Ποια είναι τα πραγματικά μας όρια ;

Posted on 7 Σεπτεμβρίου 2016

1


Ποια είναι τα πραγματικά μας όρια ;

     Το 1967 ο Martin Seligman, ένας από τους πιο γνωστούς συμπεριφορικούς ψυχολόγους, πραγματοποιεί μαζί με τον Steve Maier ένα πείραμα που θα αποτελέσει πρόδρομο μιας πολυάριθμης σειράς σχετικών ερευνών και θα παγιωθεί ανάμεσα στις κλασικές και πλέον πολυσυζητημένες μελέτες της ψυχολογίας.
Τα υποκείμενα του πειράματος ήταν 24 σκυλιά, χωρισμένα σε τρεις ισάριθμες ομάδες : την ομάδα διαφυγής, την ομάδα μη διαφυγής και την ομάδα ελέγχου. Στην πρώτη ομάδα κάθε σκυλί τοποθετήθηκε σε ένα ζυγό που το κρατούσε δεσμευμένο, παρέχοντας όμως κάποιο περιθώριο κίνησης. Οι ερευνητές είχαν τοποθετήσει δύο παρωπίδες
σε κάθε σκύλο έτσι ώστε να κρατάει το κεφάλι του μπροστά και στη συνέχεια του χορηγούσαν ηλεκτροσοκ το οποίο μάθαινε να τερματίζει πιέζοντας με το κεφάλι μια απ’τις δυο παρωπίδες. Συζευγμένα μαζί με την ομάδα διαφυγής ήταν και τα σκυλιά της ομάδας μη διαφυγής, με μόνη διαφορά ότι οποιαδήποτε κίνησή τους δεν ήταν δυνατό να τερματίσει την χορήγηση του ηλεκτρικού ρεύματος. Για το κάθε σκυλί αυτής της ομάδας το ηλεκτροσοκ σταματούσε μόνο όταν το “ζευγαρωμένο” μαζί του από την πρώτη ομάδα σκυλί (δηλαδή από την ομάδα διαφυγής) εκτελούσε τη συγκεκριμένη κίνηση πίεσης της παρωπίδας. Με πιο απλά λόγια, οι σκύλοι της δεύτερης ομάδας δεν μπορούσαν οι ίδιοι να διακόψουν το ηλεκτροσοκ. Όσον αφορά τα σκυλιά της ομάδας ελέγχου, εκείνα δεν δέχτηκαν κανένα ηλεκτροσοκ.
Στην επόμενη φάση του πειράματος, τα υποκείμενα όλων των ομάδων τοποθετήκαν ξεχωριστά σε ένα κουτί που διαχωριζόταν στο κέντρο του από ένα τεχνητό ύψωμα. Οι ερευνητές χορήγησαν ξανά ηλεκτρικό ρεύμα μόνο που αυτή την φορά κανένα σκυλί δεν μπορούσε να το διακόψει με οποιαδήποτε κίνηση. Μπορούσε όμως να το αποφύγει πηδώντας πάνω από το διαχωριστικό στην άλλη πλευρά του κουτιού που ήταν ηλεκτρικά ουδέτερη. Τα σκυλιά μάλιστα μπορούσαν να μάθουν να αποφεύγουν το ηλεκτροσόκ προτού την χορήγησή του, καθώς προηγούταν πάντοτε μια περίοδος 10 δευτερολέπτων όπου έσβηναν ορισμένα ενσωματωμένα φώτα μέσα στο κουτί τα οποία σκεφτείτε ότι ουσιαστικά λειτουργούσαν σαν σινιάλο του τι θα ακολουθήσει. Η διαδικασία της μάθησης αυτού του “σινιάλου” ήταν εφικτή γιατί κάθε σκύλος υπέστη την ίδια δοκιμασία πολλές φορές (συγκεκριμένα στον αριθμό: 10).


