Πεθαίνω σα χώρα – Αέναο σπάραγμα

Posted on 2 Ἰουλίου 2016

1


Πεθαίνω σα χώρα – Αέναο σπάραγμα

Πεθαίνω σα χώρα

 
 
 


Η οραματική και βίαιη γραφή του δανείζεται από όλα τα στρώματα της ελληνικής γλώσσας. Με ένα ενδόμυχο ξέσπασμα, στα όρια της εξομολόγησης, δημιουργεί μία ανεπανάληπτη λογοτεχνική αλχημεία όπου η υπέρμετρη βαρβαρότητα συμβαδίζει με την υπερβατικότητα, όπου η παθολογία του εμφυλίου αντικατοπτρίζεται στους αρχαίους πολέμους, όπου η ανθρωποκτονία, ο εξευτελισμός, η χλεύη, ο βιασμός συμμειγνύονται με την προσευχή, και την αγριότητα της μοναξιάς. Ένα παραισθησιογενές σύμπαν που αφηγείται, σαν ένας εφιάλτης εν εγρηγόρσει, την σφοδρή εκτόξευση ενός εθνικού υποσυνείδητου προς το μηδέν. Ένα «πάθος» κατακλυσμένο από την σκιά της Ιστορίας όπου μόνο η ομορφιά και ο πόθος της γραφής σώζουν από την φρίκη. Ο Δημητριάδης είναι ο ποιητής του ασυμφιλίωτου.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΚΚΟΣ
Ένα λογοτεχνικό διαμάντι. Φανταστικό κείμενο γραμμένο με πυρετώδη τρόπο,  με μια γραφή καυτή σαν λάβα, από ένα μοναδικό συγγραφέα! Ένα έργο που περιγράφει το σκοτάδι με φως, μια γραφή βίαιη, που απαρτίζεται από όλα τα στρώματα της ελληνικής γλώσσας. Είναι το ουρλιαχτό της ψυχής, όταν άλλο δεν αντέχει τα πορίσματα του μυαλού για αυτά που απολαμβάνουν και επεξεργάζονται οι αισθήσεις του.
Κείμενο αλληγορικό, σκοτεινό, σκοπίμως αόριστο (π.χ. δεν δηλώνεται ούτε τόπος, ούτε χρόνος) ώστε να έχει παγκόσμια και πανανθρώπινη εμβέλεια – αποτελεί μια δυστοπική παραβολή που εστιάζει στην απόγνωση, την τρέλα και τον πόνο.
Μια χώρα χάνει έναν πόλεμο και δέχεται ξένη εισβολή που αποδίδεται με μελανά χρώματα και τη μορφή ενός ανελέητου βιασμού. Αυτό από μόνο του είναι ασφαλώς κακό αλλά όχι επαρκές για την ολοκληρωτική κατάρρευση των πάντων που ακολουθεί. Η χώρα, σαπισμένη από τα «μέσα», γκρεμίζεται σαν πύργος από τραπουλόχαρτα και σε σύντομο διάστημα αργοπεθαίνει. Άνθρωποι κάθε είδους τρελαίνονται, άλλοι αλλαξοπιστούν για να επιβιώσουν, κάποιοι αυτοκτονούν, άλλοι δραπετεύουν στο εξωτερικό, το σύμπαν παραδίδεται σε έναν άκρατο μηδενισμό. Τέλος, οι γυναίκες παύουν να τεκνοποιούν…
Το κείμενο γράφτηκε πριν από καμιά 35αριά χρόνια και μοιάζει φοβερά επίκαιρο. Να σημειωθεί ότι επανήλθε στο προσκήνιο, με νέα επανέκδοση, με αφορμή την πρόσφατη εφιαλτική πραγματικότητα στην Ελλάδα. Όποιος το διαβάσει δύσκολα, πολύ δύσκολα πράγματι, μπορεί να αποφύγει την αντιπαραβολή με τη σημερινή κατάσταση της διογκούμενης ανέχειας, της κατάρρευσης αξιών και ιδεολογιών και της καλπάζουσας εσωτερικής ερημίας. Σε ορισμένα σημεία οι ομοιότητες και οι αναλογίες με το σήμερα είναι φοβερές!
