτες κουταλιές ζεμάταγαν τη γλώσσα, αλλά οι επόμενες ήταν μια απόλαυση. Τα σκυθρωπά, αυστηρά πρόσωπα των θείων, που εμείς τα βλέπαμε λίγο σαν να ‘ταν δεσμοφύλακες, ξαφνικά άστραφταν από τέτοια χαρά, το γέλιο τους ξεχείλιζε γάργαρο, τα αστεία και τα πειράγματα ήταν τόσα που όλοι ξεκαρδιζόμασταν.
Το επίφοβο, παλιωτικό σπίτι με τα αυστηρά βικτωριανά έπιπλα και τα ψηλά ταβάνια, που με γέμιζε φόβο, τώρα είχε γίνει πάλι το σπίτι που τα καλοκαίρια απολάμβανα τόσο και γνώριζα κάθε του γωνιά. Νομίζω ότι έφαγα δύο αυγά, όλη μου τη σαλάτα και δυο πιάτα μαγειρίτσα. Ευδαιμονία τόση δεν είχα νιώσει μετά από φαΐ. Το νόημα της Ανάστασης μου είχε αποκαλυφθεί.
Τελευταίο βιβλίο του Αλ. Πανσέληνου είναι το μυθιστόρημα «Κρυφή πόρτα» (εκδ. Μεταίχμιο, 2016)

Ανθός μετανοήματος

Μαρία Μήτσορα
Μαρία Μήτσορα
«Μα σας παρακαλώ, Στρατηγέ μου, επιτρέψτε μου να συνομιλήσω ένα λεπτό ακόμα με τη δεσποινίδα».
Στρατηγό αποκαλούσε ο Ρένος τον σκύλο του, έναν λευκό Dogo Argentino που η φυλή του έχει κυνηγήσει πούμα στη Λατινική Αμερική. Του είχε πάντα δεμένο στον λαιμό ένα γαλανό λινό μαντήλι ώστε τρέχοντας να ανεμίζει σαν την ελληνική σημαία.
Δεν θυμάμαι πώς γνωριστήκαμε αλλά οι τυχαίες συναντήσεις μας είχαν πυκνώσει τόσο που υποπτευόμουν ότι με παρακολουθεί…Και τα τηλεφωνήματά του ήσαν όλο και πιο συχνά, πιο πυρετώδη, απαιτούσε να παίξω κάποιον ρόλο, μιας σύγχρονης Μαντώς Μαυρογένους ίσως, μέσα στο εύστροφο και αιχμηρό μείγμα από Ορθοδοξία, Ενοπλες Δυνάμεις και Ανδραγαθήματα που κατέκλυζε τις σκέψεις του.
Ηταν Μεγάλη Παρασκευή και, αντί να τον αποτρέψω με κάποια παραλλαγή του «δεν έχω όρεξη για τίποτα», του πρότεινα να συναντηθούμε στο προαύλιο της Μονής Πετράκη με την ελπίδα πως παρακολουθώντας λίγο τη θεία λειτουργία, κάτι σαν λαδάκι θα μαλάκωνε την τρικυμία του ώστε να με αφήσει κι εμένα ήσυχη για ένα μικρό διάστημα.
Τον βρήκα να με περιμένει χωρίς τον σκύλο του κάτω στην είσοδο, γραμμές από κιμωλία διακρίνονταν αχνά στο πεζοδρόμιο και χοροπηδούσε στο ένα πόδι παίζοντας κουτσό. Αμέσως μια υπόκλιση και με ταχυδακτυλουργία μια βιολέτα πέρασε από το χέρι του στο χέρι μου. «Δεν είναι απλό λουλούδι, να το φυλάξεις καλά, στο προσωπικό σου εικονοστάσιο, γιατί είναι ένας ανθός μετανοήματος». Αυτά ήταν τα πρώτα του λόγια κουνώντας μου αυστηρά το δάχτυλο.
