Le cadavre exquis – Τα εξαίσια πτώματα

Posted on 1 Αὐγούστου 2016

0


Le cadavre exquis – Τα εξαίσια πτώματα

prison
Η ωραία Μαρτίνα αγαπάει μια άσχημη New York.
            Ένας κομψός σκύλος μιλάει για την Ασία, για ποδόσφαιρο και για το σπίτι.
                        Το θαυμάσιο (μου) χέρι λατρεύει ένα τσιμέντο από λέπια.
                                    Είναι ωραίο να κλαις.1
1Εργαστήριο στον Σουρεαλισμό – 2G ΕΠΑΛ Ιταλίας – Μάιος 2016 με την τεχνική cadavre exquis, τυχαία ποιητική σύνθεση από την αυτόματη παραγωγή μιας και μόνης λέξης από κάθε μαθητή.

Συλλογική Διαμαρτηρία – Μανιφέστο

ενάντια στην έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας στη σύγχρονη κοινωνία στην οποία ζούμε, εμείς παθητικοί αποδέκτες ποικίλων και επιδερμικών πληροφοριών που εξουδετερώνουν, καταπιέζουν κάθε προσπάθεια για ουσιαστική επαφή μεταξύ των ανθρώπων και αποξενώνουν το άτομο από το κοινωνικό του περιβάλλον. Διέξοδος και τρόπος διαμαρτηρίας:οιμωγή που απελευθερώνει.  

Συνήθως αποφεύγω τα αφηγήματα. Εννοώ να μιλάω σε πρώτο ενικό πρόσωπο. Αφήνω βέβαια  τους άλλους να μιλήσουν για μένα. Ή τουλάχιστον τους βάζω στο στόμα λέξεις να τις πουν για μένα, να μη φαίνομαι. Υπάρχει λόγος για το τρίτο πρόσωπο στα διηγήματα. Είναι φανερός. Δεν θα καθίσω να διδα(σκαλίσω).  Επιπλέον γιατί δεν είμαι ο τύπος των  επάλξεων. Οι κατά μέτωπο αναμετρήσεις πάντα με τρόμαζαν. Ίσως πάλι, φταίει που από τα σχολικά μου χρόνια κιόλας δεν είχα ενδιαφερθεί να καλλιεργήσω την ετοιμολογία μου. Ίσως όλα να είχαν πάρει διαφορετική τροπή, αν είχα ήδη προετοιμάσει, για κάθε περίσταση, μια σειρά από ερωταποκρίσεις, από δοκιμασμένες ατάκες, συνταγές έτοιμες προς χρήση και με εγγυημένα αποτελέσματα. Ένα πρόχειρο σενάριο, ένα canovaccio, όπως οι ηθοποιοί στην “Commedia dell’Arte”.  Και φυσικά  είμαι απόλυτος φταίχτης για την λεξιπενία που με τυραννά ακόμα, γι αυτό το «στεγνό μου ύφος».  Ο φροντιστής μου είχε συστήσει να διαβάζω άρθρα «διακεκριμένων» δοκιμιογράφων και καλό θα ήταν να αποστηθίζω ολόκληρες φράσεις ή γραμμές από την θυμοσοφία τους.  Όσο και να με διαβεβαίωνε για το αποτέλεσμα, εγώ, σχεδόν πεισματικά, έσκυβα πάνω τους ανόρεχτα και συνέχιζα να γράφω δοκίμια και πραγματείες «εκτός» του ζητούμενου θέματος, αγγίζοντας επικίνδυνα τα περιθώρια και μάλιστα, αρκετές φορές, διαπερνώντας τα, ίσως κάθετα, κατακόρυφα, αν κρίνει κανείς ότι στους τελευταίους πανελλήνιους διαγωνισμούς διέγραψα πτώση κατακόρυφη τριών βαθμών από τη βάση.

