Ισλαμοφοβία και Ισλαμοφασισμός ”για μια κριτική της κοινότητας των Πολιτών και των Πιστών”

Posted on 14 Σεπτεμβρίου 2016

0


Ισλαμοφοβία και Ισλαμοφασισμός ”για μια κριτική της κοινότητας των Πολιτών και των Πιστών”

των Βenjamin Conti και Lucifugo, a diavolo in corpo

-Με αφορμή μια κριτική στο κείμενο “ΠΙΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΝΗΜΑ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΑΝΑΓΝΩΣΕΩΝ” του Jacques Wajnsztejn από τη γαλλική ομάδα/περιοδικό Temps Critiques– (http://capital-revolution.blogspot.it/2016/03/blog-post_22.html)

Αντί Εισαγωγής μια συμπύκνωση των βασικών θέσεων

“Η κριτική της θρησκείας είναι η προϋπόθεση για κάθε κριτική”
Καρλ Μαρξ, Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου

Πρόθεση αυτού εδώ του σημειώματος είναι να προσδιορίσει το λεγόμενο πολιτικό Ισλάμ σε όλες του τις εκφάνσεις όχι ως απροϋπόθετο θρησκευτικό φαινόμενο (Causa Sui) αλλά ως μια πολύμορφη πολιτική μορφή που νοηματοδοτεί, δομεί και οργανώνει κυριαρχικές κοινωνικές σχέσεις ως αναπόσπαστη όψη και πλευρά του “πολιτισμού της αξίας”. Αυτή η ιδιότητα του Ισλάμ δεν απορρέει μεταφυσικά από το δόγμα του Κορανιού αλλά από τις συγκεκριμένες κοινωνικο-ιστορικές προϋποθέσεις αυτού του ενιαίου μέσα στη διαφορά του “πολιτισμού”. Ως εκ τούτου η πιθανή κατηγορία πως τάχα ιδιαιτεροκοποιούμε τη μουσουλμανική θρησκεία εν γένει ως ιδεολογική μορφή εγγύτερη στον “αυταρχισμό” απορρέει από μια αντίληψη που αποδίδει εκ των προτέρων στο Ισλάμ (και στη θρησκεία εν γένει) αυτοφυή και αναλλοίωτα φαινομενολογικά χαρακτηριστικά, και όχι κοινωνικά και μεταβαλλόμενα. Το πολιτικό Ισλάμ, εν προκειμένω, για όσους/ες αρνούνται να το κρίνουν ως-αυτό που-είναι μέσω ενός αυθαίρετου διαχωρισμού μεταξύ “θρησκείας” και “ιδεολογίας” [1] αποκτά σιωπηλά προνομιακά χαρακτηριστικά ως εν δυνάμει χειραφετητική πολιτική πρακτική των μουσουλμάνων προλετάριων με την κατηγορία του “προλεταριάτου” να λειτουργεί ως κάδος ανακύκλωσης της ιδεολογίας του “προνομιακού εθνικού δυτικού υποκειμένου” που είναι εξ’ ορισμού αποκλεισμένο από την άσκηση θεωρητικής και πρακτικής κοινωνικής κριτικής στη θρησκευτική και, εν προκειμένω, ισλαμική νεωτερική οντολογία ως καθολικά μυστικοποιημένη κοινωνική σχέση.

Ο γυάλινος πύργος της ιδεολογίας δεν θα γκρεμιστεί δια μαγείας αν κατοικίσουμε μέσα στα βολικά διαμερίσματά του: η ανελέητη πρακτική και θεωρητική κριτική της κοινότητας των Πιστών ως φενακισμένων υποκειμένων της “θρησκείας” είναι για μας αδιαχώριστη άλλη όψη και πλευρά της ανελέητης κριτικής των Πολιτών ως φενακισμένων υποκειμένων της “αξίας” καθώς ανάμεσα σε αυτές τις δυο μορφές της αστικής κοινωνικής οντολογίας δεν υπάρχει διαφορά “γένους” αλλά δυο διαφορετικοί τρόποι ύπαρξης και εκδήλωσης ενός και του αυτού φετιχιστικού κοινωνικού a priori, του “πολιτισμού της αξίας”.

(1)

Το θέμα με το οποίο ως κομμουνιστές/ίστριες καταπιανόμαστε δεν είναι το Ισλάμ εν γένει ως θρησκεία που παρουσιάζει μια ποικιλία ιστορικών, διαφορετικών κοινωνικών ερμηνειών του κεντρικού μεταφυσικού του δόγματος όπως άλλωστε πολλαπλότητα και ιστορικές μορφές ερμηνειών και πρακτικών παρουσιάζει και ο χριστιανισμός και, λιγότερο ή περισσότερο, άλλες θρησκείες. Μια συγκεκριμένη πολλαπλότητα που ως “αντικειμενικό πνεύμα” (με χεγκελιανούς όρους [2]) εκφράζει και αποτυπώνει τον άμεσα πολιτικό χαρακτήρα που είχε η θρησκεία στην οργάνωση των προ-νεωτερικών κοινωνιών, το πώς δηλαδή νοηματοδοτούσε και πιστοποιούσε τις σχέσεις και τις μεταβολές της κυριαρχίας ως κοινωνικής σχέσης καθώς και τις ίδιες τις καθημερινές σχέσεις των ανθρώπων με τη γήινη φύση, το πώς οργάνωνε και δομούσε, με άλλα λόγια, την ίδια την αντικειμενική αντίληψη του “πραγματικού”.

Το Ισλάμ μέσα στον ιστορικό χρόνο συχνά αποτέλεσε ένα αντιπαράδειγμα ανοχής και κοινωνικής οργάνωσης. Όταν στη “Δύση” κυρίαρχο δόγμα ήταν ο Μεσαίωνας της Ιεράς Εξέτασης και των πογκρόμ στον διαχρονικό Άλλο (π.χ. στις Εβραϊκές κοινότητες) σε αυτοκρατορίες όπως η Οθωμανική παρατηρούμε μια σειρά από ιδιαίτερα χαρακτηριστικά συνύπαρξης διάφορων θρησκειών, “δικαιωμάτων”, ανοχής σε διαφορετικές σεξουαλικές πρακτικές κοκ. Χωρίς να έχουμε επαρκή στοιχεία, εν πάση περιπτώσει θα μπορούσαμε να αναφερθούμε ακόμα και σε κομμουνιστικές ουτοπίες που αναδύθηκαν όπου κυριαρχούσε το Ισλάμ ανά τους αιώνες, σε προ-καπιταλιστικές κοινωνίες [3] . Από τις πειρατικές ουτοπίες μέχρι την αυτονομία ολόκληρων περιοχών, εθνοτήτων και θρησκευτικών ομάδων συναντάμε ένα σύνολο στοιχείων όπου αξίζει να κάνουμε μια παραπέρα έρευνα στην ιστορική βιβλιογραφία και συζήτηση για να κατανοήσουμε αυτούς τους κόσμους που χάθηκαν οριστικά με την ιδεολογική συγκρότηση των μονολιθικών εθνικών ταυτοτήτων και των Κρατών-Εθνών που γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν ως νεωτερικές πολιτικές μορφές των αστικών κοινωνικών επαναστάσεων και μετέπειτα των ίδιων των εδραιωμένων αστικών κοινωνιών.

(2)

Η θρησκεία ως μυστικοποιημένη μορφή κοινωνικής συνείδησης δεν ήταν και εξακολουθεί η “επιστροφή της” να μην είναι το “εποικοδόμημα” μιας ουσιοποιημένης “ιστορικής οικονομικής βάσης”: η προβολή στο παρελθόν των φετιχιστικών κατηγοριών του καπιταλιστικού παρόντος είναι η εννόηση της ιστορίας μέσω της αστικής οντολογίας που μυστικοποιεί τη συγκεκριμένη κοινωνική ιστορία των ιδιαίτερων μορφών του ανθρώπινου πράττειν και νοείν μέσα από μια αλληλοδιαδοχή “οικονομικών σταδίων” που καταλήγουν τελεολογικά και προοδευτικά στο σήμερα και στο μέλλον, μια τέλεια Μεταφυσική Λογική της Ιστορίας.