Μετά, θυμάμαι μέσες-άκρες από την κουβέντα του… «Ο Στρατηγός είναι εξαιρετικά απασχολημένος, έχουμε κάνει νέες γνωριμίες σε υψηλά κλιμάκια του Ναυτικού αυτή τη φορά -ήγγικεν γαρ η ώρα!- και πώς θα σου φαινόταν να σε πάρω να φύγουμε με ένα υποβρύχιο;». «Την Πόλη θα την πάρουμε;» τον είχα διακόψει προσπαθώντας να ξεπεράσω τη δύσπνοια που μου έφερε η πρότασή του, «κάνεις πως δεν τα βλέπεις, τα ψάρια να τα, πηδάνε πίσω στο τηγάνι αυτή τη στιγμή που μιλάμε» ήταν η απάντησή του, ξερή και θυμωμένη, αφού πρώτα είχε ερευνήσει το πρόσωπό μου για να δει αν τον ειρωνεύομαι.
Οταν μπήκαμε στην εκκλησία ούτε η μυρωδιά από το λιβάνι ούτε τα υπομονετικά μάτια των αγίων, καμία κατάνυξη δεν φάνηκε να τον κυριεύει, ούτε για μια στιγμή δεν ξεχάστηκε – σχεδόν αμέσως ένιωσα τα δάχτυλά του παγωμένα να μου σφίγγουν το μπράτσο, παρασύροντάς με πάλι έξω στο προαύλιο.
Με έβαλε να καθίσω στο πέτρινο πεζούλι που όριζε ένα κυκλικό παρτέρι γεμάτο ανθισμένα λουλούδια μπροστά στην είσοδο του ναού. Με κινήσεις επιδέξιες άπλωσε τη φούστα μου δεξιά κι αριστερά σαν ομπρέλα και κάθισε, κόλλησε δίπλα μου.
Από τα μεγάφωνα η φωνή του παπά ακούστηκε για πρώτη φορά να λέει το Αρατε Πύλας. «Σήμερα στον Αδη θα γίνει μεγάλη γιορτή γιατί κατέρχεται ο Βασιλεύς της Δόξης», μου ψιθύρισε.
Η φωνή του παπά ακούστηκε πιο επίσημη και πιο ένρινη επαναλαμβάνοντας για δεύτερη φορά το Αρατε Πύλας, την επίκληση να ανοίξουν οι πύλες του Αδη, όταν ένιωσα κάτι βαρύ και μεταλλικό να γλιστράει πάνω στη φούστα μου. «Από τον Στρατηγό το πήρες; Τι μάρκα είναι;» τον ρώτησα προσπαθώντας να κρύψω τον φόβο αλλά και τον θαυμασμό που σε πολλούς εμπνέουν τα όπλα.
«Εξάσφαιρο, Smith & Wesson»
Ρίχνοντας ματιές δεξιά κι αριστερά το άνοιξε και είδα μια σφαίρα μέσα στον μύλο και την επόμενη στιγμή το ένιωσα σκληρό κάτω από τα πλευρά μου, στο ύψος του συκωτιού, άκουσα κουφό τον ήχο της σκανδάλης.
«Τι συμβαίνει, Ρένο;» ρώτησα, κοιτάζοντάς τον στα μάτια ίσως και φλογερά, παρ᾽ όλο που δεν μου ήταν ούτε καν συμπαθής. «Θέλεις να συνεχίσουμε; Θα σε πάρω με το υποβρύχιο, ο ναύαρχος είναι φίλος μου, θα αναδυθούμε στον Εύξεινο Πόντο». «Οχι τώρα, Ρένο, θέλω να κάνω πρώτα ένα άλλο, σύντομο ταξίδι αναψυχής». «Ο,τι πει η δεσποινίς» απευθύνθηκε στην αόρατη παρουσία του σκύλου του, έβαλε το περίστροφο στην τσέπη, ρίχνοντάς μου μια ματιά γεμάτη περιφρόνηση για την ευτελή επιλογή μου.
ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ
Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα τρομάξει, το τρίτο Αρατε Πύλας είχε προσπεράσει τ᾽ αυτιά μου, όταν όμως μου χάιδεψε το μέτωπο, τις ρίζες των μαλλιών, λέγοντας τρυφερά «είσαι ίδια η μητέρα μου» ένιωσα τη βιολέτα να μαραίνεται στην αριστερή μου παλάμη. Σηκώθηκε και τον ακολούθησα. Με συνόδευσε, τυπικός και για πρώτη φορά αμίλητος, μέχρι το σπίτι μου.
Το επόμενο βράδυ, είχα βγει για τσιγάρα στην πλατεία. Ο Κων. Τζ. με φώναξε: «Σε πήρε το μάτι μου χτες να μπαίνεις στη Μονή Πετράκη με τον Ρένο Δ. Το έμαθες; Σήμερα τα ξημερώματα τίναξε τα μυαλά του πάνω στον σκύλο του…»
«Καλή Ανάσταση».
[Απόσπασμα από ανέκδοτη ομότιτλη συλλογή διηγημάτων]
Τελευταίο βιβλίο της Μ. Μήτσορα είναι η συλλογή διηγημάτων «Από τη μέση και κάτω» (Πατάκης, 2014)

Θανάτω θάνατον πατήσας

Γ. Σκαμπαρδώνης
Γ. Σκαμπαρδώνης
Το Πάσχα του 2015 το πέρασα στο κτήμα ενός φίλου έξω απ’ τις Σέρρες – τη δεύτερη μέρα μετά την Ανάσταση ξεκίνησα με το αυτοκίνητο να πάω στο χωριό Αγκίστα, που δεν απείχε πολύ απ’ την πόλη κι όπου είναι θαμμένα τα οστά του Ιωαννίκιου, ιερομόναχου, κομουνιστή και αντάρτη (εκοιμήθη το 2011), που με είχε φιλοξενήσει φιλοφρόνως, αρκετές φορές, στο κελί του, του Ραβδούχου, δίπλα στη Μονή Κουτλουμουσίου του Αθω.
Σκέφτηκα να πάω να του ανάψω ένα κεράκι. Οδηγώντας θυμήθηκα τη φοβερή ιστορία (μια απ’ τις πολλές) που μου είχε διηγηθεί ο γέροντας, ο οποίος ήταν γεννημένος το 1927, στον εμφύλιο είχε σκοτώσει κάποιον συγχωριανό του για πολιτικούς λόγους, μετά βγήκε στο αντάρτικο, στο βουνό, πιάστηκε σε μια μάχη, καταδικάστηκε και στάλθηκε στη Μακρόνησο.
Στα 1956 βγήκε, προσπάθησε πάλι να πιάσει επαφή με συντρόφους του, καταδιώχτηκε και για να σωθεί μπήκε κρυφά στον Αθω και ζήτησε να γίνει μοναχός στη Μονή Σίμωνος Πέτρας. Το μοναστήρι αυτό, χτισμένο τον 13ο αιώνα, είναι εφταώροφο, με πυργωτή βάση, τεράστιο, πάνω σε έναν υψηλό, γρανιτένιο, αμφίκρημνο βράχο, σε απόσταση σαράντα λεπτά απ’ τη θάλασσα. Οταν βγαίνεις σε κάποιον εξώστη του και βλέπεις γύρω και κάτω σε πιάνει δέος.
Ο Ιωαννίκιος, κατά κόσμον Ευστράτιος Παπακωνσταντίνου, προσκολλήθηκε στη Μονή για να σωθεί – ο ηγούμενος γρήγορα πληροφορήθηκε ότι τον καταζητούν οι αρχές και ποιο ήταν το ιστορικό του. Αλλά ήταν αναποφάσιστος για το αν θα τον παραδώσει – η Μονή δεν ήταν τότε Κοινοβιακή, αλλά ιδιόρρυθμη, είχε πιο χαλαρούς κανόνες.
