Κατεχόμενη μαύρη Αμερική

Posted on 19 Αὐγούστου 2016

0


Κατεχόμενη μαύρη Αμερική

fergusonstrong howard u

«Για να πετύχει τους θετικούς σκοπούς της, μια επανάσταση πρέπει πραγματικά να συμβεί στην πράξη. Αλλά για να παράξει ένα αρνητικό αποτέλεσμα, για να προκαλέσει μια αντεπαναστατική αντίδραση, δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα περισσότερο από το να ρίξει απλώς απειλητική την σκιά της».

Ισαάκ Ντώυτσερ

Επιτρέψτε μου πρώτα να ξεκαθαρίσω από την αρχή αυτού του σύντομου δοκίμιου, ότι σέβομαι το κίνημα του Black Lives Matter (BLM) και τις δράσεις του, οι οποίες, παρά τις επικρίσεις και τις επιφυλάξεις που μπορεί κατά καιρούς να διατυπώθηκαν από την πλευρά του κινήματος, έχει κατορθώσει να αναδείξει την κοινωνικά και ταξικά προκατειλημμένη φύση της διάχυτης αστυνομικής βίας στις ΗΠΑ, μέσα στο κλίμα ακραίας σοβινιστικής πόλωσης κι εκτεταμένης κρατικής τρομοκρατίας που εδώ και χρόνια επικρατεί στην μητρόπολη του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Ωστόσο, έχω σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν ο χαρακτήρας του BLM, σαν κατά κύριο λόγο, μιας οργάνωσης διαμαρτυρίας της κοινωνίας των πολιτών, μπορεί να παίξει τον ρόλο ενός σοβαρού αποτρεπτικού παράγοντα ενάντια στη συνέχιση της μαζικής αστυνομικής βίας στο μέλλον. Με άλλα λόγια, έχω την αίσθηση ότι σοβαρά ερωτήματα μπορούν να τεθούν αναφορικά με το αν το κίνημα BLM, είναι ικανό να τηρήσει τις συλλογικές υποσχέσεις που εκ των πραγμάτων έχει αναλάβει να εκπληρώσει με τη δράση του.

Κατά την άποψή μου, οι ειρηνικές μαζικές συγκεντρώσεις, οι καλοπροαίρετες επικλήσεις προς τους εκλεγμένους «αντιπροσώπους του λαού» και τα προσεκτικά οργανωμένα και πειθαρχημένα συλλαλητήρια διαμαρτυρίας δεν είναι τίποτα περισσότερο από θεσμοθετημένες μορφές διαμαρτυρίας, που έχουν σαν στόχο είτε να καταπνίξουν, να διαμεσολαβήσουν, ή να ελέγξουν ουσιαστικά την κοινωνική δυσαρέσκεια, η οποία είναι έμφυτη σε κάθε ετερόνομη κοινωνική ολότητα που βασίζεται στην άνιση κατανομή των δύναμης μεταξύ των ατόμων και των κοινωνικών ομάδων. Η κύρια αντίφαση στο πλαίσιο της στρατηγικής της ειρηνικής διαμαρτυρίας, είναι ότι υποθέτει a priori την ύπαρξη ενός πρόθυμου και καλοήθους συνομιλητή στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας. Δηλαδή, προϋποθέτει ότι οι ελίτ που κατέχουν όλες τις μορφές δύναμης είναι κατά κάποιο τρόπο ευάλωτες σε πιέσεις που ασκούνται από-τα-κάτω, ή επιρρεπείς σε αντιδράσεις ηθικού και συναισθηματικού αποτροπιασμού σε ότι αφορά τα δεινά που πλήττουν κατά κόρον τους καταπιεσμένους στα κατώτερα τμήματα του ταξικού συστήματος οργάνωσης της κοινωνίας (όπως υποθέτει η φιλοσοφία της ειρηνικής κοινωνικής ανυπακοής).

