Μία αδικοχαμένη επανάσταση (Γερμανία 1918-1919), Μέρος Α΄

Posted on 11 Αὐγούστου 2016

0


Μία αδικοχαμένη επανάσταση (Γερμανία 1918-1919), Μέρος Α΄

Από τα επαναστατικά συμβούλια στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης

Η-εξέγερση-του-στόλου-στο-Κίελο

Η εξέγερση του στόλου στο Κίελο

Με το τέλος του λεγόμενου πρώτου παγκόσμιου πολέμου ξέσπασε στη Γερμανία μια επανάσταση της οποίας κύριο χαρακτηριστικό είναι η συμβουλιακή συγκρότηση των επαναστατών. Αυτό το εγχείρημα παρ’ ότι ανταποκρινόταν σε σημαντικό βαθμό στις συνθήκες και τις ανάγκες οργάνωσης των αγωνιζόμενων σ’ εκείνη την χρονική περίοδο αλλά και στην κατάσταση που επικρατούσε στο πολιτικό και συνδικαλιστικό πεδίο, δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει με αποτελεσματικό τρόπο τους σχεδιασμούς της κυριαρχίας που με αιχμή του δόρατος τα δύο κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας μπόρεσε να αναχαιτίσει και στη συνέχεια να συντρίψει τους επαναστάτες πρώτα στο Βερολίνο και έπειτα σ’ όλη τη Γερμανία.
Το βέβαιο σ’ αυτή την περίπτωση είναι πως οι «προωθημένες» θέσεις των επικεφαλής των σπαρτακιστών δεν μπόρεσαν να απεμπλακούν από τα μαρξιστικά μοντέλα και τις λογικές των «προαπαιτούμενων» για την ολοκλήρωση της επαναστατικής διεργασίας που ξεκίνησε στις αρχές του Νοέμβρη του 1918. Η απόδοση ευθυνών δεν έχει πλέον και τόση σημασία. Η γνώση και η εμπειρία όμως έχουν. Στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρείται να γίνει μια κατάθεση που έχει σημασία τόσο από τη σκοπιά της ιστορικής γνώσης όσο και των εμπειριών που απορρέουν από τα αιματηρά γεγονότα που ακολούθησαν και την στυγερή δολοφονία των Καρλ Λήμπκνεχτ και Ρόζας Λούξεμπουργκ.
Το Ξέσπασμα
Η πρώτη παγκόσμια ανθρωποσφαγή που ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1914, έληξε μετά από τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Σ’ όλα τα κράτη και ιδιαίτερα στο Γερμανικό, που ήταν και ένας από τους σημαντικούς παράγοντες αυτού του μακελέματος, υπήρξαν έντονες κινητοποιήσεις τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της σφαγής. Είναι χαρακτηριστική η μεγάλη αντιπολεμική συγκέντρωση την πρωτομαγιά του 1916 στην πλατεία Πόστνταμ (στην οποία πρωτοστατεί ο Καρλ Λίμπκνεχτ, ο οποίος και συλλαμβάνεται), η απεργία χιλιάδων μεταλλουργών της πολεμικής βιομηχανίας στις 28 Ιουνίου 1916 και οι ογκώδεις διαδηλώσεις στη Στουτγάρδη και στο Μπρένερ.