Το θέμα με το οποίο αποπειρόμαστε να καταπιαστούμε είναι το πολιτικό Ισλάμ και η ριζοσπαστικοποίησή του, όχι ως κάτι το εξωγενές και το αυθυπόστατο που το προ-καθορίζει η “Δύση” είτε με χρηματοδοτήσεις, είτε με τις καταστροφές των χωρών της Μέσης Ανατολής – αυτές για μας είναι απλώς οι απαραίτητες προϋποθέσεις και όχι οι ικανοί λόγοι της ύπαρξης της ριζοσπαστικοποίησης του Ισλάμ ως πολιτικού Ισλάμ – αλλά ως ύστερη νεωτερική σύμπλευση και ιδιαίτερη συγκρότηση του “πολιτικού” με το “θρησκευτικό” που χαρακτηρίζει με μια ποικιλία μορφών την παγκοσμιότητα της κοινωνικής μεταφυσικής της αξιακής μορφής[4] ως “ενιαίου πολιτισμού”. Το κεντρικό μας θέμα λοιπόν -και ο λόγος τόσο της αναδημοσίευσης όσο και της κριτικής στο κείμενο του Jacques Wajnsztejn- είναι το νεωτερικό πολιτικό Ισλάμ και ιδιαίτερα η ριζοσπαστικοποίησή του στη φαινομενολογική του μορφή ως “Ιερού Πολέμου ενάντια στη Δύση”. Ποια είναι η θεωρητική και κοινωνική προσέγγισή μας ως προς αυτό, ποια η συγκεκριμένη “ουσία” της εν λόγω ριζοσπαστικοποίησης, πώς γεννήθηκε και διαμορφώθηκε με όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της και όχι ως παθητικό “θύμα” που γίνεται ενεργώς “θύτης” ωσάν μονόπλευρο προϊόν της “Δύσης” -αποσιωπώντας το περιεχόμενο της κοινωνικής σχέσης που παράγει τόσο το “θύτη” όσο και το “θύμα”- αλλά ως οργανικό κοινωνικό και ιστορικό στοιχείο ενός και του αυτού “ενιαίου πολιτισμού” λόγων και πρακτικών που είναι η θεο-λογικών καταβολών και προϋποθέσεων αξιακή μορφή (βλέπε και τη θέση 9).

Θεωρούμε ως κομμουνιστές/ίστριες πως πρέπει να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τους τρόπους που αλληλοσυνδέονται και αλληλοπαράγονται οι δυο κοινωνικές “εσχατολογίες”, τόσο της “δύσης” όσο και της “ανατολής”, πάνω όμως σε μια μη αναγωγιστική βάση που δεν μπορεί στο τέλος της παρά να αναπαράξει με άλλους όρους τον γνωστό νεωτερικό αστικό μύθο του “καλού άγριου” που “εκφυλίστηκε” λόγω των όποιων εξωγενών αποικιοκρατών και εισβολέων. Η ιδιαίτερη σύμπλευση “θρησκευτικού” και “πολιτικού”, η ανάγνωση και η ερμηνεία του θρησκευτικού με όρους πολιτικούς και το αντίστροφο ορίζει το ίδιο το λεγόμενο πολιτικό Ισλάμ και σαφώς τη ριζοσπαστικοποίησή του. Θα ήταν λοιπόν μια απλή ταυτολογία να υποστηρίξουμε πως για το πολιτικό Ισλάμ ευθύνεται ο “νόμος της αξίας” αν εκ των προτέρων έχουμε περιορίσει αυτόν το φετιχιστικό “νόμο” θεμελίωσης των κοινωνικών σχέσεων ως αποκλειστική ιδιαιτερότητα των “δυτικών” καπιταλιστικών κοινωνιών και μέσω μιας απαράλλαχτης “δυτικού τύπου” φαινομενολογίας. Ο ISIS, ακόμα κι αν “αύριο” αφανιστεί από προσώπου γης, δεν είναι απλώς ένα τυχαίο σημείο έντασης και συμπύκνωσης της εν γένει καπιταλιστικής ιδεολογίας (αντισημιτισμός, ρατσισμός, αποκλεισμός και δαιμονοποίηση του “Άλλου” κτλ) αλλά το αποκορύφωμα της αλληλο-συγκρότησης “θρησκείας και πολιτικής” που ενσωματώνει με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο όλες αυτές τις νεωτερικές αστικές ιδεολογίες. Ο συγκεκριμένος φετιχοποιημένος αντικαπιταλισμός του ISIS “Ενάντια στη Δύση” είναι κουμπωμένος και μορφοποιείται μέσα από μια θρησκευτική αφήγηση η οποία ως πολιτική και ιδεολογική δύναμη οργανώνει και νοηματοδοτεί κοινωνικές σχέσεις και συγκροτεί εν δυνάμει Κρατικές μορφές. Αυτή η αλληδο-διαπλοκή “πολιτικού” και “θρησκευτικού” δεν συνιστά φαινομενικότητα με την έννοια της ψευδούς εμφάνισης κάποιας κρυμμένης “βαθύτερης ουσίας” αλλά αντικειμενική μορφή εκδήλωσης ενός ύστερου νεωτερικού αστικού κοινωνικού φαινομένου εντελώς ομόλογου από την άποψη της συγκεκριμένης ουσίας του με τις λογικές και πρακτικές αποκλεισμού του “Άλλου” των δημοκρατικών Κρατών-Εθνών της “ελεύθερης” Αγοράς.

Ας το αναφέρουμε ξανά όμως. Μας είναι απολύτως ξένη και μας βρίσκει εχθρικούς και ενάντιους η στοχοποίηση και η δαιμονοποίηση του Ισλάμ από τη “δυτική” αστική ματιά ως αυτοφυούς “πολιτιστικού φαινομένου” που μπορεί να είναι αδιάφορα είτε “καλό”, είτε “κακό”. Αυτό που μας ενδιαφέρει θεωρητικά και πρακτικά είναι η συγκεκριμένη και υπαρκτή δυνατότητα του “θρησκευτικού” ως κοινωνικής πρακτικής που οργανώνει πολιτικά κοινωνικές σχέσεις στα πλαίσια της παγκοσμιότητας της αξιακής μορφής ως “ενιαίου πολιτισμού”. Αυτό που έχει κομβική σημασία δεν είναι να βαθμολογήσουμε την “επικινδυνότητα” ή τη “βαρβαρότητα” των όποιων καθεστώτων στη “Δύση” ή στην “Ανατολή”, στο “Βορρά” ή στο “Νότο” αλλά να παράξουμε ένα συγκεκριμένο θεωρητικό πλαίσιο διαύγασης των κοινωνικών χαρακτηριστικών τους. Αν διάφορες “ανταγωνιστικές πολιτικές τάσεις” αποφεύγουν τη θεματοποίηση του πολιτικού Ισλάμ ως τέτοιου αυτό ίσως να συμβαίνει γιατί απωθούν ως δήθεν “προνόμιο του δυτικού” την ίδια την κριτική της θρησκείας εν γένει ακυρώνοντας με αυτό το βολικό τρόπο την ίδια τη δυνατότητα της ριζοσπαστικής κριτικής στο υπάρχον φοβούμενοι(;) τα αποτελέσματά της [5].

(3)

Οι αφηρημένοι γενικοί όροι “Ισλαμοφοβία” και “Ισλαμοφασισμός” είναι έννοιες που χρησιμοποιούνται από κοινού από διάφορους και φαινομενολογικά ετερογενείς πολιτικούς χώρους, από αριστερούς και φιλελεύθερους δεξιούς δημοκράτες μέχρι ακροαριστερούς και αναρχικούς. Και αρκετά συχνά αυτοί οι δυο όροι λειτουργούν τροφοδοτώντας ο ένας τον άλλο όταν η γκάμα των πολιτικών χώρων ανατρέχει σε αυτούς αλλάζοντας κατά το δοκούν τη σημασία τους για να περιγράψει το Ισλάμ ως ένα λίγο-πολύ αυτοφυές και διϊστορικό θρησκευτικό/πολιτικό φαινόμενο. Για ορισμένους αριστερούς, αναρχικούς κ.α. ως “Ισλαμοφασισμός” προσδιορίζεται μια θρησκευτική/πολιτική τάση του Ισλάμ “πιο δογματική” σε σχέση με τις άλλες, καθόλου ελαστική ως προς την ερμηνεία του δόγματος του Κορανιού κτλ ο χαρακτήρας της οποίας είναι το αποτέλεσμα εξωγενών ως προς το ίδιο το Ισλάμ “παραγόντων” με τον “δυτικό” ιμπεριαλισμό να διαδραματίζει και τον καθαριστικό ρόλο. Ο ISIS (Islamic State of Iraq and the Levant στα αγγλικά) είναι εν προκειμένω, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, άμεσα ή και έμμεσα, το καθαρό προϊόν και η συνέπεια των “δυτικών” επεμβάσεων και ως τέτοιο αποτελεί απλώς το παρελθοντικό είδωλο ή και τον σύγχρονο Φρανκενστάιν ή και το άβουλο σκιάχτρο στο νεωτερικό καθρέπτη και καμβά της Δύσης και ως τέτοιο είδωλο και σκιάχτρο της Δύσης είναι απολύτως ετεροκαθορισμένη η δράση του: με άλλα λόγια το πολιτικό Ισλάμ και ιδιαίτερα η ριζοσπαστικοποίησή του είναι είτε α’) ένα ξεκάθαρο “κόλπο” και “σχέδιο” της Δύσης, είτε β’) το ανεξέλεγκτο τζίνι από το Δυτικό μπουκαλάκι που τόσο το α’) όσο και το β’) ξεγελούν και αναβάλλουν sine die τη “συνειδησιακή αφύπνιση” ενός καταπιεσμένου “κοιμώμενου γίγαντα-προμηθέα”, του αραβικού προλεταριάτου.

