Μία αδικοχαμένη επανάσταση (Γερμανία 1918-1919), Μέρος Β΄

Posted on 11 Αὐγούστου 2016

0


Μία αδικοχαμένη επανάσταση (Γερμανία 1918-1919), Μέρος Β΄

Ένοπλοι επαναστάστες

Ένοπλοι επαναστάτες

Κι ενώ έχει ξεκινήσει ο δεύτερος μήνας από το ξέσπασμα της Νοεμβριανής επανάστασης, από τις 6 Δεκεμβρίου έως και την ημέρα που εκδηλώνεται η εισβολή των πρωσικών στρατευμάτων στο Βερολίνο, (6 Ιανουαρίου), η ολιγωρία των δυνάμεων της επανάστασης και των στελεχών του Σπάρτακου αφήνουν να περάσουν ανώδυνα για την εξουσία των «εντολοδόχων του λαού» δύο, τουλάχιστον, ευκαιρίες για την ολοκλήρωση της επανάστασης στο Βερολίνο, γεγονός που θα διευκόλυνε και το ξεμπλοκάρισμα των επαναστατημένων από τις διαδικασίες που είχε βάλει σε λειτουργία η σοσιαλδημοκρατική συμμαχία.
Βέβαια, αυτή η διεργασία ολοκλήρωσης, δεν είναι δυνατό να υλοποιηθεί μέσα από το πρόγραμμα του Σπάρτακου, αλλά από το ξεπέρασμα των αυταπατών που απορρέουν από τις μαρξίζουσες ή μαρξιστικές θεωρίες και την κοινωνική δυναμική που -όπως απέδειξαν τα πραγματικά περιστατικά- προσπαθεί να βρει το δρόμο της μέσα από την ολοκλήρωση της επαναστατικής διεργασίας.
Για μια ακόμα φορά, όμως, επαληθεύεται πως όποτε κυριαρχούν τα στερεότυπα και η εμμονή στις επιστημονικές αναλύσεις —με βάση τις οποίες η κοινωνία και οι ανθρώπινες επιθυμίες για ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη, αντιμετωπίζονται, μέσα από δοκιμαστικούς σωλήνες— τότε το αποτέλεσμα είναι να καταστρέφεται η προοπτική της κοινωνικής επανάστασης και μέσα από τους πολιτικούς σχεδιασμούς, που καταστρώνουν οι εξουσιαστές να κατασκευάζονται συνθήκες πολύ χειρότερες από εκείνες που προϋπήρχαν. Το πόσο «ώριμος» ήταν ο κόσμος των καταπιεσμένων για να μπορέσει να ολοκληρώσει μια κοινωνική επανάσταση φάνηκε και από το πόσο δύσκολα επιβλήθηκε η τάξη. Χρειάστηκαν πολλοί μήνες με συνεχείς συγκρούσεις και σφαγές —όχι μόνο στο Βερολίνο αλλά σ’ ολόκληρη τη Γερμανία— για να μπορέσουν να κατοχυρώσουν —και πάλι— οι κυρίαρχοι την εξουσία τους και να προχωρήσουν στην εφαρμογή των σχεδίων τους, που κατέληξαν στην β΄ παγκόσμια ανθρωποσφαγή.
Πεταμένες ευκαιρίες
Παρά το γεγονός πως έχει περάσει ένας ολόκληρος μήνας από το ξέσπασμα τη επανάστασης, η κατάσταση δεν βρίσκεται στα χέρια των επαναστατών, ενώ οι ιθύνοντες της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, με την ανοχή και την κάλυψη της σοσιαλδημοκρατικής συμμαχίας, των «εντολοδόχων του λαού», οργανώνουν και αποπειρώνται να επιβάλουν στρατιωτική δικτατορία.
Απέναντι σ’ αυτό το γεγονός οι Σπαρτακιστές πραγματοποιούν διαδήλωση, (7 Δεκεμβρίου), στο Βερολίνο. Η διαδήλωση συνεπικουρείται από ένοπλες ομάδες. Αυτό, βέβαια, δεν εμποδίζει τη σοσιαλδημοκρατική συμμαχία να συλλάβει τους ομιλητές της συγκέντρωσης Λήμπκνεχτ, Λεβί και Λάνγκε στα γραφεία της Rote Fahne (Κόκκινη Σημαία), όπου πηγαίνουν μετά το τέλος της διαδήλωσης. Το συμβάν δεν παίρνει διαστάσεις, αφού οι συλληφθέντες αφήνονται ελεύθεροι, όμως πρόκειται για μια πράξη, που έχει ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπ’ όψη πως, με διαταγή της κυβέρνησης, έχουν αρχίσει να συγκεντρώνονται στρατεύματα γύρω από το Βερολίνο. Η πρώτη αυτή διαδήλωση, με τη συμμετοχή μεγάλου αριθμού ανθρώπων, φαίνεται πως τάραξε τα σχέδια των κρατούντων. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τα τεκταινόμενα οι Σπαρτακιστές καλούν νέα διαδήλωση, (8 Δεκεμβρίου), όπου αυτή τη φορά συμμετέχουν περισσότεροι από 150.000 άνθρωποι. Μια επίδειξη «ισχύος» χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα αφού η ολοκλήρωση της επαναστατικής διεργασίας βρισκόταν, στην προκειμένη περίπτωση, στα χέρια του κόσμου. Γι’ αυτό δεν χωρά κανενός είδους αμφιβολία. Μια πεταμένη ευκαιρία την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση δεν χάνει καθόλου τον καιρό της.