Μολονότι δεν έλειψαν οι αντιπολεμικές εκδηλώσεις, πριν από το ξεκίνημα του μακελειού, οι κρατούντες προχώρησαν στους αντιανθρώπινους σχεδιασμούς τους. Σ’ αυτή την κατεύθυνση σημαντική υπήρξε η συμβολή των Σοσιαλδημοκρατικών Κομμάτων, που ενίσχυσαν τις προσπάθειες των κρατιστών στο όνομα της «υπεράσπισης των συμφερόντων των εργατών και του λαού».
Βέβαια, η προσπάθεια των κυρίαρχων, ιδιαίτερα στη διάρκεια αυτής της σφαγής, ήταν να καταστραφούν οι επαναστατικές διαθέσεις και δυνατότητες των καταπιεσμένων στην ευρωπαϊκή ήπειρο και ευρύτερα. Όμως τα αναμενόμενα, από τις διάφορες εξουσιαστικές ομάδες, αποτελέσματα δεν ήρθαν. Έτσι ένα αντιπολεμικό και αντικρατικό πνεύμα συνέχισε να υπάρχει και μπόρεσε, μάλιστα, να μετουσιωθεί σε μια κοινωνική επανάσταση στη ρωσική αυτοκρατορία, το Φεβρουάριο του 1917.
Αλλά και στη Γερμανία το επαναστατικό πνεύμα δεν μπόρεσε να καμφθεί. Παρά τη φαινομενική αδυναμία να εκδηλωθεί μια παράλληλη διεργασία με αυτή που εκδηλώθηκε στη Ρωσική αυτοκρατορία, οι καταπιεσμένοι και ιδιαίτερα οι εργάτες έδειξαν πως ήταν διατεθειμένοι να καταστρέψουν την κρατική κυριαρχία.
Ας σημειωθεί πως στις 28 Ιανουαρίου του 1918 ξεσπά γενική απεργία σε πολλές γερμανικές πολιτείες. Σχηματίζονται εργατικά συμβούλια. Το κράτος σε μια προσπάθειά του να απαντήσει εντείνει τα κατασταλτικά μέτρα κατά τους επόμενους μήνες. Μέσα σε μια τέτοια κατάσταση οι καταδίκες για αντιπολεμική προπαγάνδα ακολουθούν ή προηγούνται μεγάλων απεργιών όπως αυτές στις 15 και 17 Απρίλη.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου η συνθηκολόγηση της Βουλγαρίας, η αποσύνθεση της Αυστροουγγαρίας και η αντεπίθεση των δυνάμεων της Αντάντ στο δυτικό μέτωπο άνοιξαν τον δρόμο για την κατάρρευση της αυτοκρατορίας του Κάιζερ και τον τερματισμό της πρώτης παγκόσμιας ανθρωποσφαγής. Έτσι από την 1η Οκτωβρίου 1918 μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 1919 η κατάσταση στη Γερμανία καθορίζεται από τα επαναστατικά γεγονότα που ξέσπασαν. Αυτό το διάστημα είναι που ορίζει το ουσιαστικό τέλος του δεύτερου Ράιχ αλλά και την μεθοδευμένη εξόντωση τού πιο ζωντανού και δημιουργικού κομματιού της Γερμανικής κοινωνίας. Καθοριστικός παράγοντας για την πραγματοποίηση των κρατικών σχεδιασμών είναι, ΚΑΙ Σ’ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ τα Σοσιαλδημοκρατικά Κόμματα.
