Αρχαία Φιλοσοφία και Κυριαρχία (Μέρος Α΄)

Posted on 10 Αὐγούστου 2016

0


Αρχαία Φιλοσοφία και Κυριαρχία (Μέρος Α΄)

θαλήςΠρόλογος 
Μέχρι τον 6ο αιώνα π. Χ. η ερμηνεία του κόσμου γίνεται με τους όρους της θρησκείας και της μυθολογίας. Η θρησκεία και ο μύθος είναι τα κυρίαρχα στοιχεία στην προσπάθεια του ανθρώπου να κατανοήσει τον κόσμο που τον περιβάλλει. Αυτό έχει σαν συνέπεια να υπερισχύουν τα πνεύματα, οι θεοί, οι δαίμονες [Με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, που σημαίνει τον κατώτερο θεό.] και τα διάφορα υπερφυσικά τέρατα. Ο κόσμος λοιπόν δεν είναι προσπελάσιμος στην ανθρώπινη νόηση παρά μονάχα σαν μια μαγική εικόνα ή καλύτερα σαν μια μαγική παράσταση, που την θέτουν σε κίνηση υπερφυσικές δυνάμεις, οι οποίες βρίσκονται έξω από την αντιληπτική του ικανότητα. Αυτή η άγνοια αποτελεί μια καθώς πρέπει εκμεταλεύσιμη συνθήκη για τις κυρίαρχες πολιτικο-οικονομικές ομάδες. Το αποτέλεσμα είναι οι νόμοι να έχουν θεία καταγωγή, είτε πρόκειται για τις δέκα εντολές του Μωϋσή, είτε για τους νόμους του Σόλωνα.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο νομοθέτης της Σπάρτης Λυκούργος είναι ένα μυθικό πρόσωπο, που κινείται μεταξύ υπαρκτού και ανύπαρκτου ιστορικού προσώπου. Γιατί δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, αν υπήρξαν ή δεν υπήρξαν, ως ιστορικά πρόσωπα οι διάφοροι νομοθέτες, αλλά το κύρος του νομοθετικού τους έργου. Αυτό γίνεται αποδεκτό από τον λαό, όταν είναι αποκάλυψη μιας θεϊκής δύναμης, που φροντίζει για το καλό των ανθρώπων. Σε αυτό το σημείο γίνεται ολοφάνερο, πως ο νομοθέτης έχει συνείδηση της άγνοιας του λαού και την εκμεταλλεύεται στο έπακρο, για να κτίσει το οικοδόμημα, που στην ουσία σημαίνει την προστασία των συμφερόντων των κυρίαρχων ομάδων.
Αυτό λοιπόν που έκαναν οι άρχοντες και τα διάφορα ιερατεία της εποχής ήταν να συντηρούν την άγνοια του λαού. Ο οποίος δεν είχε την δυνατότητα να αντιπαραθέσει μια εναλλακτική πρόταση απέναντί τους, λόγω της κοινωνικής του κατάστασης. Δούλοι, συλλέκτες τροφής, κυνηγοί, γεωργοί, ψαράδες, εργάτες εργαστηρίων, νομάδες, ήταν απομονωμένοι, είτε λόγω γεωγραφικών αποστάσεων, είτε των αλυσίδων τους, το κυριότερο όμως είναι πως δεν είχαν λόγους να αναζητούν τρόπους για να νομοθετήσουν την ζωή τους. Αυτό μόνο ως αίτημα των κυρίαρχων ομάδων μπορεί να εννοηθεί. Οι κυριαρχούμενοι το μόνο που θα μπορούσαν να νομιμοποιήσουν ήταν η αντίστασή τους, η εξέγερσή τους, η απελευθέρωσή τους από τα δεσμά των αφεντάδων τους.
Γι’ αυτό, βέβαια, η έννοια της κοινωνικής επανάστασης είναι διαχρονική και δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες για να αναπτυχθεί, όπως λανθασμένα υποθέτουν και —εν πολλοίς— ισχυρίζονται οι ιδεολόγοι της μαρξιστική αριστεράς. Αυτό συμβαίνει επειδή η κοινωνική επανάσταση συμβολίζει την προσπάθεια του αλυσοδεμένου ανθρώπου, να σπάσει τις αλυσίδες του. Εν δυνάμει, λοιπόν, κάθε εποχή και κάθε στιγμή είναι επαναστατική.
