Κάθε παλινόρθωση της εξουσίας την κάνει περισσότερο επιθετική και αμείλικτη προς την ανθρώπινη υπόσταση

Posted on 14 Ἰουλίου 2016

0


Κάθε παλινόρθωση της εξουσίας την κάνει περισσότερο επιθετική και αμείλικτη προς την ανθρώπινη υπόσταση

Είναι διαπιστωμένο μέσα από την εμπειρία των κοινωνικών αγώνων πως από την πρώτη στιγμή μιας εξέγερσης οι εξουσίες προετοιμάζουν την αντεπίθεσή τους. Πολλές φορές, μάλιστα, έχουν μελετήσει τα βήματά τους πριν ξεσπάσει η κοινωνική οργή, αφού μπορούν να υπολογίζουν στο ενδεχόμενο ενός τέτοιου βίαιου ξεσπάσματος εκ μέρους της κοινωνίας.
Σ’ αυτή τη διαδικασία της αντεπίθεσης συμμετέχουν όλες οι δυνάμεις του εξουσιαστικού φάσματος, από την λεγόμενη άκρα δεξιά μέχρι και την λεγόμενη άκρα αριστερά, από το πιο μικρό κόμμα ή οργάνωση μέχρι και το μεγαλύτερο. Άλλοι, όντας ενάντιοι θα προβάλλουν κάποιες από τις αρνητικές εκδηλώσεις της κοινωνικής οργής και θα συκοφαντήσουν κι άλλοι απ’ αυτούς θα σπεύσουν να κολακεύσουν μερίδα των εξεγερμένων, προβάλλοντας αυτά που συντάσσονται με καθεστωτικές επιλογές και μεταρρυθμίσεις.
Είναι μια πολύπλευρη αντεπίθεση που δεν γίνεται μόνο με κατασταλτικά μέτρα (όπως οι συλλήψεις και οι προφυλακίσεις) αλλά και με διάφορες επιφανειακές υποχωρήσεις. Κάθε τέτοια «υποχώρηση» λαμβάνει υπ’ όψη της και επιτείνει τους εγκλωβισμούς και τις αγωνιστικές ψευδαισθήσεις. Όσο για την περιβόητη «μαζικότητα», αυτή καθορίζεται, σ’ αυτές τις περιπτώσεις και από το μέγεθος της έκπτωσης, σε λόγο και στάση, εκ μέρους των αγωνιζόμενων.
Δεν είναι τυχαίο, μάλιστα, πως η ευεξία και η χαλαρότητα που προκαλεί μια εξέγερση ή μια κοινωνική επανάσταση δίνει την ευκαιρία να αναπαραχθούν εξουσιαστικές διαδικασίες στη βάση της λογικής πως οι αγωνιζόμενοι έχουν το «πάνω χέρι».
Δεν υπάρχει μεγαλύτερο λάθος από αυτό.
Στο όνομα των εξεγέρσεων και των επαναστάσεων στήνονται τόσο ρεφορμιστικές πρακτικές όσο και καθεστώτα απροκάλυπτης εξουσιαστικής κτηνωδίας. Είναι γνωστό πως στις πλάτες της κοινωνικής επανάστασης του Φλεβάρη του 1917 στήθηκε το εγκληματικό καθεστώς των μπολσεβίκων. Είναι, άλλωστε, γνωστό πως στις πλάτες και στο όνομα της κοινωνικής εξέγερσης του Νοέμβρη 1973 στήθηκαν μια σειρά από ρεφορμιστικές διαδικασίες, μέσα από τις οποίες δυνάμωσε το μεταπολιτευτικό σύστημα κυριαρχίας. Σημαντικό μάλιστα ρόλο σ’ αυτό έπαιξε η ενίσχυση των κομματικών σχηματισμών οι οποίοι μπόρεσαν να απλώσουν ξανά τα δίκτυα τους στον κοινωνικό χώρο μέσα ακριβώς από την καλλιέργεια αυταπάτης αλλά και «επιτυχιών του κινήματος», όπως ονομάστηκαν τα ψίχουλα που παραχωρούσε το κράτος προκειμένου να ξεμπερδεύει από τους ενοχλητικούς «αιτηματίες». Αυτά, συνδυάστηκαν με την καταστολή των επικίνδυνα ταραξιών, που ήταν πολυάριθμοι και δημιουργούσαν στους άρχοντες ένα διαρκές κλίμα ανησυχίας με τις συγκρούσεις και τις αναταράξεις που προκαλούσαν στο πολιτικό σκηνικό.
Έχει καταντήσει πλέον αγαπημένο επιχείρημα και καύχημα των εξουσιαστών, το ότι κάθε κοινωνική εξέγερση και επανάσταση γίνεται στήριγμα για παλινόρθωση των συνθηκών κυριαρχίας και μάλιστα με εντονότερες τις συνθήκες καταπίεσης κι εκμετάλλευσης. Βέβαια, παραλείπουν να περιγράψουν τις διαδικασίες κάτω από τις οποίες ήλθε το αποτέλεσμα, το οποίο σε τελική ανάλυση δεν έχει καμμία σχέση με ό,τι ξεκίνησαν κάποια στιγμή όσοι εξεγέρθηκαν ή επαναστάτησαν.