Όταν οι Seligman & Maier εξέτασαν το μέσο όρο του χρόνου που χρειάστηκε η κάθε μια από τις τρεις ομάδες για να πηδήξει στην απέναντι μεριά του κουτιού και να αποφύγει το ηλεκτροσόκ δεν βρήκανε σημαντική διαφορά ανάμεσα στην ομάδα διαφυγής και την ομάδα ελέγχου. Κάτι διαφορετικό συνέβη όμως με τα σκυλιά της ομάδας μη διαφυγής. Όταν αυτά εισήχθησαν μέσα στο διαχωρισμένο κουτί, χρειάστηκαν κατά μέσο όρο 48 δευτερόλεπτα για να πηδήξουν μακριά απ’την ηλεκτρισμένη περιοχή, πολύ περισσότερο χρόνο δηλαδή σε σχέση με την ομάδα διαφυγής και ελέγχου που είχαν μέσους όρους 27 και 26 δευτερόλεπτα αντίστοιχα. Αναλογιστείτε ότι αυτή η φάση του πειράματος επαναλείφθηκε δέκα φορές για κάθε υποκείμενο και η συνολική διάρκεια χορήγησης ηλεκτρισμού ήταν 1 λεπτό σε κάθε δοκιμή. Πόσα σκυλιά φαντάζεστε ότι υπέστησαν το επώδυνο ηλεκτροσοκ μέχρι την ολοκλήρωση του ενός λεπτού χωρις να πηδήξουν στην ασφαλή μεριά του κουτιού τουλάχιστον 9 στις 10 φορές και σε ποια ομάδα ανηκαν τα περισσότερα; Συνολικά 7 από τα 24 τετράποδα δέχτηκαν παθητικά το δυνατό ηλεκτροσόκ αντί να το αποφύγουν, έξι εκ των οποίων ήταν υποκείμενα της ομάδας μη διαφυγής. Επομένως, το 75% των σκυλιών της ομάδας μη διαφυγής δεν κατόρθωσαν να μάθουν να διαφεύγουν από την ηλεκτρισμένη περιοχή. Οι συγκεκριμένοι σκύλοι τοποθετήθηκαν ξανά στο κουτί μετά απο μια εβδομάδα και οι 5 από τους 6 απέτυχαν ξανά να γλιτώσουν από το ρεύμα σε όλες τις δοκιμές.
Γιατί έχουν σημασία αυτά τα αποτελέσματα; Διότι μας δείχνουν ότι οι εμπειρίες της ζωής διαμορφώνουν σημαντικά τον βαθμό στον οποίο πιστεύουμε ότι έχουμε έλεγχο απέναντι στις καταστάσεις. Ο αντιληπτός βαθμός ελέγχου επηρεάζει με τη σειρά του την συμπεριφορά οδηγώντας σε δράση ή διατηρώντας τον οργανισμό σε αδράνεια και παθητικότητα. Το συναρπαστικό εύρημα του πειράματος είναι ότι τα υποκείμενα της ομάδας μη διαφυγής έμαθαν πως δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για να γλιτώσουν το σοκ ενώ στην πραγματικότητα είχαν τη δυνατότητα να πηδήξουν το φράγμα και να το αποφύγουν. Δηλαδή, η ανικανότητά τους να ελέγξουν μια κατάσταση ( φάση 1 του πειράματος-ζυγός ) γενικεύτηκε ως “ανικανότητα” και σε άλλες παρόμοιες καταστάσεις. Μπορεί όμως το εύρημα ενός πειράματος με σκυλιά να γενικευτεί και ως εύρημα που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη φύση; Για να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο έπρεπε φυσικά να δρομολογηθούν τα κατάλληλα πειράματα με υποκείμενο αυτή την φορά τον άνθρωπο. Είναι αυτονόητο ότι οι πειραματικές συνθήκες θα άλλαζαν έτσι ώστε να προσαρμόζονταν στα επιτρεπτά πλαίσια δεοντολογίας – αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι το πείραμα που περιγράψαμε κρίθηκε από πολλούς αντιδεοντολογικό.
Πράγματι, σχεδιάστηκαν πειράματα με σκοπό να διερευνήσουν εάν οι προγενέστερες εμπειρίες μπορούν να μεταβάλλουν την αντίληψη των ανθρώπων για την ισχύ και τον έλεγχό τους απέναντι στις καταστάσεις προκαλώντας με αυτό τον τρόπο το φαινόμενο που ο Seligman ονόμασε “μαθημένη αβοηθησία”, την εκμάθηση δηλαδή του ότι οι καταστάσεις υπερβαίνουν κατά γενικό κανόνα τις δυνατότητές μας – ακόμη κι αν στην πραγματικότητα μπορούμε να επιδράσουμε αποτελεσματικά στο περιβάλλον. Οι Finkelstein & Ramey (1977) σχεδίασαν ένα έξυπνο πείραμα με υποκείμενα αυτή τη φορά 34 βρέφη – μην ανησυχείτε, κανένα από αυτά δεν υποβλήθηκε σε ηλεκτροσόκ! Η μόνη πειραματική παρέμβαση ήταν η χορήγηση ενός ειδικού μαξιλαριού και η τοποθέτηση περιστρεφόμενων κρεμαστών παιχνιδιών πάνω από τις παιδικές κούνιες. Τα βρέφη που ξάπλωναν πάνω στο ειδικό μαξιλάρι μπορούσαν να κατευθύνουν την περιστροφή των παιχνιδιών κινώντας απλά το κεφάλι τους. Η άλλη ομάδα βρεφών δεν είχε κανέναν απολύτως έλεγχο πάνω στην κίνηση του κρεμαστού “καρουζέλ”, το οποίο περιστρεφόταν εντελώς τυχαία. Όπως ήδη θα φαντάζεστε, όταν στα βρέφη της δεύτερης ομάδας τοποθετήθηκαν ειδικά μαξιλάρια πίεσης κάτω από το κεφάλι τους, εκείνα δεν κατόρθωσαν να μάθουν να χειρίζονται τα κρεμαστά παιχνίδια παρόλο που τους δόθηκε περισσότερος χρόνος για εκμάθηση σε σχέση με τα βρέφη της πρώτης ομάδας. Αντιθέτως, τα βρέφη της πρώτης ομάδας είχαν μάθει σε λιγότερο χρόνο να κατευθύνουν τα παιχνίδια με μεγάλη επιτυχία.