Η φιλοσοφία εμφανίζεται ως προσπάθεια ερμηνείας του κόσμου όχι με όρους μαγικούς αλλά λογικούς. Σε αυτή την προσπάθεια η επιρροή της θρησκείας, ως ένα βαθμό, είναι αναπόφευκτη. Αποτελεί κατά κάποιο τρόπο τη συνέχειά της και φιλοδοξεί να ξεπεράσει τις δεισιδαιμονικές αντιλήψεις, τοποθετώντας το λόγο και κοιτάζοντας την φύση και όχι τις υπερφυσικές άυλες δυνάμεις. Αυτοί όμως που φιλοσοφούν είναι αριστοκρατικής καταγωγής και επομένως δεν έχουν λόγο να αμφισβητήσουν το κοινωνικό status. Το πρόβλημα τους δεν είναι να ξεσηκώσουν τους καταπιεσμένους ούτε να κλονίσουν τις καταπιεστικές δομές, που έχουν εγκαθιδρύσει οι κυρίαρχες ομάδες. Αυτό που φαίνεται να τους απασχολεί είναι ποία η αρχή του κόσμου και ποία η δομή του.
Τίθεται, βέβαια, ένα ερώτημα με ιδιαίτερη σημασία: Γιατί η φιλοσοφία γεννήθηκε στην αρχαία Ελλάδα και όχι κάπου αλλού, για παράδειγμα στην Περσία. Σύμφωνα με τον Π. Κροπότκιν αυτό συνέβη επειδή στην αρχαία Ελλάδα οι πόλεις-κράτη παρείχαν την ελευθερία στους ανθρώπους ικανή να τους κάνει να σκεφτούν και να εκφραστούν ελεύθερα. Αυτό από μόνο του δεν φαίνεται τόσο πειστικό, αν σκεφτεί κανείς, πως πολύ πριν τον 6ο αιώνα οι άνθρωποι σκεφτόντουσαν και προσπαθούσαν να κατανοήσουν τον κόσμο. Έπειτα, πως γνωρίζει ο Π. Κροπότκιν ότι οι προϋπάρχοντες πολιτισμοί δεν είχαν ή δεν παρείχαν την ανάλογη ελευθερία τουλάχιστον στους άρχοντες; Μάλλον οι δομές των προγενέστερων εξουσιαστικών συστημάτων δεν την είχαν ανάγκη. Η αποπνικτική κυριαρχία των διαφόρων ιερατείων ήταν αρκετή συνθήκη επιβολής των θελήσεών τους.
Έπειτα είναι πολύ πιθανόν, ιδιαίτερα το ιερατείο της Αιγύπτου να είχε γνώσεις φιλοσοφικές, που τις διαφύλαττε σαν κόρη οφθαλμού μακρυά από τα επικίνδυνα βλέμματα του λαού. Είναι γνωστό άλλωστε ότι ο Πλάτωνας, ο Θαλής, ο Πυθαγόρας επισκέφτηκαν το ανωτέρω ιερατείο. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι ο Θαλής ο Μιλήσιος διάβασε τα κείμενα του ιερατείου και με βάση αυτά προέβλεψε την έκλειψη της Σελήνης. Ιδού πως έγινε δυνατό αυτό: Μελέτησε τις σημειώσεις του ιερατείου, που είχε την συνήθεια να καταγράφει τις περιοδικές εκλείψεις της Σελήνης. Παρατήρησε λοιπόν ότι υπήρχε μια τακτική περιοδική επανάληψη του φυσικού φαινομένου και επομένως μπόρεσε να προβλέψει με ακρίβεια την ημερομηνία της επόμενης έκλειψης. Αυτή την απλή σκέψη δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι δεν ήταν δυνατό να την κάνει κάποιος ιερέας της Αιγύπτου. Μάλλον δεν είχε λόγους να το κάνει ή δεν ήθελε να το κοινοποιήσει. Συμπεραίνουμε ότι το πιο πιθανό ήταν να κρατούσαν τις γνώσεις, τις όποιες γνώσεις τους, για τον εαυτό τους. Ο Θαλής όμως το ανακοίνωσε δημοσίως και το αποτέλεσμα ήταν να αποκτήσει τεράστιο κύρος.
