ΟΙ ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΠΟΥ ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΣΑΝ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ (1825 – 1917) Μέρος Α΄

Posted on 11 Ἰουλίου 2016

0


ΟΙ ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΠΟΥ ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΣΑΝ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ (1825 – 1917) Μέρος Α΄

ΠΕ­ΡΙΟ­ΔΟΣ 1825-1905

dekembristesΣτις αρ­χές του 19ου αιώ­να το πο­λι­τι­κό σύ­στη­μα της Ρω­σί­ας ή­ταν αυ­τό της α­πό­λυ­της μο­ναρ­χί­ας («τσά­ρος» αυ­το­κρά­το­ρας) που στη­ρι­ζό­ταν στους με­γα­λο­γαιο­κτή­μο­νες, τους στρα­τιω­τι­κούς, στην πα­ντο­δύ­να­μη γρα­φειο­κρα­τί­α και φυ­σι­κά στον κλή­ρο. Οι 75 ε­κατ. α­γρό­τες, ό­ντας α­γράμ­μα­τοι, ή­ταν α­φο­σιω­μέ­νοι στον τσά­ρο. Οι­κο­νο­μι­κά κυ­ριαρ­χού­σε η λε­γό­με­νη α­γρο­τι­κή φε­ου­δαρ­χί­α. Το ε­μπό­ριο και η βιο­μη­χα­νί­α φυ­το­ζω­ού­σαν. Η βά­ση της ε­θνι­κής οι­κο­νο­μί­ας ή­ταν η γε­ωρ­γί­α απ’ ό­που ζού­σε το 95% του πλη­θυ­σμού. Η γη ό­μως ά­νη­κε στο Κρά­τος ή στους με­γα­λο­γαιο­κτή­μο­νες ή αλ­λιώς «πο­τέμ­στσι­κους». Οι α­γρό­τες ή­ταν δου­λο­πά­ροι­κοι των πο­τέμ­στσι­κων και αυ­τοί εί­χαν δι­καί­ω­μα ζω­ής και θα­νά­του. Την κα­τά­στα­ση της δου­λο­πα­ροι­κί­ας δεν την α­νέ­χο­νταν, ό­σο και αν φαί­νε­ται πα­ρά­δο­ξο, κά­ποιοι άν­θρω­ποι με ευ­γε­νι­κό πνεύ­μα που δεν α­νή­κουν στην α­γρο­τι­κή μά­ζα. Α­πο­φά­σι­σαν να δια­μαρ­τυ­ρη­θούν γι’ αυ­τό και φυ­σι­κά το πλή­ρω­σαν α­κρι­βά.

Η ΠΡΩ­ΤΗ Ε­ΠΑ­ΝΑ­ΣΤΑ­ΤΙ­ΚΗ ΚΙ­ΝΗ­ΣΗ: ΟΙ «ΔΕ­ΚΕΜ­ΒΡΙ­ΣΤΕΣ» (1825)

Η πρώ­τη συ­νει­δη­τά ε­πα­να­στα­τι­κή κί­νη­ση κα­τά του κα­θε­στώ­τος εκ­δη­λώ­θη­κε το 1825. Ε­κεί­νη την ε­πο­χή πέ­θα­νε ο τσά­ρος Α­λέ­ξαν­δρος ο 1ος και α­νέ­λα­βε ο α­δελ­φός του Νι­κό­λα­ος.

Το κοι­νω­νι­κό πρό­γραμ­μα του κι­νή­μα­τος έ­φτα­νε ως την ε­ξα­φά­νι­ση της δου­λο­πα­ροι­κί­ας και πο­λι­τι­κά στην ε­γκα­θί­δρυ­ση μιας δη­μο­κρα­τί­ας. Το κί­νη­μα δη­μιουρ­γή­θη­κε απ’ τις τά­ξεις των προ­νο­μιού­χων. Η ε­ξέ­γερ­ση που ξέ­σπα­σε κα­τε­πνί­γη σχε­τι­κά εύ­κο­λα. Οι υ­πο­κι­νη­τές της στά­σης ο­νο­μά­στη­καν «Δε­κεμ­βρι­στές» για­τί τα γε­γο­νό­τα έ­γι­ναν τον Δε­κέμ­βριο. Με­τά την κα­τα­στο­λή της ε­ξέ­γερ­σης ο νέ­ος τσά­ρος, Νι­κό­λα­ος ο 1ος ώ­θη­σε στα ά­κρα το δε­σπο­τι­κό, γρα­φειο­κρα­τι­κό και α­στυ­νο­μι­κό κα­θε­στώς του Ρω­σι­κού κρά­τους.

ΤΟ ΡΩ­ΣΙ­ΚΟ ΠΑ­ΡΑ­ΔΟ­ΞΟ: Ο ΜΥ­ΘΟΣ ΤΟΥ ΤΣΑ­ΡΟΥ

Ε­δώ α­κρι­βώς πρέ­πει να α­να­φέ­ρου­με, πως οι α­γρο­τι­κοί πλη­θυ­σμοί, στις ε­ξε­γέρ­σεις που έ­κα­ναν, στρέ­φο­νταν ε­νά­ντια στους ά­με­σους κα­τα­πιε­στές (τους τσι­φλι­κά­δες, ευ­γε­νείς, τους α­στυ­νο­μι­κούς) και πο­τέ προς τον ί­διο τον τσά­ρο. Πί­στευαν πως ο τσά­ρος θέ­λει το κα­λό τους και πως αν μπο­ρού­σαν να μι­λή­σουν μα­ζί του χω­ρίς με­σά­ζο­ντες θα κα­τα­λά­βαι­νε τα προ­βλή­μα­τά τους και θα τα έ­λυ­νε. Πολ­λοί α­κό­μα, πί­στευαν πως τα βά­σα­νά τους εί­ναι μια δο­κι­μα­σί­α σταλ­μέ­νη απ’ το θε­ό. Αν πα­ρα­λεί­ψου­με τον «μύ­θο του τσά­ρου» δε θα μπο­ρέ­σου­με να κα­τα­νο­ή­σου­με γε­γο­νό­τα που θα α­να­φερ­θούν στη συ­νέ­χεια του α­φιε­ρώ­μα­τος.