Ωστόσο, μου φαίνεται εντελώς παράλογο να απευθύνει κανείς αιτήματα για παύση της αστυνομικής βίας που στρέφεται κατά των υποβαθμισμένων μαύρων κοινοτήτων, στις ίδιες πολιτικές και οικονομικές ελίτ που υποστηρίζουν ενεργά την καταπίεση κι έβαλαν εξαρχής το χέρι τους στη δημιουργία της κατάστασης έκτακτης ανάγκης που τώρα στρέφεται ενάντια στην υποτάξη των μαύρων προλετάριων. Η κοινωνική βάση πάνω στην οποία αυτές οι ελίτ έχουν ανεγείρει τις δομές της κυριαρχίας τους, δηλαδή τα κοινωνικά στρώματα που εξαρτώνται από αυτές τις ελίτ για την αναπαραγωγή και τη διατήρηση της προνομιακής θέσης τους έναντι των υποτελών κοινωνικών ομάδων, δεν συμπεριλαμβάνει τη συντριπτική πλειοψηφία των εκμεταλλευόμενων και των καταπιεσμένων της ετερόνομης ολότητας, η οποία μέσω ειρηνικών διαδηλώσεων, αποφάσισε να εκδώσει μια δραματική έκκληση προς την «λογική», την «καλοσύνη», ή την αίσθηση του «δικαίου» που διακατέχει την άρχουσα τάξη. Ούτε οι υποταγμένες κοινωνικές ομάδες έχουν καμία πρόσβαση στις θεσμοθετημένες πηγές εξουσίας, που θα τους επιτρέψουν να επηρεάσουν αποτελεσματικά ή να διαμορφώσουν προς όφελός τους την επίσημη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Αν είχαν τέτοια δύναμη, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα είχαν βρεθεί στα κατώτερα στρώματα του παγιωμένου κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας που εκτρέφουν οι δομές και οι θεσμοί της ετερόνομης καπιταλιστικής ολότητας. Οι θεσμικές μορφές διαμαρτυρίας επιβάλλουν περιορισμούς σχετικά με την έκταση, την μεθοδολογία και το περιεχόμενο της αυθόρμητης συλλογικής δράσης των κοινωνικών υποκειμένων, που την μεταμορφώνουν ποιοτικά σε μια δραστηριότητα που μπορεί να μετρηθεί, να ποσοτικοποιηθεί και να αφομοιωθεί αποτελεσματικά από το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο. Ως εκ τούτου, η μόνη μέθοδος δράσης που οι καταπιεσμένες τάξεις έχουν στη διάθεσή τους για να επιφέρουν ριζοσπαστικές κοινωνικές αλλαγές, αυτό που ο T. Φωτόπουλος αποκαλεί αντισυστημική συλλογική πολιτική πράξη, έξω από και κόντρα στις επίσημες μορφές διαμαρτυρίας, αλλοτριώνεται από την ιεραρχική κοινωνική ολότητα η οποία, τέλος, την ιδιοποιείται προς όφελός της. [1] Με τα λόγια του αναρχικού φιλοσόφου M. Bookchin, ο οποίος έγραψε για τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στις μορφές πολιτικής διαφωνίας που κατοχυρώνονται θεσμικά από το σύστημα και τις μαζικές εξεγέρσεις σαν μια μορφή ντε φάκτο εξεγερσιακής πολιτικής, που παράγεται αυθόρμητα από την ακηδεμόνευτη συλλογική δράση των καταπιεσμένων κοινωνικών στρωμάτων, «Αυτή η στροφή από τις προβλέψιμες, ιδιαίτερα οργανωμένες διαμαρτυρίες που εντάσσονται στο θεσμικό πλαίσιο της υπάρχουσας κοινωνίας, προς τις σποραδικές, αυθόρμητες, σχεδόν εξεγερσιακές επιθέσεις από-τα-έξω (ή ακόμα και ενάντια) στις κοινωνικά αποδεκτές μορφές, αντανακλά μια βαθιά αλλαγή στη λαϊκή ψυχολογία. Ο «ταραξίας» έρχεται σε ρήξη, αρχικά μόνο εν μέρει και διαισθητικά, με αυτούς τους βαθιά εμφυτευμένους κανόνες συμπεριφοράς που παραδοσιακά συντείνουν στην προσκόλληση των «μαζών» στην καθεστηκυία τάξη. Διαρρηγνύει στην πράξη την εσωτερικευμένη δομή της εξουσίας, εκείνο το σώμα των εξαρτημένων αντανακλαστικών που το σύστημα καλλιεργεί επί μακρόν, και το μοτίβο της υποταγής που προέρχεται από το αίσθημα της ενοχής και προσδένει κάποιον στο σύστημα με δεσμούς πιο ισχυρούς από τον οποιονδήποτε φόβο για αστυνομική βία ή για νομικά αντίποινα από πλευράς του συστήματος. Σε αντίθεση με τις απόψεις των κοινωνικών ψυχολόγων, οι οποίοι βλέπουν σε αυτούς τους τρόπους άμεσης δράσης την υποδούλωση του ατόμου από μια τρομακτική συλλογική οντότητα που ονομάζεται «όχλος», η αλήθεια είναι ότι οι «ταραχές» και οι δράσεις του πλήθους αποτελούν τα πρώτα βήματα της αναζήτησης της μάζας προς την ενεργητική εξατομίκευση της». [2]

