ΟΙ ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΠΟΥ ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΣΑΝ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ (1825 – 1917) Μέρος Β΄

Posted on 11 Ἰουλίου 2016

0


ΟΙ ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΠΟΥ ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΣΑΝ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ (1825 – 1917) Μέρος Β΄

Η δημιουργία και καταγωγή του πρώτου Σοβιέτ
rBpΗ γέν­νη­ση του πρώ­του Σο­βιέτ έ­γι­νε σε κλει­στό κύ­κλο, μα­κρυά απ’ τη δη­μο­σιό­τη­τα. Κα­νέ­να κόμ­μα δεν προ­ώ­θη­σε αυ­τή τη δη­μιουρ­γί­α. Ή­ταν α­πο­τέ­λε­σμα αυ­θόρ­μη­της δρά­σης, μα­κριά α­πό κόμ­μα­τα και πα­ρα­τά­ξεις.
Ποιοι και για­τί δη­μιούρ­γη­σαν το πρώ­το Σο­βιέτ; Ό­λα ξε­κί­νη­σαν λί­γες μέ­ρες με­τά την 9η Γε­νά­ρη. Η γε­νι­κή α­περ­γί­α κρα­τού­σε αρ­κε­τές μέ­ρες και οι ερ­γά­τες εί­χαν πρό­βλη­μα με τις προ­μή­θειες. Ο Βο­λίν ή­ταν έ­νας ε­πα­να­στά­της που εί­χε δια­βά­σει την αί­τη­ση που θα έ­δι­ναν στον τσά­ρο την 9η Γε­νά­ρη στις συ­νε­λεύ­σεις που γί­νο­νταν για την ε­νη­μέ­ρω­ση του λα­ού.
Ο Νο­σάρ δι­κα­στι­κός κλη­τή­ρας που εί­χε σχέ­σεις με α­ντι­φρο­νού­ντες α­στούς φι­λε­λεύ­θε­ρους, τον εί­χε δει ε­κεί, διέ­κρι­νε πως δεν α­νή­κε σε κα­νέ­να κόμ­μα και του πρό­τει­νε να δώ­σει ση­μα­ντι­κά πο­σά για να μοι­ρα­στούν δί­καια στους ερ­γά­τες. Ο Βο­λίν δέ­χθη­κε. Λί­γες μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα, η α­περ­γί­α έ­λη­ξε.
Τό­τε ορ­θώ­θη­κε έ­να σο­βα­ρό ε­ρώ­τη­μα: «Πώς και με ποιο τρό­πο θα συ­νε­χί­σου­με τη δρά­ση μας;»
Κά­ποιο α­πό κεί­να τα βρά­δια, ό­που εί­χαν μα­ζευ­τεί, ό­πως συ­νή­θως, σπί­τι του κά­μπο­σοι ερ­γά­τες -μα­ζί κι ο Νο­σάρ-, ξε­πή­δη­σε η ι­δέ­α να δη­μιουρ­γη­θεί μια μό­νι­μη ερ­γα­τι­κή ορ­γά­νω­ση: κά­τι σαν ε­πι­τρο­πή ή, μάλ­λον, συμ­βού­λιο που θα πα­ρα­κο­λου­θού­σε την ε­ξέ­λι­ξη των γε­γο­νό­των, θα χρη­σί­μευε σα σύν­δε­σμος α­νά­με­σα σ’ ό­λους τους ερ­γά­τες, θα τους ε­νη­μέ­ρω­νε για την κα­τά­στα­ση, και θα μπο­ρού­σε, με την πρώ­τη ευ­και­ρί­α, να συ­γκε­ντρώ­σει γύ­ρω τους τις ε­πα­να­στα­τι­κές ερ­γα­τι­κές δυ­νά­μεις.
Το πρώ­το Σο­βιέτ ο­νο­μά­στη­κε συμ­βού­λιο (σο­βιέτ ερ­γα­τών α­ντι­προ­σώ­πων). Οι ερ­γά­τες πρό­τει­ναν στον Βο­λίν την προ­ε­δρεί­α. Ο Βο­λίν αρ­νή­θη­κε πρώ­τον για­τί πί­στευε πως οι ερ­γά­τες έ­πρε­πε να πά­ρουν το μέλ­λον στα χέ­ρια τους και δεύ­τε­ρον για­τί δεν ή­ταν καν ερ­γά­της. Οι ερ­γά­τες στρά­φη­καν προς τον Νο­σάρ. Αυ­τός δέ­χθη­κε κι έ­γι­νε ο πρό­ε­δρος του πρώ­του Σο­βιέτ.