1825-1855

Αυ­τή την πε­ρί­ο­δο βα­σί­λευε ο τσά­ρος Νι­κό­λα­ος ο 1ος. Α­πό ε­πα­να­στα­τι­κής ά­πο­ψης τί­πο­τα το έ­ντο­νο και ξε­χω­ρι­στό δε συ­νέ­βη αυ­τήν την πε­ρί­ο­δο. Δεν έ­λει­ψαν ό­μως οι πρά­ξεις α­νταρ­σί­α του πλη­θυ­σμού, ι­διαί­τε­ρα στις α­γρο­τι­κές πε­ριο­χές. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή εί­ναι η ρα­γδαί­α αύ­ξη­ση της κα­τα­στο­λής και η ε­γκα­θί­δρυ­ση γρα­φειο­κρα­τι­κού και α­στυ­νο­μι­κού κρά­τους. Η λο­γο­κρι­σί­α και η τρο­μο­κρά­τη­ση λυ­μαί­νο­νταν τα πά­ντα, πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό κά­θε άλ­λη φο­ρά. Παρ’ ό­λα αυ­τά τα μέ­τρα, οι α­γρό­τες εκ­δή­λω­ναν τη δυ­σα­ρέ­σκεια τους με κά­θε ευ­και­ρί­α. Οι πρά­ξεις α­νταρ­σί­ας πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νταν. Ο τσά­ρος, για να ε­λέγ­ξει την κα­τά­στα­ση χρη­σι­μο­ποί­η­σε πε­ρισ­σό­τε­ρη βί­α. Αυ­τή η μέ­θο­δος α­πο­δεί­χτη­κε α­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κή. Η κα­τά­στα­ση δε θα αρ­γού­σε να ο­δη­γή­σει στην α­πο­σύν­θε­ση του συ­στή­μα­τος. Με­γά­λα στρώ­μα­τα του πλη­θυ­σμού το κα­τα­λά­βαι­ναν. Τό­τε α­κρι­βώς άν­θι­σε η κί­νη­ση της δια­νο­ού­με­νης νε­ο­λαί­ας. Αν ε­ξαι­ρέ­σου­με την νε­ο­λαί­α της υ­παί­θρου, η νε­ό­τε­ρη γε­νιά εί­χε προ­ο­δευ­τι­κές ι­δέ­ες. Με­λέ­τη­σαν τον δυ­τι­κό κό­σμο, κυ­ρί­ως θε­τι­κές ε­πι­στή­μες και υ­λι­σμό, και δεν α­πο­δέ­χο­νταν την υ­πο­δού­λω­ση των α­γρο­τών. Συγ­χρό­νως, α­πό οι­κο­νο­μι­κή ά­πο­ψη, η ερ­γα­σί­α των δου­λο­πά­ροι­κων και η α­που­σί­α και της πα­ρα­μι­κρής ε­λευ­θε­ρί­ας, δεν α­ντα­πο­κρί­νο­νται στις πιε­στι­κές α­παι­τή­σεις της ε­πο­χής. Τό­τε δη­μιουρ­γή­θη­κε το πε­ρί­φη­μο ρεύ­μα του μη­δε­νι­σμού.