Έτσι λοιπόν, ως συνέπεια,  σε οποιαδήποτε απειλή προδιαγραφόταν στον ορίζοντα το ‘βαζα στα πόδια ή προτιμούσα τη διπλωματική οδό – το ίδιο κάνει, και στις δύο τις περιπτώσεις δηλώνεις την ανετοιμότητα σου, την έλλειψη διορατικότητας  ενώ σειρές από δούρειους ίππους σε έχουν ήδη εισβάλλει. Σου φτάνει μόνο ο χρόνος να πεις: Η Πόλις εάλω. Σε αυτό βέβαια δεν παίρνω και όρκο.  Μπορεί κάποιος άλλος να μιλάει για σένα πλέον εν απουσία σου, εξουσιοδοτούμενος οικιακός οικονόμος όταν το αφεντικό λείπει και δεν γνωρίζει κανείς την επιστροφή του.

Στα διηγήματα σε τρίτο ενικό όμως, μπορείς να παίξεις με το υποσυνείδητο του κάθε λαμπρού πρωταγωνιστή, άσημου κομπάρσου ακόμα και του αναγνώστη,  ή στην πιο ντανταϊστική εκδοχή του, να βάλεις σε ίση μοίρα  νικητές και ηττημένους, επιβήτορες  και παθητικούς δέκτες, θύματα και δράκους, να αλλάξεις τα στάνταρντ, θέτοντας τις βάσεις για μια ισοπεδωτική για όλους κατάσταση, παίζοντας βρόμικο παιχνίδι στους ανυποψίαστους ήρωες, και κατ’ επέκταση  στον ίδιο σου τον εαυτό, καθώς τους έχει ντύσει με κομμάτια από τον εαυτό σου, και να παρακολουθήσεις στο τέλος την παράλογη στιχομυθία τους, την έπαρσή τους, την με θεατρικότητα περιαυτολογία τους. Η κάθαρσή τους, στο τέλος της παράστασης, συμπίπτει με την έξαφνη συνειδητοποίηση για το παιχνίδι που τους έχει παίξει. Είναι επίπονο λοιπόν, να βγαίνεις από το καβούκι σου και να γράφεις σε πρώτο πρόσωπο. Άλλωστε έχω ξεχάσει πως γράφονται οι καλές πραγματείες.

[Η ωραία Μαρτίνα αγαπάει μια άσχημη New York].

Την ωραία Μαρτίνα την συνάντησα ως αναπληρωτής σε ένα επαγγελματικό λύκειο που τύχαινε να με είχαν καλέσει για να καλύψω τις κενές ώρες μιας συναδέλφου, σε ένα από τα πολλά της Ιταλικής επαρχίας, στην οποία, για διάφορους λόγους, έχω «πολιτογραφηθεί». Ήμουν ο αναπληρωτής της αναπληρώτριας, η οποία με τη σειρά της αντικαθιστούσε την σε άδεια μόνιμη δικαιούχο της καθέδρας. Χωρίς να ενδιαφέρει ιδιαίτερα τον απρόσωπο κρατικό οργανισμό η προσωπική μου ιστορία και από πού κρατάει η σκούφια μου,  δέχτηκα τη μηνιαίας διάρκειας σύμβαση, όπως προβλέπει η νόμιμη διαδικασία του κλάδου μου: ιταλική γραμματεία, λογοτεχνία και ιστορία για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχουν περάσει χρόνια, πάει περίπου μια δεκαετία που έχω αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο και για να είμαι ειλικρινής, αυτό που μου έχει απομείνει είναι μόνο κάποιες συγκεχυμένες γνώσεις, απόμακρες και διαστρεβλωμένες από την αχρησία και το αντίγραφο του πτυχίου της Κλασσικής Φιλολογίας – η περγαμηνή παραμένει ακόμα, φαντάζομαι, σε κάποιο συρτάρι του αρχείου του Πανεπιστημίου, σε μόνιμο κίνδυνο από τις περίεργες ορέξεις τρωκτικών και άλλης πανίδας. Και έχω ακόμα στα σαράντα μου και πλέον χρόνια περισσότερες ερωτήσεις να μου κάνω παρά απαντήσεις, όσες δεν μου κάλυψαν οι έγκριτοι δοκιμιογράφοι, ιδιώτες εκθεσάδες και αποστειρωμένοι λογοτέχνες της στιγμής, του συρμού και του σωρού. Και δεν έχω βρει την παραμικρή αλήθεια να μου ταιριάζει και θα ήταν τρέλα να μιλάω για την ύπαρξη μίας πανανθρώπινης καθολικής αλήθειας που με τόση σιγουριά πρεσβεύουν άλλοι και τη ντύνουν σε όλους, one-size, τραβώντας την σαν ελαστάν ύφασμα σε άλλους να  καλύψει κομμάτια σάρκας που εξέχει και σε άλλους να το αφήνουν να περισσεύει ξεχειλωμένο, ανεξάρτητα από τις ανάγκες τους και την προσωπική τους πορεία.