Ύ­στε­ρα α­πό λί­γο και­ρό το σο­βιέτ της Αγ. Πε­τρού­πο­λης έ­γι­νε τε­ρά­στιο, ο α­ριθ­μός των με­λών ε­πι­βλη­τι­κός. Τις πρώ­τες βδο­μά­δες συ­νε­δρί­α­ζαν τα­κτι­κά. Έ­βγα­λαν και τα Νέ­α (Ι­σβέ­στια) του Σο­βιέτ ερ­γα­τών α­ντι­προ­σώ­πων. Λί­γο αρ­γό­τε­ρα το 1ο Σο­βιέτ κυ­νη­γη­μέ­νο απ’ την κυ­βέρ­νη­ση α­να­γκά­στη­κε σχε­δόν να στα­μα­τή­σει. Στη Γε­νι­κή Α­περ­γί­α του Ο­κτώ­βρη του 1905, το σο­βιέτ ξα­να­ορ­γα­νώ­θη­κε και έ­λα­βε ε­νερ­γά μέ­ρος στην α­περ­γί­α. Α­πό ε­κεί­νη τη στιγ­μή έ­γι­νε ευ­ρέ­ως γνω­στή η ύ­παρ­ξή του. Α­νά­λο­γα σο­βιέτ δη­μιουρ­γή­θη­καν και σε άλ­λες πό­λεις ό­μως η κυ­βέρ­νη­ση τα α­να­κά­λυ­ψε και τα διέ­λυ­σε γρή­γο­ρα.
Δυ­στυ­χώς ό­μως οι σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες κα­τά­φε­ραν να αρ­πά­ξουν ση­μα­ντι­κά πό­στα στα σο­βιέτ. Ο Τρό­τσκυ κα­τά­φε­ρε να γί­νει γραμ­μα­τέ­ας και μό­λις συ­νε­λή­φθη ο Νο­σάρ έ­γι­νε πρό­ε­δρος.
Η γε­νι­κή α­περ­γί­α του Ο­κτώ­βρη 1905
Με­τά την ήτ­τα της Ρω­σί­ας απ’ την Ια­πω­νί­α την ά­νοι­ξη του 1905, ο τσα­ρι­σμός άρ­χι­σε να χά­νει συ­νε­χώς έ­δα­φος, ε­νώ οι ε­πα­να­στα­τι­κές δυ­νά­μεις άρ­χι­σαν να α­να­πτύσ­σο­νται. Σχε­δια­σμέ­νη και­ρό πριν, ξέ­σπα­σε η γε­νι­κή α­περ­γί­α. Η κυ­βέρ­νη­ση α­να­γκά­στη­κε να υ­πο­χω­ρή­σει. Στις 17 Ο­κτώ­βρη ο τσά­ρος έ­βγα­λε έ­να μα­νι­φέ­στο, το ο­ποί­ο πρό­τει­νε τη δη­μιουρ­γί­α της «Δού­μας του κρά­τους» κά­τι σαν συμ­βου­λευ­τι­κή δη­μο­κρα­τί­α.
Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, η κυ­βέρ­νη­ση εί­χε δύ­ο στό­χους:
Α­φ’ ε­νός να δεί­ξει στο ε­ξω­τε­ρι­κό πως η ε­πα­νά­στα­ση στα­μά­τη­σε για να τους δώ­σουν δά­νειο για τα πλήγ­μα­τα του πο­λέ­μου και α­φε­τέ­ρου να ξε­γε­λά­σουν τον κό­σμο. Πέ­τυ­χε και τους δύ­ο στό­χους.
Η α­περ­γί­α στα­μά­τη­σε και η ε­ντύ­πω­ση στο ε­ξω­τε­ρι­κό ή­ταν ε­ντε­λώς ευ­νο­ϊ­κή. Αυ­τή η πρά­ξη δε ξε­γέ­λα­σε τα ε­πα­να­στα­τι­κά κόμ­μα­τα. Έ­κρι­ναν ό­μως πως δεν ή­ταν έ­τοι­μα να προ­χω­ρή­σουν στην ε­πα­νά­στα­ση, και ή­θε­λαν να δεί­ξουν πως η κυ­βέρ­νη­ση θα α­θε­τή­σει πά­λι τις υ­πο­σχέ­σεις της.
Με­τά το μα­νι­φέ­στο της 17 Ο­κτώ­βρη που πα­ρα­χω­ρού­σε κά­ποια ε­λευ­θε­ρί­α λό­γου πή­ραν μέ­ρος στις ε­κλο­γές για τη σύ­ντα­ξη της Δού­μας τα ε­ξής κόμ­μα­τα:  Έ­νω­ση του ρω­σι­κού λα­ού, που συμ­με­τεί­χαν οι α­με­τα­νό­η­τοι μο­ναρ­χι­κοί. Το ο­κτω­βρια­νό κόμ­μα που συ­γκε­ντρώ­θη­καν γύ­ρω του λι­γό­τε­ρο φα­να­τι­σμέ­νοι μο­ναρ­χι­κοί. Το κόμ­μα της ε­λευ­θε­ρί­ας του λα­ού που εί­χε και τη με­γα­λύ­τε­ρη α­πή­χη­ση. Αυ­τό πρό­τει­νε συ­νταγ­μα­τι­κό σύ­στη­μα που θα έ­βα­ζε τέ­λος στον α­πο­λυ­ταρ­χι­σμό. Στην ά­κρα α­ρι­στε­ρά βρί­σκο­νταν το σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό και το σο­σια­λε­πα­να­στα­τι­κό κόμ­μα. Δε χρειά­ζε­ται να πού­με πως τα δύ­ο τε­λευ­ταί­α κόμ­μα­τα α­ντι­προ­σώ­πευαν τους ερ­γά­τες και τους α­γρό­τες.
Το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο πρό­βλη­μα της ε­πο­χής ή­ταν το α­γρο­τι­κό. Τρεις λύ­σεις πα­ρου­σιά­ζο­νται.