16-12-1918. Η Πρωσσική φρουρά εισέρχεται στο Βερολίνο

16-12-1918. Η Πρωσσική φρουρά εισέρχεται στο Βερολίνο

Λίγες μόλις μέρες μετά, (12 Δεκεμβρίου), με διαταγή των «εντολοδόχων του λαού» αποφασίζεται ο σχηματισμός εθελοντικής εθνοφρουράς —τα «ελεύθερα σώματα»— που θα αποτελέσει το προζύμι για τα μετέπειτα τάγματα εφόδου του χιτλερικού καθεστώτος. Πρόκειται για σώματα που επανδρώθηκαν από τα πλέον ξεφτιλισμένα στοιχεία του κοινωνικού χώρου.
Παράλληλα ένα μέρος των στρατιωτών που επιστρέφουν από το μέτωπο διακατέχεται από εθνικιστικές και αντεπαναστατικές διαθέσεις. Χαρακτηριστικό γεγονός είναι το κατέβασμα από το δημαρχείο της πόλης Πότσνταμ της κόκκινης σημαίας που κυμάτιζε, (13 Δεκεμβρίου). Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, μια απεργία Ρώσων αιχμαλώτων πολέμου στην Άνω Σιλεσία καταστέλλεται με τα μυδραλιοβόλα, ενώ οι «εντολοδόχοι του λαού» διατάζουν την παράδοση των όπλων με την απειλή πενταετούς φυλάκισης στους παραβάτες, (14 Δεκεμβρίου). Παράλληλα, ο στρατηγός Μέρκερ κάνει την πρώτη έκκληση για το σχηματισμό των «ελεύθερων σωμάτων», ενώ στην εφημερίδα Rote Fahne δημοσιεύεται το πρόγραμμα του Σπάρτακου, με το οποίο η ρήξη με τους ανεξάρτητους σοσιαλιστές είναι σαφής. Στο κείμενο γίνεται έκκληση για τη δημιουργία μιας κοινής οργάνωσης των αριστερών – ριζοσπαστικών ομάδων της Βρέμης, τού Αμβούργου, του Βερολίνου, της Δρέσδης κ.λ.π.
Κι ενώ δύο επαναστάτες σκοτώνονται απ’ την αστυνομία στη Δρέσδη (15 Δεκεμβρίου), ξεκινά στο Βερολίνο, (16 Δεκεμβρίου), το παγγερμανικό συνέδριο των αντιπροσώπων των επαναστατικών εργατικών συμβουλίων για να αποφασίσει σχετικά με τις εκλογές.
Μια συνέλευση, (17 Δεκεμβρίου), αντιπροσώπων της φρουράς τού Βερολίνου, στην οποία συμμετείχαν ο υπολοχαγός Ντόρρενμπαχ (αρχηγός της μοίρας του ναυτικού, που σκοτώθηκε στη φυλακή Μοαμπίτ στις 17 Μαΐου 1919) και ο Κάρλ Λίμπκνεχτ, υιοθετεί πάνω στο ζήτημα της διοίκησης του στρατού μια απόφαση «τριών σημείων» που ζητά: α) τη δημιουργία ενός ανώτατου συμβουλίου στρατιωτών, αποτελούμενο από αντιπροσώπους εκλεγμένους απ’ όλα τα συμβούλια στρατιωτών που θα ασκεί τη διοίκηση τον στρατού και του ναυτικού β) την κατάργηση όλων των διακριτικών των βαθμών γ) η ευθύνη της τήρησης της πειθαρχίας να είναι στα χέρια των συμβουλίων των στρατιωτών».