Ο ΜΗ­ΔΕ­ΝΙ­ΣΜΟΣ

Μια ευ­ρύ­τα­τα δια­δε­δο­μέ­νη και βα­θειά ρι­ζω­μέ­νη πα­ρε­ξή­γη­ση συ­νο­δεύ­ει, έ­ξω απ’ τη Ρω­σί­α, τη λέ­ξη μη­δε­νι­σμό. Ο «ΜΗ­ΔΕ­ΝΙ­ΣΜΟΣ» (ή πιο σω­στά ο νι­χι­λι­σμός) εί­ναι μια πο­λι­τι­κή και κοι­νω­νι­κή ε­πα­να­στα­τι­κή θε­ω­ρί­α, βγαλ­μέ­νη στη Ρω­σί­α. Τον ό­ρο μη­δε­νι­σμός τον έ­βγα­λε ο μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος Ι­βάν Τουρ­γκέ­νιεφ. Πρώ­τη φο­ρά τον χρη­σι­μο­ποί­η­σε σε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μά του, για να χα­ρα­κτη­ρί­σει έ­να ι­δε­ο­λο­γι­κό ρεύ­μα, που εκ­δη­λώ­θη­κε σε νε­α­ρούς ρώ­σους στα τέ­λη του 1850. Η λέ­ξη εί­χε ε­πι­τυ­χί­α και δια­δό­θη­κε γρή­γο­ρα. Το ρεύ­μα αυ­τό εί­χε χα­ρα­κτή­ρα φι­λο­σο­φι­κό και προ­πα­ντός η­θι­κό. Πο­τέ δεν α­πλώ­θη­κε πέ­ρα απ’ το στρώ­μα των δια­νο­ού­με­νων. Η εκ­δή­λω­σή του ή­ταν πά­ντα προ­σω­πι­κή και ει­ρη­νι­κή. Σαν φι­λο­σο­φι­κή α­ντί­λη­ψη, ο μη­δε­νι­σμός εί­χε για βά­ση του απ’ τη μί­α τον υ­λι­σμό και απ’ την άλ­λη τον α­το­μι­κι­σμό, με την πλα­τειά έν­νοια. Η βα­σι­κή ι­δέ­α του μη­δε­νι­σμού: α­πό­λυ­τη χει­ρα­φέ­τη­ση του α­τό­μου, ά­ντρα ή γυ­ναί­κας, α­πό κά­θε τι που ε­πι­βου­λεύ­ε­ται την α­νε­ξαρ­τη­σί­α του ή την ε­λευ­θε­ρί­α σκέ­ψης. Το μη­δε­νι­στι­κό ρεύ­μα ο­νο­μά­στη­κε έ­τσι για­τί οι υ­πο­στη­ρι­κτές του δεν α­πο­δέ­χο­νταν τί­πο­τα (nihil στα λα­τι­νι­κά, α­πό ε­κεί και η λέ­ξη νι­χι­λι­σμός) απ’ ό­τι ή­ταν φυ­σι­κό ή ιε­ρό για τους υ­πο­λοί­πους: θρη­σκεί­α, οι­κο­γέ­νεια, κοι­νω­νί­α, πα­ρα­δό­σεις, κτλ. Κά­νο­ντάς τους την ε­ρώ­τη­ση: «τι δέ­χε­στε, τι ε­γκρί­νε­τε απ’ ό­σα σας πε­ρι­βάλ­λουν και απ’ το χώ­ρο που υ­πο­στη­ρί­ζει ό­τι εί­χε το δι­καί­ω­μα και το κα­θή­κον να σας ε­πη­ρε­ά­σει με τον έ­ναν ή τον άλ­λον τρό­πο;» θα σου α­πα­ντού­σαν: «ΤΙ­ΠΟ­ΤΑ». Να ‘τον, λοι­πόν, «μη­δε­νι­στής» («νι­­χι­λι­στής»).

Η Α­ΠΟ­ΤΥ­ΧΙΑ ΤΟΥ ΝΙ­ΚΟ­ΛΑ­ΟΥ ΤΟΥ 1ου

Η τσα­ρι­κή κυ­βέρ­νη­ση αρ­νιό­ταν να λο­γα­ριά­σει την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και τον α­να­βρα­σμό των πνευ­μά­των. Α­ντί­θε­τα, φέρ­θη­κε προ­κλη­τι­κό­τα­τα, δη­μιουρ­γώ­ντας την δια­βό­η­τη Ο­χρά­να, κά­τι σαν την ση­με­ρι­νή α­σφά­λεια, για να δα­μά­σει το κί­νη­μα. Οι πο­λι­τι­κές διώ­ξεις εί­χαν γί­νει πραγ­μα­τι­κή μά­στι­γα. Ο Ντο­στο­γιέφ­σκυ γλί­τω­σε την ε­κτέ­λε­ση τε­λευ­ταί­α στιγ­μή (τε­λι­κά ε­ξο­ρί­στη­κε), για­τί ή­ταν ο­πα­δός μιας α­βλα­βούς ο­μά­δας κοι­νω­νι­κών με­λε­τών. Πολ­λοί άλ­λοι δρα­στή­ριοι ε­πα­να­στά­τες, ό­πως ο Μπα­κού­νιν, α­να­γκά­στη­καν να δρά­σουν στο ε­ξω­τε­ρι­κό. Σε τέ­τοιες συν­θή­κες εί­ναι που η Ρω­σί­α ε­νε­πλά­κη στον Κρι­μα­ϊ­κό πό­λε­μο (1854-1855). Οι α­ντι­ξο­ό­τη­τες του πο­λέ­μου φα­νέ­ρω­σαν την α­δυ­να­μί­α της κυ­βέρ­νη­σης. Ο Νι­κό­λα­ος ο 1ος πέ­θα­νε ητ­τη­μέ­νος το 1855. Πολ­λοί λέ­νε πως αυ­το­κτό­νη­σε με δη­λη­τή­ριο. Προ­τού κλεί­σου­με το κε­φά­λαιο αυ­τό πρέ­πει να α­να­φέ­ρου­με, πως σε αυ­τό το χρο­νι­κό διά­στη­μα (1825-1855) έ­γι­ναν γορ­γά και ση­μα­ντι­κά τε­χνι­κά και πο­λι­τι­στι­κά βή­μα­τα. Γεν­νή­θη­κε η «ε­θνι­κή βιο­μη­χα­νί­α» και το προ­λε­τα­ριά­το. Φτιά­χτη­καν λι­μά­νια, ο­ρυ­χεί­α άν­θρα­κα, χρυ­σού, αρ­γύ­ρου κτλ. Κα­τα­σκευά­στη­καν ση­μα­ντι­κά ερ­γο­στά­σια και βελ­τιώ­θη­καν οι συ­γκοι­νω­νί­ες. Έ­γι­νε ο πρώ­τος σι­δη­ρό­δρο­μος, που έ­νω­σε τις δύ­ο πρω­τεύ­ου­σες, Α­γί­α Πε­τρού­πο­λη και Μό­σχα. Ή­ταν γι­γά­ντιο έρ­γο. Ας ση­μειωθεί πως οι προ­λε­τά­ριοι εί­χαν α­κό­μα δε­σμούς με την ύ­παι­θρο. Ερ­γά­ζο­νταν σε βιο­μη­χα­νι­κά έρ­γα, για να συ­μπλη­ρώ­σουν το ει­σό­δη­μά τους, τις ε­πο­χές που δεν καλ­λιερ­γού­σαν τη γη. Στο πο­λι­τι­στι­κό πε­δί­ο υ­πήρ­ξαν με­γά­λες με­τα­βο­λές. Οι λί­γο πο­λύ κα­λο­στε­κού­με­νοι γο­νείς ή­θε­λαν να δουν τα παι­διά τους μορ­φω­μέ­να. Η αύ­ξη­ση του α­ριθ­μού των μα­θη­τών και φοι­τη­τών α­νά­γκα­σε την κυ­βέρ­νη­ση να δη­μιουρ­γή­σει και­νούρ­για εκ­παι­δευ­τι­κά ι­δρύ­μα­τα.