  1. Το κόμ­μα της ε­λευ­θε­ρί­ας του λα­ού πρό­τει­νε με­ρι­κή α­παλ­λο­τρί­ω­ση ε­δα­φών που η α­πο­πλη­ρω­μή θα γι­νό­ταν στα­δια­κά απ’ τους α­γρό­τες.
  2. Το σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό κόμ­μα πρό­τει­νε α­παλ­λο­τρί­ω­ση χω­ρίς α­πο­ζη­μί­ω­ση και η γη θα πα­ρέ­με­νε στην ι­διο­κτη­σί­α του Κρά­τους.
  3. Το σο­σια­λε­πα­να­στα­τι­κό κόμ­μα πρό­τει­νε πλή­ρη κα­τά­σχε­ση ι­διω­τι­κών ε­δα­φών τα ο­ποί­α θα δί­νο­νταν στις κοι­νό­τη­τες με τον έ­λεγ­χο του κρά­τους.

Η ι­δε­ο­λο­γι­κή το­πο­θέ­τη­ση των κομ­μάτων της ά­κρας α­ρι­στε­ράς
Στους κόλ­πους του σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κού κόμ­μα­τος εκ­δη­λώ­θη­καν δύ­ο ρεύ­μα­τα. Το έ­να πί­στευε πως έ­πρε­πε να ε­γκα­θι­δρύ­σουν α­στι­κή δη­μο­κρα­τί­α για ν’ α­νοί­ξουν οι πόρ­τες για γρή­γο­ρη κα­πι­τα­λι­στι­κή α­νά­πτυ­ξη που θα διευ­κό­λυ­νε για τον αυ­ρια­νό σο­σια­λι­σμό. Κύ­ριοι εκ­φρα­στές: Πλε­χά­νοφ, Μάρ­τοφ κ.ά.
Το άλ­λο πί­στευε στον ά­με­σο α­γώ­να ε­νά­ντια στον κα­πι­τα­λι­σμό και την κα­τά­κτη­ση της ε­ξου­σί­ας. Κύ­ριος ε­μπνευ­στής ο Λέ­νιν. Το ο­ρι­στι­κό σχί­σμα έ­γι­νε το 1903 στο συ­νέ­δριο του Λον­δί­νου. Ε­κεί οι υ­πο­στη­ρι­χτές του Λέ­νιν ή­ταν πε­ρισ­σό­τε­ροι και ο­νο­μά­στη­καν μπολ­σε­βί­κοι που ση­μαί­νει πλειο­ψη­φι­κοί. Οι υ­πό­λοι­ποι ο­νο­μά­στη­καν Μεν­σε­βί­κοι που ση­μαί­νει μειο­ψη­φι­κοί. Το σο­σια­λε­πα­να­στα­τι­κό κόμ­μα έ­χει κι αυ­τό δύ­ο ξε­χω­ρι­στά κόμ­μα­τα, που χω­ρί­στη­καν α­νά­λο­γα με το σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό. Με­τά τη νί­κη του ’17 οι Μπολ­σε­βί­κοι πή­ραν την ε­ξου­σί­α και δη­μιούρ­γη­σαν το Κομ­μου­νι­στι­κό Κόμ­μα.
Χα­ρα­κτή­ρι­σαν α­ντε­πα­να­στά­τες τους Μεν­σε­βί­κους και τους συ­νέ­τρι­ψαν. Α­νά­λο­γα έ­πρα­ξαν και με την α­ντί­στοι­χη ο­μά­δα των σο­σια­λε­πα­να­στα­τών (της δε­ξιάς). Με την ο­μά­δα της α­ρι­στε­ράς στην αρ­χή συ­νερ­γά­στη­καν αλ­λά αρ­γό­τε­ρα τους κή­ρυ­ξαν ε­κτός νό­μου και τους διέ­λυ­σαν. Α­νά­λο­γα έ­πρα­ξαν και με τους α­ναρ­χι­κούς που τους δυ­σκό­λε­ψαν ι­διαί­τε­ρα.
Η πε­ρί­ο­δος 1906 – 1917
Δεν έ­γι­νε τί­πο­τα α­ξιό­λο­γο α­πό ε­πα­να­στα­τι­κής σκο­πιάς σ’ αυ­τό το διά­στη­μα. Ή­ταν το με­γά­λο διά­λειμ­μα πριν την έ­κρη­ξη. Το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο στοι­χεί­ο της πε­ριό­δου ή­ταν οι συ­νε­δριά­σεις της Δού­μας. Η Δού­μα άρ­χι­σε να συ­νε­δριά­ζει το Μά­η του 1906. Πρώ­τος πρό­ε­δρος ή­ταν ο κα­θη­γη­τής του Πα­νε­πι­στη­μί­ου της Μό­σχας Μου­ρόμ­τζεφ. Η Δού­μα προ­σπά­θη­σε να ε­πι­βλη­θεί σαν νο­μο­θε­τι­κό όρ­γα­νο. Η κυ­βέρ­νη­ση ή­θε­λε να την α­πο­δυ­να­μώ­σει, να την κά­νει υ­πο­χεί­ριό της. Ή­ταν πο­λύ ε­πα­να­στα­τι­κή για τα τσα­ρι­κά δε­δο­μέ­να. Η κυ­βέρ­νη­ση έ­κρι­νε πως έ­χο­ντας υ­πό τον έ­λεγ­χό της στρα­τό και α­στυ­νο­μί­α θα μπο­ρού­σε να κα­ταρ­γή­σει την Δού­μα. Έ­τσι έ­πρα­ξε. Το κα­λο­καί­ρι του 1906 η Δού­μα δια­λύ­θη­κε με ε­πί­ση­μο διά­ταγ­μα. Ο κόσμος δεν α­ντέ­δρα­σε, πλην ε­λά­χι­στων πε­ρι­πτώ­σε­ων. Ό­λοι οι βου­λευ­τές έ­σκυ­ψαν το κε­φά­λι. Μό­νο ο Ο­νίπ­κο δεν το έ­βα­λε κά­τω. Αυ­τός ή­ταν που κί­νη­σε την ε­ξέ­γερ­ση της Κρον­στάν­δης, το κα­λο­καί­ρι του 1906. Με­τά την πρώ­τη Δού­μα, ήρ­θε η δεύ­τε­ρη, η τρί­τη, η τέ­ταρ­τη. Ό­λες υ­πο­ταγ­μέ­νες στο κα­θε­στώς. Έ­γι­ναν όρ­γα­νο της κυ­βέρ­νη­σης.