Με βάση την προδιαγεγραμμένη διάθεση αυτών των κομμάτων να ενισχύσουν με κάθε τρόπο το κράτος, η κίνηση των δυνάμεων της κυριαρχίας στη Γερμανία ήταν ακριβώς αυτή που μπόρεσε να επιτύχει πολλαπλούς στόχους. Επιτρέπουν τον σχηματισμό κοινοβουλευτικής κυβέρνησης, η οποία διαπραγματεύεται τους όρους για τον τερματισμό της κατάστασης πολέμου. Αφήνουν, έτσι, «αλώβητο» το γόητρο του στρατού, ο οποίος εμφανίζεται σαν προδομένος από τους πολιτικούς, κάτι που βοήθησε την παραπέρα ενίσχυση του μιλιταριστικού πνεύματος και την εδραίωση του Χιτλερικού ναζισμού. Ανοίγουν το δρόμο σε μια σοσιαλδημοκρατική διακυβέρνηση η οποία αναλαμβάνει με τις πλάτες του κράτους να εξοντώσει την επανάσταση.
Στην κυβέρνηση αυτή, με καγκελάριο τον πρίγκηπα Μαξ φον Μπάντεν συμμετέχουν άτομα από όλο το πολιτικό φάσμα, υπουργός εξωτερικών είναι ο Ματίας Ερτσμπέργκερ, ηγέτης του κόμματος του Καθολικού Κέντρου, ενώ ο Φίλιππος Σάϊντεμαν από τους ηγέτες του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, ως υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου. Η κλασσική συνταγή της «εθνικής ενότητας» στην οποία οι αριστεροί και οι σοσιαλιστές και κατόπιν οι κομμουνιστές έχουν «ευήκοον ους» και τείνουν πάντοτε και με προθυμία χείρα βοηθείας στα κράτη που κλυδωνίζονται από επαναστάσεις, εξεγέρσεις και αστάθεια. Άλλωστε, ο Νόσκε σε ομιλία του στο Ράϊχσταγκ τόνιζε: «Στις τωρινές συνθήκες, θεωρούμε τη συμμετοχή του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στην Κυβέρνηση σαν πράξη αναγκαία. Ο λαός και η αυτοκρατορία βρίσκονται μπροστά στον μεγαλύτερο κίνδυνο. Θέλουμε να προφτάσουμε την κατάρρευση με την ένωση όλων των δυνάμεων». Για πόσες ακόμα φορές, από τότε, δεν χρησιμοποιήθηκε η ίδια φράση με ελάχιστες παραλλαγές σ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα και μέχρι σήμερα; Πώς θα μπορούσαμε να ξεχάσουμε τις ελλαδικές περιπτώσεις του 1944-45, της μεταπολίτευσης και του 1989-1990; Η συνταγή, οι μεθοδεύσεις και τα αποτελέσματα ίδια. Μόνο κάποιες διαφοροποιημένες εκδοχές, ανάλογα με την κατάσταση που υπάρχει τον τόπο και χρόνο.
Στις 3 Οκτωβρίου, λοιπόν, η κυβέρνηση των Μαξ – Σάϊντεμαν – Ερτσμπέργκερ ζητεί επίσημα από τους συμμάχους το κλείσιμο ανακωχής και προχωρά στις 20 Οκτωβρίου στην αμνήστευση των πολιτικών κρατούμενων. Τρεις μέρες αργότερα αποφυλακίζεται ο Καρλ Λίμπκνεχτ, από τους πρωτεργάτες των αντιπολεμικών κινήσεων, βουλευτής και ιδρυτικό μέλος, μαζί με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, της Ομάδας Σπάρτακος.(1)
Ο Ερρίκος Λούντερντοφ, αρχηγός του γενικού επιτελείου και ένας από τους συντελεστές της ανθρωποσφαγής, απαλλάσσεται των καθηκόντων του, στις 26 Οκτωβρίου, και αφήνεται να διαφύγει στη Σουηδία με πλαστό διαβατήριο. Δύο μέρες αργότερα το γερμανικό ναυαρχείο διατάζει τον απόπλου του στόλου για να αναμετρηθεί με το συμμαχικό ναυτικό. Πρόκειται για μια κίνηση που δεν είναι τυχαία αν λάβει κανείς υπ’ όψη του πως από το 1898 ο Κάϊζερ είχε βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο της κατασκευής ενός στόλου που να υπερτερεί του Αγγλικού.