Ερχότανε διάφορα έγγραφα απ’ την Αστυνομία, αλλά ο καθηγούμενος, παρότι δεχόταν συνέχεια πίεση, ήταν ακόμα αμφίθυμος. Και οι άλλοι μοναχοί που είχαν βέβαια πληροφορηθεί τα σχετικά κρατούσαν τον Ιωαννίκιο σε απόσταση, φοβόντουσαν να συγχρωτισθούν.
Το πρωί, χαράματα, μετά τη δεύτερη Ανάσταση του 1957 και την ολονυκτία, είχαν βγει έξω στο Κυριακό και τον Ιωαννίκιο τον πλησίασαν πέντε μοναχοί με άγριες διαθέσεις – οι άλλοι στέκονταν παραπέρα και τον κοιτούσαν κι αυτοί περίεργα, από απόσταση. Οι πέντε καλόγεροι, που ήταν μεταξύ σαράντα και πενήντα χρόνων, του είπαν επιτακτικά να τους ακολουθήσει.
Αυτός μη έχοντας επιλογή πήγε μαζί τους – τρεις πήγαιναν μπροστά, βλοσυροί, αυτός στη μέση, κι άλλοι δυο από πίσω. Φυσούσαν εκεί ψηλά ζέφυροι τερπνοί του Απριλίου κι ο Ιωαννίκιος είδε τον ουρανό κι έκανε προληπτικά τον σταυρό του, μη ξέροντας τι τον περιμένει.
Πέρασαν το φωτάναμμα, το βορδοναριό, το μαγκιπείο (μαγειρείο), το κρασαριό και μπήκαν σε κάτι στοές, κατέβηκαν δυο ορόφους, έστριψαν δεξιά και βρέθηκαν σε μια μεγάλη καταπακτή. Την άνοιξε ο πρώτος καλόγερος και κατέβηκαν ακόμα δυο ορόφους, πατώντας σε ξύλινες, στενές σκάλες.
Μετά ξανάνοιξαν μια καταπακτή. Ο χώρος μύριζε κλεισούρα και υγρασία – είδε μια χοντρή αλυσίδα, μολυβδόφαιη, να κρέμεται ώς κάτω στο σκότος. Ο πρώτος καλόγερος άναψε ένα κερί κι άρχισε να κατεβαίνει πιάνοντας την αλυσίδα και πατώντας σε μεγάλα χοντρά καρφιά που εξείχαν απ’ τον γρανίτη του βράχου και τα χρησιμοποιούσαν ως σκαλοπατάκια. Ακολούθησε
κι αυτός και οι υπόλοιποι. Φτάσανε κάτω σε ένα βάθρο, άνοιξαν ακόμα μια καταπακτή και με δυσκολία κατέβηκαν ακόμα μια ξύλινη σκάλα. Είχαν φτάσει στο έσχατο μέρος, εν τοις καταχθονίοις. Ενας καλόγερος άναψε τα κεριά από δυο μανουάλια και ο χώρος φωτίστηκε – ο Ιωαννίκιος με το που έριξε μια ματιά γύρω, φρικίασε, άρχισε να τρέμει. Ενιωσε εντός του το δυσμενές των δαιμόνων φρύαγμα.
Τον είχαν φέρει στο Οστεοφυλάκιο της Μονής. Εκατοντάδες νεκροκεφαλές μοναχών που είχαν αθλήσει περασμένα χρόνια και αιώνες στο μοναστήρι, βρίσκονταν όλες εδώ, τοποθετημένες πάνω σε ξύλινους πάγκους, πατάρια και κόχες, στη σειρά, σ’ όλο τον χώρο πέριξ, τοποθετημένες στη σειρά, η μια δίπλα στην άλλη. Στο μέτωπο του κάθε καύκαλου ήταν γραμμένος με μελάνη ένας σταυρός και από κάτω το όνομα του θανόντος, μερικές φορές και η θέση του στην ιεραρχία – ηγούμενος κτλ.
ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ
Στο γρανιτένιο δάπεδο υπήρχαν μεγάλες καλαθούνες γεμάτες ώς πάνω με τα λοιπά οστά των καλογέρων, φύρδην-μίγδην, ισχία, κόκαλα χεριών, πλευρά, φάλαγγες δαχτύλων. Ο Ιωαννίκιος ίδρωσε κι άρχισε να τρέμει – ένιωσε την αναστροφή του χρόνου, το ότι βρίσκονταν στον πάτο του Αδη.
Οι άλλοι μοναχοί ήταν ήρεμοι – οι τρεις σήκωσαν τα ζωστικά τους και πήγαν και κάθισαν στις καρέκλες της μικρής τράπεζας που ήταν στο κέντρο του χώρου. Φώναξαν και τον Ιωαννίκιο να καθίσει δίπλα τους. Αυτός πήγε, βουβός, μέσα στον φόβο και την υποβολή.
Οι δυο άλλοι μοναχοί, οι κάπως νεότεροι, έκαναν παραπέρα, πήγαν σε μια κρύπτη, την άνοιξαν κι έβγαλαν από μέσα ένα μαντολίνο, ένα μπουζούκι, μια κιθάρα, δυο μεγάλα γυάλινα μπουκάλια με υποκίτρινο τσίπουρο και έναν σάκο που είχε μέσα τυλιγμένο σε πανιά άρτο και ελιές. Τα έφεραν και τα άφησαν στο τραπέζι.
Οι τρεις καλόγεροι πήραν τα όργανα και άρχισαν να παίζουνε και να τραγουδούν σμυρναίικα και μικρασιάτικα τραγούδια με εξαιρετική δεξιοτεχνία και υπέροχες φωνές, να πίνουνε και να γλεντούν – ο ένας, ο νεότερος, μετά το πέμπτο ποτηράκι σηκώθηκε και χόρεψε ένα γιουρούκικο ζεϊμπέκικο με βαθύ αίσθημα και παράπονο. Κάποια στιγμή ο γηραιότερος γύρισε και είπε θερμά στον Ιωαννίκιο:
-Μάθαμε ότι είσαι απ’ τις Σέρρες, με καταγωγή απ’ τη Σμύρνη. Κι εμείς οι πέντε είμαστε όλοι πρόσφυγες, Μικρασιάτες. Είσαι πατριωτάκι μας. Ερχόμαστε εδώ κάτω γιατί δεν μπορεί να μας ακούσει κανείς. Και δεν μας νοιάζει αν είσαι κομουνιστής, αν πιστεύεις στον Χριστό ή όχι. Κάθε άνθρωπος ορίζεται κυρίως από ένα πράγμα. Τον τόπο που γεννήθηκε, την καταγωγή του. Και από δω και πέρα κανείς δεν θα σε πειράξει.
Ξανάπιασαν τα όργανα και συνέχισαν να πίνουν και να γλεντούν, ψέλνοντας κάθε τόσο και ξαναψέλνοντας, ανάμεσα στα τραγούδια, συνοδεία μουσικής, με όλο πιο μεγάλο πάθος και δέος:
Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας…
Τελευταίο βιβλίο του Γ. Σκαμπαρδώνη είναι το μυθιστόρημα «Υπουργός νύχτας» (Πατάκης, 2016)

Ανάμεσα σε Σταύρωση και Ανάσταση

Ακης Παπαντώνης
Ακης Παπαντώνης
Ο ταξιτζής φοράει χρυσή βέρα – στο λάθος δάχτυλο. Στα πέντε λεπτά ώς το λιμάνι δεν αλλάζετε λέξη: εκείνος ακούει προγνωστικά για το στοίχημα στο ραδιόφωνο, εσύ βάζεις την ελληνική SIM στο κινητό σου. Μεγάλη Πέμπτη. Το φέρι για Ηγουμενίτσα είναι σχεδόν άδειο – λιγοστοί τουρίστες, Ελληνες που επιστρέφουν για Πάσχα στην πατρίδα, οδηγοί που κοιμούνται μέσα στις νταλίκες τους. Ετσι άδεια ήταν και η πτήση από Ντίσελντορφ. Δυο ώρες αργότερα, οι λιγοστοί τουρίστες βγάζουν φωτογραφίες το λιμάνι απ’ το κατάστρωμα, οι Ελληνες σπρώχνουν παλιές βαλίτσες από δερματίνη και δέματα κοντά στον καταπέλτη. Οι οδηγοί στις νταλίκες βάζουν μπροστά τις μηχανές.