Σχε­τι­κά με με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κούς – ω­φέ­λι­μους νό­μους η Δού­μα δεν έ­κα­νε α­πο­λύ­τως τί­πο­τα. Αυ­τή η πε­ρί­ο­δος ή­ταν έ­να γό­νι­μο «πει­ρα­μα­τι­κό μά­θη­μα» για τον κό­σμο της Ρω­σί­ας. Δύ­ο πα­ράλ­λη­λες πο­ρεί­ες χα­ρα­κτη­ρί­ζουν την πε­ρί­ο­δο αυ­τή. Απ’ τη μί­α ο γρή­γο­ρος εκ­φυ­λι­σμός του τσα­ρι­κού συ­στή­μα­τος και απ’ την άλ­λη η ρα­γδαί­α α­ντι­τσα­ρι­κή συ­νει­δη­το­ποί­η­ση του κό­σμου. Με αυ­τή τη διά­θε­ση προ­χώ­ρη­σαν οι Ρώ­σοι στην έ­κρη­ξη του 1917.
1917: Η έ­κρη­ξη. Τε­λι­κή σύ­γκρου­ση τσα­ρι­σμού – ε­πα­νά­στα­σης
Το 1914 ξε­σπά πό­λε­μος. Τα τσα­ρι­κό κα­θε­στώς κα­τορ­θώ­νει να α­να­θερ­μά­νει ι­δε­ο­λο­γί­ες ό­πως ο ε­θνι­κι­σμός, ο σω­βι­νι­σμός κ.ά. Με αυ­τό τον τρό­πο ο­δή­γη­σε τον κό­σμο σαν κο­πά­δι στη σφα­γή. Ό­μως πολ­λά α­κού­γο­νται. Λέ­νε πως με­τά τον πό­λε­μο έ­πρε­πε να κερ­δί­σουν αυ­τά που τους α­νή­κουν, πως θα κρα­τή­σουν τα ό­πλα για κά­θε εν­δε­χό­με­νο. Πί­στευαν ό­μως πως θα κερ­δί­σουν τον πό­λε­μο. Στην αρ­χή εί­χαν κά­ποιες ε­πι­τυ­χί­ες. Αρ­γό­τε­ρα ό­μως η Ρω­σί­α άρ­χι­σε να έ­χει ση­μα­ντι­κές α­πώ­λειες. Πολ­λές ήτ­τες της πα­ρέ­μει­ναν α­νε­ξι­χνί­α­στες και πολ­λοί μί­λη­σαν για προ­δο­σί­α της Αυ­λής. Η Αυ­λή δεν έ­δει­ξε να α­νη­συ­χεί. Πή­ρε κά­ποια μέ­τρα ε­ντε­λώς α­δέ­ξια και κα­θυ­στε­ρη­μέ­να. Ο Νι­κό­λα­ος Β. α­νέ­λα­βε την αρ­χη­γί­α του στρα­τού για να α­να­πτε­ρώ­σει το η­θι­κό των φα­ντά­ρων. Ό­μως η σή­ψη ε­ξα­πλω­νό­ταν ό­λο και πιο γρή­γο­ρα. Βλέ­πο­ντας αυ­τή την κα­τά­στα­ση, οι φι­λε­λεύ­θε­ροι κύ­κλοι ορ­γά­νω­ναν τη μια συ­νο­μω­σί­α με­τά την άλ­λη. Η αρ­χή έ­γι­νε με τη δο­λο­φο­νί­α του Ρα­σπού­τιν. Τέ­τοια ή­ταν η κα­τά­στα­ση ό­ταν ξέ­σπα­σε η έ­κρη­ξη το Φλε­βά­ρη του 1917.
«Τα αί­τια της δεν πρέ­πει ν’ α­να­ζη­τη­θούν τό­σο στα στρα­τιω­τι­κά γε­γο­νό­τα, ού­τε στους ψι­θύ­ρους για τη στά­ση και την προ­δο­σί­α της Αυ­λής, ού­τε καν στην προ­σω­πι­κή α­νι­κα­νό­τη­τα και α­ντι­δη­μο­τι­κό­τη­τα του τσά­ρου».