Στις 29 Οκτωβρίου όμως, ξεσπά ανταρσία στα πληρώματα ματαιώνοντας έτσι τον απόπλου του στόλου. Τις επόμενες μέρες η ναυτική ανταρσία μεταφέρεται σε όλα τα λιμάνια της Βαλτικής αλλά καταστέλλεται τμηματικά και συλλαμβάνονται περισσότεροι από 400 ναύτες, που οδηγούνται στις φυλακές. Την 1η Νοεμβρίου γίνεται μεγάλη συγκέντρωση ναυτών που ζητούν την αποφυλάκιση των συλληφθέντων. Η συγκέντρωση που καλείται την επόμενη μέρα απαγορεύεται αλλά ορίζεται διαδήλωση για τις 3 Νοεμβρίου στις 5.30 το απόγευμα στην πλατεία των όπλων. Κι ενώ συνεχίζονται οι φυλακίσεις στασιαστών ναυτών, μοιράζονται χειρόγραφες προκηρύξεις που καλούν για τη διαδήλωση του απογεύματος, η στρατιωτική διοίκηση αρχίζει να συγκεντρώνει δυνάμεις για να την αποτρέψει.
Παρά το γεγονός πως περίπολα καλούν του ναύτες και τους στρατιώτες να επιστρέψουν στα πλοία και τους στρατώνες η συγκέντρωση γίνεται. Καθώς οι σοσιαλδημοκράτες ομιλητές προσπαθούν να κατευνάσουν τα πνεύματα, μια ομάδα διαδηλωτών αρχίζει να αφοπλίζει τα περίπολα. Ένα απ’ αυτά πυροβολεί προς τους στασιαστές με αποτέλεσμα να υπάρχουν νεκροί και τραυματίες. Η ένταση έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της. Μέσα σε μια νύχτα η κατάσταση περνά με το μέρος της επανάστασης. Οι στασιαστές φθάνουν τις 2.000. Ο ναύαρχος Σουσόν αναγκάζεται να δεχτεί το συμβούλιο των στασιαστών στις 2 μετά το μεσημέρι.
Είναι 4 Νοεμβρίου και ο ναύσταθμος του Κίελου βρίσκεται στα χέρια των επαναστατών. Το συμβούλιο των ναυτών ανακοινώνει τις απαιτήσεις του στο ναύαρχο Σουσόν: Αύξηση του αριθμού των αδειών, κατάργηση του υποχρεωτικού χαιρετισμού, καλυτέρευση των συνθηκών θητείας, αποχώρηση των στρατευμάτων καταστολής, απελευθέρωση όλων των φυλακισμένων, καθαίρεση του αυτοκράτορα. Το μόνο πλοίο που έχει αυτοκρατορική σημαία στο λιμάνι του Κίελου, την 5η Νοεμβρίου, είναι το Κένιχ. Όλα τα υπόλοιπα έχουν κόκκινες σημαίες. Οι ναύτες ζητούν να κατέβει η σημαία. Ο κυβερνήτης διατάζει να τους πυροβολήσουν. Ο κυβερνήτης κι ένας αξιωματικός σκοτώνονται. Υψώνεται και σ’ αυτό κόκκινη σημαία. Ο απεσταλμένος της κυβέρνησης, Νόσκε, βλέποντας ότι δεν μπορεί να καταφέρει τους ναύτες να παραδώσουν τον οπλισμό τους και να υποταχτούν μπαίνει επικεφαλής της επανάστασης και ανακηρύσσεται κυβερνήτης του Κίελου. «Χέρι που δεν μπορείς να δαγκώσεις, κάνεις πως το φιλάς!».