Ας επανακάμψουμε στο αρχικό ερώτημα: Γιατί η φιλοσοφία γεννήθηκε στην αρχαία Ελλάδα;
Οι πόλεις-κράτη είναι από την φύση τους αδύναμες κρατικές οντότητες και για να επιβιώσουν χρειάζονται ηγέτες με κύρος και ένα πολιτισμικό περιεχόμενο, που να πηγαίνει πέρα από το στείρο βασιλιάς ίσον θεός. Η «ανωτερότητα» του ελληνικού πολιτισμού οικοδομήθηκε στην ανάγκη των μικρών πόλεων-κρατών να διαφοροποιηθούν «ποιοτικά» από τις αυτοκρατορίες της ανατολής. Το σημαντικό όπλο είναι ακριβώς αυτό και αντανακλάται στον αρχαιοελληνικό αφορισμό «πας μη Έλλην βάρβαρος».
Η φιλοσοφία λοιπόν που γεννήθηκε στην αρχαία Ελλάδα έχει αφετηρία πολιτική-κοινωνική αναγκαιότητα και αντλεί την πρώτη σκέψη από τις θρησκευτικές δοξασίες με στόχο να τις υπερβεί. Αρχικά θα προσπαθήσει με υλικούς όρους να ερμηνεύσει τον γύρο κόσμο, γρήγορα θα χαθεί στον φανταστικό κόσμο των ιδεών και θα καταλήξει, ως θεραπαινίδα της θρησκείας. Από την στιγμή που η σκέψη ξέφυγε από το σφιχταγκάλιασμα της θρησκείας κουβαλά μέσα της την ανατροπή, τον αντίλογο. Επειδή εν αρχή του λόγου ο αντίλογος, ο δρόμος προς την αναρχική θεώρηση του κόσμου, αναπόφευκτος.
Οι Προσωκρατικοί
Η Μίλητος της Ιωνίας είναι ο τόπος που γεννήθηκε η πρώτη φιλοσοφική σκέψη από το Θαλή ο οποίος, όπως έχει προαναφερθεί, είχε επισκεφτεί το ιερατείο της Αιγύπτου. Παρατηρώντας την φύση γύρω του θεώρησε το νερό ως αρχή του κόσμου. Πριν το Θαλή, ο Ησίοδος και ο Όμηρος αναφέρουν τον Ωκεανό ως δημιουργό της ζωής. Το νερό είναι κυρίαρχο στοιχείο της φύσης και βρίσκεται παντού. Ταυτόχρονα όταν εξατμίζεται γίνεται αέρας και όταν παγώνει, γίνεται στερεό. Επίσης το σπέρμα είναι υγρό, όπως και η μήτρα που μεγαλώνει το έμβρυο. Επομένως η εκλογή του νερού ως αρχή του κόσμου δεν έγινε τυχαία. Μπορούμε να θεωρήσουμε την άποψη του Θαλή, ως την πρώτη προσπάθεια απομάγευσης του κόσμου.
Οι άλλοι δύο φιλόσοφοι της Μιλήτου, ο Αναξίμανδρος και ο Αναξιμένης θα αμφισβητήσουν την θέση του Θαλή, τοποθετώντας ο πρώτος τον «άπειρον» και ο δεύτερος τον «αέρα» ως αρχή του κόσμου. Για τους προσωκρατικούς το κάθε φυσικό στοιχείο δεν σημαίνει την πρώτη αιτία της δημιουργίας [για αυτούς ο κόσμος υπήρχε πάντα και δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος] αλλά το στοιχείο εκείνο που θεμελιώνει την σύνθεση του όντος. Το όν για τους προσωκρατικούς είναι όλη η πραγματικότητα που μας περιβάλλει και προέρχεται από το ουδέτερο της μετοχής ενεστώτα του ρήματος ειμί [είμαι]. Το είναι των προσωκρατικών είναι η δύναμη που κινεί το όν. Αυτός είναι ο λόγος που οι προσωκρατικοί αντιμετώπισαν δυσκολία να κατανοήσουν την σχέση είναι και γίγνεσθαι της πραγματικότητας ή αυτό που ονόμασαν όν, για αυτό κατέληξαν στην άποψη ό,τι το είναι, είναι μη όν. Από εδώ ξεκινά ο πλαστός χωρισμός της φιλοσοφίας σε ιδεαλιστική και υλιστική και τούτο για τους λόγους που εκτίθενται στη συνέχεια.