Η συνέλευση στέλνει στο συνέδριο των συμβουλίων αντιπροσωπεία που απαιτεί την άμεση υιοθέτηση των «τριών σημείων». Το γεγονός προκαλεί πάταγο. Οι Έμπερτ και Χάαζε προσπαθούν να εμποδίσουν το συνέδριο να διευθετήσει οριστικά το θέμα της διοίκησης. Αλλά οι στρατιώτες του συνεδρίου επιμένουν σθεναρά.
Η αντιπροσωπεία του Αμβούργου παρουσιάζει τελικά ένα κείμενο που υιοθετείται από το συνέδριο:
«1) Η ανώτατη διοίκηση ασκείται από τους αντιπροσώπους τον λαού κάτω από τον έλεγχο τον κεντρικού συμβουλίου. Στις φρουρές, η διοίκηση μοιράζεται μεταξύ των αρχηγών και του τοπικού συμβουλίου στρατιωτών. 2) Τα παράσημα και τα διακριτικά των βαθμών καταργούνται. 3) Τα συμβούλια στρατιωτών είναι υπεύθυνα για την πειθαρχία. 4) Την απόφαση για την απαγόρευση των επωμίδων, κονκάρδων κλπ. την παίρνουν τα συμβούλια στρατιωτών κι όχι οι ιδιώτες 5) Το συμβούλια εκλέγουν μόνα τους τους αρχηγούς τους. 6) Με σκοπό να διευκολυνθεί η αποστράτευση, μερικές κατηγορίες αξιωματικών διατηρούν τις υπηρεσίες τους, υπό τον ορό να υποσχεθούν ότι δεν θα κάνουν καμιά επιχείρηση ενάντια στην επανάσταση. 7) Πρέπει να επιταχυνθεί ο μετασχηματισμός του σημερινού στρατού σε εθνοφρουρά».
Αυτά είναι τα σημεία του Αμβούργου, τα οποία επικαλούνται συχνά στη συνέχεια, αλλά που παραμένουν -στις περισσότερες των περιπτώσεων- νεκρό γράμμα.
Κι ενώ το συνέδριο συνεχίζεται η αντεπανάσταση συνεχίζει τις δολοφονίες. Έτσι, η φρουρά ασφαλείας του Γκλάντμπεκ, (μία από τις ένοπλες συμμορίες που έχουν οργανώσει από τα μέσα του Νοέμβρη οι εξουσιαστές), σκοτώνει τρεις εργάτες, ενώ την επόμενη μέρα (18 Δεκεμβρίου) η φρουρά ασφαλείας του Έσσεν, σκοτώνει δύο εργάτες.
Στο Βερολίνο το συνέδριο κάνει αποδεκτή, (19 Δεκεμβρίου), με συντριπτική πλειοψηφία, την πρόταση της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης (των «εντολοδόχων του λαού»), για άμεση διεξαγωγή εκλογών. Ζητά από την κυβέρνηση τη διεξαγωγή τους μέσα σε ένα το πολύ μήνα κι έτσι ορίζεται η 19η Ιανουαρίου 1919, (αντί της 15ης Φεβρουαρίου που είχαν προτείνει οι «εντολοδόχοι τού λαού»). Στο μεταξύ στη διάρκεια του συνεδρίου οι Σπαρτακιστές φροντίζουν να τονίσουν τη παρουσία τους με διαδηλώσεις στους δρόμους και αποστολή αντιπροσωπειών. Μια απ’ αυτές εκθέτει τις απαιτήσεις τους:

Ένοπλη διαδήλωση στο Βερολίνο

Ένοπλη διαδήλωση στο Βερολίνο

«1. Η Γερμανία είναι μια ενιαία σοσιαλιστική δημοκρατία.

  1. Όλη η εξουσία στα συμβούλια εργατών και στρατιωτών.
  2. Το εκτελεστικό συμβούλιο των συμβουλίων εργατών και στρατιωτών που εκλέγεται απ’ το συνέδριο των συμβουλίων, και είναι το υπέρτατο νομοθετικό και κυβερνητικό όργανο, διορίζει και ανακαλεί τους αντιπρόσωπους του λαού και των κεντρικών οργανισμών.
  3. Διάλυση του συμβουλίου των εντολοδόχων του λαού που έχει επί κεφαλής τον Έμπερτ.
  4. Άμεση και ενεργητική υιοθέτηση και εκτέλεση, από το εκτελεστικό συμβούλιο, όλων των αναγκαίων όρων για την προστασία της επανάστασης και πριν απ’ όλα: αφοπλισμός της αντεπανάστασης, οπλισμός του προλεταριάτου, σχηματισμός κόκκινης φρουράς.
  5. Άμεση έκκληση του εκτελεστικού συμβουλίου στους προλετάριους όλων των χωρών για το σχηματισμό συμβουλίων εργατών και στρατιωτών με σκοπό να εκπληρώσουν κοινά καθήκοντα της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης».