Σε αυτό ίσως και να μοιάζαμε με την ωραία Μαρτίνα. Είχε σταματήσει από καιρό να ψάχνει απαντήσεις και δεχόταν το πέρασμα του χρόνου όπως της ερχόταν κι όπως την έβρισκε: καθιστή ή γερμένη στις πλάτες του καθίσματος, ξαπλωμένη μπρούμυτα  στα  τελευταία θρανία ή δίπλα στο παράθυρο ν’ ατενίζει ένα περιορισμένο ορίζοντα από τις δεντροστοιχίες και τις δίπατες μονοκατοικίες. Άλλες φορές νευρική, εκτινασσόταν και άνοιγε την πόρτα, χωρίς να ζητήσει την άδεια, με πρόφαση να πάει στο μπάνιο και επέστρεφε, άπραγη,  μετά από ένα τέταρτο, περιπλανώμενος Ιουδαίος στους διαδρόμους, κρατώντας ένα σακούλι τσιπς από τον αυτόματο πωλητή, ροκανίζοντας το σνακ, τα καταναγκαστικά λεπτά στην τάξη και τα κουτσά λόγια μου. Τις πρώτες μέρες είχα την εντύπωση πως η φωνή μου χανόταν στο βάθος ανήμπορη, σαν να μην έφτανε στους απρόσεκτους δέκτες μου αλλά ούτε και γύριζε πίσω σε εμένα σαν ηχώ, να μου δηλώνει την ερημία μιας άδειας αίθουσας. Είπα πως ίσως από την απειρία μου – σε μία άλλη αναπλήρωση οι παλαιότεροι και πιο έμπειροι συνάδελφοι μου είχαν συστήσει, για να μπορέσω να επιβληθώ στους μαθητές μου, να υιοθετήσω την τεχνική να μιλάω με το διάφραγμα και να μη βγαίνει η φωνή μου αδύναμη και ασταθής από το λάρυγγα, προσφέροντάς μου συμβουλές ορθοφωνίας, πράγμα που βέβαια δεν ακολούθησα. Τα παιδιά ακόμα και εμείς οι μεγαλύτεροι, αγαπάμε τις σίγουρες λέξεις, τα αποφθέγματα, τους εύκολους αφορισμούς, τις υπνωτικές διαβεβαιώσεις αλλά εγώ έχω χάσει πια κάθε βαρύκεντρο από καιρό και τα σημεία αναφοράς μου μοιάζουν σχεδόν κάλπικα, αλλάζουν ή καταρρίπτονται συνεχώς, όπως αφιλόξενος τόπος τον γύφτο νομάδα που τον σπρώχνει να μετοικίσει, να εδραιώσει αλλού την παράγκα του και που στο τέλος η μετεώρισή του έχει γίνει δεύτερη φύση του, μεταφυσική του τιμωρία που την έχει δεχτεί με στωική υπομονή κι έχει παύσει πια  ν’ αναρωτιέται. Αλλά να, εμένα συνέχιζε να μου φαίνεται πως μιλούσα σε φαντάσματα, σε σκιές υπάρξεων που είχαν χάσει το γήινο περίβλημα και πηγαινοέρχονταν με νευρικότητα αλλάζοντας θέση, αναγκάζοντάς με να πηγαινοέρχομαι κι εγώ ανάμεσα στα θρανία. Ένιωθα λοιπόν την ανάγκη, κάθε τόσο, να τους αγγίζω, άλλοτε με ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη, άλλοτε σκύβοντας να διασταυρωθούν τα βλέμματά μας,  με σκοπό να προκαλέσω αντιδράσεις, ακόμα και να ξυπνήσω ένστικτα, για να βεβαιωθώ ότι είναι παρόντες και δεν ονειρεύομαι με τα μάτια ανοιχτά.  Αλλά ήμασταν δυο ζευγάρια μάτια μες στην τάξη κι άλλα τόσα πόδια με τη συνάδελφο της ενισχυτικής, η οποία κι αυτή ακολουθούσε ενστικτωδώς την ίδια τακτική, να περιφέρεται διαρκώς ανάμεσα σε αυτές τις στοιχειωμένες υπάρξεις, εγκλωβισμένες σε άλλο χώρο και χρόνο, συμπαντικές προεκτάσεις άλλων κόσμων και έτσι απέκλεισα οποιοδήποτε ενδεχόμενο να κάνω λάθος.