Στο χώρο της φιλοσοφίας εισέρχεται ο Ηράκλειτος με μια σημαντική καινοτομία. Εισάγει την άποψη ότι το όν βρίσκεται σε μιαiraklit ρευστή κατάσταση, τέτοια που είναι αδύνατο να μπει κάποιος στο ίδιο ποτάμι δύο φορές, γιατί το νερό που κυλά έχει αλλάξει. Παραθέτω την πασίγνωστη φράση του: «Τα πάντα χωρεί και ουδέν μένει και ποταμού ροή απεικάζων τα όντα, ποταμοίς τοις αυτοίς εμβαίνομεν τε και ουκ εμβαίνομεν, είμεν τε και ουκ είμεν και ποταμώ γαρ ουκ έστιν εμβήναι δις τω αυτώ»(1). Στο βάθος αυτό σημαίνει ότι το αιώνιο γίγνεσθαι του όντος είναι αδύνατο να το κατανοήσουμε παρά μονάχα σαν μια φευγαλέα αποσπασματική εικόνα, η οποία όμως την επομένη στιγμή δεν ισχύει. Επομένως η αισθητή πραγματικότητα μας ξεγελά με την αέναη ροηκοτητά της. Ο Ηράκλειτος εισάγει το πυρ [φωτιά] ως δημιουργικό στοιχείο του φθείρεσθαι και του γίγνεσθαι. Ο πόλεμος που προκαλείται από την φωτιά οδηγεί τα όντα σε μια αδιάκοπη κίνηση και η ισορροπία επιτυγχάνεται τελικά με την παλίντονο αρμονία.
Ο Ηράκλειτος με την αέναη ροή τοποθετεί την σκέψη μέσα στην υλική πραγματικότητα. Από την άλλη όμως την θολώνει, λόγω ακριβώς αυτής της ροηκότητας. Γιατί πως μπορούμε να την κατανοήσουμε αν δεν βρίσκεται σε μια σταθερή κατάσταση; Αν όμως οι αισθήσεις δεν μπορούν να μας αποκαλύψουν την αλήθεια, τότε κάτι άλλο θα υπάρχει που θα μπορεί να το κάνει και ποιο άλλο από τις ιδέες που σχηματίζονται στο νου;
Ο Παρμενίδης απαντά απερίφραστα ότι οι ιδέες υπάρχουν και η υλική πραγματικότητα δεν υπάρχει, επειδή δεν μπορεί να συλληφθεί καθεαυτή, καθώς συνεχώς αλλάζει. Έτσι θα καταλήξει στην άποψη, ότι αφού το όν βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, τότε θα πρέπει την μια στιγμή να υπάρχει και την άλλη να μην υπάρχει. Όμως αυτό δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει, γι’ αυτό ο Παρμενίδης θεωρεί ότι το όν είναι ακίνητο και η κινησή του φαινομενική. Επομένως το όν είναι μη είναι και το είναι, δηλαδή ο κόσμος των ιδεών, είναι η πραγματικότητα, .
Το πρόβλημα από αυτό το σημείο και ύστερα δεν είναι αν η πραγματικότητα βρίσκεται σε διαρκή κίνηση ή είναι στάσιμη, αλλά ο νέος δρόμος που ανοίγεται, ο δρόμος των ιδεών. Όσοι φιλόσοφοι ακολουθήσουν την Παρμενίδεια στασιμότητα συγκαταλέγονται στους ιδεαλιστές και όσοι την Ηρακλείτεια κίνηση στους υλιστές, γιατί αντίστοιχα οι μεν θα τοποθετήσουν τις ιδέες ενώ οι δε την ύλη, ως κινητήρια δύναμη της πραγματικότητας. [Βέβαια οι όροι ιδεαλισμός και υλισμός είναι πολύ μεταγενέστεροι του Παρμενίδη και του Ηρακλείτου].