Όμως το συνέδριο όχι μόνο δεν φαίνεται να έλυσε τα προβλήματα αλλά μάλλον διευκόλυνε τις δυνάμεις της αντεπανάστασης.
Νέες απεργίες ξεσπούν (20 Δεκεμβρίου) στην Άνω Σιλεσία, ενώ στο Βερολίνο επαναστάτες της «οργάνωσης ανθρώπων εμπιστοσύνης» του Βερολίνου ζητούν, (21 Δεκεμβρίου), την έξοδο του ανεξάρτητου σοσιαλδημοκρατικού κόμματος απ’ την κυβέρνηση και τη σύγκληση συνεδρίου του κόμματος. Την ίδια μέρα γίνεται η κηδεία των 18 επαναστατών που σκοτώθηκαν την 6η Δεκεμβρίου, ημέρα που εκδηλώθηκε απόπειρα πραξικοπήματος. Αλλά οι αποφάσεις του συνεδρίου των συμβουλίων πάνω σε στρατιωτικά ζητήματα φαίνεται ότι έχουν αναστατώσει το μιλιταριστικό επιτελείο. Αυτός είναι ο λόγος που ο Χίντενμπουργκ εκδηλώνεται, (22 Δεκεμβρίου), ενάντια σ’ αυτές.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα εκδηλώνεται εξέγερση των ναυτών στο Βερολίνο, (23 Δεκεμβρίου). Η μοίρα ναυτικού (Volksmarinedwision) έχει καταλάβει το Κάστρο από τις 15 Νοεμβρίου, με διαταγή της ίδιας της κυβέρνησης. Οι ναύτες είναι επηρεασμένοι σε σημαντικό βαθμό από τους Σπαρτακιστές και τους ανεξάρτητους σοσιαλδημοκράτες της αριστεράς. Γι’ αυτό ακριβώς και δέχονται απειλές, με διάφορες αφορμές, ότι δε θα τους πληρώσουν πια το μισθό τους κι ότι θα τους βγάλουν με το ζόρι από το Κάστρο. Οι ναύτες δείχνουν συμβιβαστικές διαθέσεις. Ο Βελς, διοικητής της πόλης επωφελείται για να τους ξεγελάσει και να μην κρατήσει τις υποσχέσεις που τους έδωσε ο ίδιος ή οι Πρώσοι υπουργοί. Στις 23 του μηνός, λοιπόν, ημερομηνία πληρωμής των μισθών, οι ναύτες διαδηλώνουν μπροστά στο κτίριο της στρατιωτικής διοίκησης. Όταν πληροφορούνται ότι στρατός έρχεται απ’ το Πότσνταμ στο Βερολίνο, καταλαμβάνουν το μέγαρο της καγκελαρίας, όπου εδρεύει η κυβέρνηση, κόβουν το τηλέφωνο, κλείνουν τις εισόδους για να εμποδίσουν κάθε επικοινωνία με τα αντεπαναστατικά στρατεύματα.
Στις 4 το απόγευμα, γίνεται νέα διαδήλωση μπροστά στο κτίριο της στρατιωτικής διοίκησης. Ένα τεθωρακισμένο αυτοκίνητο πυροβολεί τους ναύτες (με αποτέλεσμα να υπάρξουν 3 νεκροί), ενώ ο Ντόρρενμπαχ διαπραγματεύεται με τον Βέλς. Τότε οι ναύτες φυλακίζουν τον Βελς, τον δρ Μπόνγκαρτς και τον υπολοχαγό Φίσερ. Μετά ο Ντόρρενμπαχ και μέλη των συμβουλίων των στρατιωτών του Βερολίνου πηγαίνουν στην καγκελαρία για να διαπραγματευθούν με την κυβέρνηση. Αλλά τα στρατεύματα του στρατηγού Lequis, που ήρθαν από το Πότσνταμ με πυροβολικό, έχουν ήδη καταλάβει το μέγαρο της καγκελαρίας. Έχουν φυλακίσει τον Barth λέγοντας ότι αγνοούν τους «εντολοδόχους του λαού» και πως αναγνωρίζουν μόνο τον Έμπερτ. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, ο Έμπερτ διατάζει την υποχώρηση των ναυτών και των στρατιωτών του Πότσνταμ. Μονάδες του Βερολίνου θα φρουρούν την καγκελαρία. Η τύχη της μοίρας του ναυτικού θα αποφασιστεί αργότερα. Οι ναύτες ελευθερώνουν τον Μπόνγκρατς και τον Φίσερ, κρατώντας σαν όμηρο μόνο τον Βελς.