Η Α­ΝΤΙ­ΔΡΑ­ΣΗ (1855-1881)

Τον αυ­το­κρά­το­ρα Νι­κό­λα­ο τον 1ο δια­δέ­χθη­κε ο γιος του Α­λέ­ξαν­δρος ο 2ος. Σε αυ­τόν έ­λα­χε να α­ντι­με­τω­πί­σει τη δύ­σκο­λη θέ­ση του κα­θε­στώ­τος. Η γε­νι­κή δυ­σα­ρέ­σκεια και κυ­ρί­ως ο φό­βος για μια με­γά­λη α­γρο­τι­κή ε­ξέ­γερ­ση, τον α­νά­γκα­σαν να ο­δη­γη­θεί σε με­ταρ­ρυθ­μί­σεις. Α­πό το 1860, οι με­ταρ­ρυθ­μί­σεις δια­δέ­χο­νταν η μί­α την άλ­λη. Οι σπου­δαιό­τε­ρες ή­ταν: η κα­τάρ­γη­ση της δου­λο­πα­ροι­κί­ας (1861) ί­δρυ­ση ορ­κω­τών δι­κα­στη­ρί­ων με ε­κλεγ­μέ­νους ε­νόρ­κους (1864), η δη­μιουρ­γί­α (επίσης το 1864), στις πό­λεις και την ύ­παι­θρο μο­νά­δων το­πι­κής αυ­το­διοί­κη­σης (ζέμ­στβο) με δι­καί­ω­μα αυ­τό­νο­μης δια­χεί­ρι­σης σε ο­ρι­σμέ­νους το­μείς του δη­μό­σιου βί­ου (εκ­παί­δευ­ση, υ­γιει­νή, συ­γκοι­νω­νί­α κτλ.). Ό­σο ση­μα­ντι­κές και αν ή­ταν αυ­τές οι με­ταρ­ρυθ­μί­σεις, σε σχέ­ση με την προ­η­γού­με­νη κα­τά­στα­ση, ή­ταν αρ­κε­τά δει­λές και λει­ψές, σε σχέ­ση με αυ­τό που ζη­τού­σαν τα α­παι­τη­τι­κά κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα. Κα­μί­α πο­λι­τι­κή ε­λευ­θε­ρί­α δεν πα­ρα­χω­ρή­θη­κε. Οι κυ­ρί­αρ­χες ο­μά­δες πα­ρέ­μει­ναν α­κλό­νη­τες και προ­πα­ντός το α­πο­λυ­ταρ­χι­κό κα­θε­στώς α­κέ­ραιο. Μπο­ρεί να κα­ταρ­γή­θη­κε η δου­λο­πα­ροι­κί­α, ό­μως οι α­γρό­τες πλή­ρω­σαν α­κρι­βά την ε­λευ­θε­ρί­α τους. Ε­βδο­μη­ντα­πέ­ντε ε­κα­τομ­μύ­ρια α­γρό­τες μοι­ρά­στη­καν λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το 1/3 της γης. Άλ­λο 1/3 έ­μει­νε στα χέ­ρια του Κρά­τους. Το υ­πό­λοι­πο έ­μει­νε στα χέ­ρια των γαιο­κτη­μό­νων.

ΝΕ­Ο Ε­ΠΑ­ΝΑ­ΣΤΑ­ΤΙ­ΚΟ ΚΙ­ΝΗ­ΜΑ

Τη δε­κα­ε­τί­α του 1870 σχη­μα­τί­στη­καν στη Ρω­σί­α πα­ρά­νο­μες ε­πα­να­στα­τι­κές ο­μά­δες, για να πο­λε­μή­σουν το κα­θε­στώς και για να δια­δώ­σουν την ι­δέ­α της κοι­νω­νι­κής α­πε­λευ­θέ­ρω­σης στους ερ­γα­ζό­με­νους. Ε­πί­σης α­να­πτύ­χθη­καν βί­αιες ε­πα­να­στα­τι­κές α­ντι­κα­θε­στω­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες, που εί­χαν σαν στό­χο τους βα­σι­κούς υ­πη­ρέ­τες και υ­πο­στη­ρι­χτές του κα­θε­στώ­τος. Έ­τσι φτιά­χτη­κε και η ο­μά­δα «Να­ρό­ντνα­για Βό­λια» (ΛΑ­Ϊ­ΚΗ ΘΕ­ΛΗ­ΣΗ) που εί­χε ως στό­χο την δο­λο­φο­νί­α του τσά­ρου. Την 1η Μάρ­τη του 1881 τα κα­τά­φε­ρε. Με αυ­τή τους την πρά­ξη ή­θε­λαν να δεί­ξουν πως πρέ­πει να κα­ταρ­γη­θεί ο τσα­ρι­σμός. Ό­μως το νό­η­μα της πρά­ξης αυ­τής δεν μπό­ρε­σε να γί­νει κα­τα­νο­η­τό σε με­γά­λο μέ­ρος του πλη­θυ­σμού της Ρω­σί­ας. Οι α­γρό­τες τους κα­τη­γό­ρη­σαν, για­τί πί­στευαν πως ή­ταν δο­λο­πλο­κί­α των ευ­γε­νών, που τους έ­βα­λαν να δο­λο­φο­νή­σουν τον τσά­ρο για να α­πο­κα­τα­στα­θεί η δου­λο­πα­ροι­κί­α.