Στο σημείο αυτό, θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει την ένσταση ότι η εμφάνιση μιας τάξης μαύρων επαγγελματιών πολιτικών, αρκεί για να δώσει επαρκείς εγγυήσεις στο κίνημα διαμαρτυρίας ότι υπάρχουν φίλιες δυνάμεις στα ανώτερα κλιμάκια της κοινωνικής ιεραρχίας οι οποίες είναι έτοιμες να εισαγάγουν μεταρρυθμίσεις, σε συνεννόηση με τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουν από-τα-κάτω οι λαϊκές οργανώσεις βάσης. Μολαταύτα, πιστεύω ότι οποιαδήποτε αντίληψη σύμφωνα με την οποία η συμμορία αυτή των μαύρων πολιτικών, που είναι σχεδόν εξολοκλήρου στην υπηρεσία του κομματικού μηχανισμού των Δημοκρατικών, καθώς και η αριθμητικά μικρή, αλλά φανατικά αφοσιωμένη στο σύστημα, μεσαία τάξη των αφροαμερικανών νεομπουρζουάδων, εμφορείται από κάτι περισσότερο από μια απέραντη δουλοπρέπεια προς τα αφεντικά της, είναι ανιστορική όσο και αναλυτικά λανθασμένη, κι ως εκ τούτου αντιπαραγωγική, από την άποψη της διαμόρφωσης μιας πολιτικής στρατηγικής για το κίνημα. Η ιδιότητα του «μαύρου» στις ΗΠΑ δεν είναι απλώς ένας τρόπος για να κατονομάσει κανείς την φυλή ή το χρώμα του δέρματος. Αντ’ αυτού, είναι μια ταξική ταυτότητα που έχει τις ρίζες της σε μια συγκεκριμένη κατάσταση που αφορά την καταπιεσμένη κοινωνική ύπαρξη των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων της ετερόνομης ολότητας. Οποιαδήποτε ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην ιδιότητα του «μάυρου» στις ΗΠΑ, μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο σε σχέση με τις ιδιαίτερες συνθήκες και τις υλικές παραμέτρους αυτής της κοινωνικής ύπαρξης, ενός καθεστώτος καθολικού ετεροκαθορισμού της μαύρης κοινότητας, ως μιας εξαρτημένης κοινωνικής μονάδας που καταπιέζεται συνολικά. Δηλαδή, σαν μια υποτελή υπό-ολότητα, ενσωματωμένη στον ιεραρχικό καταμερισμό της εργασίας που επικυρώνεται από τις  ετερόνομες δομές κοινωνικής αναπαραγωγής του συστήματος.