Επαναστατημένοι ναύτες

Επαναστατημένοι ναύτες

Αλλά, μέσα στη νύχτα, οι ναύτες μαθαίνουν ότι ο λόγος, που τους έδωσαν, δεν κρατήθηκε και πως τα στρατεύματα του Πότσνταμ εξακολουθούν να φυλάνε την καγκελαρία. Προσπαθούν να φτάσουν σε κάποια συνεννόηση με την κυβέρνηση με τη μεσολάβηση του Λέντεμπουρ. Αλλά η κυβέρνηση τους στέλνει το πρωί, (24 Δεκεμβρίου), τελεσίγραφο με το οποίο τους ζητά να εγκαταλείψουν το Κάστρο μέσα σε δέκα λεπτά και να συγκεντρωθούν άοπλοι στην πλατεία του Κάστρου, διαφορετικά το πυροβολικό θα τους βομβαρδίσει.
Οι ναύτες παραμένουν ανυποχώρητοι, οπότε οι κυβερνητικές δυνάμεις βομβαρδίζουν το Κάστρο. Το μεσημέρι 11 ναύτες και 56 κυβερνητικοί στρατιώτες είναι νεκροί. Στη 1, γίνονται διαπραγματεύσεις. Οι ναύτες στέλνουν για αντιπρόσωπους τον Ντόρρενμπαχ και τον Ράντκε και εμπιστεύονται στον Λέντεμπουρ και τον Daumig (ανεξάρτητους σοσιαλδημοκράτες της αριστεράς) την υπεράσπιση των συμφερόντων τους. Τελικά κερδίζουν στα σημεία. Πληρώνονται τους μισθούς τους αλλά μπαίνουν στη διαδικασία ενσωμάτωσης στη δημοκρατική φρουρά (Republikanische Soldaten-wehr). Ο Βελς εγκαταλείπει το κτίριο της στρατιωτικής διοίκησης. Ο στρατηγός Lequis αντικαθίσταται απ’ τον στρατηγό φον Λύτβιτς.
Μετά από διαδήλωση, που οργανώνεται από τον Σπάρτακο και τους έμπιστους επαναστάτες της «Οργάνωσης ανθρώπων εμπιστοσύνης» του Βερολίνου, (25 Δεκεμβρίου), χιλιάδες εργάτες κατευθύνονται αυθόρμητα προς το κτίριο του Vorwaerts (σοσιαλδημοκρατική εφημερίδα) και το καταλαμβάνουν. Μέσα στο κτίριο ανακαλύπτουν ολόκληρο οπλοστάσιο. Αλλά τελικά χρησιμοποιούν τα τυπογραφεία της για να τυπώσουν προκηρύξεις και αποχωρούν.
Οι προθέσεις της κυβέρνησης της σοσιαλδημοκρατικής συμμαχίας δεν αφήνουν πλέον κανένα περιθώριο αμφιβολιών. Αποφασίζει, (26 Δεκεμβρίου) να επαναδραστηριοποιήσει όλους τους κατασταλτικούς μηχανισμούς που υπήρχαν επί της εποχής του Κάιζερ, στελεχώνοντας τους με πρώσους αξιωματικούς. Ο πιστός, στο προηγούμενο καθεστώς, πρωσικός στρατός καλείται να συντρίψει τους επαναστατημένους στο Βερολίνο και τις άλλες γερμανικές πόλεις, ενώ στην ταραγμένη Άνω Σιλεσία γίνεται μια ακόμη απεργία, αυτή τη φορά στα τραμ.
Ξεσπά «κυβερνητική κρίση», (27 Δεκεμβρίου). Πολλά μέλη του ανεξάρτητου σοσιαλδημοκρατικού κόμματος διαμαρτύρονται για την αντεπαναστατική συμπεριφορά της κυβέρνησης.
Η επιδείνωση της κατάστασης γίνεται πλέον φανερή. Το συμβούλιο εργατών και στρατιωτών της Βρέμης αποφασίζει (28 Δεκεμβρίου) τον οπλισμό των εργατών, ενώ το συμβούλιο εργατών του Μονάχου εκφράζεται ενάντια στο σχηματισμό πολιτοφυλακής που προσχεδίαζε ο υπουργός εσωτερικών, σοσιαλδημοκράτης Άουερ.
