Μια σκηνή, ένας πατέρας, ένα παιδί…

Posted on 22 Αὐγούστου 2016

1


Μια σκηνή, ένας πατέρας, ένα παιδί…

Αυτόπτης μάρτυρας

 

Θα προσπαθήσω να περιγράψω με όσες λεπτομέρειες μπορώ μια σκηνή μεταξύ ενός δεκάχρονου παιδιού και του πατέρα του.
Σκοπός μου πρώτος να σας μεταφέρω τις  εικόνες αυτής της σκηνής, να σας τοποθετήσω μέσα στο χώρο που διαδραματίστηκε, να γίνετε θεατές και να μοιραστείτε μαζί μου τα ατέρμονα  συναισθήματα από τα οποία διακατέχομαι. Μη πιστέψετε ότι είναι μια σκηνή αγάπης, στοργής και ευτυχίας. Ίσως τότε να μην έμπαινα και στον κόπο να κάτσω να γράψω, γιατί αυτά είναι τα αυτονόητα.
Σκοπός μου δεύτερος, να ρωτήσω: που ασκείται τελικά η βία; στα σχολεία που πάνε τα παιδιά μας ή στο ίδιο τους το σπίτι;

Δεκαπενταύγουστος 2016 στη Νάξο. Σε μια από τις παραλίες της, γνωστή ψαροταβέρνα είναι γεμάτη κόσμο. Τρώνε, πίνουν, λένε ευχές, γελάνε και το χαρούμενο βουητό των ανθρώπων γεμίζει την αίθουσα.

Κάπου εκεί βρίσκομαι και εγώ με την παρέα μου. Ξαφνικά ένας «πατέρας» τραβάει, σπρώχνοντας ταυτόχρονα από την τουαλέτα προς το τραπέζι της οικογένειας το δεκάχρονο αγόρι του φωνάζοντας: Το Χριστό σου, την Παναγία σου, μαλακισμένο, μου σπασες τα νεύρα από το πρωί. Θα σε σκοτώσω βρωμόπαιδο. Τσακίσου, κάτσε κάτω και μην κουνιέσαι και σταμάτα να κλαίς.  Τραβάει την καρέκλα και με όλη του τη δύναμη βάζει το παιδί να κάτσει. Το μαγαζί νέκρωσε. Όλοι γυρίσανε και κοιτάζανε σ΄ εκείνο το τραπέζι. Η οικογένεια είχε και άλλα δυο παιδιά. Ένα κορίτσι περίπου 13-14 ετών και ένα ακόμη αγόρι περίπου 6 ετών. 
Το «κακό» δεκάχρονο αγόρι σκυμμένο πάνω στο τραπέζι έκλαιγε με λυγμούς. Τα άλλα δυο παιδιά σταμάτησαν να τρώνε και σκύψανε το κεφάλι. Το ίδιο και η μάνα.  Εκείνος -ο πατέρας- συνέχισε να τρώει.
Δεν μίλησε κανείς, δεν υπερασπίσθηκε κανείς το δεκάχρονο αγόρι. Κανείς άλλος γονιός δεν σηκώθηκε, να δείξει στον πατέρα «τέρας», ότι δεν του αξίζει να είναι πατέρας.
Λίγο μετά σηκώθηκε, πλήρωσε πήρε το μικρότερο αγόρι από το χέρι και βγήκε από το μαγαζί. Τον ακολούθησε πιστά η μάνα.
Στο  τραπέζι μείνανε τα μισοτελειωμένα πιάτα, το δεκάχρονο αγόρι -στην ίδια θέση- σκυμμένο να κλαίει με λυγμούς και η αδελφή του, όρθια να το χαϊδεύει και να προσπαθεί να το σηκώσει από την καρέκλα.
Τότε παίχθηκε η τελευταία πράξη αυτής της σκηνής.  Βγάζει η αδελφή του ένα ροζ πουκάμισο που φορούσε, το δίνει στο παιδί και αυτό σκεπάζει το πρόσωπο του.  Κάθεται έτσι κουκουλωμένο και συνεχίζει να κλαίει. Μετά από την επιμονή της αδερφής του την πιάνει από το χέρι και έτσι κουκουλωμένο με το πουκάμισό της, με κρυμμένο από τη ντροπή το πρόσωπό του, διασχίζει την αίθουσα και προχωράει προς την έξοδο.
Έκρυψε την διαπόμπευση του από τον ίδιο του τον πατέρα, έκρυψε τον πληγωμένο του εγωισμό, έκρυψε την ντροπή του, έκρυψε την ασχήμια της ζωής του. Γιατί μη μου πείτε ότι αυτός ο πατέρας το έκανε για πρώτη φορά; Μη μου πείτε ότι έχει σύμμαχο και φύλακα άγγελο η μητέρα του; Αν αυτό το παιδί ασκήσει βία, αν εγκαταλείψει στην εφηβεία το σπίτι, αν κάνει μια δυστυχισμένη δική του οικογένεια, αν μισήσει τον πατέρα του ποιος θα φταίει; ΕΜΕΙΣ ΦΤΑΙΜΕ.
Θέλω πριν κλείσω να απολογηθώ. Γιατί δεν έκανα αυτό που έπρεπε και αυτό που ένοιωθα; Ομολογώ ότι τόσο εγώ, όσο και φίλη από την παρέα σηκωθήκαμε και βαδίσαμε προκλητικά προς το τραπέζι, κοιτώντας επίμονα τον έξαλλο πατέρα. Δεν προχωρήσαμε, σκεπτόμενες το μαγαζί και τη γιορτινή μέρα. Πιστέψτε με, μετάνιωσα πολύ και η λύπη μου παραμένει μεγάλη. Είμαι θυμωμένη με μένα. Μα πιο πολύ λυπάμαι που δεν ξέρω τίποτα γι αυτό το παιδί και που ποτέ δεν θα μάθω τίποτα.
 
Posted in: Uncategorized