(4)

Όσοι κάνουν λόγο για “Ισλαμοφασισμό”, ηθελημένα ή όχι, συνειδητά ή ασυνείδητα ξεχειλώνουν το περιεχόμενο και την αναλυτική εμβέλεια της έννοιας “φασισμός” υπονοώντας ταυτόχρονα μια Μυθική κατασκευή: τη Χριστιανική Ορθολογική Ευρώπη των Δημοκρατικών Παραδόσεων και των Κρατών-Εθνών όπου ο φασισμός και ο αντισημιτισμός είναι είτε ένα ακατανόητο “τραγικό λάθος”, είτε μια καθαρή και εξίσου ακατανόητη “εξωτερικότητα” από την “καθολική κληρονομιά της Ανθρωπότητας” που δεν μπορεί να είναι άλλη από τις υπεραιώνιες Ιδέες του Διαφωτισμού, της Ισότητας, της Αδελφότητας των Λαών κτλ.

Αρκετά συχνά (αν και όχι αποκλειστικά: βλέπε και τη θέση 7) η θάλασσα των αριστερών, αναρχικών, δημοκρατών κτλ που μιλούν περί “Ισλαμοφασισμού” κάνουν εν ταυτώ λόγο και για την “Ισλαμοφοβία” της Δύσης που εξισώνει ιδεατά τους “οριακούς Ισλαμοφασίστες” με τους μουσουλμάνους εν γένει με απώτερο σκοπό φυσικά να υποτιμηθούν / παρανομιμοποιηθούν / δαιμονοποιηθούν οι μετανάστες -μουσουλμάνοι- εργάτες/εργάτριες κ.α. ως “ένοχοι” και “υπεύθυνοι” για τα καθεστώτα της Ανατολής. Από αυτή τη συγκεκριμένη άποψη και πραγματικότητα της υποτίμησης/παρανομιμοποίησης/δαιμονοποίησης η Δύση είναι, ναι, “Ισλαμοφοβική” ή καλύτερα αντι-μουσουλμανική χωρίς εισαγωγικά μέσω της παραγωγής πληθώρας στερεοτυπιών και φαντασματικών καθεστώτων Αλήθειας για τους “μη δυτικούς”, για εκείνους που “ο Διαφωτισμός δεν τους ακούμπησε” και άλλα συναφή ιδεολογικά ψεύδη. Ο ρατσιστικός λόγος άλλωστε ενάντια στις μουσουλμανικές κοινότητες της Ευρώπης αποτελούσε και αποτελεί ένα διαχρονικό καπιταλιστικό πρόβλημα.

Η σύσταση του νεοελληνικού Κράτους επί παραδείγματι και η εθνική του ιδεολογία οργανώθηκε γύρω από λόγους και πρακτικές τόσο αντι-μουσουλμανικές όσο και αντισημιτικές ως βασικές προϋποθέσεις και αποτελέσματα ταυτόχρονα της ελληνοποίησης και της συγκρότησης της ίδιας της ελληνικής εθνικής ταυτότητας. Με άλλα λόγια αντι-μουσουλμανισμός και αντισημιτισμός αποτέλεσαν δύο από τα σπουδαιότερα κοινωνικά χαρακτηριστικά αναφορικά με τη γένεση και την περαιτέρω διαμόρφωση της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας [6].

Αυτό δεν πρέπει να το λησμονούμε, αντίθετα να φτάνουμε την κριτική μας ανάλυση πέρα ως πέρα γιατί η θεωρία και η πρακτική για τον σοσιαλισμό/κομμουνισμό ή θα είναι σε πλήρη και κατηγορηματική ρήξη με τις αλληλο-συμπληρωματικές μορφές των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και σε ευθεία εναντίωση με την εθνική ιδεολογία και συγκρότηση ή απλά δεν μπορεί να υπάρξει ως τέτοια.

Γι’ αυτό άλλωστε για “Ισλαμοφασισμό” κάνουν λόγο πλείστοι ακροδεξιοί και δημοκράτες Χριστιανοί οι οποίοι έμπλεοι στη θεοκρατική οντολογία και στο φετιχισμό τους θεωρούν το Κοράνι “πιο εγγενές στο φασισμό” σε σχέση με τη δική τους Βίβλο αγνοώντας την αρχαϊκή καρδιά που χτυπάει στο στήθος του σύγχρονου νεωτερικού κόσμου του κεφαλαίου. Ο “Ισλαμοφασισμός” γίνεται εδώ το προκατηγορικό πεδίο αντίληψης και εν ταυτώ το “κενό σημαίνον/πασπαρτού” για την ιδεολογική συσπείρωση των Χριστιανικών Δημοκρατικών Κρατών-Εθνών της Δύσης ως Ορθολογικών ενάντια στην “Αυτοκρατορία του Απόλυτου Κακού”, ενάντια στην πολλά Ανορθολογική και ολίγον Αρχαΐζουσα Ισλαμική Βαρβαρότητα της Ανατολής.

(5)

Από την άλλη, ο Δημοκρατικός καταγγελτικός λόγος που εγκαλεί τη Δύση για “Ισλαμοφοβία” πιάνεται κάθε φορά στον ύπνο όταν ξεχνά πως έχει ως αναφορά και ως σιωπηλή προϋπόθεσή του -“πάνω” από το κεφάλι του και “πίσω” από την πλάτη του – το εκκοσμικευμένο “Εδεμικό Ιδεώδες” (Marx): το Κράτος-Έθνος των αφηρημένων ελευθεριών και των ατομικών πολιτικών δικαιωμάτων όπου το θρήσκευμα απλώς και αδιάφορα συγκαταλέγεται μέσα σε αυτά ως άλλη μια “ιδιωτική ατομική υπόθεση” και “προσωπική υποκειμενική επιλογή του καθενός” (Droit sans phrases) εντός του “αντικειμενικά αφηρημένου” Δημόσιου χώρου κυκλοφορίας των υποκειμένων της “αξίας”.

Συνεπάγεται συλλογιστικά λοιπόν από την ίδια τη Δημοκρατική αντίληψη του κατεγγελτικού λόγου περί “Ισλαμοφοβίας” πως το εκκοσμικευμένο Κράτος-‘Έθνος που αυταρχικοποιείται, που περιστέλλει δικαιώματα, που τρέφει και πολλαπλασιάζει συμβολικές “φοβίες” και πραγματικούς αποκλεισμούς κτλ είναι ένα Κράτος που παρεκκλίνει από τη “δίκαιη και πραγματική φύση του” και-ως-τέτοιο παρεκκλίνων (από την υπονοούμενη “δημοκρατική εθνική ουσία” του) καταγγέλλεται ως άδικο, αφύσικο ή και διεφθαρμένο και “φοβικό”, πως κάποιους/ες αδικεί γιατί τους αποκλείει από την αφηρημένη κοινότητα των Πολιτών του, δεν εξασφαλίζει δηλαδή για όλους/ες “ίσες ευκαιρίες” αξιοποίησης του “ανθρώπινου κεφαλαίου” ανεξαρτήτως θρησκεύματος, φύλου, εθνότητας κτλ κτλ.

(6)
Εδώ αξίζουν να σημειωθούν δύο πράγματα.