Η πρώτη εβδομάδα κύλησε κατ’αυτόν τον τρόπο. Αργότερα η Ιρένε μου ανοίχτηκε, μόλις με είδε να συμμετέχω κι εγώ σε αυτό το κυνηγητό, να της είμαι συνωμότης κι αρωγός,  ανάμεσα σε σκόρπιες φωτοτυπίες και μισοσκισμένα βιβλία, να μοιράζομαι κι εγώ το ίδιο άγχος να κρατώ μια αβέβαιη για την τελική έκβαση ισορροπία και να προσάπτω στην διδακτική μου απειρία και στον εαυτό μου κάθε προσπάθεια που έπεφτε στο κενό. Φοβόταν πως θα εγκατέλειπα την θέση ή ακόμα χειρότερα πως θα τα  αντιμετώπιζα με αδιαφορία, με ανταγωνισμό ή με εχθρικότητα όπως οι περισσότεροι «συνάδελφοι» που δέχονται εξ ανάγκης μία σύμβαση εργασίας, οι καινούριοι miserables, αποδέκτες και προϊόντα μιας απάνθρωπης νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής, ημερομίσθιοι αναπληρωτές, σε διαρκή και απεγνωσμένη αναζήτηση συμφέρουσας κρατικής σύμβασης αλλά και η ανάληψη υπηρεσίας σε επαγγελματικό λύκειο τους χαλάει, πώς να το κάνουμε, το βιογραφικό, τους στερεί σε αίγλη και σε γκλάμουρ, νιώθουν να τους υποβιβάζει.