Σε αντίθεση με τα παραπάνω, το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα απεμπολεί ολοκληρωτικά κάθε έννοια ταξικής ανάλυσης από τον τρόπο που ερμηνεύει την κοινωνική πραγματικότητα. Αντ’ αυτού, ανασύρει διαρκώς από το συλλογικό ασυνείδητο της ετερόνομης κοινωνίας και προσδίδει αξιώσεις «επιστημοσύνης» στα αρνητικά στερεότυπα για την πολιτιστική ταυτότητα των «μαύρων», τα οποία επιστρατεύονται σαν ιδεολογική εφεδρεία για να δικαιολογήσουν την μαζική καταστολή ενάντια στη συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα. Είναι διαρκείς οι αναφορές των μηχανισμών προπαγάνδας του συστήματος στην μαζοχιστική «τάση» που τάχα διακρίνει τους μαύρους προλετάριους να διαπράττουν εγκληματικές πράξεις σε βάρος ομοεθνών τους (black-on-black crime), στην «φυσική ροπή» που επιδεικνύουν οι μαύροι νεαροί άνδρες για κάθε είδους «αποκλίνουσα» κοινωνική συμπεριφορά, ή την απουσία «συναίσθησης ευθύνης» που τους χαρακτηρίζει, όταν πρόκειται για την εκπλήρωση των συμβατικών γονεϊκών υποχρεώσεων τους. Αυτά είναι μόνο μερικά από τα οριενταλιστικά στερεότυπα που δεν λαμβάνουν υπόψη τις υλικές συνθήκες που διέπουν το βιοτικό επίπεδο των μαύρων κοινοτήτων ως καταπιεσμένων κοινωνικών μονάδων και τον τρόπο που αυτές αλληλεπιδρούν με τις υποκειμενικές συνθήκες. Δηλαδή, την κουλτούρα, τα αξιακά συστήματα και τα πολιτισμικά πρότυπα, που τελικά καταλήγουν στην παραγωγή των γενικών τάσεων που επικρατούν στην μαύρη κοινότητα ως προς αυτά τα θέματα. Δυνάμει της παραδοσιακής οριενταλιστικής λογικής, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια αποτελεσματική αντιστροφή της πραγματικότητας, η οποία με τη σειρά της λειτουργεί ως μια εξουσιαστική απολογία για το status quo. Αντί η όποια «αποκλίνουσα» συμπεριφορά να αποδίδεται στη φτώχεια και στις αντίξοες κοινωνικές συνθήκες και περιστάσεις (αντί για κάποιον αφηρημένο κανόνα ομοιόμορφης «ηθικής» συμπεριφοράς που έχει καθολική ισχύ και στην οποία όλα τα μέλη της κοινωνίας οφείλουν να συμμορφώνονται, ανεξάρτητα από την θέση που κατέχει ο καθένας/μια), η φτώχεια και η συλλογική εξαθλίωση αποδίδονται στην εγγενή πολιτισμική και ανθρωπολογική κατωτερότητα του «νέγρου». Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να επισημάνω τον παραλογισμό μιας κοινωνικής ανάλυσης που προβαίνει σε ισοπεδωτικές γενικεύσεις κι επιμένει να αποδίδει ομοιόμορφες ιδιότητες, σε μια απόπειρα συγκρότησης ενός αφηρημένου, «συλλογικού» χαρακτήρα για όλα τα μέλη μιας φυλετικής ομάδας, χωρίς να επιδεικνύει καμία μέριμνα για να ενσωματώσει τις αναπόφευκτες ατομικές διαφορές και την ποικιλότητα των υποκειμένων, προκειμένου να υπερτονιστεί η σημασία ενός ανύπαρκτου φυλετικού παράγοντα στην πορεία της ατομικής εξέλιξης του κάθε μέλους της κοινωνικής ομάδας. Ένα τέτοιο μοντέλο για την ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας δεν είναι παρά μια αντανάκλαση στον τομέα της κοινωνικής θεωρίας, της επικρατούσας δομής της ταξικής κυριαρχίας, που αναπαράγει την υποδούλωση των μαύρων προλετάριων, όχι μόνο ως άτομα, αλλά ως μια συλλογική κοινωνική οντότητα, ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα προτερήματα ή τα ελαττώματα από τα οποία εμφορείται το κάθε μέλος της ομάδας ξεχωριστά.