1881-1900

Το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο γε­γο­νός αυ­τής της πε­ριό­δου ή­ταν η εμ­φά­νι­ση του μαρ­ξι­σμού. Ό­πως εί­ναι γνω­στό, ο μαρ­ξι­σμός κα­τα­λή­γει σε συ­γκε­κρι­μέ­νο πρό­γραμ­μα ορ­γά­νω­σης και δρά­σης. Πολ­λοί με­λέ­τη­σαν το σο­σια­λι­σμό και τον πρό­τει­ναν ως μέ­σο για την κοι­νω­νι­κή α­να­τρο­πή. Το δεύ­τε­ρο ση­μα­ντι­κό γε­γο­νός ή­ταν η ε­ξέ­λι­ξη της βιο­μη­χα­νί­ας. Προς το τέ­λος του αιώ­να δύ­ο δυ­νά­μεις ορ­θώ­νο­νται, η μί­α ε­νά­ντια στην άλ­λη: απ’ τη μί­α οι υ­περ­προ­νο­μιού­χες τά­ξεις, απ’ την άλ­λη η νέ­α ε­πα­να­στα­τι­κή δύ­να­μη που α­πο­τε­λεί­το κυ­ρί­ως απ’ τους φοι­τη­τές, που εί­χαν αρ­χί­σει να στρα­το­λο­γούν και ερ­γα­ζό­με­νους νέ­ους των πό­λε­ων και των βιο­μη­χα­νι­κών πε­ριο­χών. Το 1898 δη­μιουρ­γεί­ται το Ρώ­σι­κο Σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό Ερ­γα­τι­κό Κόμ­μα, μαρ­ξι­στι­κών τά­σε­ων.

1900-1905

1905Αυ­τή την πε­ρί­ο­δο ο α­πο­λυ­ταρ­χι­σμός α­πο­φά­σι­σε να κα­τα­πνί­ξει το ε­πα­να­στα­τι­κό κί­νη­μα, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας κά­θε μέ­σο. Καλ­λιέρ­γη­σε τον α­ντι­ση­μι­τι­σμό, για να διο­χε­τεύ­σει τη δυ­σα­ρέ­σκεια του λα­ού προς αυ­τήν την κα­τεύ­θυν­ση. Ε­πί­σης, η οι­κο­νο­μι­κή ε­ξέ­λι­ξη της χώ­ρας ή­ταν τε­ρά­στια. Η βιο­μη­χα­νί­α α­να­πτύ­χθη­κε ρα­γδαί­α πλη­σιά­ζο­ντας την βιο­μη­χα­νί­α των λε­γό­με­νων δυ­τι­κών χω­ρών. Συγ­χρό­νως, η χώ­ρα συ­νε­χί­ζει τη γρή­γο­ρη ά­νο­δο του πο­λι­τι­στι­κού ε­πι­πέ­δου της. Απ’ το 1890, η δι­δα­σκα­λί­α, η μόρ­φω­ση και η εκ­παί­δευ­ση των νέ­ων, εί­χαν κά­νει με­γά­λη πρό­ο­δο. Αυ­ξή­θη­κε ση­μα­ντι­κά ο α­ριθ­μός των σχο­λεί­ων και Πα­νε­πι­στη­μί­ων. Η μόρ­φω­ση των ε­νη­λί­κων α­να­πτύσ­σο­νταν στα­θε­ρά.

Στο με­τα­ξύ, η πο­λι­τι­κή, οι­κο­νο­μι­κή και κοι­νω­νι­κή κα­τά­στα­ση του ερ­γα­ζό­με­νου πλη­θυ­σμού δεν εί­χε αλ­λά­ξει κα­θό­λου. Οι ερ­γά­τες χω­ρίς να έ­χουν κα­νέ­να δι­καί­ω­μα διεκ­δί­κη­σης των δι­καιω­μά­των τους περ­νούν δύ­σκο­λα. Στην ύ­παι­θρο, η φτώ­χεια των α­γρο­τών και η δυ­σα­ρέ­σκεια με­γά­λω­ναν μέ­ρα με τη μέ­ρα. Λο­γι­κό ή­ταν να έ­χουν α­πή­χη­ση οι σο­σια­λι­στι­κές ι­δέ­ες στα στρώ­μα­τα των κα­τα­πιε­σμέ­νων. Η ε­πί­δρα­ση του σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κού κόμ­μα­τος γι­νό­ταν αι­σθη­τή σε αρ­κε­τές πό­λεις. Η κυ­βέρ­νη­ση κυ­νή­γη­σε ά­γρια τους α­γω­νι­στές. Απ’ το 1900, παρ’ ό­λες τις προ­σπά­θειες της κυ­βέρ­νη­σης, το ε­πα­να­στα­τι­κό κί­νη­μα διευ­ρύν­θη­κε ση­μα­ντι­κά. Τα πα­νε­πι­στή­μια έ­κλει­ναν ο­λό­κλη­ρους μή­νες και οι φοι­τη­τές, με την υ­πο­στή­ρι­ξη ερ­γα­τών, ορ­γά­νω­ναν δια­δη­λώ­σεις. Ό­μως, σε με­γά­λο μέ­ρος του πλη­θυ­σμού δια­τη­ρού­νταν μια δου­λο­πρε­πής νο­ο­τρο­πί­α. Ο «μύ­θος του τσά­ρου» θά­μπω­νε α­κό­μα ε­κα­τομ­μύ­ρια ψυ­χές.

