Ανδαλουσιανός Σκύλος ~ Luis Buñuel

Posted on 14 Ἰουνίου 2016

0


Ανδαλουσιανός Σκύλος ~ Luis Buñuel


Αυτή η ταινία γεννήθηκε από τη συνάντηση δυο ονείρων. Φτάνοντας στο σπίτι του Νταλί, στο Φιγκουέρας όπου με είχε προσκαλέσει να περάσω μερικές μέρες, του διηγήθηκα ότι πριν λίγο καιρό είχα ονειρευτεί ένα μακρόστενο σύννεφο να κόβει το φεγγάρι κι ένα ξυράφι να σχίζει ένα μάτι. Εκείνος μου διηγήθηκε ότι την προηγούμενη νύχτα είχε δει στον ύπνο του ένα χέρι γεμάτο μυρμήγκια. Και πρόσθεσε “Τι θα ‘λεγες να κάναμε μια ταινία ξεκινώντας απ’ αυτά;”

Η πρότασή του στην αρχή με βρήκε επιφυλακτικό, πολύ γρήγορα όμως στρωθήκαμε στη δουλειά, στο Φιγκουέρας.

Το σενάριο γράφτηκε σε λιγότερο από μια εβδομάδα, σύμφωνα με ένα πολύ απλό κανόνα, που είχαμε υιοθετήσει μετά από κοινή συμφωνία: να μην κρατάμε καμιά ιδέα, καμιά εικόνα, που να επιδέχεται κάποια εξήγηση λογική, ψυχολογική ή πολιτιστική. Να ανοίξουμε όλες τις πόρτες στο παράλογο. Να μη δεχόμαστε παρά μόνο τις εικόνες που μας έκαναν ισχυρή εντύπωση, χωρίς να ψάχνουμε να βρούμε το γιατί.

Ούτε για μια στιγμή δεν εμφανίστηκε ανάμεσά μας η παραμικρή διαφωνία. Ήταν μια εβδομάδα απόλυτης ταύτισης. Έλεγε, λόγου χάρη, ο ένας “Ο άνθρωπος σέρνει ένα κοντραμπάσο”. “Όχι”, έλεγε ο άλλος. Κι εκείνος που είχε προτείνει την ιδέα δεχόταν αμέσως αυτή την άρνηση. Αισθανόταν ότι ήταν σωστή. Αντίθετα, όταν η εικόνα που πρότεινε ο ένας γινόταν δεκτή από τον άλλο, μας φαινόταν αμέσως λαμπρή, υπεράνω συζήτησης, κι έμπαινε αμέσως στο σενάριο.

Όταν τελείωσε αυτό το στάδιο, συνειδητοποίησα ότι είχαμε να κάνουμε με μια ταινία τελείως ασυνήθιστη, προκλητική, που κανέναν από τα γνωστά συστήματα δεν θα μπορούσε να δεχτεί. Γι’ αυτό ζήτησα ένα χρηματικό ποσό από την μητέρα μου, για να κάνω την παραγωγή μόνος μου. Πείστηκε χάρη στη μεσολάβηση του συμβολαιογράφου, και μου έδωσε τα χρήματα.

Ξαναγύρισα στο Παρίσι. Αφού ξόδεψα τα μισά από τα χρήματα της μητέρας μου στα νυχτερινά κέντρα, όπου περνούσα κάποια βράδια, είπα στον εαυτό μου ότι επιτέλους χρειαζόταν λίγη σοβαρότητα και ότι κάτι θα ‘πρεπε να κάνω. Ήρθα σ’ επαφή με τους ηθοποιούς, τον Πιέρ Μπατσέφ και τη Σιμόν Μαρέϊγ, με τον Ντυβερζέρ, τον οπερατέρ, και με τα στούντιο Μπιγιανκούρ, όπου η ταινία γυρίστηκε μέσα σε δεκαπέντε μέρες.

Στο πλατό δεν ήμαστε παρά πέντε ή έξι άτομα. Οι ηθοποιοί δεν είχαν ιδέα για το τι έκαναν. Έλεγα παραδείγματος χάρη στον Μπατσέφ “Κοίταζε από το παράθυρο, σαν να περίμενες ν’ ακούσεις Βάγκνερ. Ακόμα πιο παθητικά.” Αλλά δεν ήξερε που κοιτούσε και τι έβλεπε. Στα τεχνικά θέματα είχα ήδη κάποιες γνώσεις, επαρκές κύρος, και συνεργαζόμουν τέλεια με τον Ντυβερζέρ, τον οπερατέρ.