Το-Βερολίνο-στα-όπλα

Το Βερολίνο στα όπλα

Η γενική απεργία που έχει καλέσει μια συνέλευση του ανεξάρτητου σοσιαλδημοκρατικού κόμματος για τις 6 Νοεμβρίου στο Αμβούργο, καταλήγει σε συγκέντρωση 70.000 ατόμων που ψηφίζουν ένα επαναστατικό πρόγραμμα. Μετά από σύντομη μάχη διώχνεται από την Αλτόνα το στρατιωτικό επιτελείο, ενώ άλλες ομάδες εργατών και στρατιωτών πηγαίνουν στα στρατόπεδα του Αμβούργου. Έξι επαναστάτες σκοτώνονται. Η επανάσταση στο Αμβούργο έχει έντονα κοινωνικά χαρακτηριστικά. Επανάσταση ξεσπά στη Βρέμη, το Κυξχάβεν και αλλού. Δημιουργούνται συμβούλια από στρατιώτες και εργάτες. Το ίδιο συμβαίνει στη Βιλχελμσχάβεν, το Σβέρνιν, Αννόβερο, Μπούνσβικ και Κολωνία, την επόμενη μέρα. Μια μεγάλη διαδήλωση γίνεται το απόγευμα στο Μόναχο που καταλήγει σε επανάσταση. Καταργούνται οι τοπικές αρχές και αναλαμβάνει πρωθυπουργός της Βαυαρίας ο Κουρτ Άϊσνερ, μέλος του Ανεξάρτητου Σοσιαλιστικού Κόμματος. Στις 8 Νοεμβρίου ξεσπά επανάσταση και δημιουργούνται συμβούλια στο Όλντενμπουργκ, Ροστόκ, Μάγκντεμπουργ, Χάλλε, Λειψία, Δρέσδη, Ντύσσελντορφ, Φρανκφούρτη, Στουτγάρδη, Ντάρμσταντ, Νυρεμβέργη. Επαναστάτες σπάνε, στο Μπρεσλάου, τις πόρτες των φυλακών και απελευθερώνουν τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, η οποία εξακολουθούσε να «φιλοξενείται», χωρίς καταδίκη, για προληπτικούς λόγους.
Η επανάσταση αγκαλιάζει το Βερολίνο στις 9 Νοεμβρίου. Σχηματίζονται επιτροπές εργατών και στρατιωτών. Από τις 9 το πρωί πλήθη εργατών καταλαμβάνουν την πόλη χωρίς ουσιαστική αντίσταση από το στρατό και την αστυνομία. Παρ’ όλα αυτά τρεις εργάτες σκοτώνονται όταν πυροβολούνται από στρατιώτες. Ο Κάϊζερ Γουλιέλμος Β΄ παραιτείται. Οι κρατούντες, έντρομοι μπροστά στον ξεσηκωμό, υποδεικνύουν στον πρίγκιπα Μαξ να παραδώσει την εξουσία στον Φριτς Έμπερτ, ηγέτη, μαζί με τον Σάϊντεμαν, του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Έτσι ο Έμπερτ ορίζεται καγκελάριος και στις 2 μετά το μεσημέρι ο Σάϊντεμαν ανακηρύσσει στο Ράϊχσταγκ τη Γερμανική Δημοκρατία. Δύο ώρες αργότερα, ο Λίμπκνεχτ μπροστά σε ένα μεγάλο πλήθος από εργάτες και στρατιώτες ανακηρύσσει, από το μπαλκόνι του Κάστρου, την Ελεύθερη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γερμανίας.