Αληθινά, δεν ξέρεις τι να πρωτοθαυμάσεις σε αυτή την υπέροχη σύνθεση του Δ. Δημητριάδη που εδώ ακολουθεί την τεχνοτροπία του Ελύτη στο ¨Άξιον Εστί¨. Την απίστευτης δύναμης συγγραφική ενόραση που γέννησε έναν τέτοιο «προφητικό» λόγο ή την αξιέπαινη τέχνη του που δημιούργησε ένα τέτοιο κείμενο, τόσο «ξεκάθαρο» και «πραγματικό», ώστε να μην αφήνει καμιά αμφιβολία για το τι θέλει να πει αλλά και τόσο «φανταστικό» και «επαμφοτερίζον» ώστε ο καθένας να βλέπει αυτό που θέλει;
ΠΕΘΑΙΝΩ ΣΑΝ ΧΩΡΑ
ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΤΟΥ ΑΦΗΓΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ
ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ
ιδέα-σύλληψη-σκηνοθεσία: Δαγτζίδης Σταύρος
φωνή-ερμηνεία: Παπαθεοδώρου Νάντια
τεχνική επεξεργασία: Μιχαηλίδης Ανέστης
ήχος: Ανδρώνη Φωτεινή
 
 
 
Δ. Δημητριάδης: Πεθαίνω σα χώρα
Αποσπάσματα από το περίφημο πλέον πεζογράφημα του 1978, που μοιάζουν σχεδόν προφητικά
Πεθαίνω σα χώρα: «…κι όλο νιώθω στον τράχηλό μου τον ζυγό της κι όλο δένει τη γλώσσα μου το τραύλισμά της κι όλο μου φέρνει κρύα ρίγη η χυδαιότητά της… η προσήλωσή της στα φαντάσματά της, οι υπεκφυγές της, οι αντιγραφές της, τα φρακαρισμένα της μυαλά… τα εγκλήματά της… Αυτή η χώρα είναι το χτικιό μας. Θα μας πεθάνει, θα μας ξεκάνει.. Μας τα πήρε όλ’ αυτή… Τι θα μείνει όμως απ’ αυτήν χωρίς εμάς; … Το χώμα της έχει πάρει το σχήμα μου… Το σώμα μου έχει πια τις διαστάσεις της… Έχω μέσα μου τη μοίρα της… Πεθαίνω σα χώρα…».
[…] Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Γράφω σ’ εσένα γιατί μαζί ποθήσαμε να είναι γόνιμα αυτά τα σπλάχνα, κι αυτός ο πόθος μάς ένωσε νύχτες και νύχτες… και σ’ άλλες ώρες της μέρας, όταν ξαφνικά γινόταν ένα θαύμα και ξεχνούσαμε τον τρόμο που έτρεχε στους δρόμους καθώς μες στις φλέβες μας… τα εφιαλτικά δελτία ειδήσεων που μας εμπόδιζαν ακόμα και να κοιταζόμαστε… διαβασμένα από θεότρελους εκφωνητές… τα ουρλιαχτά που σκέπαζαν ακόμα και τις σειρήνες των ασθενοφόρων…
Ποτέ δε θα το πίστευα πως η ανθρώπινη φωνή μπορεί να φτάσει σε τέτοια ύψη… να είναι τόσο απύθμενη… να προκαλεί τόση αναστάτωση με την επιβολή της…
Τέλος πάντων, ποτέ δε συνήθισα τους ανθρώπους αλλ’ αυτό είναι μια άλλη μου αναπηρία. Βιάζομαι τώρα να σου πω μερικά πράγματα κι αυτά τα λόγια θα είναι και τα τελευταία που θα ’χεις από μένα. Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Μου τα ’φαγε. Τη μισώ. Ναι, τη μισώ, τη μισώ.