Από όταν βγήκε το διαζύγιο έχεις να επισκεφθείς τους δικούς σου. Δεν είναι τόσο η απογοήτευση κάθε που συναντιούνται τα βλέμματά σας όσο το πώς σφίγγονται τα χείλη τους όταν ξεχνιούνται στιγμιαία – του πατέρα σου όταν αδειάζει το τσιμπούκι στο τασάκι, της μάνας σου καθώς ανακατεύει το φαΐ ή στέκεται με το τηλέφωνο σφηνωμένο ανάμεσα στον ώμο και το αυτί της. Αυτή τη φορά είπες να τους κάνεις έκπληξη.
Φτάνεις στο σπίτι με τα πόδια. Στη σκιά της νεραντζιάς, ακουμπάς κάτω το σακ-βουαγιάζ και ψάχνεις για το κλειδί σου. Το Τογιότα τους λείπει. Διασχίζεις την αυλή, ξεκλειδώνεις την πόρτα, ανάβεις το φως στο χολ. Το σπίτι παγωμένο. Προχωρώντας από δωμάτιο σε δωμάτιο, ανάβεις και τα υπόλοιπα φώτα. Στο σαλόνι τραβάς τις κουρτίνες, ανοίγεις την μπαλκονόπορτα. Βγαίνεις στη μικρή βεράντα. Η γειτονιά ήσυχη, ο καιρός ζεστός. Κάθεσαι σε μια καρέκλα, βάζεις τα πόδια σου στην άλλη. Παρατηρείς πως πια οι γονείς σου έχουν μόνο δυο καρέκλες στη βεράντα και δύο στην τραπεζαρία, λες κι έχουν φροντίσει ακόμα και τα αντικείμενα του σπιτιού τους να μαρτυρούν πως έχουν μείνει οι δυο τους.
Ανοίγεις το κινητό και τηλεφωνείς στον πατέρα σου.
Μεγάλη Παρασκευή. Δεν έχεις σκοπό να πας να τους βρεις στο χωριό, στο πατρικό της μάνας σου. Τους αφήνεις, όμως, να νομίζουν πως μάλλον θα πας – «μετά τον Επιτάφιο». Κοιμάσαι δυο ώρες το μεσημέρι. Το απόγευμα, μετά το ντους, ξυρίζεσαι με το ξυραφάκι του πατέρα σου, ματώνοντας την ελιά χαμηλά στον λαιμό σου. Στον καθρέφτη χτενίζεις τα μαλλιά σου χωρίστρα, όπως στα χτένιζε εκείνος όταν ήσουν στο δημοτικό.
Στην εκκλησία, ο Επιτάφιος στέκεται στο κέντρο της μικρής αυλής. Τα λαμπιόνια του περίβολου σβηστά, κόσμος με φαναράκια, φωτισμένα μπαλκόνια γύρω γύρω. Μέσα στο πλήθος αναγνωρίζεις παλιούς συμμαθητές, πρόσωπα γειτόνων. Φροντίζεις όμως το βλέμμα σου να μη συναντήσει το δικό τους. Τα χρόνια έχουν σκάψει με διαφορετικό τρόπο και το δέρμα και τις μνήμες σας. Η φράση «ούς έθρεψε το μάννα εκίνησαν την πτέρναν κατά του ευεργέτου» κόβεται από μια ριπή κρύου αέρα.