Σοσιαλδημοκράτες και Ανεξάρτητοι Σοσιαλδημοκράτες συμφωνούν να συγκροτήσουν εξαμελές συμβούλιο «εντολοδόχων του λαού», που αποτελείται από τους Έμπερτ, Σάϊντεμαν, Λάντσμπεργ, Χάαζε, Ντίτμαν και Μπαρτ. Αντιπροσωπείες εργατών ζητούν να συμμετάσχει κι ο Λίμπκνεχτ αλλά αυτός βάζει όρους για μια πιθανή συνεργασία με τους σοσιαλδημοκράτες υποστηρικτές της ανθρωποσφαγής. Οι όροι του δεν γίνονται δεκτοί. Οι σπαρτακιστές καταλαμβάνουν τα κτίρια και τον εξοπλισμό της εφημερίδας «Lokal Anzeiger».
Ο Κάιζερ καταφεύγει, στις 10 Νοεμβρίου, στην Ολλανδία. Στο Ράϊχσταγκ συνέρχονται οι αντιπρόσωποι των επαναστατικών συμβουλίων για να αποφασίσουν για το μέλλον της επανάστασης. Ο Έμπερτ προτείνει τη διενέργεια εκλογών για την ανάδειξη συντακτικής εθνοσυνέλευσης που θα ψήφιζε ένα νέο φιλελεύθερο Σύνταγμα, ελπίζοντας έτσι στον εκφυλισμό της επανάστασης μέσω κοινοβουλευτικών διαδικασιών. Οι σπαρτακιστές είναι υπέρ της άμεσης σύγκλισης επαναστατικής εθνοσυνέλευσης, της διάλυσης όλων των κρατικών μηχανισμών του Κάιζερ, της οργάνωσης πολιτοφυλακής για την περιφρούρηση της επανάστασης, της δήμευσης των περιουσιών των καπιταλιστών και της επίσημης ανακήρυξης της λαϊκής δημοκρατίας.
Οι αντιπρόσωποι των επαναστατικών συμβουλίων αποφασίζουν τη σύγκληση παγγερμανικής συνεδρίασης των επαναστατικών συμβουλίων από τις 16 μέχρι τις 19 Δεκεμβρίου, στο Βερολίνο, για να μπει το θέμα σε ψηφοφορία. Ο Έμπερτ έχει ένα μήνα στη διάθεση του για να στήσει τους μηχανισμούς του πίσω από την πλάτη της επανάστασης, της οποίας είναι φαινομενικά ηγέτης. Τη νύχτα της 10ης Νοεμβρίου σε μυστική σύσκεψη στο Ράϊχσταγκ ο στρατάρχης του Κάιζερ Χίντεμπουργκ και ο στρατηγός Γκρένερ, αντικαταστάτης του Λούντερντοφ, εκφράζοντας τη θέληση της κυριαρχίας υπόσχονται στον Έμπερτ απεριόριστη οικονομική και στρατιωτική βοήθεια προκειμένου να συντρίψει την επανάσταση. «Θα συντριβεί. Μισώ την επανάσταση σαν τη πανούκλα», τους διαβεβαιώνει.
Στις 11 Νοεμβρίου υπογράφεται η ανακωχή(2). Συστήνεται η αυτοκρατορική κυβέρνηση. Οι υπουργοί ή παραμένουν στη θέση τους ή αντικαθίστανται από άτομα του ίδιου φυράματος. Κάθε υπουργός έχει ως βοηθούς δύο υφυπουργούς: ένα σοσιαλδημοκράτη κι έναν ανεξάρτητο σοσιαλδημοκράτη.
Την επόμενη, το συμβούλιο των «εντολοδόχων του λαού», εκδίδει ανακοίνωση με την οποία υπόσχεται πως θα εγγυηθεί τις πολιτικές ελευθερίες και ότι θα εφαρμοστεί το 8ωρο εργασίας από τις αρχές του χρόνου. Οι σπαρτακιστές ξεκινούν παγγερμανική εκστρατεία ενάντια στις εκλογές για την ανάδειξη συντακτικής εθνοσυνέλευσης.