Από αυτή την άποψη, δεν μπορεί να υπάρξει καμία απολύτως συνεργασία ανάμεσα στους επαγγελματίες μαύρους πολιτικούς του δικομματικού συστήματος εξουσίας και της μικρής αφροαμερικάνικης νεομπουρζουάδικης τάξης, από τη μία πλευρά, και στην μεγάλη μάζα των μαύρων λούμπεν προλετάριων που κατοικούν στα υπανάπτυκτα γκέτο των καπιταλιστικών μητροπόλεων, από την άλλη. Κανένας αφηρημένος δεσμός δεν γίνεται να σφυρηλατηθεί ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες πάνω στη βάση μιας απατηλής φυλετικής αλληλεγγύης. Στο πλαίσιο μιας καταπιεστικής, ετερόνομης κοινωνίας, όλες οι βιώσιμες κοινωνικές σχέσεις λαμβάνουν αναγκαστικά την μορφή των ταξικών σχέσεων αλληλοβοήθειας και συλλογικής στήριξης. Ακόμη και η ίδια η έννοια της φυλής, θα πρέπει να εκλαμβάνεται σαν μια κατά βάση υλική έννοια, που δηλώνει πρώτα απ’ όλα ένα σύνολο συγκεκριμένων και σαφώς καθορισμένων κοινωνικών συνθηκών. Δεν είναι τυχαίο ότι η μικροσκοπική, μαύρη νεο-αστική τάξη δεν κατέβαλε απλώς μεγάλες προσπάθειες για να διακόψει όλες τις προηγούμενες κοινωνικές σχέσεις που την κρατούσαν συναισθηματικά και οικονομικά συνδεδεμένη με το γκέτο, αλλά έχει υποστεί μια τέτοια πολιτιστική μεταμόρφωση, σε σημείο που να έχει αναγορευτεί σε έναν από τους πιο ένθερμους αντιπάλους της μαύρης προλεταριακής υποτάξης. Τόσο από την άποψη της καταπολέμησης των κοινωνικών επιχορηγήσεων προς τους μη-προνομιούχους, όσο κι από την άποψη της ριζοσπαστικής κοινωνικής θεωρίας που έχει στο επίκεντρο της την απελευθέρωση των μαύρων σαν συλλογικό υποκείμενο.

Όπως τονίζει ο Z. Bauman, οι μαύροι Αμερικανοί που ωφελήθηκαν από τα κρατικά προγράμματα των θετικών διακρίσεων (affirmative action), σε τέτοιο βαθμό που μπόρεσαν να αλλάξουν δραστικά την κοινωνική κατάσταση τους και να αναρριχηθούν στα μεσαία εισοδηματικά στρώματα, είτε κερδίζοντας μια θέση ανάμεσα στα ιδιωτικοϋπαλληλικά στρώματα, είτε με την ιδιότητα του μικρού αφεντικού, έχουν πλέον μετατραπεί στους πιο φανατικούς επικριτές της θετικής δράσης κι έχουν καταγγείλει αυτά τα προγράμματα, απαιτώντας την άμεση απόσυρσή τους. [3] Σίγουρα, αυτή η στάση πρέπει να αποδοθεί στην ανάγκη που αισθάνεται η μαύρη μεσαία τάξη να πιστέψει στον εαυτό της και να ανακτήσει την εμπιστοσύνη στις ικανότητες της, εξαλείφοντας από το κοινωνικό φαντασιακό της τυχόν υπολειπόμενες σημασίες που της υπενθυμίζουν την προηγούμενη ταπεινή καταγωγή της, καθώς και τον επιδοτούμενο τρόπο μέσω του οποίου πραγματοποιήθηκε η κοινωνική της ανέλιξη. Ωστόσο, ένας ακόμη πιο καθοριστικός υλικός παράγοντας, που ρυθμίζει τη στάση των μαύρων νεοαστών απέναντι στους καταπιεσμένους ομοεθνείς τους, είναι η επιθυμία τους να προστατέψουν την προνομιακή κοινωνική τους θέση έναντι των κοινωνικών ομάδων που αποβλέπουν σε μια ανοδική κοινωνική κινητικότητα, μέσα από την επίδραση των επιδοτούμενων κυβερνητικών προγραμμάτων. Δεδομένου ότι η ετερόνομη ολότητα της καπιταλιστικής κοινωνίας ενθαρρύνει τον ολομέτωπο ανταγωνισμό ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες ως τον μόνο δυνατό τρόπο κοινωνικής συνύπαρξης, συγκρατώντας ταυτόχρονα τυχόν φυγόκεντρες τάσεις που δημιουργούνται από αυτόν τον ανταγωνισμό μέσω της συγκεντρωτικής κοινωνικής ιεραρχίας, οι μαύροι νεομπουρζουάδες ενεργούν προς το συμφέρον τους και σύμφωνα με αυτά που το ένστικτο της αυτοσυντήρησης τους υπαγορεύει, όταν ισχυρίζονται πως οι πολιτικές που συμβάλλουν στην ανοδική κοινωνική κινητικότητα θα πρέπει να εγκαταλειφθούν. Ενεργούν επίσης σε πλήρη αρμονία με τις ιδεολογικές αρχές και τις αξίες κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, το οποίο αντιλαμβάνεται κάθε είδος θεσμοθετημένης κοινωνικής αρωγής, ως «ανωμαλία», σαν μια διαταραχή της δυναμικής που δημιουργείται από την απρόσκοπτη λειτουργία των δυνάμεων της ελεύθερης αγοράς. Δεν έχουν την παραμικρή διάθεση να αφιερώσουν μέρος των πόρων τους και του πλούτου που εσχάτως έχουν συσσωρεύσει για να χρηματοδοτήσουν τα «καλοπροαίρετα» κυβερνητικά προγράμματα καταπολέμησης της δομικής φτώχειας, του ρατσισμού και των φυλετικών διακρίσεων, ούτε έχουν την επιθυμία να δουν τέτοια προγράμματα να πετυχαίνουν, αυξάνοντας έτσι τον ήδη σκληρό ανταγωνισμό για τους λιγοστούς πόρους που είναι διαθέσιμοι μέσω της αγοράς.