ΤΑ ΠΟ­ΛΙ­ΤΙ­ΚΑ ΚΟΜ­ΜΑ­ΤΑ: ΣΟ­ΣΙΑΛ­ΔΗ­ΜΟ­ΚΡΑ­ΤΙ­ΚΟ ΚΑΙ ΣΟ­ΣΙΑ­ΛΕ­ΠΑ­ΝΑ­ΣΤΑ­ΤΙ­ΚΟ

Τρί­α χρό­νια με­τά τη δη­μιουρ­γί­α του σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κού κόμ­μα­τος ι­δρύ­θη­κε το σο­σια­λε­πα­να­στα­τι­κό.

Η δια­φο­ρά των δύ­ο κομ­μά­των βρι­σκό­ταν σε 3 ου­σια­στι­κά ση­μεί­α:

  1. Φι­λο­σο­φι­κά και κοι­νω­νιο­λο­γι­κά, το σο­σια­λε­πα­να­στα­τι­κό κόμ­μα δια­φω­νού­σε με τη μαρ­ξι­στι­κή θε­ω­ρί­α.

  2. Εξ αι­τί­ας του α­ντι-μαρ­ξι­σμού, το κόμ­μα αυ­τό έ­φερ­νε μί­α δια­φο­ρε­τι­κή λύ­ση στο α­γρο­τι­κό πρό­βλη­μα, απ’ αυ­τή του σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κού. Το τε­λευ­ταί­ο, βα­σι­σμέ­νο α­πο­κλει­στι­κά στην ερ­γα­τι­κή τά­ξη δεν υ­πο­λό­γι­ζε τους α­γρό­τες για τους ο­ποί­ους προ­ε­ξο­φλού­σε τη γρή­γο­ρη προ­λε­τα­ριο­ποί­η­σή τους. Έ­τσι, πα­ρα­μέ­λη­σε την προ­πα­γάν­δα στην ύ­παι­θρο.

Το σο­σια­λε­πα­να­στα­τι­κό κόμ­μα α­ντί­θε­τα, έ­κρι­νε πως δεν ή­ταν δυ­να­τό να πε­ρι­μέ­νουν ά­με­ση προ­λε­τα­ριο­ποί­η­ση. Ε­πο­μέ­νως, η προ­πα­γάν­δα τους ή­ταν ε­ντο­νό­τε­ρη στην ύ­παι­θρο. Πρα­κτι­κά, το σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό κόμ­μα, στο ά­με­σο πρό­γραμ­μά του, πρό­τει­νε αύ­ξη­ση των γαιο­με­ρι­δί­ων και ο­ρι­σμέ­νες άλ­λες με­ταρ­ρυθ­μί­σεις χω­ρίς με­γά­λη ση­μα­σί­α: Το σο­σια­λε­πα­να­στα­τι­κό κόμ­μα πρό­τει­νε την ά­με­ση κοι­νω­νι­κο­ποί­η­ση του ε­δά­φους.

  1. Σε α­πό­λυ­τη συμ­φω­νί­α με τη θε­ω­ρί­α του, που στη­ρι­ζό­ταν στη «δρά­ση των μα­ζών», το σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό κόμ­μα ε­να­ντιω­νό­ταν σε κά­θε βί­αι­η ε­πα­να­στα­τι­κή πρα­κτι­κή. Α­ντί­θε­τα, το σο­σια­λε­πα­να­στα­τι­κό κόμ­μα α­πό­δι­δε κά­ποια γε­νι­κή χρη­σι­μό­τη­τα σε ε­κτε­λέ­σεις των πο­λύ σκλη­ρών α­νώ­τε­ρων τσα­ρι­κών α­ξιω­μα­τού­χων.

Οι α­ναρ­χι­κοί δεν εί­χαν έ­ντο­νη ορ­γα­νω­τι­κή πα­ρου­σί­α. Υ­πήρ­χαν μί­α ή δύ­ο α­ναρ­χι­κές ο­μά­δες στην Α­γί­α Πε­τρού­πο­λη και άλ­λες τό­σες στη Μό­σχα (αυ­τές με πιο έ­ντο­νη πα­ρου­σί­α και δρά­ση). Α­νά­πτυσ­σαν προ­πα­γαν­δι­στι­κή δραστη-ριότητα και προ­έ­βαι­ναν σε έ­νο­πλες ε­πι­θέ­σεις ε­νά­ντια σε στη­ρίγ­μα­τα του κρά­τους. Η α­ντι­κρα­τι­κή φι­λο­λο­γί­α ερ­χό­ταν λα­θραί­α απ’ το ε­ξω­τε­ρι­κό (κυ­ρί­ως μπρο­σού­ρες του Κρο­πότ­κιν), ο ο­ποί­ος με­τά τον διωγ­μό ε­νά­ντια στη Να­ρό­ντνα­για Βό­λια εί­χε κα­τα­φύ­γει στην Αγ­γλί­α.

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1905

Το τσα­ρι­κό κα­θε­στώς, βλέ­πο­ντας πως τα δύ­ο ε­πα­να­στα­τι­κά κόμ­μα­τα, που δρού­σαν πα­ρά­νο­μα, εί­χαν α­πή­χη­ση, α­πο­φά­σι­σε να πα­ρα­σύ­ρει τους ερ­γά­τες στο νό­μι­μο συν­δι­κα­λι­σμό, που θα ή­ταν φυ­σι­κά υ­πο­χεί­ριο της κυ­βέρ­νη­σης. Αυ­τό το έ­κα­νε για δύ­ο λό­γους. Πρώ­τον, θα κέρ­δι­ζε τη συ­μπά­θεια των ερ­γα­τών και δεύ­τε­ρον θα ο­δη­γού­σε το ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα ό­που αυ­τή ή­θε­λε. Για τη δου­λειά αυ­τή ε­πι­στρα­τεύ­τη­καν ο Ζου­μπά­τωφ για τη Μό­σχα και ο πα­πα-Γκα­μπόν για την Α­γί­α Πε­τρού­πο­λη. Η κυ­βέρ­νη­ση ή­θε­λε να παί­ξει με τη φω­τιά. Και δεν άρ­γη­σε να κα­εί.