Δεν μπορεί μια γυναίκα να ζήσει με τέτοια σπλάχνα μέσα της. Όσο το σκέφτομαι, μου ’ρχεται να ξεράσω τον ίδιο τον εαυτό μου. Νιώθω σαν ξέρασμα. Μπορεί και να ’μαι. Μια γυναίκα… δεν είναι σα μια χώρα που αξιοποιεί τα ερείπιά της, τους τάφους της… που τα ξεπουλάει όλα για εθνικό συνάλλαγμα… ζώντας απ’ αυτά.
Εγώ δε θέλω να ’μαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δε θέλω να είμ’ αυτή η χώρα. Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, γεροντόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός και φόνισσα. Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θα ’θελα να ζήσω, θα ’θελα να μπορούσα να ζήσω, θα ’μουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω… όμως αυτή η χώρα δε μ’ αφήνει να το θέλω, δε μ’ αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω τη ζωή.
Έχει φάει σαν καρκίνος τα βυζιά μου, τα μυαλά μου, τα έντερά μου, έχει κατεβάσει όλες της τις πέτρες στα νεφρά μου και τα ’χει ρημάξει, έχει μαγαρίσει όλες τις πηγές απ’ όπου θα ’τρεχε το γάλα μου, έχει μαζέψει όλο της το χώμα μες στις φλέβες μου και μου ’χει σαπίσει το αίμα, έχει κάτσει όλη πάνω στην καρδιά μου και την έχει κουρελιάσει απ’ τα εμφράγματα και τις εμβολές, κάθε θεσμός της κι ένα έμφραγμα, κάθε νόμος της και μια εμβολή, τα ήθη της μου ’χουν σμπαραλιάσει τα πνευμόνια, η ιστορία της με κάνει να τρέμω συνεχώς ολόκληρη σα να έχω προσβληθεί από την πάρκινσον, ο πολιτισμός της μ’ έχει ξεπατώσει, μ’ έχει ξεθεώσει, δεν πάει άλλο, η θέση της η γεωγραφική είναι το άσθμα μου, ολόκληρο το σχήμα της άλλοτε απλώνεται πάνω στο σώμα μου σα γιγαντιαίος έρπης ζωστήρ και με τρελαίνει… κι άλλοτε παίρνει τη μορφή τσουγκράνας και μπήγεται στα μάτια μου, τεράστιας βελόνας και μου τρυπάει το κρανίο, βράχου ολόκληρου που κρέμεται από την άκρη των μαλλιών μου και με παρασέρνει σε μια θάλασσα πικρών δακρύων… κι όλο νιώθω στον τράχηλό μου το ζυγό της κι όλο δένει τη γλώσσα μου το τραύλισμά της κι όλο μου φέρνει κρύα ρίγη η χυδαιότητά της… η προσήλωσή της στα φαντάσματά της, οι υπεκφυγές της, οι αντιγραφές της, τα φρακαρισμένα της μυαλά, τα πτώματά της, τα κιβούρια της, τα εγκλήματά της…
Αυτή η χώρα είναι το χτικιό μας. Θα μας πεθάνει, θα μας ξεκάνει. Πώς θα γλιτώσουμε; Μας πίνει το αίμα, μας το πίνει. Δε μ’ αφήνει πια ούτε να κοιμηθώ, μου έχει κλέψει και τον ύπνο. Πώς θα ζήσω χωρίς ύπνο; Δε θα ζήσουμε… όλο το σπέρμα όλων των αντρών της γης δε θα μπορούσε να ζωντανέψει εκείνη την κόχη του κορμιού μου απ’ όπου ξεκινάει η ανθρώπινη ζωή… Έχεις αδειάσει όλη τη ζωή σου μέσα μου αλλά μ’ έχεις αφήσει χωρίς ζωή… Κι εσύ δεν μπορείς. Μ’ έχεις σπείρει μα ο σπόρος σου δεν πρόκειται ποτέ να πιάσει, δεν μπορεί πια ο σπόρος σας να πιάσει… δε θα ξαναβγεί ποτέ πια ζωή από μέσα μας… Το παλιογύναικο. Ένα θα ’θελα, να την είχα μπροστά μου και να την έσφαζα με τα ίδια μου τα χέρια. Αχ, θε μου, να μπορούσα να τη σκοτώσω.