Αυ­τό που έ­σπρω­ξε τις λα­ϊ­κές μά­ζες στην α­πελ­πι­σί­α, η στα­γό­να που έ­κα­νε το πο­τή­ρι να ξε­χει­λί­σει, ή­ταν κυ­ρί­ως η πλή­ρης α­πο­διορ­γά­νω­ση της οι­κο­νο­μι­κής ζω­ής -αν ό­χι της ζω­ής γε­νι­κά- στο ε­σω­τε­ρι­κό της χώ­ρας. «Η α­πο­διορ­γά­νω­ση έ­χει πά­ρει τέ­τοιες δια­στά­σεις», ο­μο­λο­γού­σε ο υ­πουρ­γός Κρι­βο­τσέ­ιν μι­λώ­ντας για τη διοί­κη­ση κι ό­λες τις κρα­τι­κές υ­πη­ρε­σί­ες, «που θα ’λε­γε κα­νείς ό­τι βρι­σκό­μα­στε σε φρε­νο­κο­μεί­ο». Σ’ αυ­τό λοι­πόν τον το­μέ­α η α­νι­κα­νό­τη­τα της τσα­ρι­κής κυ­βέρ­νη­σης και τα κα­τα­στρε­πτι­κά ε­πα­κό­λου­θα των ε­νερ­γειών της ε­πι­βά­λα­νε στις μά­ζες να δρά­σουν γρή­γο­ρα κι α­πο­φα­σι­στι­κά».
«Το Γε­νά­ρη του 1917 η κα­τά­στα­ση έ­γι­νε α­νυ­πό­φο­ρη. Το οι­κο­νο­μι­κό χά­ος, η α­θλιό­τη­τα του ερ­γα­ζό­με­νου πλη­θυ­σμού, η κοι­νω­νι­κή α­πο­διορ­γά­νω­ση, πή­ραν τέ­τοιες δια­στά­σεις που οι κά­τοι­κοι με­ρι­κών με­γά­λων πό­λε­ων – και προ­πά­ντων της Πε­τρού­πο­λης – άρ­χι­σαν να στε­ρού­νται ό­χι μο­νά­χα τα καύ­σι­μα, τα ρού­χα, το κρέ­ας, το βού­τυ­ρο, τη ζά­χα­ρη κτλ., αλ­λά α­κό­μη και το ψω­μί.
Μέ­σα στο Φλε­βά­ρη η κα­τά­στα­ση χει­ρο­τέ­ρε­ψε α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Παρ’ ό­λες τις προ­σπά­θειες της Δού­μας, των «ζέμ­στβος», των δή­μων, των Ε­πι­τρο­πών και Ε­νώ­σε­ων, ό­χι μο­νά­χα ο πλη­θυ­σμός των πό­λε­ων έ­φτα­νε στα πρό­θυ­ρα του λι­μού, αλ­λά και ο α­νε­φο­δια­σμός του στρα­τού έ­γι­νε προ­βλη­μα­τι­κός. Ταυ­τό­χρο­να, οι στρα­τιω­τι­κές α­πο­τυ­χί­ες φαι­νό­ντου­σαν να παίρ­νουν τις δια­στά­σεις πα­νω­λε­θρί­ας.
Στα τέ­λη του Φλε­βά­ρη, ή­ταν ο­λο­κλη­ρω­τι­κά και ο­ρι­στι­κά α­δύ­να­το για τη χώ­ρα, α­πό υ­λι­κή και η­θι­κή ά­πο­ψη, να συ­νε­χί­σει τον πό­λε­μο. Κι ή­ταν ο­λο­κλη­ρω­τι­κά κι ο­ρι­στι­κά α­δύ­να­το για τον ερ­γα­ζό­με­νο πλη­θυ­σμό των πό­λε­ων να βρει τρό­φι­μα».