Ο Νταλί έφτασε μόλις τρεις, τέσσερις μέρες πριν τελειώσει το γύρισμα. Στο στούντιο απασχολήθηκε με το να ρίχνει πίσσα στα μάτια γαϊδουροκεφαλών, που είχαν προηγούμενα ταριχευθεί. Σε μια λήψη έπαιξε τον έναν από τους δυο μαριανούς καλόγερους που τους σέρνει βίαια ο Μπατσέφ, αλλά δεν ήταν αυτή η λήψη που χρησιμοποιήθηκε τελικά (δεν θυμάμαι πια το γιατί). Τον διακρίνει κανείς κάποια στιγμή, από μακριά,να τρέχει κοντά στη Ζαν, τη μνηστή μου, μετά από τη θανάσιμη πτώση του ήρωα. Την τελευταία μέρα του γυρίσματος, στη Χάβρη, ο Νταλί βρισκόταν μαζί μας.

Η ταινία γυρίστηκε και μονταρίστηκε. Τώρα τι να την έκανα; Μια μέρα, στο Dôme, ο Τεριάντ, των Cahiers d’ art, που είχε ακούσει να μιλούν για τον Ανδαλουσιανό Σκύλο (το κρατούσα κάπως μυστικό από του φίλους μου του Μονπαρνάς) μου σύστησε τον Man Ray. Αυτός είχε μόλις τελειώσει την Υέρ, στην έπαυλη των Νοάϊγ, το γύρισμα μιας ταινίας με τίτλο Το μυστήριο του πύργου του Ζαριού (ένα ντοκουμέντο πάνω στην κατοικία των Νοάϊγ και τους καλεσμένους τους) κι έψαχνε κάτι για συμπλήρωμα του προγράμματος.

Ο Man Ray μου έδωσε ραντεβού για μερικές μέρες αργότερα, στο μπαρ La Coupole (που είχε ανοίξει πριν ένα ή δυο χρόνια) και μου σύστησε τον Λουί Αραγκόν. Ήξερα ότι και οι δυο ανήκουν στη σουρεαλιστική ομάδα. Μεγαλύτερός μου κατά τρία χρόνια, ο Αραγκόν εμφανιζόταν με όλη τη χάρη των καλών γαλλικών τρόπων. Κουβεντιάσαμε λίγο και του είπα ότι μου φαινόταν πως η ταινία μου, από ορισμένες απόψεις, θα μπορούσε να ονομαστεί μια σουρεαλιστική ταινία.

Ο Man Ray κι ο Αραγκόν την είδαν την επομένη στο Studio des Ursulines. Μετά την προβολή, απόλυτα πεισμένοι, μου είπαν ότι έπρεπε χωρίς άλλη καθυστέρηση να της δώσουμε ζωή, να την δείξουμε, να οργανώσουμε μια πρεμιέρα.

Ο σουρεαλισμός υπήρξε πριν απ’ όλα ένα κάλεσμα που το άκουσαν σε διάφορα μέρη, τις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Γερμανία, στην Ισπανία, στη Γιουγκοσλαβία, άνθρωποι που ασκούσαν ήδη μια ενστικτώδη και ανορθολική μορφή έκφρασης, χωρίς ακόμη να γνωρίζονται μεταξύ τους. Τα ποιήματα που είχα δημοσιεύσει στην Ισπανία, πριν ακούσω να μιλούν για τον σουρεαλισμό, μαρτυρούν για αυτό το κάλεσμα, που μας οδηγούσε όλους προς το Παρίσι. Κι όταν ο Νταλί κι εγώ δουλεύαμε πάνω στο σενάριο του Ανδαλουσιανού Σκύλου, εφαρμόζαμε ένα είδος αυτόματης γραφής, ήμαστε ήδη σουρεαλιστές χωρίς την ετικέτα.

Κάτι υπήρχε στον αέρα, όπως συμβαίνει πάντα. Αλλά προσθέτω αμέσως ότι, όσο με αφορά, η συνάντηση μου με την ομάδα υπήρξε ουσιαστική και καθόρισε όλη την υπόλοιπη ζωή μου.