Κατάφερε οι δολοφόνοι της να φτάσουν ως τις μήτρες μας και να τις σκάψουν σαν τάφους, τα γουρούνια, τα γουρούνια, είν’ όλοι τους γουρούνια, από ποιον ν’ αρχίσω και σε ποιον να τελειώσω, όλοι τους δολοφόνοι, όλοι τους, αυτοί με κάνουν να νιώθω την ανάγκη για το πιο μεγάλο έγκλημα, για μια ατέλειωτη σφαγή, ατέλειωτη σφαγή… αχ, πώς αντέχουμε δω μέσα, πώς δε μας τρελαίνει ακόμα αυτή η παλιοσκύλα, αυτή η γκαρότα, αυτό το στραγγουλατόριουμ, σωστή αγχόνη… με τους επίσημους μαχαιροβγάλτες της που βγάζουν επίσημους λόγους σ’ επίσημες τελετές μπρος σ’ επίσημους μαχαιροβγάλτες…
Ο κάθε πόρος της είναι και μια τσέτα, κάθε γωνιά της κι ένα λάζο, κάθε χιλιοστό της και μια τσάκα, είναι γεμάτη ξόβεργες θανάτου και κοφτερούς σουγιάδες, άντρο φονιάδων, απατεώνων και ηλιθίων, λημέρι άναντρων γαμιάδων κι ανίκανων σωματεμπόρων, μας πατάει το κεφάλι μέσα στα σκατά της, μας δίνει λυσσασμένες κλωτσιές στ’ αρχίδια, μας λιώνεις, μωρή, μας στραγγίζεις, μας ρημάζεις, μας διχάζεις, μας πνίγεις, μας καταδικάζεις, μας πεθαίνεις, μας πεθαίνεις, σκρόφα, ξεπουλημένη, μολυσμένη, ψειριάρα, φαρμακοδότρα, φιδομάνα, λύκαινα, γύφτισσα, αιμομίχτρα, που όλο μαϊμουδίζεις και παπαγαλίζεις, κατσικοπόδαρη, δίσεχτη, κακορίζικη, δε σε μπορώ, δεν τη μπορώ, τη δολοφόνα, την παιδοκτόνα, τη ζαβή, τη χολεριασμένη, τη στραβοκάνα, τη ζαβή, το τσόκαρο, την παλιόγρια, την παλιόγρια, που κακό χρόνο να ’χει, δεν αντέχω πια τίποτα δικό της, τίποτα, τίποτα, τη μισώ, τη μισώ, αχ, αχ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, θα πεθάνω, τέρας, και θα εξακολουθώ να σε μισώ, ναι, το μίσος βράζει μέσα μου, θέλω να γράψω τους ανάποδους ύμνους απ’ αυτούς που γράφτηκαν ως τώρα γι’ αυτήν, λέξη προς λέξη να την τουφεκίσω και να την παραχώσω σα σκυλί με τα ίδια μου τα χέρια…
Δεν είμαι πια γυναίκα… Ούτε κι εσύ πια είσαι άντρας… Μας τα πήρε όλ’ αυτή… Τι θα μείνει όμως απ’ αυτήν χωρίς εμάς;
Τι θα είν’ αυτή όταν δεν θα ’χει μείνει τίποτ’ από μας;  Το χώμα της έχει πάρει το σχήμα μου… Το σώμα μου έχει πια τις διαστάσεις της… Έχω μέσα μου τη μοίρα της… Πεθαίνω σα χώρα…
 «ΘΑ ΝΟΜΙΖΕ ΚΑΝΕΙΣ ΟΤΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ (είχε κρατήσει όμως αιώνες αυτή η διαδικασία) κάποια ριζική και αμετάκλητη αλλαγή είχε συντελεστεί στο φυλετικό πυρήνα όλου αυτού του κόσμου μετά την αναγγελία πως κατέρρευσε το νότιο μέτωπο, επιβεβαίωση που επισφραγίστηκε με το λόγο του προέδρου της Δημοκρατίας -σε τόνο αυστηρό και δήθεν μεγαλοπρεπή (: ένας πρώην αυτοκράτωρ που δείχνει με ψωραλέα έπαρση τη ρημαγμένη του παράγκα αποκαλώντας την Ιμπέριουμ …) υπενθύμισε για μια ακόμα φορά την υποχρέωση του καθενός να παραμείνει πιστός στην παρακαταθήκη του παρελθόντος και την εθνική ανάγκη να περισωθεί τουλάχιστον η αξιοπρέπεια της χώρας».