Στη Μό­σχα ο Ζου­μπά­τωφ α­πο­κα­λύ­φθη­κε πο­λύ σύ­ντο­μα. Ό­μως, στην Α­γί­α Πε­τρού­πο­λη τα πράγ­μα­τα α­κο­λού­θη­σαν δια­φο­ρε­τι­κή τρο­πή. Ο Γκα­μπόν κα­τά­φε­ρε να κερ­δί­σει των ε­μπι­στο­σύ­νη των ερ­γα­τών. Ί­δρυ­σε τα «ερ­γα­τι­κά τμή­μα­τα». Στα τέ­λη του 1904 α­ριθ­μού­σαν αρ­κε­τές χι­λιά­δες μέ­λη.

Η θέ­ση που κή­ρυτ­τε ο Γκα­μπόν και οι συ­νερ­γά­τες του ή­ταν, πως οι ερ­γά­τες πρέ­πει να α­γω­νι­στούν με νό­μι­μο τρό­πο για τα δι­καιώ­μα­τά τους και αν το κά­νουν αυ­τό η κυ­βέρ­νη­ση θα τους κα­τα­νο­ή­σει.

Έ­τσι, λοι­πόν, οι ερ­γά­τες α­νέ­λα­βαν δρά­ση. Ό­μως, γρή­γο­ρα ξε­πέ­ρα­σαν τα ό­ρια που τους εί­χαν χα­ρά­ξει. Το Δε­κέμ­βριο του 1904 στο ερ­γο­στά­σιο Που­τί­λοφ, έ­να α­πό τα με­γα­λύ­τε­ρα της Α­γί­ας Πε­τρού­πο­λης, υ­πέ­βα­λαν στην διεύ­θυν­ση έ­να κα­τά­λο­γο με οι­κο­νο­μι­κές διεκ­δι­κή­σεις. Η διοί­κη­ση αρ­νή­θη­κε και α­πέ­λυ­σε κά­ποιους ερ­γά­τες σαν υ­πο­κι­νη­τές. Ο νό­μι­μος δρό­μος α­πο­γο­ή­τευ­σε τους ερ­γά­τες.

Στρά­φη­καν προς τον Γκα­μπόν, ο ο­ποί­ος ο­δή­γη­σε τους ερ­γά­τες στην πρώ­τη με­γά­λη α­περ­γί­α της Ρω­σί­ας.

Ό­μως τα πράγ­μα­τα δεν έ­μει­ναν ε­κεί. Ό­λα τα ερ­γα­τι­κά τμή­μα­τα τά­χθη­καν υ­πέρ των α­περ­γών του ερ­γο­στα­σί­ου Που­τί­λοφ. Τα ερ­γο­στά­σια ά­δεια­ζαν αυ­θόρ­μη­τα, χω­ρίς κομ­μα­τι­κή κα­θο­δή­γη­ση. Η α­περ­γί­α α­πό μό­νη της δεν έ­φτα­νε. Έ­πρε­πε να κά­νουν κά­τι ε­πι­βλη­τι­κό. Τό­τε ρί­χτη­κε η ι­δέ­α να δώ­σουν μια αί­τη­ση για τα δι­καιώ­μα­τά τους στον Τσά­ρο.

Ό­σο α­πλο­ϊ­κή και πα­ρά­λο­γη αν ή­ταν, η ι­δέ­α α­πλώ­θη­κε α­στρα­πιαί­α στους ερ­γά­τες. Προ­τά­θη­κε στον Γκα­μπόν να συ­ντά­ξει την αί­τη­ση. Αυ­τός δέ­χθη­κε. Πα­ρά­ξε­νο αλ­λ’ α­ναμ­φι­σβή­τη­το: η αί­τη­ση του Γκα­μπόν ή­ταν έρ­γο βα­θιάς έ­μπνευ­σης, με α­λη­θι­νό πά­θος.

Η μορ­φή της αί­τη­σης ή­ταν το με­γα­λύ­τε­ρο ι­στο­ρι­κό πα­ρά­δο­ξο. Α­πευ­θυ­νό­ταν τε­λεί­ως νο­μι­μό­φρο­να στον Τσά­ρο και του ζη­τού­σε να ε­πι­τρέ­ψει μια θε­με­λια­κή ε­πα­νά­στα­ση, που ου­σια­στι­κά θα κα­ταρ­γού­σε την ε­ξου­σί­α του.

Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, α­παι­τού­σαν πα­ντε­λή ε­λευ­θε­ρί­α του λό­γου, τύ­που, της εί­δη­σης κτλ., την α­πό­λυ­τη ε­λευ­θε­ρί­α για ό­λους τους συλ­λό­γους και ορ­γα­νώ­σεις, το δι­καί­ω­μα να συν­δι­κα­λί­ζο­νται, να κα­τα­φεύ­γουν στην α­περ­γί­α, νό­μους για την α­να­κα­τα­νο­μή της γης και τέ­λος την ά­με­ση σύ­γκλη­ση συ­ντα­κτι­κής συ­νέ­λευ­σης ε­κλεγ­μέ­νης με βά­ση δη­μο­κρατικό ε­κλο­γι­κό νό­μο. Η πο­ρεί­α, για να δο­θεί η αί­τη­ση στον τσά­ρο, ο­ρί­στη­κε για Κυ­ρια­κή 9 Γε­νά­ρη (με το πα­λιό η­με­ρο­λό­γιο). Οι μέ­ρες πριν την πο­ρεί­α ή­ταν ι­διαί­τε­ρα δρα­στή­ριες.