Μπροστά στο προετοιμαζόμενο μακελειό, το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα των Χάαζε(1), Κάουτσκυ και Μπερνστάϊν αποχωρεί από την κυβέρνηση (29 Δεκεμβρίου), προκειμένου να σώσει τα προσχήματα. Από δω και στο εξής θα παραμείνουν στη κατάσταση του απλού θεατή των γεγονότων και του σιωπηλού συνένοχου. Γίνεται η κηδεία των 11 ναυτών που σκοτώθηκαν στις 24 του μήνα, όταν βομβαρδίστηκε το Κάστρο.
Οι Έμπερτ και Σάϊντεμαν αντικαθιστούν τους υπουργούς του Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος που παραιτήθηκαν, με πιστούς στη αντεπαναστατική τους γραμμή σοσιαλδημοκράτες πολιτικούς. Ανάμεσα τους είναι και ο Γκούσταβ Νόσκε, στον οποίο θα αναθέσουν την εξόντωση των Σπαρτακιστών και της επανάστασης, γενικά.
Στο διάστημα μεταξύ 30 Δεκεμβρίου με 1 Ιανουαρίου 1919 οι αντιπρόσωποι των Σπαρτακιστών με επικεφαλής τους Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λίμπκνεχτ ιδρύουν στο Βερολίνο το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (KPD). Πρόταση της Ρόζας για συμμετοχή του κόμματος στις εκλογές της 19ης Ιανουαρίου απορρίπτεται από την πλειοψηφία των μελών του νεοϊδρυθέντος κόμματος, που αποφασίζουν το μποϊκοτάρισμα των εκλογών.
Αφοπλίζεται το 75ο σύνταγμα πεζικού στη Βρέμη, (1η Ιανουαρίου). Πρόκειται για ένα επαναστατικό σύνταγμα που έχει γίνει πασίγνωστο, κατά τη διάρκεια του πολέμου, για τον «κόκκινο λόχο του».
Μέσα στις επόμενες τρεις μέρες, τα «Ελεύθερα Σώματα» του Νόσκε και τα πρωσικά στρατεύματα περικυκλώνουν το Βερολίνο. Οι ανεξάρτητοι σοσιαλδημοκράτες εγκαταλείπουν την πρωσική κυβέρνηση (3 Ιανουαρίου). Στο Κενιγκούτε (Άνω Σιλεσία) οι νεκροί φτάνουν τους 22. Μπροστά στη γενικευμένη σφαγή, που προετοιμάζεται, οι Σπαρτακιστές εξοπλίζονται και βρίσκονται σε κατάσταση συναγερμού. Όμως έχει ήδη χαθεί πολύτιμος χρόνος προς όφελος των δυνάμεων της αντεπανάστασης. Μολονότι οι δυνατότητες για την κατάλυση των αρχών, από τις επαναστατικές δυνάμεις, θα παρουσιασθούν για δεύτερη φορά, η υποταγή στους κατασκευασμένους κανόνες της «ωριμότητας» ή «ανωριμότητας» των «αντικειμενικών» συνθηκών αγνοούν την δυναμική των επαναστατημένων εργατών και ναυτών. Αφήνουν, έτσι, ανοικτό το δρόμο για την επέλαση των κρατικών δολοφόνων και την σφαγή του πλέον δυναμικού και δημιουργικού κοινωνικού κομματιού του Βερολίνου και της Γερμανίας.
Κι ενώ η κυβέρνηση καθαιρεί (4 Ιανουαρίου) τον Eichhorn, νομάρχη του Βερολίνου (ανεξάρτητο σοσιαλδημοκράτη της αριστεράς), που είχε οργανώσει ένα είδος επαναστατικής αστυνομίας, οι Έμπερτ και Νόσκε έρχονται σ’ επαφή με το στρατηγό Μέρκερ, προετοιμάζοντας τις τελευταίες λεπτομέρειες της στρατιωτικής επέμβασης στο Βερολίνο. Ξεσπά απεργία των σερβιτόρων των καφενείων της πόλης που απλώνεται σ’ όλη τη Γερμανία. Το βράδυ το ανεξάρτητο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, οι επαναστάτες της «οργάνωσης ανθρώπων εμπιστοσύνης» και το κομμουνιστικό κόμμα συμφωνούν να καλέσουν τους εργάτες του Βερολίνου σε διαδήλωση ενάντια στην καθαίρεση του Eichhorn.