Αλλά, ακόμα κι αν δεν υπήρχε κάποιο σχέδιο εκ μέρους των κρατιστών, η πείρα τους είναι αρκετά μεγάλη ώστε μπορούν να κινηθούν με την απαιτούμενη ευελιξία και πονηρία προκειμένου να επιτύχουν το ξεστράτισμα των αγωνιζόμενων και την ένταξή τους στους ρεφορμιστικούς σχεδιασμούς. Αυτό γίνεται μέσα από διάφορους πολιτικούς χειρισμούς, όπου η απώλεια φαντάζει σαν κέρδος και το πισωγύρισμα σαν θρίαμβος.
Άλλωστε, είναι γνωστό πως η πολιτική δεν εφαρμόζεται μόνο μέσα στα κομματικά γραφεία, αλλά περισσότερο στον κοινωνικό χώρο για τον οποίο και έχει κατασκευαστεί. «Υποχωρήσεις» και προσφορές είναι τα μέσα που χρησιμοποιούνται ώστε να κατορθώσει το κράτος να ανακάμψει και να προχωρήσει σε μια καθολική έφοδο προκειμένου να εξαναγκάσει τα κοινωνικά κομμάτια που εξεγέρθηκαν να υποχωρήσουν, να χάσουν μέρος των κοινωνικών τους ερεισμάτων, να εμπλακούν σε μερικές διεκδικήσεις που κάνουν ντόρο, να μεταπέσουν σε λογικές και πρακτικές άμυνας.
Έχει αποδειχτεί πολλές φορές, πως δεν υπάρχει επικινδυνότερη πρακτική, για τους αγωνιζόμενους, από αυτήν που υποτιμά τις δυνατότητες του κράτους και των δυνάμεων καταστολής.
Οι κατασταλτικές απειλές και οι νομοθετικές ρυθμίσεις εντάσσονται στα πλαίσια ενός ευρύτερου κατασταλτικού σχεδίου. Αφ’ ενός επιδιώκεται η περιστολή της ανεξέλεγκτης συγκρουσιακής δράσης αναρχικών και ανυπότακτων νεολαίων και αφ’ ετέρου ο αυτοπεριορισμός, ο οποίος οδηγεί σε αμυντικές θέσεις. Το κράτος εκμεταλλεύεται εκείνες τις πρακτικές οι οποίες φαντάζουν επιθετικές, ενώ στην ουσία οδηγούν σε αποτυχίες και υποχώρηση, γι’ αυτό προχωρά με σταθερά βήματα, εκμεταλλευόμενο κάθε λαθεμένη κίνηση.
Σε ό,τι αφορά τα όσα ακολουθούν και προβάλλονται ως συνέχεια της εξέγερσης του Δεκέμβρη θα χρειαστεί να επισημανθεί πως η κοινωνική εξέγερση το Δεκέμβρη δεν ξέσπασε για να ικανοποιηθούν τα αιτήματα κάποιων κατοίκων ή ορισμένων κατηγοριών εργαζομένων τα οποία άλλωστε μπορούσαν να υλοποιηθούν και πριν από αυτή, ούτε για να ανταλλάσουν οικόπεδα το ΤΕΕ και ο Δήμος της Αθήνας.
Επειδή, αυτή η κοινωνική εξέγερση, όπως και οι ανάλογου περιεχόμενου εξεγερτικές καταστάσεις, δεν βάζουν αιτήματα. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι αναρχικοί αντιλαμβανόμαστε, θεωρούμε και επιβεβαιώνουμε στην πράξη, αλλά και με το λόγο, πως κάθε κοινωνική εξέγερση είναι συστατικό της αναρχικής πρότασης για την ατομική και κοινωνική απελευθέρωση από το κράτος και τις εκμεταλλευτικές συνθήκες.
Ούτε οι πολυήμερες συγκρούσεις ανθρώπων που αρνούνταν κάθε χειραγώγηση και κομματική προστασία, έγιναν για να στηριχτούν οι κάθε είδους εναλλακτισμοί και να συγκεντρώνονται ψήφοι για την ανάδειξη στο εξουσιαστικό στερέωμα νεότευκτων κομματαρχών ή για την ισχυροποίηση των παραδοσιακών πολιτικών.
Πολλά μπορούν να γίνουν και να ειπωθούν στο όνομα μιας κοινωνικής εξέγερσης. Εκείνο που έχει σημασία είναι πως εξέγερση και διαπραγματευτικές διαδικασίες είναι πράγματα ασυμβίβαστα. Και σε πολλές κινήσεις (όπως αυτή της Κατάληψης στο ΑΠΘ για το ζήτημα των εργολαβιών) δεν είδαμε κάτι το διαφορετικό από αυτό που ίσχυε μέχρι τώρα: τη διαπραγμάτευση με τις αρχές.