Αυτή η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο καφέ Cyrano, στην πλατεία Μπλάνς, όπου η ομάδα έκανε καθημερινά τις συνεδριάσεις της. Γνώριζα ήδη τον Man Ray και τον Αραγκόν. Μου σύστησαν τον Μαξ Ερνστ, τον Αντρέ Μπρετόν, τον Πωλ Ελυάρ, τον Τριστάν Τζαρά, τον Ρενέ Σαρ, τον Πιέρ Υνίκ, τον Τανγκύ, τον Ζαν Αρπ, τον Μαξίμ Αλεξάντρ, τον Μαγκρίτ – όλους εκτός από τον Μπενζαμέν Περέ, που τότε βρισκόταν στη Βραζιλία. Μου έσφιξαν το χέρι, μου πρόσφεραν ένα ποτό και υποσχέθηκαν να μη χάσουν την πρεμιέρα της ταινίας, για την οποία ο Αραγκόν και ο Man Ray τους είχαν μιλήσει με θερμά λόγια.

Αυτή η πρώτη δημόσια προβολή του Ανδαλουσιανού Σκύλου οργανώθηκε με εισιτήρια – προσκλήσεις στο Ursulines και συγκέντρωσε την τότε “αφρόκρεμα” του Παρισιού, μ’ άλλα λόγια μερικούς αριστοκράτες, μερικούς συγγραφείς ή ζωγράφους που ήταν ήδη διάσημοι (Πικάσο, Λε Κορμπυζιέ, Κοκτώ, Κριστιάν Μπεράρ, ο μουσικός Ζωρζ Ωρίκ) και βέβαια την σουρεαλιστική ομάδα σε απαρτία.

Γεμάτος νευρικότητα, όπως θα το φαντάζεστε, στεκόμουν πίσω από την οθόνη και, στη διάρκεια της προβολής, ενάλλασσα σ’ ένα γραμμόφωνο Τριστάνο και Ιζόλδη και δίσκους με αργεντίνικα ταγκό. Στις τσέπες μου είχα ρίξει μερικά χαλίκια, για να τα πετάξω στο κοινό σε περίπτωση αποτυχίας. Πριν λίγο καιρό οι σουρεαλιστές είχαν γιουχάρει την ταινία της Ζερμαίν Ντυλάκ Το όστρακο και ο κληρικός (σε σενάριο του Αντονέν Αρτώ) –  που ωστόσο εμένα μου άρεσε. Περίμενα το χειρότερο.

Τα χαλίκια δεν μου χρειάστηκαν. Μόλις τελείωσε η ταινία, άκουσα πίσω από την οθόνη παρατεταμένα χειροκροτήματα και ξεφορτώθηκα διακριτικά τα πυρομαχικά μου, ρίχνοντάς τα στο πάτωμα. […]

Μετά την “θριαμβευτική πρεμιέρα” του Ανδαλουσιανού Σκύλου, η ταινία αγοράστηκε από τον Μωκλαίρ, του Studio 28. Μου έδωσε αρχικά χίλια φράγκα, ύστερα καθώς η ταινία γνώριζε πραγματική επιτυχία (παιζόταν επί οκτώ μήνες), μου έδωσε άλλα χίλια και μετά άλλα χίλια. Συνολικά επτά η οκτώ χιλιάδες νομίζω. Σαράντα με πενήντα μηνυτές παρουσιάστηκαν στα γραφεία της αστυνομίας, βεβαιώνοντας “Πρέπει να απαγορευτεί αυτή η αισχρή και απάνθρωπη ταινία”. Ήταν για μένα η απαρχή μιας ατελείωτης σειράς προσβολών και απειλών, που με ακολούθησαν μέχρι τα γεράματά μου.

Μέχρι και δυο αποβολές σημειώθηκαν στη διάρκεια των προβολών. Παρ’ όλα αυτά η ταινία δεν απαγορεύτηκε. […]


Luis Buñuel: Un Chien andalou (1928)

Λόρκα

Λίγο καιρό πριν το γύρισμα του Ανδαλουσιανού Σκύλου, μας χώρισε για κάποιο διάστημα μια επιφανειακή ψυχρότητα. Στη συνέχεια, σαν καχύποπτος Ανδαλουσιανός, πίστεψε, ή έκανε πως πιστεύει, ότι η ταινία ήταν εναντίον του. Έλεγε “Ο Μπουνιουέλ έκανε μια μικρή ταινία τέτοια (χειρονομία με τα δάχτυλα), ονομάζεται Ανδαλουσιανός Σκύλος, κι ο σκύλος είμαι εγώ.”