Κατά πρώτο λόγο η “υπερπροσφορά” του ανθρωπόμορφου εμπορεύματος “εργασιακή δύναμη” (Camatte) δημιουργεί ολόκληρες στρατιές αποκλεισμένων που δεν μπορούν να ενσωματωθούν/προσδεθούν σε καμία νομική/δικαιϊκή μορφή, όσο “ελαστική” και “μαύρη” αν γίνεται αυτή, για να οξύνει ορθολογικά (δηλαδή διαστροφικά) τον ανταγωνισμό ανάμεσα στους αποκλεισμένους, εντός και εκτός της μισθωτής σχέσης. Δημιουργούνται έτσι από την ίδια τη φετιχιστική διαδικασία “αξιοποίησης της αξίας” μέσω της αφηρημένης εργασίας που “ενσωματώνει πετώντας εκτός” άνθρωποι και πληθυσμοί “περιττοί”, “ανάξιοι για να ζουν”. Αυτό φαινομενολογικά μπορεί να αναγνωσθεί και ως “κρίση” του Κράτους-Έθνους που πάει χέρι-χέρι με τον “εκφασισμό του Δημοκρατικού Κράτους” όπου ως δυσδιάκριτες πλέον πολιτικές μορφές τσιμεντώνουν το “Αντικειμενικό Πνεύμα” (Hegel) των κοινωνιών του Κεφαλαίου-της-Κρίσης. Φαινομενολογικά μιλώντας και η μία και η άλλη υπάρχουν μόνον “αρνητικά”: η μία / Δημοκρατία / δομείται τροφοδοτούμενη και νοηματοδοτούμενη αποκλειστικά μέσα στο ρευστό και μεταβαλλόμενο πεδίο αποκλεισμού της από την άλλη / Φασισμός / και το αντίστροφο. Στο ασταθές και ευμετάβλητο αλλά κοινό πεδίο αμοιβαίου αποκλεισμού τους παράγονται κάθε φορά “αρνητικά” οι “νέοι θετικοί” προσδιορισμοί και των δυο. Μέσα από αυτό το “διπλό δεσμό” λοιπόν εγγυάται η μία “αρνητικά” τη “θετική” ύπαρξη της άλλης, μέσα από τον “αέναο” εκφασισμό της Δημοκρατίας και τον “αέναο” εκδημοκρατισμό του Φασισμού.

Κατά δεύτερο λόγο η Δημοκρατική καταγγελτική κριτική για τη νεο-φασίζουσα, “Ισλαμοφοβική” και ό,τι άλλο “φοβική” παρέκκλιση του εκκοσμικευμένου Κράτους-Έθνους (“φοβική” παρέκκλιση από τι; αν όχι από την υποτιθέμενη “πραγματικά πραγματική φύση του” που δεν μπορεί να είναι άλλη από το Κράτους Δικαίου και τη Δημοκρατία) είναι στη λογική της συγκρότηση ταυτόσημη με την υπερβατολογική καταγγελία του Πιστού στο Ισλάμ που μέμφεται και καταγγέλλει τον ISIS ως “εκτρωματική, αδιανόητη ανωμαλία” που ουδεμίαν σχέση μπορεί να έχει με την κοινότητα των Πιστών και με αυτή καθεαυτή την “πραγματική Αλήθεια” του Νόμου και του Λόγου του Προφήτη. Παραφράζοντας τον Μαρξ του “Εβραϊκού ζητήματος” ο καταγγελτικός Δημοκρατικός Πολιτικός Λόγος διακρίνεται και ορίζεται από τη βαθύτατα θεολογική και θρησκευτική σχέση του με την αφηρημένη καθολικότητα του Κράτους-Έθνους και της “ίσης πρόσβασης” στην αφηρημένη λογική και πρακτική της αξιοποίησης του “ανθρώπινου κεφαλαίου”: για τον Πολίτη ως υποκείμενο της “αξίας” το κοσμικό Κράτος-Έθνος που αυταρχικοποιείται είναι/γίνεται αντιληπτό ως “παραφύση παρέκκλιση” από την Ιδεώδη Δημοκρατική μορφή της Ισότητας, του Δικαίου, της Αδελφότητας κτλ, για τον Πιστό στο Ισλάμ ως υποκείμενο της “θρησκείας” ο ISIS είναι/γίνεται αντιληπτός ως ακατανόητη “ανωμαλία” από το Ιδεώδες του Προφητικού Λόγου κτλ, όταν η ουσία του κοινωνικού ζητήματος είναι ακριβώς αυτή η λειτουργική ομολογία των κοινωνικών φαινομενολογικών μορφών του Πολίτη και του Πιστού. Για τον Πολίτη ως υποκείμενο της “αξίας” το Κράτος-Έθνος είναι η “αντικειμενικά” αφηρημένη κοινότητα της “ολοκλήρωσης” και της “πλήρωσης του Εαυτού” με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που για τον Πιστό στο Ισλάμ ως υποκείμενο της “θρησκείας” ο Λόγος και ο Νόμος του Προφήτη είναι η “αντικειμενικά” αφηρημένη κοινότητα της δικής του “ολοκλήρωσης” και “πλήρωσης του Εαυτού”.

Μια κομμουνιστική κριτική του “αντικειμενικού φετίχ” της αξιακής μορφής και των ιδιαίτερων ιστορικών τρόπων της κοινωνικής του συγκρότησης δεν μπορεί παρά να προϋποθέτει και την ίδια την κριτική της θρησκείας εν γένει όχι ως ένα εξωτερικό διακοσμητικό της συμπλήρωμα αλλά ως θεμελιακό και καθοριστικό της στοιχείο. Η κριτική του κοινωνικού φετίχ της “αξίας” δεν μπορεί να είναι/γίνει πλήρης και συγκροτημένη χωρίς την πλήρη και συγκροτημένη κριτική του κοινωνικού φετίχ της “θρησκείας”: το κλειδί της κατανόησης του ενός ανοίγει την πόρτα της εξήγησης του άλλου και το αντίστροφο. Για αυτό λοιπόν οι ανεστραμμένες ταυτολογίες του τύπου ο Πολίτης είναι Πιστός, ο Πιστός είναι Πολίτης όχι μόνο δεν αναλύουν τίποτε αλλά αποτελούν μια σιωπηλή απολογητική τόσο της “θρησκείας” όσο και της “αξίας” καθώς χάνονται όλες οι αναλυτικές διακρίσεις και τα ιδιαίτερα περάσματα από το νεωτερικό κοσμικό στο νεωτερικό θεολογικό και το αντίστροφο. Με σαφή πρόθεση και σκοπό την κριτική της κοινότητας των Πιστών και των Πολιτών όχι ως ταυτόσημων βουβών φαινομενολογιών αλλά ως αλληλοσυμπληρωματικών και φενακισμένων κοινωνικών μορφών ύπαρξης γύρω από την “αξία” δηλώνουμε ξεκάθαρα πως δεν μας απασχολεί η μεταφυσική ανεύρεση της “καλύτερης ή χειρότερης Πίστης”. Προβληματικοποιούμε την ίδια την κατηγορία της “Πίστης” χωρίς κανένα φετίχ αντι-θρησκευτικού λόγου και χωρίς να συγχέουμε εσκεμμένα με μια μεταμοντέρνα σαλάτα δύο διαφορετικές κοινωνικές σημασίες της αφηρημένης γενικής έννοιας “πίστη” για να επιτελέσουμε με αυτό τον τρόπο τη σιωπηλή απολογητική της (ισλαμικής εν προκειμένω) θρησκείας: η “πίστη” στη Μάρκα, στο Χρήμα, στο Θέαμα, στο Επιστημονικό/Τεχνολογικό Θαύμα κτλ δεν συγκροτεί ένα συλλογικό πολιτικό υποκείμενο αλλά ατομικοποιημένους κοινωνικούς “πιστούς και λάτρεις” εμπορευμάτων στην κοινωνία του Κεφαλαίου και του εκκοσμικευμένου Κράτους-Έθνους του. Η “πίστη” σε ένα θρησκευτικό δόγμα που είναι ένα σώμα με την κοινωνική αναπαραγωγή της καθημερινότητας είναι αδιαχώριστη από τη συλλογική πολιτική συγκρότηση της θρησκείας με τον “πιστό” ως “λάτρη και υποκείμενο” στην κοινωνία του κεφαλαίου και του θεοκρατικού Κράτους του.

(7)

Πέρα από τον ανοιχτό ή μασκαρεμένο Δημοκρατικό καταγγελτικό λόγο των αναρχικών, αριστερών κ.α. περί “Ισλαμοφοβίας” της Δύσης υπάρχει και αυτός των “εκμηδενιστών” της Δύσης “αντιφασισμός” που χρησιμοποιούν αδιαφοροποίητα τον αφηρημένο γενικό όρο “Ισλαμοφοβική Δύση” ή “Φασιστική Δύση”. Ο μεταμοντέρνος μοντέρνος “αντιφασισμός” αυτών των πολιτικών ομάδων φυτρώνει 1) πάνω στο πτώμα της κρίσης/κατάρρευσης της συλλογικής εργατικής ταυτότητας/υποκειμενικότητας και της ταυτόχρονης αδυναμίας να επανεμφανιστεί ηγεμονικά το πρόταγμα για τον σοσιαλισμό/κομμουνισμό και 2) πάνω στο συγγενές -με την εργατική ταυτότητα πτώμα- της Αντι-ιμπεριαλιστικής Ιδεολογίας αναζητώντας εναγωνίως ένα a priori επαναστατικό παντοδύναμο/εσχατολογικό υποκείμενο επιφορτισμένο με μια κρυπτική “ταυτότητα της μη ταυτότητας”, δηλαδή με μια οντολογική Μυθική Διαφορά και Ετερότητα που δεν είναι παρά η άλλη όψη και πλευρά μιας Απόλυτης και Εσώκλειστης Ταυτότητας το αυθυπόστατο της οποίας μυστικιστικά και ταυτολογικά “ενσαρκώνεται” στην υποστασιοποιημένη και διϊστορική κοινωνική φιγούρα του “καταπιεσμένου από τη Δύση”, του ριζωματικού “Άλλου”, του “μη-Δυτικού”. Η μεταμοντέρνα ιδεολογία ως θεο-λογία της “λύτρωσης του Εαυτού” μέσω του οντολογικού “Άλλου” και ο “αντιφασισμός” της δεν είναι απλώς ύστερη νεωτερική αστική ιδεολογία: είναι ο ήχος από την καμπάνα του θανάτου της με το κοινωνικό a priori της αξικής μορφής να σέρνει στην πραγματική του αφαίρεση (Metafisica Reale) “ολόκληρο τον κόσμο” μέχρι την “τελική” εκμηδένισή του.