Αλλά και αυτό που ονομάζεται συνέχεια της εξέγερσης έρχεται να στεγανοποιήσει ένα γεγονός, που παρά τη μεγάλη σημασία του δεν μπορεί να μπει σε κανενός είδους γυάλα ούτε να χρησιμοποιείται σαν πρόπλασμα ή σαν αγιασμός.
Για τους αναρχικούς δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρχει ένα σημείο απ’ όπου θα ξεκινήσουν διαδικασίες που θα ξεχάσουν όλα τα προηγούμενα. Αυτό μοιάζει με προσπάθεια να σβηστούν από την κοινωνική μνήμη πολύ σημαντικά γεγονότα. Δεν υπάρχει συνέχεια κάποιας εξέγερσης όσο δυναμική κι αν είναι. Αντίθετα, υπάρχει συνέχεια των κοινωνικών απελευθερωτικών αγώνων, οι οποίοι από την πλευρά μας γίνονται στην προοπτική της αναρχίας.
Δεν είναι δυνατόν ένα σταθμός, όσο σημαντικός κι αν είναι, να υπερκαλύψει όλες τις διεργασίες που συνέβαλαν στη δημιουργία του. Έντυπα, καταγραφές, διαδηλώσεις, πορείες, συγκρούσεις, καταλήψεις, μια πληθωρική πολυμορφία κοινωνικών αγώνων προηγήθηκε. Οφείλουμε, ως εκ τούτου, να συμβάλλουμε ώστε να υπάρξει ενδυνάμωση και εμπλουτισμός αυτών των διεργασιών, από τις εμπειρίες που αποκτήθηκαν κατά την κοινωνική εξέγερση του Δεκέμβρη.
Για μας τους αναρχικούς που, εννοείται, δεν σκοπεύουμε να καθοδηγήσουμε ούτε να ξεγελάσουμε με πολιτικά παιχνίδια, αλλά να συνεχίσουμε τη συμβολή μας στον αγώνα για την καταστροφή του κράτους και του κεφαλαίου ένα ζήτημα παραμένει καθοριστικό: η οργανωμένη δράση μέσα από αναρχικές ομάδες, που θα δημιουργηθούν στην προοπτική της αναρχίας και ενάντια σε κάθε μεταποίηση του κρατισμού.
Επειδή, αυτό που έχει σημασία είναι να χρησιμοποιούνται πρακτικές επέκτασης και οικειοποίησης των απελευθερωτικών διεργασιών από τους αγωνιζόμενους ανθρώπους. Δεν χρειάζεται στο όνομα της κάθε «μαζικότητας» να μειώνεται η σημασία του λόγου και της αναρχικής απελευθερωτικής πρακτικής. Ενότητα με ποιον, κάτω από ποιες συνθήκες και για ποιο αποτέλεσμα; Οργάνωση για ποιο σκοπό και από ποιους; Δράση με ποιους και με τί στόχους; Είναι βασικά ερωτήματα που πρέπει να απαντώνται.
Χρειάζεται να επαναλαμβάνουμε πολλές φορές πως ο ρεφορμισμός, δηλαδή οι θεωρίες και οι πρακτικές που δεν καταστρέφουν, αλλά επιδιορθώνουν και ενισχύουν το σύστημα καταπίεσης κι εκμετάλλευσης, είναι και η πιο επίσημη και κραυγαλέα αποδοχή του κρατισμού. Για να γίνει δημιουργικός ο καταστροφικός ενθουσιασμός, που επικράτησε στη διάρκεια της εξέγερσης, χρειάζεται να συνεχίσει την πορεία του πάνω στις πλατιές λεωφόρους της κοινωνικής και αδιαπραγμάτευτης σύγκρουσης με το κράτος και με κάθε είδους θεσμοποίηση και δομή που ωθεί στα μίζερα σοκάκια του ρεφορμισμού.
Για τους αναρχικούς είναι ξεκάθαρο πως τα θολά οργανωτικά σχήματα της αυτοοργάνωσης μπορούν εύκολα να γίνουν εργαλεία για την ενίσχυση των μηχανισμών και των λογικών που ενισχύουν το σύστημα, ενώ οι διαδικασίες της άμεσης δημοκρατίας (όταν και όποτε εκδηλώνεται) στηρίζουν την έμμεση κοινοβουλευτική δημοκρατία, προσφέροντας ψήφους και ισχύ στους εκπροσώπους της όποιας αριστεράς ή του κάθε εναλλακτισμού.
Δεν χρειάζεται να κληθούμε να επιλέξουμε ανάμεσα στον Μαμωνά και κάποιο θεό.
Έχουμε επιλέξει το δρόμο για την αναρχία, με οργάνωση και ασυμβίβαστους αντικρατικούς αγώνες.

28 – 4 – 2009
Συσπείρωση Αναρχικών και συντρόφισσες/οι
Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 83, Μάιος 2009
πηγή:
Posted in: Uncategorized