«ΕΝ ΤΩ ΜΕΤΑΞΥ, ΤΙΠΟΤΑ ΔΕ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΠΙΑ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ ΚΡΥΦΟ, και μολονότι τα νέα που έφταναν ήταν αντιφατικά και συγκεχυμένα προκαλώντας αλληλοαναιρούμενες εξάρσεις στα πλήθη, ποτέ δεν έφεραν κάποιον αέρα αισιοδοξίας, το αντίθετο, οι ελπίδες όλο και λιγόστευαν (τις στιγμές εκείνες, τίποτε δεν υπήρχε πιο αόριστο από τη λέξη ελπίδα και τίποτα πιο σκοτεινό από το νόημά της), ώσπου μαθεύτηκε πως είχε καταρρεύσει και το ανατολικό μέτωπο, και αυτό έκανε τον κόσμο να επιταχύνει την κίνησή του προς τα βόρεια.
ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΧΑΟΣ, Η ΚΙΝΗΣΗ ΑΥΤΗ ΕΙΧΕ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ, γιατί ήταν μια κίνηση καθαρής απελπισίας με τάσεις συγχρόνως αυτοκαταστροφής και αυτοσυντήρησης, αφού η χώρα ήταν κυκλωμένη από όλες βέβαια τις μεριές, μα είχε και τις βουνοκορφές της στα βόρεια που πρόσφεραν για λίγο την ανακουφιστική ψευδαίσθηση του απόρθητου καταφύγιου, όμως, καθώς δεν είχε καμιά διέξοδο προς τη θάλασσα, το αίσθημα της ασφυξίας ξαφνικά και του αδιεξόδου, της παγίδευσης, της περίσφιγξης, του κλοιού, του πνιγμού…».
«…ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΗΤΑΝ ΣΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗΣ ή πως η ψυχή όλων των κατοίκων της δεν ήταν παρά το δικό της αδιέξοδο. Γιατί η μετάβαση από τον ένα ιστορικό κύκλο στον άλλο είχε εξαντλήσει και την τελευταία της περιστροφή…».
«ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΔΕΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ σφυροκοπημένοι από αόρατο χέρι στους δρόμους, δε μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει και τι είναι ο θάνατος μιας χώρας…».
«ΤΙ ΑΛΛΟ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ, τουλάχιστον για κείνους που υφίστανται την απάτη και το μαγνητισμό της ύλης συνειδητά, παρά το πολυπόθητο και σπανιότατα κατορθωτό πέρασμα της ψυχής από την αφασία της γλώσσας στο παλλόμενο, γεώδες, αχειρότμητο και αλάξευτο βασίλειο των λέξεων, εν ζωή;… Η αθανασία είναι λέξεις. Η βασιλεία των ουρανών είναι μια ψυχή ομιλούσα αχαλίνωτα…».