Κάποιος διστακτικός ως προς τη γενίκευση της θεωρίας της μαθημένης αβοηθησίας στο ανθρώπινο είδος θα διατεινόταν ότι και πάλι τα ευρήματα αυτά αφορούν την βρεφική ηλικία και επομένως δεν χαρακτηρίζουν τον ενήλικα άνθρωπο ο οποίος διαθέτει πιο σύνθετη σκέψη και περισσότερο ανεπτυγμένη αντίληψη. Ο Seligman λοιπόν πραγματοποίησε μια σειρά πειραμάτων μαζί με τον καθηγητή Donald Hiroto όπου αυτή την φορά οι συμμετέχοντες ήταν φοιτητές κολεγίου. Εάν ήσασταν κάποιο από τα υποκείμενα στις «ομάδες μη διαφυγής» αυτών των πειραμάτων τότε πιθανώς θα έπρεπε να υποστείτε –για όση ώρα το αποφάσιζαν οι χαιρέκακοι ερευνητές – έναν ενοχλητικό θόρυβο πάνω στον οποίο δεν θα είχατε κανέναν απολύτως έλεγχο. Ή ακόμη χειρότερα ίσως, θα σπαζοκεφαλιάζατε προσπαθώντας να λύσετε ένα πρόβλημα το οποίο σας δόθηκε, με τη λεπτομέρεια ότι ξέχασαν σκοπίμως να σας ενημερώσουν ότι δεν έχει λύση! Σύμφωνα πάντοτε με τα ευρήματα και ασχέτως αν είχατε περάσει από τη συνθήκη του ενοχλητικού ήχου ή του άλυτου προβλήματος, είναι πολύ πιθανό ότι στη δεύτερη φάση του πειράματος όπου θα εκτίθεσθε σε ενοχλητικό θόρυβο δεν θα κάνατε ούτε μια προσπάθεια να τον τερματίσετε, αν και στην πραγματικότητα είχατε τη δυνατότητα. Όμως τα ευρήματα δεν σταματούν εδώ. Φοιτητές που εκτέθηκαν στη συνθήκη του άλυτου προβλήματος αλλά και φοιτητές που έπρεπε να υποστούν τον απεχθή θόρυβο απέτυχαν να λύσουν δοκιμασίες αναγραμματισμού – σε αντίθεση με εκείνους που είχαν μάθει να έχουν έλεγχο των καταστάσεων. Διευκρινίζεται εδώ για λόγους ακριβειας ότι κάθε πρώτη φάση (ήχος – άλυτο πρόβλημα) και δεύτερη φάση (ήχος-αναγραμματισμός) που μόλις περιγράψαμε αποτελούσαν μαζί ένα ξεχωριστό πείραμα (σύνολο 4 πειράματα).
Η θεωρία της μαθημένης αβοηθησίας αποδείχθηκε χρήσιμη στη μελέτη της κατάθλιψης στην οποία το αίσθημα της απελπισίας είναι κυρίαρχο. Με τον καιρό εκλεπτύνθηκε και υιοθέτησε στοιχεία από τις θεωρίες αιτιακών αποδόσεων ώστε να είναι δυνατό να προβλέψει ποιοί είναι αυτοί που τελικά είναι πιο πιθανό να αναπτύξουν το αίσθημα της αβοηθησίας. Οι Lyn Abramson, Seligman, και John Teasdale (1978) αναμόρφωσαν την θεωρία της μαθημένης αβοηθησίας ενσωματώνοντας έννοιες (concepts) από την θεωρία αιτιακών αποδόσεων του Bernard Weiner. Έτσι λοιπόν, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι είναι πιο πιθανό να εμφανιστεί κατάθλιψη σε ανθρώπους που αποδίδουν τα αρνητικά γεγονότα της ζωής τους σε αίτια εσωτερικά (‘εξαιτίας μου συνέβη’), σταθερά στο χρόνο (‘πάντα θα γίνεται το ίδιο’) και καθολικά (‘είμαι αποτυχημένος σε ό,τι και να κάνω’).
Αν και η θεωρία της μαθημένης απελπισίας εφαρμόζεται στα πλαίσια της μελέτης και της θεραπείας της κατάθλιψης, με μια πρώτη ματιά προβαίνουμε αβίαστα και σε κάποιες κοινωνικές προεκτάσεις. Είναι σαφώς επιστημονικά αυθαίρετο να διατρανώνει κανείς ότι η κοινωνική αδράνεια ερμηνεύεται στη βάση της μαθημένης απελπισίας. Όταν επιχειρούμε να ερμηνεύσουμε την έλλειψη αντιδραστικότητας και διεκδίκησης που επιδεικνύει ένα κοινωνικό σύνολο οφείλουμε να εξετάσουμε ένα πλήθος παραγόντων και κοινωνικών αλληλεπιδράσεων. Εξίσου αυθαίρετο είναι όμως να αποκλείει κανείς την περίπτωση ότι το αίσθημα αβοηθησίας μπορεί να καλλιεργηθεί σε μια ολόκληρη κοινωνία, εάν πρώτα δεν καταφέρει να αποδείξει επιστημονικά το αντίθετο. Ασχέτως με το αν η θεωρία της μαθημένης απελπισίας μπορεί να μας βοηθήσει τελικά να ερμηνεύσουμε την παθητική στάση της ελληνικής κοινωνίας απέναντι σε μια σειρά βάναυσων πολιτικών και οικονομικών αποφάσεων, μας δίνει τουλάχιστον αφορμή να αναλογιστούμε πόσο ρεαλιστικοί είναι οι περιορισμοί που θέτουμε στον εαυτό μας και ποια είναι τα όρια των δυνατοτήτων μας. Πολλές φορές κάτι είναι αδύνατο για εμάς διότι ακριβώς πιστεύουμε ότι είναι αδύνατο. Σκεφτείτε πόσες φορές αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα σμιλεύτηκε και μετάλλαξε στη ροή της ιστορίας. Η εξίσωση των δικαιωμάτων μεταξύ μαύρων και λευκών ήταν κάποτε αδιανόητη, η κατοχύρωση του δικαιώματος της εργασίας για τις γυναίκες ήταν κάποτε αδιανόητη όπως ακριβώς είναι σήμερα αδιανόητη η επανάκτηση των εργασιακών δικαιωμάτων μέσα από λαϊκούς αγώνες.