Ο τσα­ρι­σμός αρ­νιό­ταν να α­να­γνω­ρί­σει την κα­τά­στα­ση. Α­ντί να βρει κά­ποιο α­ντί­δο­το γυρ­νού­σε πά­ντα στην κα­τα­στο­λή και στην τρο­μο­κρα­τί­α. Στις 24 Φλε­βά­ρη στην Πε­τρού­πο­λη ξέ­σπα­σαν τα­ρα­χές. Την ε­πό­με­νη μέ­ρα η κα­τά­στα­ση ο­ξύν­θη­κε. Οι ερ­γά­τες νιώ­θο­ντας αλ­λη­λέγ­γυοι με ό­λη την υ­πό­λοι­πη χώ­ρα προ­χώ­ρη­σαν σε θο­ρυ­βώ­δεις δια­δη­λώ­σεις και αρ­νιό­ντου­σαν να δια­λυ­θούν. Η κυ­βέρ­νη­ση έ­στει­λε ε­να­ντί­ον τους έ­φιπ­πα τμή­μα­τα. Ό­μως οι στρα­τιώ­τες δεν χρη­σι­μο­ποί­η­σαν τα ό­πλα τους. Πολ­λοί απ’ αυ­τούς μά­λι­στα κα­τέ­βη­καν απ’ τα ά­λο­γά τους, και έ­δω­σαν τα ό­πλα τους στους πο­λί­τες. Στις 26 Φλε­βά­ρη έ­να α­κό­μη γε­γο­νός ήρ­θε να προ­στε­θεί. Η διά­λυ­ση της Δού­μας. Ή­ταν το σύν­θη­μα για να πε­ρά­σουν σε μια α­πο­φα­σι­στι­κή δρά­ση. Οι δια­δη­λώ­σεις με­τα­τρά­πη­καν σε ε­ξέ­γερ­ση. Οι δρό­μοι γέ­μι­σαν ο­δο­φράγ­μα­τα. Πυρ­πο­λή­θη­καν α­στυ­νο­μι­κά τμή­μα­τα και το Δι­κα­στι­κό Μέ­γα­ρο. Η κυ­βέρ­νη­ση ε­ξα­πέ­λυ­σε ε­πί­θε­ση με τις α­στυ­νο­μι­κές Δυ­νά­μεις μιας και δε μπο­ρού­σε να στη­ρι­χτεί στο στρα­τό. Οι α­στυ­νο­μι­κοί κα­τέ­λα­βαν στρα­τη­γι­κά ση­μεί­α και άρ­χι­σαν ο­λι­κή ε­πί­θε­ση ε­να­ντί­ων των ε­ξε­γερ­μέ­νων. Ό­λη τη μέ­ρα της 26ης Φλε­βά­ρη οι μά­χες ή­ταν σκλη­ρές. Σε πολ­λά μέ­ρη η α­στυ­νο­μί­α α­πω­θή­θη­κε. Σε άλ­λα οι α­στυ­νο­μι­κές δυ­νά­μεις α­ντι­στέ­κο­νταν με λύσ­σα. Τα κα­τα­λυ­τι­κά γε­γο­νό­τα έ­λα­βαν χώ­ρα στις 27 Φε­βρουα­ρί­ου. Απ’ το πρωί ο­λό­κλη­ρα συ­ντάγ­μα­τα φρου­ράς στα­σί­α­σαν, βγή­καν στους δρό­μους με το ό­πλο στο χέ­ρι, ε­πι­τέ­θη­καν στην α­στυ­νο­μί­α και τους κα­τα­τρό­πω­σαν. Στην πλα­τεί­α Ζνα­μέν­σκα­για ή­ταν συ­γκε­ντρω­μέ­νο πλή­θος ι­διαί­τε­ρα α­πο­φα­σι­σμέ­νο και με­ρι­κώς ε­ξο­πλι­σμέ­νο. Η κυ­βέρ­νη­ση έ­στει­λε ε­να­ντί­ον τους έ­φιπ­πα συ­ντάγ­μα­τα της Αυ­το­κρα­το­ρι­κής φρου­ράς, κα­θώς και πε­ζούς και έ­φιπ­πους α­στυ­νο­μι­κούς. Με­τά τις συ­νη­θι­σμέ­νες α­πει­λές ο α­ξιω­μα­τι­κός της α­στυ­νο­μί­ας διέ­τα­ξε τους μπά­τσους να πυ­ρο­βο­λή­σουν. Τό­τε έ­γι­νε το ε­ξής πα­ρά­δο­ξο. Ο α­ξιω­μα­τι­κός του στρα­τού διέ­τα­ξε τους φα­ντά­ρους να ε­πι­τε­θούν στην α­στυ­νο­μί­α. Μέ­σα σε λί­γα λε­πτά οι α­στυ­νο­μι­κές δυ­νά­μεις κα­τα­τρο­πώ­θη­καν. Ο τσα­ρι­σμός δεν διέ­θε­τε πια έ­νο­πλη δύ­να­μη. Ο πλη­θυ­σμός ή­ταν ε­λεύ­θε­ρος. Σχη­μα­τί­στη­κε μια προ­σω­ρι­νή κυ­βέρ­νη­ση με ε­ξέ­χο­ντα μέ­λη της Δού­μας. Ο τσά­ρος α­να­γκά­στη­κε να υ­πο­γρά­ψει την πα­ραί­τη­ση του στις 2 Μαρ­τί­ου. Για μια α­κό­μα φο­ρά η δρά­ση του κόσμου ή­ταν αυ­θόρ­μη­τη και δεν κα­θο­δη­γή­θη­κε ού­τε ορ­γα­νώ­θη­κε α­πό κα­νέ­να κόμ­μα.
«Ό­λες οι συ­ντη­ρη­τι­κές ή με­τριο­πα­θείς κυ­βερ­νή­σεις, που δια­δέ­χτη­καν η μί­α την άλ­λη απ’ το Φλε­βά­ρη μέ­χρι τον Ο­χτώ­βρη του 1917, α­πό­δει­ξαν την α­νι­κα­νό­τη­τά τους να λύ­σουν, μέ­σα στις δο­σμέ­νες συν­θή­κες, τα ε­ξαι­ρε­τι­κά σο­βα­ρά και φλέ­γο­ντα προ­βλή­μα­τα που έ­θε­τε η Ε­πα­νά­στα­ση στη χώ­ρα: αυ­τός ή­ταν ο κυ­ριό­τε­ρος λό­γος που η χώ­ρα γκρέ­μι­σε δια­δο­χι­κά, μέ­σα στο σύ­ντο­μο διά­στη­μα ο­χτώ μη­νών, τη συ­ντη­ρη­τι­κή α­στι­κή κυ­βέρ­νη­ση συ­νταγ­μα­τι­κής κα­τεύ­θυν­σης, την α­στι­κή δη­μο­κρα­τί­α και, τέ­λος, τη με­τριο­πα­θή σο­σια­λι­στι­κή ε­ξου­σί­α.