«…ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΙΧΑΝ ΞΕΦΥΓΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ των πολιτικών και των στρατιωτικών, που δεν ήξεραν πια με τι να καμουφλάρουν μια πραγματικότητα που πρώτα αυτούς τους ίδιους άρχισε να τρομάζει σπέρνοντας σ” αυτές τις αδυσώπητες, αδίσταχτες, αδιάντροπες, αδάκρυτες καρδιές τον υπονομευτικό φόβο του απείρου, της μοναξιάς και του θανάτου, κι έκαναν την εμφάνισή τους κρούσματα πρωθυπουργών και υπουργών που δεν έπεφταν για ύπνο, αν δεν ήταν βέβαιοι πως όλη τη νύχτα θα τους κρατούσε το χέρι ο καμαριέρης τους… ή κρούσματα αξιωματικών, κυρίως ανωτέρων, που δε μπορούσαν πια να μένουν μόνοι τους σε ένα άδειο δωμάτιο, έτρεμαν το σκοτάδι και άνοιγαν συνεχώς συζητήσεις πάνω στο θέμα της διαλυόμενης, όπως έλεγαν, σκόνης στην οποία θα καταλήγανε «μέσα σε μια αιωνιότητα αμείωτου κενού…».
«…ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑΝ ΠΩΣ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΟΛΛΩΝ ΕΙΔΩΝ ΑΠΕΛΠΙΣΙΕΣ και πως ένα είδος τους ανήκει αποκλειστικά και στους αιώνες, τη χρονιά εκείνη έγιναν οι περισσότερες συνομωσίες στα ανώτατα κρατικά κλιμάκια, κοπάδια βουλευτών εξαγοράζονταν και προσχωρούσαν κορδωμένοι στην ακριβώς αντίθετη παράταξη μόνο και μόνο για να ικανοποιήσουν προσωπικές ή οικογενειακές φιλοδοξίες (ένας, λένε, δέχτηκε να γίνει υπουργός για να δώσει μια τελευταία χαρά στην ετοιμοθάνατη γριά μητέρα του, γιατί την είχε φάει το μαράζι που ο γιός της είχε γεράσει βουλευτής), οι φανατικοί πατριώτες και εθνικόφρονες φυγάδευσαν περιουσίες ολόκληρες στο εξωτερικό με τη βοήθεια των αλληλοκαθρεφτιζόμενων καθεστώτων που ορισμένοι από αυτούς τα κρατούσαν με τα λεφτά τους και τις διασυνδέσεις τους στην εξουσία …».
«…ΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΔΙΑΔΕΧΟΝΤΑΝ Η ΜΙΑ ΤΗΝ ΑΛΛΗ μ’ έναν πυρετώδη ρυθμό αλληλουχίας αποτυχιών, εγκλημάτων κι αναρίθμητων μορφών ανικανότητας, που έφτανε στα όρια της πνευματικής παραλυσίας, φρενιασμένοι οπαδοί πεθαμένων πολιτικών αρχηγών τούς έβγαλαν από τους τάφους τους και κρατώντας τους ψηλά μέσα στα λασπωμένα φέρετρά τους, τους περιέφεραν στους δρόμους ζητώντας με εξτρεμιστικά συνθήματα την επαναφορά τους στην ενεργό πολιτική, γιατί υποστήριζαν πως μόνο αυτοί θα γλίτωναν τη χώρα από την ολοκληρωτική της εξαφάνιση (…) φανατισμένοι λόγιοι έβγαιναν στα μπαλκόνια τους και παρακινούσαν τα σαστισμένα πλήθη ν’ απαρνηθούν τη ζωή, να τρέφονται μόνο με ρίζες και να αναπαράγονται πλαγιάζοντας με ακρωτηριασμένα αγάλματα, μέσα σε μια συναισθηματική κι ιδεολογική παράκρουση όμοια μ’ εκείνων που προσπαθούσαν να επέμβουν στην καυτή πραγματικότητα για να την αλλάξουν ριζικά, εφαρμόζοντας πολιτικά προγράμματα που ήταν επινοήσεις άλλων εποχών…».