Δια­βα­ζό­ταν η αί­τη­ση στους πο­λί­τες και ό­ποιοι συμ­φω­νού­σαν, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι, την υ­πέ­γρα­φαν. Ο Γκα­μπόν θα έ­δι­νε την αί­τη­ση στον Τσά­ρο.

Ο ί­διος έ­χει πει πως, αν ο Τσά­ρος δεν τον δε­χό­ταν η Ρω­σί­α δε θα έ­χει πια τσά­ρο και τους βά­ζει ό­λους να ορ­κι­στούν ό­τι ο Τσά­ρος γι’ αυ­τούς θα πέ­θαι­νε.

Το βρά­δυ της 8ης Γε­νά­ρη ό­λα ή­ταν έ­τοι­μα. Ό­μως α­κου­γό­ταν πως η κυ­βέρ­νη­ση έ­χει α­πο­φα­σί­σει να ρί­ξουν στο ψα­χνό, αν ε­πι­χει­ρή­σει ο κό­σμος να πλη­σιά­σει τα Χει­με­ρι­νά Α­νά­κτο­ρα.

Μό­λις ξη­μέ­ρω­σε η Κυ­ρια­κή 9 Γε­νά­ρη έ­να τε­ρά­στιο πλή­θος ξε­χύ­θη­κε τους δρό­μους και άρ­χι­σε να κι­νεί­ται προς τα Χει­με­ρι­νά Α­νά­κτο­ρα. Ό­που και να πή­γαι­ναν, ό­μως, έ­πε­φταν σε μπλό­κα μπά­τσων και στρα­τού.

Παρ’ ό­λα αυ­τά, το πλή­θος κα­τά­φε­ρε να κα­τα­κλεί­σει τους δρό­μους γύ­ρω απ’ το Α­νά­κτο­ρο. Ο στρα­τός και η α­στυ­νο­μί­α ά­νοι­ξαν πυρ ε­να­ντί­ον του ά­ο­πλων δια­δη­λω­τών. Το α­πο­τέ­λε­σμα ή­ταν ε­κα­το­ντά­δες νε­κροί και χι­λιά­δες τραυ­μα­τί­ες. Το α­πό­βρα­δο η τά­ξη α­πο­κα­τα­στά­θη­κε. Ο α­ριθ­μός των νε­κρών δεν έ­γι­νε γνω­στός.

Ο πα­πα-Γκα­μπόν την γλί­τω­σε φθη­νά και φυ­γα­δεύ­τη­κε στο ε­ξω­τε­ρι­κό.

Α­πό ε­κεί έ­στει­λε έ­να σύ­ντο­μο μή­νυ­μα:

«Ε­γώ, ιε­ρέ­ας, κα­τα­ριέ­μαι ό­λους ε­κεί­νους τους α­ξιω­μα­τι­κούς και στρα­τιώ­τες που, τού­τη την ώ­ρα, σφά­ζουν τους α­θώ­ους τους α­δελ­φούς, γυ­ναί­κες και παι­διά. Κα­τα­ριέ­μαι ό­λους τους κα­τα­πιε­στές του λα­ού. Στέλ­νω την ευ­λο­γί­α μου στους στρα­τιώ­τες που συ­ντρέ­χουν το λα­ό στην προ­σπά­θειά του για την ε­λευ­θε­ρί­α. Τους α­παλ­λάσ­σω α­πό τον όρ­κο πί­στης που έ­δω­σαν στον τσά­ρο – στον προ­δό­τη τσά­ρο, που με τις προ­στα­γές του χύ­θη­κε το αί­μα του λα­ού».

Ό­μως η ζω­ή στο ε­ξω­τε­ρι­κό δεν του ά­ρε­σε. Νο­σταλ­γού­σε την ε­πι­στρο­φή. Έ­τσι συμ­φώ­νη­σε με την κυ­βέρ­νη­ση πως αν του ε­πέ­τρε­παν να ε­πι­στρέ­ψει θα πρό­δι­δε μέ­λος του σο­σια­λε­πα­να­στα­τι­κού κόμ­μα­τος και μυ­στι­κά που θα φρό­ντι­ζε να μά­θει.

Στο με­τα­ξύ, έ­να ση­μα­ντι­κό στέ­λε­χος των σο­σιαλε­πα­να­στα­τών, ο Ρού­τε­μπερ­γκ, πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε για τις σχέ­σεις του Γκα­μπόν με την α­στυ­νο­μί­α. Έ­στη­σε μια πα­γί­δα στον Γκα­μπόν. Του ζή­τη­σε χρή­μα­τα για να προ­δώ­σει το κόμ­μα. Αλ­λά στο δι­πλα­νό δω­μά­τιο ή­ταν σύ­ντρο­φοι του Γκα­μπόν οι ο­ποί­οι α­κού­γο­ντας την συ­νο­μι­λί­α, ε­ξορ­γί­στη­καν και τον κρέ­μα­σαν.

…για την Κοινωνική Αφύπνιση

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 26, Ιούνιος 2004

 

πηγή:https://anarchypress.wordpress.com/2016/07/08/%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CF%83-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%B7%CE%BA%CE%B5%CF%83-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CF%80%CE%B9/

Posted in: Uncategorized