Με βάση τα παραπάνω, η μαύρη προλεταριακή υποτάξη δεν μπορεί να υπολογίζει ότι θα βρει έναν σύμμαχο στο πρόσωπο της αφροαμερικανής νεομπουρζουαζίας. Αντίθετα, οι φυσικοί ταξικοί σύμμαχοι της είναι οι λευκοί και ισπανόφωνοι προλετάριοι των πόλεων, καθώς επίσης και τα άλλα υποτελή και εξαρτημένα στρώματα της ιεραρχικής ολότητας. Αυτά είναι τα φτωχά τμήματα του πληθυσμού που μοιράζονται την ίδια κοινωνική πραγματικότητα και τις ίδιες κοινωνικές συνθήκες με τον καταπιεσμένο μαύρο πληθυσμό και συνεπώς έχουν αντικειμενικό συμφέρον να συσπειρώσουν τις δυνάμεις τους προκειμένου να ανατρέψουν αυτό το απάνθρωπο σύστημα κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης.

Και φυσικά, το μαύρο προλεταριάτο δεν πρέπει επουδενί να ελπίζει σε κάποιο είδος επανόρθωσης, υλικής ή ηθικής, για τις αδικίες που έχει υποστεί, από τους δικαστικούς θεσμούς των ΗΠΑ, οι οποίοι υπηρετούν αντικειμενικά την ταξική κυριαρχία των πολιτικών και οικονομικών ελίτ. Δεν οφείλεται σε ιστορική σύμπτωση το γεγονός ότι η αύξηση των επιπέδων της βίας που χρησιμοποιείται από τις δυνάμεις καταστολής ενάντια στους απείθαρχους φτωχούς, αντιστοιχεί σε γενικές γραμμές στην εντατικοποίηση της αποσύνθεσης των κοινωνικών υπηρεσιών και του κρατικού μηχανισμού κοινωνικής πρόνοιας στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας. Και οι δύο αυτές τάσεις είναι αναπόσπαστο μέρος και σύμπτωμα μιας γενικότερης τάσης, της δυναμικής που είναι εγγενής στη λειτουργία του θεσμικού πλαισίου του συστήματος προς μια ακόμα μεγαλύτερη συγκέντρωση όλων των μορφών δύναμης στα χέρια των πολιτικών, οικονομικών, πολιτιστικών και κοινωνικών ελίτ που διευθύνουν το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Η ακροδεξιά νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία έχει άλλωστε κηρύξει έναν ανοικτό κοινωνικό πόλεμο ενάντια στους φτωχούς και τους μη-προνομιούχους. Αρκεί να θυμηθούμε τον τρομακτικό κυνισμό του υπουργού Οικονομικών της Ιαπωνίας, ο οποίος πρότεινε ότι «οι ηλικιωμένοι θα προσφέρουν σημαντική υπηρεσία στην πατρίδα τους, εφόσον απλά ‘βιαστούν να πεθάνουν’». [4] Ή, την νεοναζιστική νοοτροπία από την οποία εμφορείται η λιθουανική ελίτ των επαγγελματιών πολιτικών της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας», οι οποίοι ισχυρίστηκαν πως η ευθανασία είναι μια επιλογή που οι φτωχοί της χώρας και όσοι πάσχουν από ανίατες ασθένειες οφείλουν να εξετάσουν με ιδιαίτερη σοβαρότητα. [5] Η συνεχιζόμενη