Η κρίση του κομμουνιστικού προτάγματος και ο φετιχοποιημένος αντικαπιταλισμόςγέννησε και ένα πολιτικό μεταμοντέρνο τερατούργημα πολύ συχνά ενσωματώσιμο στην κυρίαρχη εθνική αφήγηση (π.χ. στην περίπτωση της γερμανικής). Οι μεταμοντέρνες ιδεολογικές αφηγήσεις που συχνά πάτησαν σε αυτή την απουσία του κομμουνιστικού κινήματος ενάντια στο υπάρχον, βγήκαν στην επιφάνεια δήθεν προβάλλοντας “νέες” απαντήσεις σε “παλιά” προβλήματα που το κομμουνιστικό κίνημα αδυνατεί να απαντήσει. Έτσι η γενική παραδοχή “αγώνας ενάντια στην εκμετάλλευση” (exploitation) αντικαταστάθηκε από τον αγώνα ενάντια στις “διακρίσεις” (discrimination), της πολιτικής των “ταυτοτήτων” (identity politics), το critical whiteness κοκ. Εκτός του ότι αυτές οι θεωρίες έχουν τα δικά τους όρια θα μπορούσαμε να σημειώσουμε ότι στην κύρια πολιτική αφήγηση αυτών των τάσεων συναντούμε έναν από τους πιο χυδαίους αντικομμουνισμούς και το πιο αντιδιαλεκτικό τρόπο προσέγγισης των κοινωνικών ζητημάτων που συχνά αμφιταλαντεύεται μεταξύ της “δημοκρατίας” και του “μηδενισμού”. Αυτές οι θεωρίες αδυνατούν να συλλάβουν το κεφάλαιο ως σχέση κοινωνικής κυριαρχίας [7] με μια ιδιαίτερα σύνθετη και ολοποιητική δομή πρακτικών και νοητικών κατηγοριών. Αυτός είναι και από τους βασικότερους λόγους που συναντούμε συχνά σε αυτούς τους πολιτικούς χώρους τραγικές αντιφάσεις. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση μιας “think tank” αυτού του χώρου της Judith Butler η οποία από τη μία μιλάει για την αποδόμηση των κοινωνικών φύλων και από την άλλη στηρίζει καθεστώτα όπως στην Γάζα της ΧΑΜΑΣ.

(8)

Και κάπου εδώ ερχόμαστε αντιμέτωποι με τα θεωρητικά και πρακτικά αδιέξοδα, με την κυκλική και μονολιθική λογική των όρων “Ισλαμοφοβία” και “Ισλαμοφασιμός” που έχουν στο νοηματοδοτικό τους πυρήνα, συνειδητά ή ασυνείδητα, μια Δύση Παντοδύναμη, Πανούργα και Ιμπεριαλιστική (που-ως-τέτοια-για-όλους-τους-Δημοκράτες) έρχεται διαρκώς και ακαταλήπτως σε αντίθεση με τις “φυσικές και θεμελιώδεις ανθρώπινες αξίες” γεννώντας από το κεφάλι της (όπως ο Δίας την Αθηνά) Τέρατα/Φρανκενστάιν και μια Ανατολή διαρκές θύμα του Ιμπεριαλισμού και της Διαβολικής Δύσης αλλά και εν δυνάμει Αντι-Ιμπεριαλιστική και Μυθική “πηγή Αντίστασης” μέσα από το μαγικό ραβδάκι της εργατικής Ταυτότητας, της ριζωματικής Διαφοράς και του χυδαίου εσχατολογικού Μαρξισμού που μετατρέπει τον “Ιερό Πόλεμο και Αγώνα ενάντια-στη-Δύση” σε “ψευδή συνείδηση” και απλή θρησκευτική θολούρα μιας “βαθύτερης ταξικής” ή ό,τι “άλλο” οντολογικής “ουσίας” που παντοτινά και αιωνίως υπολανθάνει πίσω-από-όλα-τα-φαινόμενα ως καθαρό desideratum: ο αέναος μανιχαϊστικός ανταγωνισμός Αστών και Προλετάριων, Κεφαλαίου και Εργασίας, Κυρίαρχης Ιμπεριαλιστικής Δύσης και Κυριαρχούμενης Αντι-Ιμπεριαλιστικής Ανατολής. Το πώς μερίδα των Ευρωπαίων αριστερών, αναρχικών, “αντιφασιστών” κ.α. αντιλαμβάνεται την αραβο-ισραηλινή σύγκρουση η οποία όλο και περισσότερο διαποτίζει το πτώμα της Αντι-Ιμπεριαλιστικής και εθνικής ιδεολογίας με θρησκευτικές αφηγήσεις που φλερτάρουν ανοιχτά με τον αντισημιτισμό είναι χαρακτηριστική επί αυτού.

Πρέπει λοιπόν να είμαστε σαφής και ξεκάθαροι. Όσοι σήμερα μιλάνε για “Ισλαμοφασισμό” στην ουσία οι προθέσεις τους δεν είναι να προσδιορίσουν θεωρητικά και κοινωνικά τα καθεστώτα που έχουν εγκαθιδρυθεί στην Μέση Ανατολή και την Βόρεια Αφρική, αλλά νασχετικοποιήσουν δύο διαφορετικές έννοιες και πραγματικότητες, με διαφορετική κοινωνικο-ιστορική και πολιτική βαρύτητα εντός του καπιταλιστικού συνεχούς. Δεν θα μπορούσε παρά σήμερα να λειτουργούν τέτοιου είδους πολιτικές αντιλήψεις ως βούτυρο στο ψωμί εκείνων που ονειρεύονται πογκρόμ ενάντια στις μουσουλμανικές κοινότητες στις Ευρωπαϊκές καπιταλιστικές μητροπόλεις. Στο φαντασιακό αυτών των πολιτικών τάσεων, οι μουσουλμάνοι που ζουν στη “δύση” είναι οι εν δυνάμει τρομοκράτες, μια άλλη διάσταση του “εσωτερικού” και “εξωτερικού Εχθρού” που δεν συμμορφώνεται με τις παραγωγικές νόρμες της κανονικότητας των “δυτικών” καπιταλιστικών κοινωνιών.

Σε μια εποχή που οι νεο-φασίστες κάνουν παρέλαση σε αρκετές χώρες της Ε.Ε και αλλού, μάλλον θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί και να μην αφήνουμε περιθώρια για παρανοήσεις. Αυτό βέβαια κατ’ ουδένα τρόπο δεν πρέπει να μας εμποδίζει να εντοπίζουμε τον πιο χυδαίο αντισημιτισμό (π.χ. της ΧΑΜΑΣ) που σήμερα κάνει λόγο στο μανιφέστο της για ένα νέο ολοκαύτωμα και την εξόντωση των Εβραίων ξανά. Ούτε όμως και στο να εντοπίζουμε ποιοι είναι οι πολιτικοί και ιδεολογικοί τους σύμμαχοι στη “δύση” που και αυτοί μέσα από τον αντισιωνισμό κρύβουν το διαχρονικό τους αντισημιτικό λόγο και τις αστείες θεωρητικά αντισημιτικές “αναλύσεις” τους για τον καπιταλισμό. Αναλύσεις που καταλήγουν επικίνδυνα κοντά στο εθνικοσοσιαλιστικό “αντικαπιταλιστικό” φαντασιακό, το Άουσβιτς ως ένα εργοστάσιο καταστροφής της αξίας [8]. Η “Ισλαμοφοβία” από την άλλη είναι και αυτός ένας όρος που αλληλο-τροφοδοτείται και συνδέεται με τον πρώτο (άσχετα με το ποιος τον χρησιμοποίησε πρώτος) και συχνά αποτέλεσε και αποτελεί κύριο συστατικό της εθνικής αφήγησης καθεστώτων (π.χ. του Ιράν) που και αυτό έχει τον αντισημιτισμό ως κυρίαρχη ιδεολογική προτεραιότητα. Κατηγορούμε κάποιον/α για “Ισλαμοφοβία” κάθε φορά που μας βγάζει τα αντισημιτικά μας σκατά στην φόρα. Ένα δόγμα που σήμερα επηρεάζει και τον αντιφασιστικό χώρο που αρνείται πεισματικά να ασκήσει κριτική γιατί κάτι τέτοιο αποτελεί δήθεν “προνόμιο του δυτικού”. Η “Ισλαμοφοβία” λοιπόν λειτουργεί συχνά όπως και ο αντικομμουνισμός. Μπορείς να μιλάς για ό,τι άλλο θες εκτός από την ουσία αυτού του γυάλινου κόσμου. Ένα είδος λογοκρισίας που θα ζήλευε ίσως και η σταλινική γραφειοκρατία.

