μια εποχή στην κόλαση

Posted on 12 Μαΐου 2016

0


μια εποχή στην κόλαση


Αυτοί ήταν οι επιτελικοί, ο καθένας παίζοντας όπως παίζουν τα παιδιά το “τρέχα αρνάκι, τρέχα”. Ο ταγματάρχης Χώντερ θεωρούσε τον πόλεμο σαν μια υπόθεση αριθμητικής που έπρεπε να γίνει, για να μπορέσει να ξαναγυρίσει στο τζάκι του· ο λοχαγός Λοφτ σαν την πρέπουσα σταδιοδρομία κάθε νεαρού που πήρε την πρέπουσα ανατροφή· και οι υπολοχαγοί Πρακλ και Τόντερ σα μια ονειροπαρσία, που τίποτα σ’ αυτή δεν ήταν εντελώς πραγματικό. Κι ο πόλεμός τους ήταν ως τώρα ένα παιχνίδι – τέλεια όπλα και τέλειο σχέδιο ενάντια σε εχθρούς άοπλους και δίχως σχέδιο. Δεν έχασαν καμιά μάχη και είχαν ελάχιστες απώλειες. Όταν το καλούσε η ανάγκη, μπορούσαν να ‘ναι δειλοί ή θαρραλέοι όπως ο κάθε άνθρωπος. Από όλους, μονάχα ο συνταγματάρχης Λάνσερ ήξερε τι είναι πραγματικά ένας μακροχρόνιος πόλεμος.
Ο Λάνσερ είχε πάει στο Βέλγιο και στη Γαλλία πριν από είκοσι χρόνια, και προσπαθούσε να μη σκέφτεται τι είχε μάθει – πως ο πόλεμος είναι δόλος και μίσος, το θαλάσσωμα ακατάλληλων στρατηγών, το μαρτύριο, ο σκοτωμός, η αρρώστια και η κούραση, ώσπου επιτέλους τελειώνει και τίποτα δεν έχει αλλάξει εκτός από καινούργια ανία κι από καινούργια μίση. Ο Λάνσερ έλεγε στον εαυτό του πως ήταν ένας στρατιώτης που του έδιναν διαταγές να εκτελέσει. Δεν προσδοκούσαν απ’ αυτόν να συζητάει ή να σκέφτεται, αλλά μονάχα να εκτελεί διαταγές· και πάσχιζε να παραμερίζει τις αηδιαστικές αναμνήσεις του άλλου πολέμου και τη βεβαιότητα πως και τούτος ο πόλεμος θα ‘τανε ίδιος. Τούτος εδώ θα ‘ναι διαφορετικός, έλεγε στον εαυτό του πενήντα φορές τη μέρα, τούτος εδώ θα ‘ναι πολύ διαφορετικός.
Σε πορείες, σε οχλαγωγίες, σε ποδοσφαιρικές συναντήσεις, και στον πόλεμο, οι περίγυροι είναι αόριστοι, οι πραγματικότητες γίνονται φανταστικές, και μια ομίχλη θολώνει το μυαλό. Η ένταση, η έξαψη, η κούραση, η κίνηση – όλα συγχωνεύονται σ’ ένα μεγάλο γκρίζο όνειρο, έτσι που όταν τελειώσει, δύσκολα θυμάσαι πως ήταν όταν σκότωνες ανθρώπους, ή όταν τους πρόσταζες να σκοτώσουν. Ύστερα, άλλοι άνθρωποι, που δεν ήταν εκεί, σου λένε σαν τί έμοιαζε, κι εσύ απαντάς αόριστα: “Ναι, υποθέτω πως έτσι ήταν”.

John Steinbeck
Το φεγγάρι έπεσε
1942
 
πηγή:
 
Posted in: Uncategorized