Με πλησίασε στο τέλος μιας ώρας ενώ συμπλήρωνα το ηλεκτρονικό απουσιολόγιο και με παραπονεμένο ύφος ξέσπασε: «Μην τα κακίζεις. Δεν είναι κακεντρεχή. Έτσι έχουν μάθει. Και ξεχνάνε εύκολα. Ό,τι και να τους πεις, μετά από λίγο το ξεχνάνε. Να φανταστείς τους είχα υποσχεθεί να τους κάνω και μια τούρτα τώρα που τελειώνει και το σχολείο. Τους το είχα υποσχεθεί το Πάσχα που τα ‘χα κεράσει σοκολατένια αυγά. Τώρα που τελειώνει και το σχολείο. Και τους είχα ρωτήσει πως την θέλουν, πως την τραβάει η όρεξή τους. Με σοκολάτα; Λευκή; Να την κάνω μήπως αλμυρή; Αλλά δεν θυμούνται πια τίποτα. Και τα τρομάζει που περιφέρεσαι από θρανίο σε θρανίο και δεν κάθεσαι στην έδρα και τους πλησιάζεις. Μη τα βλέπεις έτσι μεγαλόσωμα. Είναι ακόμα παιδιά. Φοβούνται και τα παραξενεύει το πως φέρεσαι αλλά αναζητούν την παρουσία σου. Κι εγώ έτσι κάνω. Ίσως και γιατί φοβάμαι.»

Η ωραία Μαρτίνα δεν ξεχώριζε από την πολυπληθή τάξη, ή για όσους δεν το κατάλαβαν δεν ήταν ποτέ μία ή ένας, αλλά πολλές φορές όλη μαζί η τάξη από δεκαπεντάχρονα. Είναι τα δύσκολα παιδιά των τελευταίων θρανίων στα γυμνάσια και στα δημοτικά που όλοι μας, συμμαθητές ίσως κάποτε με αυτά στο ίδιο θρανίο δεκαετίες πριν, καθηγητές εμείς τώρα ή γονείς άλλοι, έχουμε εγκαταλείψει ως ανεπίδεκτους μαθήσεως, και με κοινή συναινέσει στάση μας τα ‘χουμε προορίσει να γίνουν οι νέοι περιθωριακοί της κοινωνίας, και γι αυτό τον λόγο τα αφήσαμε να ξεραθούν ως ζιζάνια σε ένα κήπο της Εδέμ που φυτρώνουν όμως άλλα λουλούδια κάθε λογής. Είναι τα παιδιά της διαρροής από τα σχολεία, των ατελείωτων διαδρομών στους δρόμους μιας απρόσωπης και άσχημης New York, της επαρχίας ή της πρωτεύουσας, του Βερολίνου, της Αθήνας, του βροχερού Λονδίνου, του Μεγάλου σκουληκιασμένου Μήλου, που το ροκανίζεις από μέσα αλλά κάποια στιγμή –  αυτή η στιφάδα στον ουρανίσκο σου σε διαβεβαιώνει – θα σε εγκλωβίσει στη σαπισμένη σάρκα της. Με διαφορετικά όνειρα και προσδοκίες που πήραν διαφορετικές τροπές. Εμείς αργότερα, εκούσια, λίγο πολύ με συνείδηση. Αυτά νωρίτερα, πριν ακόμα καλά καταλάβουν τη σκευωρία μας. Με λίγα λεφτά στο πορτοφόλι από τις ανάδοχες ή τις φυσικές οικογένειες, χωρίς επιλογές σε αυτή την άσχημη πόλη που καταπίνει αυτά και τα τελευταία κέρματά τους.

[Ένας κομψός σκύλος μιλάει για την Ασία, για ποδόσφαιρο και για το σπίτι.]