αναδιανομή του πλούτου υπέρ των πλουσίων μπορεί να οδηγήσει μόνο σε επιδείνωση των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των κυρίαρχων και των υποτελών κοινωνικών ομάδων. Οι κοινωνικές αντιθέσεις που συνιστούν δομικό στοιχείο των ετερόνομων κοινωνιών αναμένεται να προσλάβουν εκρηκτικές διαστάσεις, δεδομένου ότι ακόμη και αυτό το δικαίωμα των προλετάριων στη φυσική επιβίωση, τίθεται υπό αμφισβήτηση από την συστημική αναδιάρθρωση που βρίσκεται σε εξέλιξη σε παγκόσμια κλίμακα. Έτσι, η αστυνομική καταστολή ενάντια στις μάζες των φτωχών και των απόκληρων θα πρέπει να ενταθεί και το ηθικό του εσωτερικού στρατού κατοχής θα πρέπει να κρατηθεί σε υψηλά επίπεδα. Συνακόλουθα, δεν θα πρέπει να περιμένει κανείς ότι τα αστικά δικαστήρια θα αρχίσουν έξαφνα να μοιράζουν τιμωρίες και καταδίκες ενάντια σε εκείνο το όργανο που είναι επιφορτισμένο να εφαρμόζει τους νόμους που τα ίδια τα ταξικά δικαστήρια υπηρετούν. Όπως συνέβη και στην περίπτωση της δικαστικής ασυλίας που χορηγήθηκε στις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής στο Ιράκ, η στρατιωτικοποιημένη αστυνομία που επιβάλλει την κατοχή της «δημοκρατίας» στις κοινότητες των φτωχών, θα πρέπει να έχει τη σιγουριά ότι ποτέ δεν θα λογοδοτήσει για τα εγκλήματα και τις φρικαλεότητες που διαπράττει ενάντια σε έναν ολοένα πιο ανυπάκουο και απείθαρχο κομμάτι του πληθυσμού. Ως εκ τούτου, η απελευθέρωση τους σε συνεργασία με τις υπόλοιπες καταπιεσμένες κοινωνικές ομάδες μέσω της κατάργησης των θεσμισμένων εξουσιών, και όχι η ενδυνάμωση τους έναντι των άλλων κοινωνικών ομάδων σε συμπαιγνία με τις δυνάμεις του κατεστημένου, είναι η λύση για να βάλουν τέλος στο κοινωνικό δράμα που ζουν εδώ κι αιώνες οι μαύροι λούμπεν προλετάριοι της Αμερικής.

[1] T. Fotopoulos, Class divisions today,http://www.inclusivedemocracy.org/dn/vol6/takis_class.htm.

[2] M. Bookchin, Post-Scarcity Anarchism (Black Rose Books) p. 73.

[3] Z. Bauman, Work, Consumerism and the New Poor (Open University Press).

[4] https://www.theguardian.com/world/2013/jan/22/elderly-hurry-up-die-japanese.

[5] http://www.bioedge.org/bioethics/bioethics_article/11071

πηγή:

https://antisystemic.wordpress.com/2016/08/18/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%87%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B7-%CE%BC%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%B7-%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE/

Posted in: Uncategorized