Δύ­ο γε­γο­νό­τα κυ­ρί­ως ση­μά­δε­ψαν αυ­τή την α­νι­κα­νό­τη­τα: α) η α­δυ­να­μί­α της χώ­ρας να συ­νε­χί­σει τον πό­λε­μο και των κυ­βερ­νή­σε­ων αυ­τών να τον στα­μα­τή­σουν· β) η ε­πεί­γου­σα α­νά­γκη που έ­βλε­πε η χώ­ρα για τη σύ­γκλη­ση της Συ­ντα­κτι­κής Συ­νέ­λευ­σης και η α­δυ­να­μί­α αυ­τών των κυ­βερ­νή­σε­ων να την πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν.
Η ρω­μα­λέ­α προ­πα­γάν­δα της ά­κρας α­ρι­στε­ράς για το ά­με­σο στα­μά­τη­μα του πο­λέ­μου, για τη γρή­γο­ρη σύ­γκλη­ση της Συ­ντα­κτι­κής και για την α­κέ­ραι­η κοι­νω­νι­κή Ε­πα­νά­στα­ση σαν μό­νο μέ­σο σω­τη­ρί­ας, εν­θάρ­ρυ­νε αυ­τή την κε­ραυ­νο­βό­λα πο­ρεί­α της Ε­πα­νά­στα­σης.
Έ­τσι η ρώ­σι­κη Ε­πα­νά­στα­ση, που ξέ­σπα­σε στα τέ­λη Φλε­βά­ρη του 1917, ξε­πέ­ρα­σε γρή­γο­ρα τις φά­σεις μιας α­στι­κής πο­λι­τι­κής ε­πα­νά­στα­σης: τη δη­μο­κρα­τι­κή και τη με­τριο­πα­θή σο­σια­λι­στι­κή.
Τον Ο­χτώ­βρη ο δρό­μος εί­χε ξε­κα­θα­ρι­στεί απ’ ό­λα τα ε­μπό­δια, η Ε­πα­νά­στα­ση το­πο­θε­τή­θη­κε ου­σια­στι­κά και ο­ρι­στι­κά στο πε­δί­ο της κοι­νω­νι­κής Ε­πα­νά­στα­σης. Και ή­ταν α­πό­λυ­τα φυ­σι­κό και λο­γι­κό που, με­τά τη χρε­ο­κο­πί­α ό­λων των με­τριο­πα­θών κυ­βερ­νή­σε­ων και πο­λι­τι­κών κομ­μά­των, οι ερ­γα­ζό­με­νες μά­ζες στρά­φη­καν προς το τε­λευ­ταί­ο κόμ­μα που υ­πήρ­χε, το μό­νο που έ­με­νε όρ­θιο, το μό­νο που α­ντι­με­τώ­πι­ζε χω­ρίς φό­βο την κοι­νω­νι­κή Ε­πα­νά­στα­ση, το μό­νο που υ­πο­σχό­ταν —αν έ­φτα­νε στην ε­ξου­σί­α— μί­α γρή­γο­ρη κι εύ­κο­λη ε­πί­λυ­ση ό­λων των προ­βλη­μά­των: το Μπολ­σε­βί­κι­κο κόμ­μα.
Το α­ναρ­χι­κό κί­νη­μα, ας το ε­πα­να­λά­βου­με, ή­ταν α­κό­μη πο­λύ α­δύ­να­μο για να έ­χει μια ά­με­ση και συ­γκε­κρι­μέ­νη ε­πιρ­ρο­ή πά­νω στα γε­γο­νό­τα. Και το συν­δι­κα­λι­στι­κό κί­νη­μα ή­ταν α­νύ­παρ­κτο.
Α­πό κοι­νω­νι­κή ά­πο­ψη, η κα­τά­στα­ση πα­ρου­σια­ζό­ταν έ­τσι:
Υ­πήρ­χαν τρί­α θε­με­λιώ­δη στοι­χεί­α: α) η μπουρ­ζουα­ζί­α, β) η ερ­γα­τι­κή τά­ξη, γ) το μπολ­σε­βί­κι­κο κόμ­μα, που έ­παιρ­νε πό­ζα μα­χη­τι­κή και «πρω­το­πο­ρια­κή».
Η μπουρ­ζουα­ζί­α, το ’χου­με ή­δη πει, ή­ταν α­νί­σχυ­ρη. Το μπολ­σε­βί­κι­κο κόμ­μα δε συ­νά­ντη­σε πολ­λές δυ­σκο­λί­ες για να τη συ­ντρί­ψει.
Η ερ­γα­τι­κή τά­ξη ή­ταν κι αυ­τή α­δύ­να­μη. Α­νορ­γά­νω­τη (με την πραγ­μα­τι­κή έν­νοια του ό­ρου ορ­γά­νω­ση), ά­πει­ρη και, στο βά­θος, χω­ρίς συ­νεί­δη­ση του α­λη­θι­νού της κα­θή­κο­ντος, δεν κα­τόρ­θω­σε να δρά­σει α­μέ­σως α­πό μό­νη της, για δι­κό της λο­γα­ρια­σμό. Ε­μπι­στεύ­τη­κε τις τύ­χες της στο μπολ­σε­βί­κι­κο κόμ­μα, που πή­ρε κά­τω απ’ τον έ­λεγ­χο του κά­θε δρά­ση.