(9)

Με τις ψευδο-συγκεκριμένες έννοιες του “Ισλαμοφασισμού” και της “Ισλαμοφοβίας” η συγκεκριμένη και ιδιαίτερη κοινωνική αλληλο-παραγωγή “δύσης” και “ανατολής” εξαφανίζεται από το προσκήνιο και μαζί με αυτήν και η ίδια η “ουσία” του κοινωνικού ζητήματος, δηλαδή η λειτουργική ομολογία μεταξύ της “Τζιχάντ και του Ιερού Πολέμου Ενάντια στη Δύση” ως ύστερου νεωτερικού και αδιαχώριστα θρησκευτικού/πολιτικού φαινομένου οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων και του “Αιώνιου Κυνηγιού και Αγώνα-για-την-Υπεραξία” στα υπαρκτά ιστορικά πλαίσια της κρίσης της παγκοσμιότητας των “κοινωνικών σχέσεων της αξίας” (Kurz) και των ιδιαίτερων γεωπολιτικών/στρατιωτικών/κρατικών συγκρούσεων και (απο)συγκροτήσεων που η ίδια η διαιώνιση του κοινωνικού Μολώχ της αξίας αναγκαστικά επιφέρει στους τόπους που η Δύση τούς ονομάζει Μέση Ανατολή.

Ο “πραγματισμός” και ο “ρεαλισμός” της Δύσης είναι θρησκευτικής προέλευσης και θεο-λογικών καταβολών: οι θρησκευτικοί/χριστιανικοί πόλεμοι της καπιταλιστικής προϊστορίας οδήγησαν στη διαμόρφωση του Απολυταρχικού Κράτους με την “Πολιτική Οικονομία των Όπλων” το οποίο “πλήρως” εκκοσμικευμένο οδηγεί στο Εθνικό Κράτος Φυσικού Δικαίου της “ελεύθερης” Αγοράς (Kurz, Barnes [9]). Ο θρησκευτικός/ισλαμικός φονταμενταλισμός της Ανατολής είναι “πραγματιστικός” και “ρεαλιστικός”: αμφότεροι “δύση” και “ανατολή” συγκροτούνται από μια κοινή πρακτική και ιδεολογική δομή όπου ο ένας πόλος ορίζεται μέσω του αποκλειόμενου άλλου και το αντίστροφο, σαν καταστατικό Εμπόδιο στη φαντασμαγορική “ολοκλήρωσή” τους. Για τους “δυτικούς εσχατολόγους” το “τέλος της Ιστορίας” έχει “δικαιωματικά παρέλθει” με το εκκοσμικευμένο Φυσικό Κράτος-Έθνος και την “ελευθερία” της Οικονομίας της Αγοράς, για τους “ανατολικούς εσχατολόγους” με την Επιστροφή, “φυσική και δικαιωματική”, στο Αυθεντικό Χαλιφάτο.

(10)

Η αρχαϊκότητα θα εκμοντερνίζεται και η νεωτερικότητα θα αρχαΐζει βασανιστικά και “χωρίς τέλος” όσο ο γόρδιος δεσμός και το κοινωνικό ιερογλυφικό της αξιακής μορφής ως φετιχιστικής “φυσικής” ανθρωπινότητας και “αυθεντικής” κοινωνικότητας δεν κόβεται, όσο οι κομμουνιστικοί λόγοι και οι πρακτικές συντρίβονται, τόσο στη “δύση” όσο και στην “ανατολή”.

Το κείμενο του Jacques Wajnsztejn -το οποίο αναδημοσιεύουμε κριτικά- είναι ίσως από τα ελάχιστα που θέτουν το ζήτημα των κοινωνικών χαρακτηριστικών του πολιτικού Ισλάμ ως ύστερη νεωτερική σύμπλευση “πολιτικού” και “θρησκευτικού” και από την άλλη το ίδιο αυτό ζήτημα της ιδιαίτερης σύμπλευσης τίθεται μέσω πολλών προβληματικών σημείων που τείνουν να το ακυρώσουν ως τέτοιο. Σε αρκετά σκοτεινά σημεία το κείμενο υπονοεί μονολιθικά δίπολα/διχοτομήσεις και ταυτολογικές αντινομίες Πίστης και Λογικής, Θρησκείας και Πολιτικής, όπου ο ένας πόλος φορτίζεται εμμενώς με αυτοφυή “θετικότητα” μέσω της “αιώνιας” αντιπαραβολής με το τυπικά αντίθετό του (Λογική και Πολιτική versus Πίστη και Θρησκεία).

Στις ίδιες τις προϋποθέσεις της αυτή η συλλογιστική είμαι οντολογική και όπως κάθε οντολογία, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι απολογητική: ενώ στην αρχή αφήνεται να εννοηθεί πως το κείμενο ασκεί κριτική σε όλες τις θρησκείες, στη συνέχεια απομονώνεται το ίδιο το πολιτικό Ισλάμ από το ενεργό φάσμα της νεωτερικότητας που το καθιστά αυτό-που-είναι για να κατασκευαστεί ένα εντελώς φανταστικό Ισλάμ εν γένει και ιστορικά αυτοφυές που κατά ένα μυστήριο τρόπο αυτό και μόνο κουβαλά όλα τα άσχημα βάρη της νεωτερικότητας και ως τέτοιο φωτογραφίζεται “πιο εγγενές” στον ανορθολογισμό, στο φανατισμό και στην “τρομοκρατία” όχι μόνο σε σχέση με όλες τις άλλες θρησκείες αλλά και σε σχέση με τη Λογική και την Πολιτική που βόσκουν “καθαρές και αυτούσιες” σε κάποιο υπερβατολογικό υπερπέραν. Για αυτό λοιπόν και ο συγγραφέας είναι συνεπής με την αστική οντολογία του όταν κάνει λόγο -αναφορικά με την αραβο-ισραηλινή σύγκρουση- για “διολίσθηση” από τους “θετικούς” πολιτικούς/εθνικούς όρους στους “αρνητικούς” θρησκευτικούς με τον αντισιωνισμό να ανήκει κατά έναν αυτονόητο και αυταπόδεικτο τρόπο στους πρώτους και ο αντισημιτισμός στους δεύτερους.  Μόνο που ο αντισημητισμός είναι μέσα στον αντισιωνισμό “όπως η καταιγίδα μέσα στα σύννεφα”. Όταν μιλάει πρόστυχα, τότε μιλά για το “εγκληματικό κράτος του Ισραήλ”. Όταν εμφανίζεται ευπρεπής, τότε μιλά για το “προωθημένο φυλάκιο του Ιμπεριαλισμού” (Ζαν Αμερύ, Ο Έντιμος Αντισημιτισμός) [10].