Οι τρεις αυτές οργανώσεις υπογράφουν την έκκληση: «Δείξτε στους σημερινούς κατόχους της εξουσίας τη δύναμή σας, δείξτε ότι το επαναστατικό πνεύμα των ημερών του Νοέμβρη δεν έσβησε μέσα σας».
Κι ο κόσμος το αποδεικνύει.
Μεγάλη διαδήλωση κατά της καθαίρεσης του Eichhorn, (5 Ιανουαρίου). Τεράστιο πλήθος διασχίζει το Βερολίνο. Οι διαδηλωτές εμποδίζουν τον Ευγένιο Έρνστ (σοσιαλδημοκράτη που αντικατέστησε τον Eichhorn) να καταλάβει τη θέση. Εξ άλλου, ο Eichhorn, έχει προσφύγει στο εκτελεστικό συμβούλιο των σοβιέτ του Μεγάλου Βερολίνου (2) για την απόφαση του υπουργού εσωτερικών του Ράιχ να τον καθαιρέσει.
Την ίδια μέρα γίνονται μάχες στο Σβέριν μεταξύ ναυτών κι αυτών που ακολουθούσαν τη δεξιά πολιτική της επιτροπής των στρατιωτών.
Το βράδυ γίνεται συνδιάσκεψη, στη διοίκηση της αστυνομίας του Βερολίνου, με θέμα την παραπέρα καθοδήγηση της δράσης. Συμμετέχουν «οι επαναστάτες άνθρωποι της εμπιστοσύνης»(3), τα μέλη της καθοδήγησης της Οργάνωσης του Μεγάλου Βερολίνου του ανεξάρτητου σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και οι Λίμπκνεχτ και Πικ του κομμουνιστικού κόμματος. Αποφασίζουν να αντισταθούν στην καθαίρεση του Eichhorn, να προσπαθήσουν να ανατρέψουν την κυβέρνηση Έμπερτ – Σάϊντεμαν και να σχηματίσουν μια επαναστατική επιτροπή (Revolution-Ausschuss), που θα αποτελείται από πολλά άτομα και θα προεδρεύεται από τους Λέντεμπουρ, Λίμπκνεχτ και Σολτσε που θα έχουν ίσα δικαιώματα.
Εν τω μεταξύ, το πλήθος στη διάρκεια της αναταραχής καταλαμβάνει το κτίριο του Vorwaerts και τα κτίρια πολλών άλλων εφημερίδων. Τη νύχτα, η επιτροπή κηρύσσει την έναρξη του αγώνα για την κατάκτηση της εξουσίας, τη γενική απεργία, και καλεί τους εργάτες για μια μεγάλη διαδήλωση στις 6 του μήνα στις 11 το πρωί.
Η στιγμή όπου θα «κριθούν» πάρα πολλά, έχει έρθει.

ΑΞΙΝΟΣ

Σημειώσεις
1.- Θα δεχτεί δολοφονική επίθεση και θα πεθάνει στις 7 Νοεμβρίου του 1919.
2.- Vollzugsrat: αρχή, που έχει στα χέρια της τον έλεγχο των πράξεων της και που αποτελείται από ανεξάρτητους σοσιαλδημοκράτες της αριστεράς (Ρίχαρντ Μύλλερ, Ντόϊνμιχ, κ.ά.)
3.- «Οι επαναστάτες άνθρωποι της εμπιστοσύνης» του Βερολίνου θεωρούσαν τους εαυτούς τους ηγέτες της επανάστασης. Ήταν ένα είδος επιτελείου από αγωνιστές εκπροσώπους εργοστασίων. Συμμετείχαν ολόπλευρα στο ξέσπασμα του αγώνα ενάντια στην σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση τον Ιανουάριο του 1919.
Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 43, Οκτώβριος 2005

πηγή:


https://anarchypress.wordpress.com/2016/08/12/%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%87%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7-%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1-19-2/#more-23911

Posted in: Uncategorized