«…ΟΙ ΝΟΜΟΙ ΑΚΥΡΩΘΗΚΑΝ ΜΕ ΤΗΝ ΑΥΤΟΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥΣ. Οι θεσμοί αντιστράφηκαν κι άρχισε να εφαρμόζεται το εντελώς αντίθετό τους…».
«…ΤΩΡΑ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΡΟΥΦΟΥΣΕ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΜΙΑ ΜΑΥΡΗ ΛΑΣΠΗ… Πολύκλαδα και βαθύριζα δέντρα γενεαλογικά ρίχτηκαν στη φωτιά. Ληξιαρχεία τινάχτηκαν στον αέρα. Τα μεγαλύτερα πλιάτσικα γίνανε στα μουσεία και στα αρχεία του κράτους. Μυθώδεις περιουσίες δημεύτηκαν. Αποκαλύφθηκαν αίσχη και αίσχη, σε μια κρίση εθνικού αυτοκολασμού… Η ερωτική ζωή τετρακοσίων τουλάχιστον πρωθυπουργών αποτέλεσε το θέμα οργιαστικών ταινιών στηριγμένων σε αδιάψευστα τεκμήρια. Δημόσιοι άνδρες, που δεν πρόλαβαν να το σκάσουν στο εξωτερικό εγκαίρως, υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν ανώτατα αξιώματα και να προβούν σε εξομολογήσεις μπροστά σε αφρίζουσες μάζες λαού που τους λιντσάριζαν και μετά τους έτρωγαν με την εκδικητική λύσσα των αδικημένων…».
«… ΞΑΝΑΣΧΕΔΙΑΣΤΗΚΕ Η ΡΥΜΟΤΟΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ, που γκρεμίστηκαν συθέμελα και ξαναχτίστηκαν από την αρχή. Η εκμετάλλευση του υπεδάφους πέρασε σε άλλα χέρια (…) Το όνομα της χώρας άλλαξε. Το νέο δε θύμιζε σε τίποτα το παλιό…».
«…ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ… ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΑ ΜΙΑ ΧΩΡΑ ΠΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΕΙ ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΗΣ, τους τάφους της… που τα ξεπουλάει όλα για εθνικό συνάλλαγμα… ζώντας απ’ αυτά. Εγώ δε θέλω να ’μαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δεν θέλω να είμ’ αυτή η χώρα. Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός και φόνισσα. Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θα ’θελα να ζήσω, θά ’θελα να μπορούσα να ζήσω, θα ’μουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω… όμως αυτή η χώρα δε μ’ αφήνει να το θέλω, δε μ’ αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω τη ζωή…».
«ΑΥΤΗ Η ΧΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΧΤΙΚΙΟ ΜΑΣ. Θα μας πεθάνει, θα μας ξεκάνει. Πώς θα γλιτώσουμε; Μας πίνει το αίμα, μας το πίνει. Δε μ’ αφήνει πια ούτε να κοιμηθώ, μου έχει κλέψει και τον ύπνο…».
«ΤΟ ΧΩΜΑ ΤΗΣ ΕΧΕΙ ΠΑΡΕΙ ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΜΟΥ… Το σώμα μου έχει πια τις διαστάσεις της… Έχει μέσα μου τη μοίρα της… Πεθαίνω σα χώρα…».
Απόσπασμα από το πεζογράφημα του Δημήτρη Δημητριάδη, Πεθαίνω σαν χώρα, Α έκδοση ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ 1978 Β έκδοση ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ 2010
Η Λαμπρινή Αγγελίδου διαβάζει Δημήτρη Δημητριάδη
Η ηθοποιός Λαμπρινή Αγγελίδου διαβάζει απόσπασμα από το «Πεθαίνω σα χώρα» του Δημήτρη Δημητριάδη
Posted in: Uncategorized