Η κριτική της εθνικής ιδεολογίας είναι αναπόσπαστο κομμάτι της κριτικής του συνόλου των πολιτικών μορφών της καπιταλιστικής κοινωνίας. Το Έθνος δεν είναι ένα αστικό φαντασιακό που συγκροτείται αυθύπαρκτα αλλά τόσο η προϋπόθεση όσο και το αποτέλεσμα της ομοιογενοποιητικής διαδικασίας συγκρότησης κοινωνικού “ανθρώπινου κεφαλαίου” (οι μοντέρνοι “Πολίτες”) μέσω του Κράτους. Το Έθνος με άλλα λόγια δεν είναι μια αρχαϊκή ιδεολογική εξαπάτηση της αστικής τάξης, ένα ψέμα που μπορούμε να το ξεφορτωθούμε αν απαλλαγούμε από όλους τους καπιταλιστές του πλανήτη. Το Έθνος ως “πνευματική” συγκολλητική “ουσία” των αντιφάσεων και των ανταγωνισμών μέσα στο Κράτος και ανάμεσα στα Κράτη είναι ριζωμένο ταυτόχρονα στις ομοιογενοποιητικές κοινωνικές πρακτικές συσσώρευσης κεφαλαίου και στην κατασκευή του διαχρονικού “Κακού/Κατώτερου/Ανώτερου/Επικινδύνου Άλλου”, αναδύεται ιστορικά ως νοητική κατηγορία με το Απολυταρχικό Κράτος και βρίσκεται στην καρδιά του Δημοκρατικού Κράτους Δικαίου της ελεύθερης διεθνούς αγοράς. Μέσα στο σαρωτικό “ρεύμα της Προόδου” (Kurz) της καπιταλιστικής ιστορίας όπου -εν μέσω πολέμων και γενοκτονιών- διαμορφώθηκαν τα σύγχρονα Κράτη-Έθνη, η αφηρημένη “ιδιότητα του πολίτη” δεν συνέπεφτε άμεσα με τον “εθνικά αφομοιωμένο” κι ένα ζήτημα άνοιγε χωρίς διευκρίνιση μέχρι να βρεθεί η “τελική λύση”: Ο Εβραίος, αυτός ο “διαχρονικός Άλλος”, ο υπεύθυνος “όλων των Δεινών”, παρέμενε χωρίς δικό του Κράτος, στο “σβέρκο” των Εθνών-Κρατών που τον “ανέχονταν” και τον “φιλοξενούσαν”. Ο εθνικοσοσιαλισμός και το Ολοκαύτωμα ως μια βιομηχανία αφανισμού και εξόντωσης του “διαχρονικού Άλλου” και της “Αντιφυλής” που ενσαρκώνει το “Απόλυτο Κακό” είναι ένα γεγονός που σημαδεύει τους όποιους στοχασμούς για το τι μπορεί πια να σημαίνει “πολιτισμός” και “ζωή στον καπιταλισμό”. Το ισραηλινό Κράτος ως το “Κράτος των Εβραίων” παραμένει ο “διαχρονικός Άλλος” ανάμεσα στα Κράτη, ο “Απόλυτα Κακώς” και “Παντοδύναμος Πανούργος Εβραίος” που από την εξόντωσή του εξαρτώνται οι “τύχες του κόσμου” (Adorno)[11]. Ο αριστερός όσο και ο δεξιός αντισιωνισμός απαιτεί -με τον ένα ή άλλο τρόπο- την καταστροφή του ισραηλινού Κράτους. Με άλλα λόγια απαιτεί -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- ένα νέο Ολοκαύτωμα.

Υποσημειώσεις και Παραπομπές

[1] Μέσω της αυθαίρετης διχοτόμησης μεταξύ της “θρησκείας” και της “ιδεολογίας” φορτώνονται με μαγικό τρόπο τα συγκεκριμένα πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά της πρώτης στη δεύτερη, ανυψώνοντας με μια ταχυδακτυλουργία την πρώτη στον επουράνιο θρησκευτικό αιθέρα της Πίστης που ουδεμίαν σχέση μπορεί να έχει με τα πολιτικά και κοινωνικά εγκόσμια. Μέσα από αυτή την διπλή ζωή της θρησκείας στον καθαρό ουρανό και στον πραγματικό κόσμο ο συγκεκριμένος πολιτικός και κοινωνικός χαρακτήρας της εκκενώνεται από το πραγματικό περιεχόμενό του και σε ένα δεύτερο χρόνο το “κακό” περιεχόμενο που αμαυρώνει τον “καλό” επουράνιο αιθέρα της Πίστης αποβάλλεται ως “ιδεολογία”. Με αυτό το τρικ για μαθητευόμενους μάγους η συγκεκριμένη κριτική στη θρησκεία ως ιδεολογία με καθορισμένα κοινωνικά και ιστορικά περιεχόμενα αποβάλλεται και απωθείται εκ των προτέρων ως αρρωστημένη παράκρουση ή τρέλα.

[2] Η Πολιτική, το Κράτος, το Δίκαιο και η Οικονομία ανήκουν στο “Αντικειμενικό Πνεύμα” μιας κοινωνικής ιστορικής Εποχής, η Επιστήμη, η Τέχνη, η Φιλοσοφία και η Θρησκεία στο “Απόλυτο Πνεύμα”. Οι χεγκελιανές φιλοσοφικές κατηγορίες δεν είναι απλώς και μόνο το προφανές, δηλαδή μια φυσικοποίηση και οντολογικοποίηση των ιδιαίτερων πρακτικών και νοητικών κατηγοριών της νεωτερικής αστικής εποχής. Είναι και μια μυστικοποιημένη προσπάθεια να προσδιοριστούν αυτές οι κατηγορίες ως συγκεκριμένες ιστορικές δραστηριότητες που διαμεσοποιούν τις ανθρώπινες, κοινωνικές σχέσεις. Για τον Χέγκελ ως αστό φιλόσοφο και κριτικό απολογητή της αστικής κοινωνίας το αστικό “Πνεύμα” – είτε το “Αντικειμενικό”, είτε το “Απόλυτο” – είναι μια αφηρημένη καθολική κατηγορία “διϊστορικού ιστορικού χαρακτήρα” της “εν γένει Ανθρωπότητας”: η ιστορία υπήρξε και υπάρχει μόνο για να “κορυφώνεται διαλεκτικά” στη σύγχρονη αστική κοινωνία η οποία φιλοσοφικά (οντολογικά και γνωσιολογικά) εν κρυπτώ προϋποτίθεται της ίδιας της πραγματικής και της συγκεκριμένης κοινωνικής ιστορίας ως η “μόνη Αληθινή” και “πραγματικά πραγματική” Κοινωνία και Ιστορία. Το Πραγματικό είναι Ορθολογικό και το Ορθολογικό είναι Πραγματικό (Hegel) μέσα από μια αφηρημένη Διαλεκτική Εννοιών και Πραγματικότητας που δεν μπορούν να είναι “άλλες” από την αστική κοινωνία και τις “πνευματικές” μορφές της. Τούτων λεχθέντων ας σημειωθεί εδώ πως οι κατηγορίες του “ορθόδοξου” μαρξισμού των βουβών “υλικών οικονομικών σχέσεων” και των “ανταγωνιστικών υλικών συμφερόντων” ως κοινωνική Βάση και των αποκομμένων “ιδεών” και “μορφών συνείδησης” ως κοινωνικό Εποικοδόμημα είναι χαρακτηριστικές και προσιδιάζουσες στην αστική κοινωνική μεταφυσική και οντολογία. Από την άλλη, μια κριτική αφομοίωση των χεγκελιανών φιλοσοφικών κατηγοριών είναι απαραίτητη και αναγκαία για τη ριζοσπαστική κριτική της ίδιας της αστικής οντολογίας.

[3] Ένα ενδιαφέρον βιβλίο (με στοιχεία που είναι όμως υπό αμφισβήτηση ως προς την εγκυρότητά τους) είναι το βιβλίο “Πειρατικές Ουτοπίες” του Peter Wilson. Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Αλεξάνδρεια”.

[4] Κόντρα στις (μετα)εργατιστικές, χυδαίες μαρξιστικές και εν δυνάμει αντισημιτικές αντιλήψεις, η “σχέση κεφάλαιο” της πραγματικής και ολοκληρωτικής υπαγωγής δεν είναι μια αιώνια μανιχαϊστική διαμάχη και μια αδιαμεσολάβητη ουσιοκρατική ταξική αντιδικία μεταξύ “καπιταλιστών-αστών” από τη μια και “εργατών- προλετάριων” από την άλλη με τους πρώτους να “κλέβουν” με νομικά τερτίπια την “παραγώμενη αξία” από τους δεύτερους. Ο Μαρξ διαχωρίζει τόσο λογικά όσο και ιστορικά την τυπική από την ουσιαστική (πραγματική) υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο. Με την τυπική υπαγωγή η καπιταλιστική κοινωνική σχέση υπάρχει και ταυτόχρονα δεν υπάρχει, δηλαδή ο καπιταλιστικός τρόπος (ανα)παραγωγής της κοινωνικής ζωής δεν υφίσταται ως ένα ενιαίο, συγκεκριμένο και εσωτερικά διαφοροποιημένο/λειτουργικά τεμαχισμένο/σχιζοειδές όλον αλλά βρίσκεται στη “φάση” της διαμόρφωσής του χρησιμοποιώντας ως δεκανίκια του προγενέστερους τρόπους/μορφές κοινωνικής (ανα)παραγωγής.