Όμως, στο βάθος αυτό είναι πλασματικό, γιατί είτε λαμβάνεις τις ιδέες ως κινητήρια δύναμη, είτε την ύλη, κάνεις αφαίρεση της πραγματικής ζωής, επειδή προβάλλεται στο νου ένας νοητός κόσμος, ένας φανταστικός κόσμος, που είναι στη σφαίρα των ιδεών και όχι στη γήινη πραγματικότητα. Οι ιδέες συνθέτουν ένα σύμπαν που κείται πέραν και έξω από την καθημερινή ζωή και δημιουργούν σε τελική ανάλυση μια ψευδή συνείδηση.
Επειδή δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί από πουθενά [με τρόπο που να έχει καθολική ισχύ] πού βρίσκεται η αλήθεια, η συζήτηση θα περιστρέφεται γύρω από το ποιο είναι το πρωταρχικό στοιχείο η ύλη ή οι ιδέες. Θα μπορούσε να διατυπωθεί με μια δόση ειρωνείας ότι η φιλοσοφία είναι μια αδιάκοπη φλυαρία γύρω από το αν υπάρχει θεός ή όχι. Ο δυισμός αυτός είναι πλαστός όσο αφορά την ουσία, επειδή και οι δύο προσεγγίσεις παράγουν το αποτέλεσμα της ιδεολογίας, η οποία όπως αναφέρθηκε είναι μια ψευδής συνείδηση. Ψευδής συνείδηση γιατί δέχεται αρχές που ισχύουν a priori (εκ των προτέρων) χωρίς καμία απόδειξη. Στην πράξη κατασκευάζουν μιαν άλλη πραγματικότητα, που όμως βρίσκεται στο χώρο των ιδεών.
Ο Κ. Μαρξ πιθανόν αντιλήφθηκε την αναντιστοιχία ιδεών και πραγματικότητας γι’ αυτό ονόμασε τη φιλοσοφία του επιστημονικό σοσιαλισμό. Είναι δυνατόν, όμως, να υποβάλουμε την κοινωνία σε επιστημονική μελέτη και να την οργανώσουμε με βάση τα επιστημονικά συμπεράσματα μας; Όχι, βέβαια, επειδή τότε αυτό που θα δημιουργήσουμε θα είναι μια τερατώδης μορφή κοινωνίας, βαθιά ανελεύθερη, δομημένη πάνω σε αυθαίρετα συμπεράσματα, που έχουν ισχύ -αν έχουν- σε συνθήκες εργαστηρίου. Η άποψη του Κ. Μαρξ για τον επιστημονικό σοσιαλισμό είναι το λιγότερο απαράδεκτη.
Άλλωστε και ο ίδιος δεν είναι συνεπής ούτε με την υποτιθέμενη επιστήμη του, αφού δέχεται μια τουλάχιστον a priori αρχή, την διαλεκτική. Στην γερμανική ιδεολογία κατακεραυνώνει τους Φόϋερμπαχ, Μπάουερ, Στίρνερ, ακριβώς γιατί δεν ακολουθούν σωστά την εγελιανή διαλεκτική του. Τόσο όμως η κλασική τυπική λογική του Αριστοτέλη, όσο και η διαλεκτική του Χέγκελ [που δεν είναι ακριβώς του Χέγκελ αλλά του δασκάλου του, Φίχτε, που πρώτος έθεσε τους όρους της: θέση, αντίθεση σύνθεση], δεν απαντάται στην φύση αλλά στα μυαλά των φιλοσόφων.
Δεν είναι της παρούσας ανάλυσης να εξηγήσουμε γιατί η λογική βρίσκεται στο νου του ανθρώπου και όχι στην πραγματικότητα της φύσης. Πάντως δεν έχει καθολική ισχύ αυτό που ο άνθρωπος θεωρεί ως λογικό συμπέρασμα, άλλωστε η επιστήμη δεν καταλήγει σε καθολικούς νόμους, αλλά σε προσωρινή γνώση του αντικειμένου που εξετάζει.