            Κι αν σε προκαλούν το κάνουν άσκεφτα για τις συνέπειες σε εσένα. Ακόμα και οι βίαιες κινήσεις, τα ξεσπάσματα με τους συνομήλικους τους, με τις παρέες τους, η λεκτική προβοκάτσια τους, τα καμώματα, είναι ένα παιχνίδι, μια τακτική να σε πλησιάσουν και να σε γνωρίσουν, να συμμετάσχεις κι εσύ σε αυτόν τον μικρόκοσμο που έχουν πλάσει κι έχουν φυλακιστεί και δεν έχουν βρει ακόμα τον τρόπο ν’ αντιδράσουν. Γιατί Εσύ αποτελείς το τελευταίο οχύρωμα για κάποια ίσως ανάπαυλα. Και ξέρουν, σα σε από καιρό δοθέντα χρησμό που θα επαναλαμβάνεται στο άπειρο ή ως αποτέλεσμα του ενστίκτου της αυτοσυντήρησής τους ότι δεν έχουν τίποτα να περιμένουν κι ότι αργά ή γρήγορα ήρθες για να τους απογοητεύσεις: είτε με την συγκρατημένη απόσταση που δείχνεις, ένα βήμα πριν στρέψεις τον κορμό σου προς φυγή – έχεις μάθει πια να αμύνεσαι από οποιοδήποτε και οτιδήποτε σε πλησιάζει, είτε με την μελετημένη παθητικότητά σου απέναντι στους καθημερινούς τους προβληματισμούς, διαφεύγοντας σε δογματικά αναμασήματα και ακαδημαϊκές παροιμίες. Γιατί κι εσύ, ως ενήλικας, τώρα πια, πίσω από τη προσεγμένη σου περιβολή και το ανάστημα ώριμου καθωσπρέπει κυρίου με πτυχίο είσαι πιο χαμένος από ποτέ και έχεις ήδη απογοητεύσει εσκεμμένα πολλούς άλλους συνομήλικους σε στενό προσωπικό ή κοινωνικό επίπεδο και φυσικά προδίδεις καθημερινά τον ίδιο σου τον εαυτό. Και έχεις αποκτήσει στη δημόσια και προσωπική σου ζωή μια σχιζοειδή συμπεριφορά, ν’ ακολουθείς από τη μια διδάγματα τετριμμένων και πεπερασμένων δογματικών διανοούμενων, όπως κι εσένα άλλωστε σου τα ‘χαν ψιθυρίσει στ’ αυτί και να διατηρείς από την άλλη, όπως κι αυτά μια παθητική στάση, έναν αυτοκαταστρεπτικό στρουθοκαμηλισμό σε ανάγκες που κράζουν για μια άλλη αλήθεια, όταν ξαπλώνεις ανάσκελα και αναμετριέσαι με το ταβάνι. Η μόνη διαφορά είναι ότι η γενιά μας έζησε πιο αθώα χρόνια, όχι απαραίτητα ευτυχισμένα. Κι αυτό γιατί το επέτρεψαν οι κοινωνικές συνθήκες της εποχής που ζήσαμε την εφηβεία μας – μην έχεις αυταπάτες τίποτε δε σου χαρίζεται κι ο Μεσαίωνας έκανε ότι μπορούσε με τα μέσα που διέθετε για να σε κάνει δυστυχισμένο. Αλλά είναι  άδικο όμως και φρικτό για τα cadavre exquis της σημερινής εποχής που οι ιδέες, οι πληροφορίες σε βρίσκουν οπουδήποτε με ταχύτητα φωτός και τα μέσα για επικοινωνία να έχουν πληθύνει να ζουν σε μια απέραντη μοναξιά, ουδετεροποιημένα. Να ξεφυλλίζουν με απάθεια στα κινητά τους, σχεδόν ασυγκίνητα, εναλλάσσοντας εικόνες, αισθήματα, φιλίες και έρωτες με ένα τρόπο μηχανικό, επαναλαμβανόμενο και απαθή. Και αυτά τα εξαίσια πτώματα είναι αυτό που σε τρομάζει. Το χειρότερο φάντασμα κι ο εφιάλτης σου. Η ταύτισή σου και η αντανάκλασή σου. Μη βρεθείς κι εσύ αργότερα να καταντήσεις, λίγο γιατί εσύ συνέτεινες με τις προσωπικές σου επιλογές, λίγο γιατί οι άλλοι το θέλησαν για σένα, το απολεσθέν αντικείμενο, που κανείς δεν αναζητά γιατί μπορεί να κάνει και χωρίς, να καταλήξεις ένα ανούσιο δημοσίευμα χαριτωμένου κατοικίδιου σε κάποια πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης, που γεννά αισθήματα προσωρινά και φευγαλέα μειδιάματα ευχαρίστησης όσα τα κλικ «μου αρέσει» σου ανταπέδωσαν.  Κι έπειτα τίποτα. Στην αχρησία. Στην ανυπαρξία.