«Σαράντα χρόνια, ο Θεός δεν έχει αφήσει κακό καιρό να χαλάσει την περιφορά», λέει η κυρία δίπλα σου.
Με την πρώτη ψιχάλα ο νεωκόρος αναζητά εθελοντές να σηκώσουν τον Επιτάφιο: η περιφορά θα περιοριστεί στον περίβολο της εκκλησίας. Η βροχή δυναμώνει, ο κόσμος αραιώνει. Τέταρτος εθελοντής δεν υπάρχει.
«Εσύ, ο νεαρός», ακούγεται ο παπάς, ενώ ψαχουλεύεις την τσέπη σου να βεβαιωθείς πως το κλειδί του σπιτιού είναι ακόμα εκεί.
«Σε σένα λέει ο παπάς, παιδί μου», σε σκουντάει η κυρία δίπλα σου.
Με τον Επιτάφιο στον ώμο, με τη βροχή στο πρόσωπο, με το κλειδί στην τσέπη, με την κυρία να παρακολουθεί το κάθε σου βήμα, με τη βέρα σου σε κάποιο συρτάρι στο Ντίσελντορφ, με τους γονείς σου στο χωριό, νιώθεις λες και περιφέρεις το βάρος ενός πρόωρου θανάτου στο χολ νοικιάρικης γκαρσονιέρας. Και οι τελευταίοι πρώην γείτονες και συμμαθητές έχουν βρει καταφύγιο κάτω από τις νεραντζιές.
Κυριακή του Πάσχα, φτάνεις στο χωριό αργά το μεσημέρι. Το στενό μπροστά στο σπίτι, χαλίκι φρεσκοβρεγμένο με το λάστιχο, αναδίδει τη χαρακτηριστική μυρωδιά. Φέρνεις στον νου σου την εγγονή της κυρα-Ξακουστής: ψηλή, μελαχρινή. Υπέροχη. Θυμάσαι τον φούρναρη που περνούσε με το τρίκυκλο πουλώντας σισαμένια κουλούρια, τη γιαγιά σου να ασβεστώνει την αυλή τις Κυριακές.
Τον (συνονόματο) παππού σου να λέει πως δεν χορεύει γιατί «του ‘δωσε ο Θεός δυο ζερβά πόδια». Σε περιμένουν στην αυλόπορτα – η μάνα σου με το χέρι αντήλιο, ο πατέρας σου με το ψαθάκι του παππού σου στο κεφάλι. Εχεις ακόμα μια πικρή γεύση στο στόμα. Περίμενες πως θα επέστρεφαν εκείνοι στην Ηγουμενίτσα να σε δουν.
Μπαίνεις στην κουζίνα να φτιάξεις καφέ κι ύστερα κάθεσαι έξω με τους δικούς σου. Η μάνα σου καπνίζει, ο πατέρας σου αδειάζει το τσιμπούκι του στο τασάκι. Το δυνατό φως τονίζει τις γραμμές γύρω από τα σφιγμένα στόματά τους. Βγάζεις από την τσέπη της ζακέτας σου ένα πακέτο Κάμελ κι έναν αναπτήρα.
«Καπνίζεις; Από πότε;», ρωτάει η μάνα σου μόλις τ’ ανάβεις.
«Κάπου ανάμεσα σε Σταύρωση κι Ανάσταση χώρεσε κι αυτό», απαντάς.
«Κάθε ταξίδι και μια έκπληξη», συνεχίζει εκείνη.
«Είδες;» λες εσύ.
Μένετε ώρα εκεί, σιωπηλοί, καπνίζοντας. Ο ήλιος αρχίζει να πέφτει. Οι σκιές τους -και η δική σου- καθώς η Κυριακή σβήνει μακραίνουν πάνω στις ασβεστωμένες πλάκες.
Ο Α. Παπαντώνης με το πρώτο του πεζογραφικό βιβλίο («Καρυότυπος», Κίχλη, 2014) τιμήθηκε με το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου του Αναγνώστη
πηγή:
Posted in: Uncategorized