Εν κατακλείδι, με τους προσωκρατικούς άρχισε η κατασκευή των ιδεών ως μηχανισμού απομάκρυνσης του ανθρώπου από την καθημερινή ζωή και την ουσία της υπαρξής του και όπλισε την κυριαρχία με ένα όπλο ακίνδυνο μεν γι’ αυτήν όταν επιχειρηθεί να στραφεί εναντίον της, επικίνδυνο δε όταν αυτή το χρησιμοποιεί εναντίον των ανθρώπων, το σύμπαν των ιδεών, το οποίο δεν έχει άμεση αναφορά στην θρησκεία αλλά στη λογική. Όμως το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, θρησκεία και ιδεολογία είναι αδέλφια δίδυμα. Η φιλοσοφική σκέψη συνεχίστηκε με τους υπόλοιπους προσωκρατικούς και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η σκέψη των σοφιστών [Πρωταγόρας, Γοργίας] και των ατομικών [Λεύκιππος, Δημόκριτος].
Θα σταθούμε, όμως στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, γιατί είναι οι πρώτοι που προσφέρουν σημαντικά ιδεολογικά στηρίγματα στην κυριαρχία.
Πλάτωνας   
Ο Πλάτωνας έχοντας υπό όψιν του τον Ηράκλειτο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι αισθήσεις δεν αποτελούν φερέγγυο οδηγό για την κατανόηση του κόσμου, επειδή βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση. Αν όμως οι αισθήσεις είναι απατηλές, τότε η αλήθεια είναι κάπου αλλού και που αλλού αν όχι στις ιδέες, τις οποίες χαρακτηρίζει ως τα πραγματικά όντα [τα όντως όντα], που μάλιστα είναι πραγματικές οντότητες κάπου στο υπερπέραν.
Το απόλυτο βασίλειο των ιδεών αποκτά σάρκα και οστά στην πλατωνική φιλοσοφία. Η αισθητή πραγματικότητα είναι εντελώς φαινομενική, αντανάκλαση [απείκασμα] του πραγματικού κόσμου των ιδεών. Έτσι η ζωή χάνει το νοημά της και η ψυχή ως ουσία της υπαρξής μας βρίσκεται φυλακισμένη στο φθαρτό σώμα της ύλης. Κατά τον Πλάτωνα η ψυχή ξέπεσε από την αιωνιότητα και φυλακίστηκε στο ανθρώπινο σώμα. Ο θάνατος είναι η απελευθέρωση της ψυχής και η επιστροφή της αιωνιότητα, που όταν φτάσει στην τελειότητα θα ενωθεί με την ψυχή του παντός. Από εδώ ξεκινά ο χαρακτηρισμός της πλατωνικής φιλοσοφίας, ως μελέτη θανάτου. Ο ανεκδιήγητος καθηγητής Λιαντίνης ακολούθησε κατά γράμμα την πλατωνική φιλοσοφία και απελευθέρωσε την ψυχή του, οικεία βουλήση, στη κορυφή του Ταΰγετου.
Η επιρροή του Πλάτωνα από τους ορφικούς είναι ολοφάνερη και έτσι «επανακάμπτει» η θρησκεία μέσα στη φιλοσοφία, που άλλωστε από εκεί ξεκίνησε. Ο Πλάτωνας ως γνήσιο τέκνο της αριστοκρατίας εισηγείται τη δημιουργία μιας ιδανικής πολιτείας η οποία διαιρείται σε τρεις τάξεις, τους βασιλείς φιλοσόφους που κυβερνούν και αποφασίζουν για τις τύχες των υπολοίπων, τους φύλακες που φροντίζουν για την επιβολή της τάξης και τους χειρόνακτες που εκτελούν όλες τις εργασίες, οι οποίες είναι απαραίτητες για την συντήρηση της πολιτείας. Η αριστοκρατική, ελιτίστικη αντίληψη του Πλάτωνα θεωρεί την διαίρεση της κοινωνίας, ως την μόνη δίκαιη και φρόνιμη εκδοχή της. Το ανεδαφικό της ιδανικής πολιτείας θα οδηγήσει αργότερα τον Πλάτωνα στην συγγραφή των «νόμων» και του «πολιτικού». Εδώ πλέον αυτός που καθορίζει την ιδανική πολιτεία είναι ο νόμος και ο πολιτικός, που κατέχει την επιστήμη του διοικείν.