[Το θαυμάσιο (μου) χέρι λατρεύει ένα τσιμέντο από λέπια].

          Την προτελευταία μέρα πριν κλείσει το σχολείο, ανεπισήμως, αποχαιρετιστήκαμε όλοι. Μεσημέρι Σαββάτου. Τέλη του πρώτου δεκαήμερου του Ιουνίου. Στην νότια αίθουσα το παράθυρο κατέβαζε λίβα. Μου είπαν πως δεν πρόκειται να έρθουν τη Δευτέρα. Παρέες  –  παρέες θα πήγαιναν θάλασσα για μπάνιο. Το είχαν ήδη κανονίσει.  Άλλα ξεκινούσαν να εργάζονται ως εποχιακοί. Προχώρησαν με θεατρικό τρόπο στην καταμέτρηση των συμμετεχόντων και χωρίς να επιμείνουν ιδιαίτερα, επιβεβαίωσαν την απόφασή τους. Τράβηξαν αναμνηστικές φωτογραφίες στην τάξη. Μουδιασμένα, άχαρα άλλαξαν πόζες και χέρια  οι φωτογραφικές μηχανές. Τους είπα να έρθουν τη Δευτέρα, να έρθουν τουλάχιστον να τους δω. Θα μιλούσαμε για τον Ιταλικό νεορεαλισμό στον κινηματογράφο και στη λογοτεχνία, σκεφτόμενος την εγκύκλιο της Διεύθυνσης που σύστηνε την συνέχιση του διδακτικού προγράμματος ακόμα και την τελευταία μέρα. Οποιοσδήποτε εορτασμός δεν προβλεπόταν.  «Δεν πρόκειται να διαβάσουν ή να τους εξετάσω, δυο πράγματα θα τους πω μόνο», προσπάθησα ν’ αποκόψω από τη γένεσή της κάθε πιθανή αντίδραση. Είχα προνοήσει να κλείσω και το «κλέφτες ποδηλάτων» του Ντε Σίκα από τη δημοτική βιβλιοθήκη τρεις μέρες πριν, φοβούμενος μήπως δεν ήταν διαθέσιμο τελευταία στιγμή. Περνώντας μετά από το σούπερ μάρκετ, για τα ψώνια της ημέρας, είχα πετάξει μες τον πενιχρό μου προϋπολογισμό και στο «καλάθι της νοικοκυράς» δυο πακέτα καραμέλες με φρούτα. Ξέρω ότι τους αρέσουν οι λαστιχένιες χρωματιστές καραμέλες. Θα δούμε και φιλμ, προσπάθησα με κουτοπόνηρο τρόπο να τα θέλξω, αν και κάτι μου έλεγε ότι οι συνθήκες διαβίωσης στη μεταπολεμική Ρώμη όπως αποτυπώνονται από τον Ντε Σίκα, δεν θα είχαν επιτυχία ή τουλάχιστον αυτή θα περιοριζόταν μόνο ως διδαχθείσα εγγραφή στο βιβλίο  ύλης.