Το 1934 είχαμε εντελώς συμφιλιωθεί. Παρ’ όλο που κατά τη γνώμη μου πολλές φορές άφηνε τον εαυτό του να πνίγεται ανάμεσα στους πολυάριθμους θαυμαστές του, περνούσαμε πολλές ώρες μαζί. Αρκετά συχνά, μαζί με τον Ουγκάρτε, ανεβαίναμε στη Φορντ μου για να περάσουμε μερικές ήρεμες ώρες στη γοτθική μοναξιά του Ελ Πωλάρ, μέσα στη σιέρα. Το μοναστήρι ήταν ερειπωμένο, αλλά υπήρχαν έξι ή επτά δωμάτια, πολύ πρόχειρα συγυρισμένα, που τα διατηρούσε η Σχολή Καλών Τεχνών. Μπορούσε να μείνει κανείς εκεί και τη νύχτα, αν είχε μαζί του ένα υπνόσακο. Ο ζωγράφος Πεϊνάντο – που θα τον ξανασυναντούσα τυχαία σ’ αυτό το ίδιο μέρος σαράντα χρόνια αργότερα – επισκεπτόταν συχνά το έρημο παλιό μοναστήρι.

Ήταν δύσκολο να συζητάμε για ζωγραφική και για ποίηση, ενώ νιώθαμε την καταιγίδα να πλησιάζει. Τέσσερις μέρες πριν από την απόβαση του Φράνκο ο Λόρκα, που δεν μπορούσε να πάρει στα σοβαρά την πολιτική, αποφάσισε ξαφνικά να φύγει για τη Γρανάδα, την πόλη του. Προσπάθησα να τον μεταπείσω, λέγοντάς του “Φεντερίκο, ετοιμάζονται φρικτά πράγματα. Μείνε εδώ. Θα είσαι πολύ πιο ασφαλής στη Μαδρίτη.” Κι άλλοι φίλοι τον πίεσαν, αλλά μάταια. Έφυγε, πολύ αναστατωμένος, πολύ τρομοκρατημένος.

Η αναγγελία του θανάτου του ήταν ένα φοβερό χτύπημα για όλους μας.
Απ’ όλα τα ζωντανά πλάσματα που έχω γνωρίσει, ο Φεντερίκο είναι ο πρώτος. Δεν μιλάω ούτε για το θέατρό του, ούτε για την ποίησή του, μιλάω για τον ίδιο. Το αριστούργημα ήταν αυτός ο ίδιος. Μου φαίνεται σχεδόν δύσκολο να φανταστώ κάποιον που να μπορεί να συγκριθεί μαζί του. Είτε καθόταν στο πιάνο για να μιμηθεί τον Σοπέν είτε αυτοσχεδίαζε μια παντομίμα, μια σύντομη θεατρική σκηνή, ήταν ακαταμάχητος. Οτιδήποτε κι αν διάβαζε, η ομορφιά ανάβλυζε από τα χείλη του. Είχε πάθος, χαρά, νιάτα. Ήταν σαν μια φλόγα.

Όταν τον γνώρισα στην Εστία, ήμουν ένας άξεστος επαρχιώτης αθλητής. με τη δύναμη της φιλίας μας με μεταμόρφωσε, μ’ έκανε να γνωρίσω ένα άλλο κόσμο. Του οφείλω περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσα να πω.

Το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ. Διάφοροι μύθοι κυκλοφόρησαν γύρω από το θάνατό του κι ο Νταλί μάλιστα – με αρκετή χυδαιότητα – μίλησε για ομοφυλοφιλικό έγκλημα, πράγμα τελείως παράλογο. Στην πραγματικότητα ο Φεντερίκο πέθανε γιατί ήταν ποιητής. Εκείνη την εποχή από την άλλη πλευρά άκουγες να φωνάζουν “Θάνατος στη διανόηση!”.

Στη Γρανάδα κατέφυγε στο σπίτι ενός μέλους της Φάλαγγας, του ποιητή Ροσάλεθ, που η οικογένειά του ήταν φίλη με την οικογένεια του Λόρκα. Πίστευε ότι εκεί θα ήταν ασφαλής. Άντρες (ποιας τάσης; λίγο ενδιαφέρει) με αρχηγό κάποιο Αλόνσο πήγαν και τον συνέλαβαν μια νύχτα και τον φόρτωσαν σ’ ένα καμιόνι, μαζί με μερικούς εργάτες.

Ο Φεντερίκο φοβόταν πολύ το μαρτύριο και τον θάνατο. Μπορώ να φανταστώ τι ένιωσε, μες στη νύχτα, πάνω στο καμιόνι που τον οδηγούσε στον ελαιώνα όπου θα τον σκότωναν.
Σκέφτομαι συχνά εκείνες τις στιγμές. […]
Αποσπάσματα από το βιβλίο Λουίς Μπουνιουέλ ~ Η Τελευταία Πνοή 
 


πηγή:
 
Posted in: Uncategorized