Η κυριαρχία έχει πλέον και την έγκριση της φιλοσοφίας για να οικοδομήσει το νομικό της οικοδόμημα και η πολιτική γίνεται υπόθεση των επιστημών, των ειδικών, αυτών που γνωρίζουν και όχι των άσχετων και του όχλου. Άλλη μεγάλη συμβολή του Πλάτωνα στην κυριαρχία είναι η αναγκαιότητα της παιδείας. Η παιδεία σε σχέση με την απαιδευσία σημαίνει, πάντα κατά τον Πλάτωνα, την ανωτερότητα αυτού που την κατέχει. Στην πράξη τι συνεπάγει αυτό αν όχι την μόρφωση των κυρίαρχων ομάδων, άρα και την σημαντική τους διαφοροποίηση τους από τους αμόρφωτους, αγράμματους των κατώτερων στρωμάτων;
Γίνεται αντιληπτό ότι έτσι ή αλλιώς η παιδεία δεν θα μπορούσε να γίνει κτήμα όλων αυτών, τουλάχιστον για την εποχή που μιλάμε. Ο κάτοχος της παιδείας είναι δυνατό να γίνει φιλόσοφος, που ως γνωστό στην πλατωνική φιλοσοφία είναι οι μόνοι που μπορούν να κυβερνήσουν δίκαια ή διαφορετικά οι βασιλείς πρέπει να γίνουν φιλόσοφοι. H κυριαρχία έχει την προτροπή της φιλοσοφίας, ώστε να προχωρήσει στην μόρφωσή της και να οικοδομήσει το καταπιεστικό εξουσιαστικό σύστημά της πάνω σε πιο στέρεες βάσεις. Η παιδεία στην ουσία σημαίνει την συνολική οργάνωση της εμπειρίας σε σύστημα ιδεών.
Οι κυρίαρχοι είναι οι μόνοι που έχουν λόγους και μπορούν εκείνη την εποχή να το κάνουν, επομένως η παιδεία δεν μπορεί να λειτουργήσει αλλιώς παρά μονάχα προς όφελός τους. Τα υπόλοιπα ότι δήθεν οι λόγιοι και οι διανοούμενοι λειτουργούν ως πολιορκητικοί κριοί στην άλωση των τυραννικών καθεστώτων είναι στην καλύτερη περίπτωση μια παγίδα και στην χειρότερη μια απάτη των εξουσιαστών.
Αυτό γιατί είναι προτιμότερο για την κυριαρχία να απεμπολούμε το δικαίωμα για μια καλύτερη ζωή, την έμφυτη ορμή για ελευθερία, αφού γι’ αυτό υπάρχουν οι επαΐοντες επαγγελματίες επαναστάτες. Έτσι οι καταπιεσμένοι αναμένουν τους σωτήρες για να τους σώσουν από την σκλαβιά και να τους απελευθερώσουν από τους τυράννους, που φυσικά ούτε θέλουν ούτε μπορούν να το κάνουν.

Χρ. Μ.

H. Diels-W. Kranz τ. Ι, σ. 145. Η φράση «τα πάντα ρει», που συμπυκνώνει τη φιλοσοφία του Ηράκλειτου δεν υπάρχει σε κανένα διασωθέν απόσπασμά του. Ενδεχομένως να περιλαμβανόταν στο βιβλίο του, όπως ισχυρίζονται πολλοί συγγραφείς, αλλά να χάθηκε.
Η απόδοση της φράσης του Ηράκλειτου που παραθέτουμε έχει ως εξής: «Τα πάντα μεταβάλλονται και τίποτα δεν μένει σταθερό και η ροή του ποταμού αντανακλά την πραγματικότητα, στους ίδιους ποταμούς μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε γιατί είμαστε και δεν είμαστε και δεν μπορούμε στον ίδιο ποταμό να μπούμε δύο φορές».

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 53, Σεπτέμβριος 2006
 
πηγή:
 
Posted in: Uncategorized