Την απουσία τους όμως τη δεχθήκαμε με την Ιρένε με ανακούφιση. Προβλεπόταν, σύμφωνα με ένα πρόχειρο υπολογισμό, μία ήρεμη μέρα. Τη Δευτέρα, όμως, λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι και μετρήσουμε τους παρόντες άρχισαν ένας ένας να καταφθάνουν και να σκορπίζονται διαχέοντας στην όλη ατμόσφαιρα μια απροσδιόριστη νευρικότητα. Ξεφεύγοντας από τον έλεγχό μας σηκώθηκαν δυο και κρεμάστηκαν σχεδόν από το παράθυρο. Άλλοι έβαλαν μουσική κι άρχισαν να χορεύουν δήθεν συνεπαρμένοι από το ρυθμό και μια ψεύτικη συλλογική ευθυμία που παρασέρνει, άλλοι χώθηκαν στην μεταλλική ντουλάπα προσποιούμενοι πως έπαιζαν κρυφτό. Η κατάσταση πια είχε ξεφύγει από τον έλεγχο και δεν μπορούσαμε με τίποτα να καταλάβουμε για ποιο λόγο ήρθαν και τι τους έκανε να ματαιώσουν τα σχέδιά τους και ν’ αλλάξουν ιδέα. Η απάντηση όμως ήταν τόσο προφανής που διστάσαμε να τη δεχτούμε. Και που θα πήγαιναν; Ποιες θα ήταν οι εναλλακτικές τους λύσεις; Πόσο να διαρκέσει ένας καφές ή μια βόλτα στην παραλία όταν σε βαραίνουν άλλοι προβληματισμοί κι όταν η συνήθειά σου να πηγαίνεις να κλείνεσαι στους τέσσερις σχολικούς τοίχους έχει γίνει πια δεύτερη φύση; Νιώσαμε σαν παρκαδόροι εφήβων σε ένα σημείο στάθμευσης σε μία πολυσύχναστη γειτονιά που παίρνει διαφορετικά ονόματα κάθε φορά και λίγο νοιάζει αν είναι δίπλα στην Ακρόπολη, αν την τέμνει η Αθηνάς ή αν είναι η παράλληλη της Via Giolitti, δίπλα στο Termini. Κι είναι το πάρκινγκ γκρίζο από την αιθάλη και τη σκόνη, γεμάτο σκουπιδαριό από τους βιαστικούς οδηγούς και με αποτσίγαρα στο έδαφος να μας θυμίζει τα χνάρια του κάθε έφηβου διερχόμενου, τον εκνευρισμό από την αναμονή για το κόκκινο φανάρι που καθυστερεί πεισματικά να δώσει προτεραιότητα στην πολυπόθητη λεωφόρο, να απαντήσει στην επιθυμία σου, που πια σε πνίγει, να πατήσεις επιτέλους το γκάζι και να σε φέρει το τροχοφόρο σε μέρη που να φεύγουν πάντα απ΄ το οπτικό σου πεδίο σαν σε κορδέλα σκηνικού της Cinecittà –  όποια , κατά τύχη, εικόνα μπορέσεις να δράξεις με το ασπράδι του ματιού στα πλαινά παράθυρα να έχει κι αυτή προσπεράσει και ξεχαστεί ήδη. Μπροστά μας απλώνεται μια γκρεμισμένη μεσοτοιχία και μια παλιά διαφημιστική ρεκλάμα που την άφησαν να φθείρεται για κάποια μαγική συνταγή καλλυντικής κούρας, για μια μουσική παράσταση σε ένα θέατρο που τώρα πια μπορεί και να έχει περάσει σε αντιπαροχή, ο τελευταίος εργάτης να βγαίνει ξεσκονίζοντας τα μπατζάκια του μέσα απ’ τα μπάζα. Τροχονόμοι εφήβων κουνάμε τα χέρια μας δεξιά ζερβά, δείχνοντας σε άλλους την είσοδο και σε άλλους προτρέποντας την έξοδό τους, δείχνοντας τους, το δίκιο με το μέρος μας, το ληγμένο εισιτήριο παραμονής. Δύσκολο επάγγελμα ο παρκαδόρος των εφήβων κι ακόμα πιο δύσκολο και παράξενο στα αυτιά μας  το κλάμα τους.

πηγή:

 

https://nosensewords.wordpress.com/2016/08/01/le-cadavre-exquis-%CF%84%CE%B1-%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CF%84%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/

Posted in: Uncategorized