"Οι εντολοδόχοι του λαού"

«Οι εντολοδόχοι του λαού»

Είναι άξια ιδιαίτερης προσοχής η μεθοδολογία που ακολουθείται από εδώ και στο εξής προκειμένου να βαθύνει η διαίρεση των εργατών (που ήδη βρίσκονται κατανεμημένοι πολιτικά σε τρία διαφορετικά κόμματα), αλλά και γενικότερα των επαναστατημένων και επαναστατών. Η μέθοδος των υποσχέσεων με την παράλληλη εφαρμογή της βίαιης καταστολής. Το καμτσίκι μαζί με το καρότο. Έτσι, εκδίδεται διάταγμα, στις 14 Νοεμβρίου, με το οποίο παρατείνεται η ισχύς των προγενέστερων νόμων και διαταγμάτων και την επόμενη μέρα το Σοσιαλδημοκρατικό και το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα σχηματίζουν κυβέρνηση υπό τον Έμπερτ. Μεταξύ των άλλων υπουργοποιούνται και οι Κάουτσκυ – Μπερνστάϊν του Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Ο Έμπερτ με υπερτονισμένη επαναστατική φρασεολογία καλεί τους αντιπροσώπους των επαναστατικών συμβουλίων να ψηφίσουν υπέρ των εκλογών για την ανάδειξη συντακτικής εθνοσυνέλευσης και να επιστρέψουν ήσυχα στα σπίτια τους μια και η εξουσία βρίσκεται στα χέρια της επαναστατικής τους κυβέρνησης των «εντολοδόχων του λαού». Παράλληλα, στις 16 Νοεμβρίου, σχηματίζεται μια «κοινότητα εργασίας» μεταξύ εργοδοτών κι εργατικών συνδικάτων.
Μέσα σε μια συγκεχυμένη κατάσταση όπου η προετοιμασία της καταστολής συνυπάρχει με ένα κύμα επαναστατικού ενθουσιασμού, τα συμβούλια των στρατιωτών του Αμβούργου και των περιχώρων του, αποφασίζουν, (22 Νοεμβρίου), να υποστηρίξουν τη νέα κυβέρνηση. Παρόμοιες αποφάσεις πάρθηκαν και σε πολλά αλλά συμβούλια, κυρίως στρατιωτών.
Κι ενώ ξεσπά απεργία ανθρακωρύχων στην Άνω Σιλεσία (23 Νοεμβρίου), η κυβέρνηση των «εντολοδόχων του λαού» τάσσεται ενάντια σε κάθε απεργία.
Στο εθνικό συνέδριο των κυβερνήσεων των κρατών της Γερμανίας, που γίνεται στις 25 Νοεμβρίου, ο Άϊσνερ ζητάει αλλαγές προσώπων στην κεντρική κυβέρνηση των αντιπροσώπων τού λαού. Ο Αύγουστος Μέργκες (σπαρτακιστής), πρόεδρος τού συμβουλίου των αντιπρόσωπων του λαού του Μπρούνσβικ, τάσσεται υπέρ της δικτατορίας του προλεταριάτου και κατά της συντακτικής συνέλευσης. Όμως, η πλειοψηφία του συνεδρίου είναι υπέρ της συντακτικής συνέλευσης.
Ο Κούρτ Άϊσνερ διακόπτει κάθε σχέση με το Βερολίνο (26 Νοεμβρίου). Το Καθολικό Κέντρο κάνει έκκληση για την υποστήριξη της κυβέρνησης του Έμπερτ, ενάντια στο μπολσεβικισμό και υπέρ της συντακτικής συνέλευσης. Όλα δείχνουν πως η αντεπανάσταση προετοιμάζεται μεθοδικά. Καθόλου τυχαία κολλιούνται αφίσες, στο Βερολίνο, πού παρακινούν στη δολοφονία τού Καρλ Λήμπκνεχτ (28 Νοεμβρίου). Κι ενώ η απεργία των ανθρακωρύχων στην Άνω Σιλεσία συνεχίζεται, σε απεργία κατεβαίνουν και οι ανθρακωρύχοι στη Ρουρ (Ruhr).
Εκτός όμως από τις αφίσες που προέτρεπαν στη δολοφονία του Καρλ Λήμπκνεχτ, σε προκήρυξη πού μοιράστηκε στους στρατιώτες (2 Δεκεμβρίου), ο Χίντενμπουργκ τάσσεται ενάντια στους ανεξάρτητους σοσιαλδημοκράτες και στους σπαρτακιστές, καλλιεργώντας το εχθρικό, προς τους επαναστάτες, κλίμα.
Το συμβούλιο των «εντολοδόχων του λαού», που συνεδριάζει στις 6 Δεκεμβρίου προτείνει να γίνουν οι εκλογές για συντακτική συνέλευση στις 15 Φεβρουαρίου 1919. Η απόφαση παίρνεται με πέντε ψήφους υπέρ και μια αποχή. Στο Βερολίνο, εκδηλώνεται αντεπαναστατική συνωμοσία και απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος. Δεκαοχτώ επαναστάτες σκοτώνονται σε συγκρούσεις στην Chausseestrasse.

ΑΞΙΝΟΣ

Σημειώσεις
1.- Ο Σπάρτακος είχε αποχωρήσει από το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα τον Ιανουάριο του 1916. Το Μάρτιο του 1916, δεκαοκτώ βουλευτές του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, διαφωνώντας με την στάση υποστήριξης του πολέμου, είχαν αποχωρήσει σχηματίζοντας, μαζί με τους Ούγκο Χάαζε, Έντουαρντ Μπερνστάϊν και Καρλ Κάουτσκυ, το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (USPD). Ο Σπάρτακος, είχε προσχωρήσει διατηρώντας την ανεξαρτησία του.
2.- Ο Ερτσμπέργκερ, που συμμετέχει στην υπογραφή της, θα δολοφονηθεί από δεξιούς εθνικιστές τρία χρόνια αργότερα, στις 29 Αυγούστου του 1921, ως ένας από τους «νοεμβριανούς προδότες».

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 42, Σεπτέμβριος 2005
πηγή:
 
Posted in: Uncategorized