Ας προ­σθέ­σου­με μια ση­μεί­ω­ση που, βέ­βαια, προ­τρέ­χει κά­πως απ’ τα γε­γο­νό­τα, αλ­λά θα ε­πι­τρέ­ψει στον α­να­γνώ­στη να τα πα­ρα­κο­λου­θή­σει και να τα κα­τα­νο­ή­σει κα­λύ­τε­ρα.
Η α­νε­πάρ­κεια αυ­τή της ρώ­σι­κης ερ­γα­τι­κής τά­ξης στην αρ­χή της Ε­πα­νά­στα­σης θ’ α­πο­δει­χθεί μοι­ραί­α για την ε­ξέ­λι­ξη των γε­γο­νό­των και για ο­λό­κλη­ρη την Ε­πα­νά­στα­ση. (Έ­χου­με κιό­λας μι­λή­σει γι’ αυ­τό το ε­πι­ζή­μιο «πα­θη­τι­κό» της α­πο­τυ­χη­μέ­νης Ε­πα­νά­στα­σης του 1905-6: η ερ­γα­τι­κή τά­ξη δεν κα­τέ­κτη­σε το δι­καί­ω­μα της ορ­γά­νω­σης, πα­ρέ­μει­νε κα­τα­τε­μα­χι­σμέ­νη. Το 1917 θα δο­κί­μα­ζε τις συ­νέ­πειες).
Το μπολ­σε­βί­κι­κο κόμ­μα, ό­πως εί­πα­με, πή­ρε κά­τω απ’ τον έ­λεγ­χο του κά­θε δρά­ση. Α­ντί ό­μως, α­πλού­στα­τα, να συ­μπα­ρα­στα­θεί στους ερ­γα­ζό­με­νους στις προ­σπά­θειές τους να ο­λο­κλη­ρώ­σουν την Ε­πα­νά­στα­ση και να χει­ρα­φε­τη­θούν, α­ντί να τους βο­η­θή­σει στην πά­λη τους, έ­να ρό­λο που του έ­δι­ναν οι ερ­γά­τες στο μυα­λό τους, που θα έ­πρε­πε να εί­ναι ο ρό­λος ό­λων των ει­λι­κρι­νών ε­πα­να­στα­τών και που δεν α­παι­τεί κα­θό­λου την κα­τά­λη­ψη ή την ά­σκη­ση της «πο­λι­τι­κής ε­ξου­σί­ας» -α­ντί να παί­ξει αυ­τό το ρό­λο, το μπολ­σε­βί­κι­κο κόμ­μα, μό­λις βρέ­θη­κε στην ε­ξου­σί­α, ε­γκα­τα­στά­θη­κε σαν α­πό­λυ­τος κυ­ρί­αρ­χος, γρή­γο­ρα δια­φθά­ρη­κε, ορ­γα­νώ­θη­κε σα νέ­α προ­νο­μιού­χα κά­στα και, στη συ­νέ­χεια, συ­νέ­τρι­ψε και υ­πο­δού­λω­σε την ερ­γα­τι­κή τά­ξη για να την εκ­με­ταλ­λευ­θεί, με νέ­ες μορ­φές, για δι­κό της λο­γα­ρια­σμό.
Έ­τσι, ο­λό­κλη­ρη η Ε­πα­νά­στα­ση θ’ αλ­λοιω­θεί, θα πα­ρε­κτρα­πεί, θα βγει απ’ το δρό­μο της. Για­τί, ό­ταν οι λα­ϊ­κές μά­ζες θα κα­τα­λά­βουν το σφάλ­μα και τον κίν­δυ­νο, θα εί­ναι πο­λύ αρ­γά. Οι νέ­οι α­φέ­ντες θα έ­χουν ε­δραιω­θεί στέ­ρε­α, δια­θέ­το­ντας ε­παρ­κείς υ­λι­κές, διοι­κη­τι­κές, στρα­τιω­τι­κές κι α­στυ­νο­μι­κές δυ­νά­μεις, και με­τά α­πό μί­α σύ­γκρου­ση μα­ζί τους —σύ­γκρου­ση λυσ­σα­λέ­α μα ά­νι­ση, που θα κρα­τή­σει τρί­α πε­ρί­που χρό­νια και θα μεί­νει για πο­λύ και­ρό σχε­δόν ά­γνω­στη έ­ξω απ’ τη Ρω­σί­α— ο λα­ός θα υ­πο­κύ­ψει. Η α­λη­θι­νή Ε­πα­νά­στα­ση, που φέρ­νει τη χει­ρα­φέ­τη­ση, για μί­α α­κό­μη φο­ρά κα­τα­πνί­γη­κε απ’ τους ί­διους τους “Ε­πα­να­στά­τες”».

…για την Κοινωνική Αφύπνιση

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ, 27, Ιούλιος-Αύγουστος 2004
Πηγή: Βσέβολοντ Μιχαήλοβιτς Έϊχενμπάουμ (Βο­λίν), Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, έκδ. Διεθνής Βιβλιοθήκη.

πηγή:


https://anarchypress.wordpress.com/2016/07/09/%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CF%83-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%B7%CE%BA%CE%B5%CF%83-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CF%80%CE%B9-2/

Posted in: Uncategorized