     Κάθε φορά που ακούω τον όρο μαθημένη απελπισία μου έρχεται στο νου μια θεωρία που μας είχε διδάξει με παραστατικό τρόπο μια φιλόλογος στην πρώτη λυκείου. Είχε ζωγραφίσει στον πίνακα έναν σκύλο και ένα μεγαλόσωμο αφεντικό που τον κρατούσε απ’το λουρί. Έπειτα σχεδίασε έναν κύκλο λέγοντας ότι ο κύκλος αυτός είναι η επιτρεπόμενη ακτίνα στην οποία μπορεί να κινηθεί ο σκύλος. Κάθε φορά που ο σκύλος παραβιάζει τα όρια της ακτίνας το αφεντικό του τον τιμωρεί. Επομένως, ο σκύλος πρέπει να μάθει να ελίσσεται ανάμεσα στα αποδεκτά όρια. Φυσικά ο σκύλος συμβόλιζε την Ελλάδα. Δεν αμφιβάλλω ότι η φιλόλογος μας δίδαξε την πραγματικότητα. Ξέχασε όμως να μας μιλήσει για τη ρευστή της φύση. Ξέχασε να μας υπενθυμίσει ότι έχουμε δικαίωμα να φανταζόμαστε. Έχουμε δικαίωμα να εξερευνούμε τα όρια των δυνατοτήτων μας. Εσείς τι λέτε; Θέλετε να δοκιμάσουμε αν αυτό το λουρί τελικά κόβεται; Ή μήπως να το αφήσουμε να στενεύει συνεχώς μέχρι να πνίξει και τα τελευταία μας όνειρα; Είτε το πιστεύετε είτε όχι, είναι στο χέρι μας.

Άγγελος Διδάχος

Βιβλιογραφία :

Hock, R. (2009). Forty studies that changed psychology: Explorations into the history of psychological research (6th ed.). Upper Saddle River, N.J.: Pearson/Prentice Hall.
Abramson, L., Seligman, M., & Teasdale, J. (1978). Learned helplessness in humans: Critique and reformulation. Journal of Abnormal Psychology,87, 49-74.
 

(αναδημοσίευση παλαιότερου άρθρου μου από “altera-pars“)

πηγή:

 

http://anthropini-epanastasi.blogspot.gr/2016/09/blog-post_7.html

Posted in: Uncategorized