Με την ουσιαστική υπαγωγή η καπιταλιστική κοινωνική σχέση “αυτο-προϋποτίθεται” δημιουργώντας η ίδια όλες τις προϋποθέσεις της ως αποτελέσματα της δικής της δράσης. Με άλλα λόγια με την ουσιαστική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο η ολότητα της κοινωνικής ζωής δημιουργείται και αναπαράγεται σαν κοινότητα του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο της πραγματικής και της μετέπειτα ολοκληρωτικής υπαγωγής (Ανθρωπομορφοποίηση του Κεφαλαίου με όρους του Jacques Camatte) ορίζει τις ίδιες τις μορφές της αστικής υποκειμενοποίησης που είναι κοινές τόσο στους “καπιταλιστές” όσο και στους “εργάτες”. Όπως έγραφε και ο Μαρξ στο “Κεφάλαιο”, οι κατηγορίες της Πολιτικής Οικονομίας (κέρδος, μισθός, τιμές, εμπόρευμα, χρήμα, αξία, εργασία, κεφάλαιο, γεωπρόσοδος κτλ) είναι κοινωνικά “έγκυρες” και ως τέτοιες είναι αντικειμενικές και πρακτικές μορφές της νόησης των ανθρώπων υπό τους ιδιαίτερους ιστορικούς όρους της καπιταλιστικής αναπαραγωγής της κοινωνικής ζωής. Η συγκεκριμένη θεωρητική έννοια του “κεφαλαίου” λοιπόν αναφέρεται στη μυστικοποιημένη/πραγμοποιημένη κοινωνική σχέση των ανθρώπων (σ.σ. “χρήμα που τίκτει χρήμα”, “αξία που αυτο-αξιοποιείται” αλέθοντας “αφηρημένη εργασία”) δομημένης ως ιστορικής ολότητας που οικοδομείται και αναπαράγεται από ιδιαίτερες νοητικές και πρακτικές κατηγορίες του κοινωνικού Είναι μέσα από τις οποίες συγκροτείται και η ίδια η αντίληψη του “πραγματικού” τόσο υποκειμενικά όσο και αντικειμενικά. Η σχιζοειδής διάκριση του κεφαλαίου σε “συγκεκριμένη, ζωντανή” και “αφηρημένη, νεκρή εργασία” (“μέσα παραγωγής”, “πρώτες ύλες” κτλ) δεν αποτελούν αντιθετικές και αδιαμεσολάβητες κατηγορίες της “Τίμιας Εργασίας” των εργατών ενάντια στο “Μοχθηρό Κεφάλαιο” των καπιταλιστών που ιδιοποιούνται νομικά την υπεραξία ως ένα κοινωνικά ουδέτερο και αδιάφορο “υπερπροϊόν”.

Η διάκριση αυτή είναι χαρακτηριστική του “κοινωνικά αντικοινωνικού” υποκειμένου της αξίας ως αντικειμένου-για-το-κεφάλαιο, δηλαδή της ταυτολογικής κοινωνικής διαδικασίας συσσώρευσης του κεφαλαίου ως γενικού αυτο-σκοπού μέσα από τις διάφορες μορφές μεταμόρφωσης της αξίας ως πρακτικής/πραγματικής κοινωνικής μεταφυσικής: από την Ιερή “παραγωγική” μορφή του χρήματος και της “παραγωγικής κατανάλωσης” του εμπορεύματος “εργασιακή δύναμη” στη “μη παραγωγική” κυκλοφορία/κατανάλωση των εμπορευμάτων που πραγματοποιεί το Κοσμικό Θαύμα και Μυστήριο, την “παραγμένη υπεραξία”, την “αέναη αυτο-αξιοποίηση της αξίας” μέσω της “αφηρημένης εργασίας” της οποίας ο μόνος πραγματικός προσδιορισμός είναι ακριβώς αυτή η καθολική αφαιρετικοποίησή της από κάθε συγκεκριμένο, ζωντανό, ιδιαίτερο περιεχόμενο. Στις κοινωνίες του κεφαλαίου όπου η εμπορευματική (αξιακή) μορφή του κοινωνικού προϊόντος είναι η καθολική μορφή της κοινωνικής (ανα)παραγωγής οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο όχι σαν συγκεκριμένα, ιδιαίτερα και διαφορετικά κοινωνικά άτομα αλλά σαν αφηρημένους αγοραστές και πωλητές εμπορευμάτων όπου η ex post facto “ατομική εργασία” τους αναπαρίσταται μέσω του χρήματος ως αφηρημένη και αδιαφοροποίητη “ίση ανθρώπινη εργασία γενικά” μετρήσιμη σε αφηρημένο κοινωνικό χρόνο εργασίας, ποιοτικά ομογενοποιημένο και ποσοτικά δυναμοποιημένο.

Η συσσώρευση του κεφαλαίου, η πραγματική κοινωνική μεταφυσική της αξιακής μορφής που “αυτο-αξιοποιείται” σαν “αυτόματο υποκείμενο” (Μαρξ) καθίσταται δυνατή με την πρακτική αναγωγή της συγκεκριμένης κοινωνικής δραστηριότητας σε αφηρημένη εργασία, σε εργασία γενικά, σε μισθωτή και ανταγωνιστικά ατομικοποιημένη εργασία που μετριέται με-το-ρολόι σε ομοιογενής μονάδες χρόνου. Το πρακτικό μεταφυσικό τέρας της αφηρημένης εργασίας αντικειμενοποιείται πραγμωδός, μηχανιστικά και αθροιστικά, ως “στοιχειώδης” και “απλούστατη δαπάνη εργασιακής δύναμης”, ως ομοιογενής “φορέας” μιας αφηρημένης και αδιαφοροποίητης “ουσίας”, της “αξίας”, που όταν “καταναλώνεται παραγωγικά” (όσο “καίγεται” και “αναλώνεται”) παράγει νέα αφηρημένη αξία αξιοποιώντας τη νεκρή παρελθοντική αφηρημένη “γνώση και εργασία” που ενσωματώνονται και συσσωρεύονται σαν αλλότριες και “αισθητά υπεραισθητές δυνάμεις” στις μηχανές. Η έννοια λοιπόν και η πραγματικότητα της “ταξικής πάλης” ως “αέναου Αγώνα και Ανταγωνισμού” για την παραγωγή και την αναδιανομή του κοινωνικού φετίχ της “αξίας” περιλαμβάνει και περιλαμβάνεται στην έννοια και στην πραγματικότητα του κεφαλαίου.

Δεν υπάρχει “νίκη” της εργατικής τάξης που να μην είναι ταυτόχρονα και “ήττα”: η “πάλη των τάξεων” δεν είναι κάποια οντολογική/υπερϊστορική και αναπόδραστη συνθήκη των ανθρώπινων, κοινωνικών σχέσεων εν γένει αλλά μια συγκεκριμένη πρακτικο-νοητική κατηγορία της ιδιαίτερης ιστορικής ανθρωπολογίας του κεφαλαίου. Οι “Εποχές των Επαναστάσεων” δεν έχουν απλώς και μόνον παρέλθει οριστικά. Η “Επανάσταση” είναι από τα βασικά συμβολικά και πρακτικά εμπορεύματα που διαιωνίζουν την κυριαρχική τελεολογία του κεφαλαίου. Στην εποχή της “ανθρωπομορφοποίησης του κεφαλαίου” η ίδια η έννοια της “επανάστασης” πρέπει να επαναστατικοποιηθεί εγκαταλείποντας στην ιστορική λήθη την αναζήτηση a priori “επαναστατικών υποκειμένων”, αναζητώντας τους τρόπους να απελευθερωθούμε στη θεωρία και στην πράξη από το “αυτόματο υποκείμενο” της αξιακής μορφής ως μυστικοποιημένης και ολοποιητικής κοινωνικής σχέσης.

[5] Κυκλοφορούν αρκετές αναλύσεις από “ανταγωνιστική σκοπιά” (ο καθένας και η καθεμιά ξέρει που να τις βρει και να τις διαβάσει) που βλέπουν στη ριζοσπαστικοποίηση του πολιτικού Ισλάμ (και στην αποκορύφωσή του στον ISIS) απλώς μια “ψευδή συνείδηση” και μια θρησκευτική μυστικοποίηση του οντολογικού/μανιχαϊστικού ανταγωνισμού μεταξύ των Κακών (Αράβων και μη) Καπιταλιστών και των Καλών (Αράβων και μη) Εργατών και δε θέτουν καν το πρόβλημα της ριζοσπαστικοποίησης του (πολιτικού) Ισλάμ, γιατί πολύ απλά με αυτούς του ψευδο-φαινομενολογικούς όρους δεν υπάρχει τίποτε άλλο πέρα από τη διαρκή και αιώνια ιδεολογική εξαπάτηση των “εργατών” από τους “μη εργάτες”, από τους μοχθηρούς και τετραπέρατους Καπιταλιστές. Τα πάντα ανάγονται και εξηγούνται a priori μέσα από μια επίμονη ταυτολογία της αστικής/χριστιανικής/προτεσταντικής οντολογίας της “εργασίας” και της αιώνιας “ταξικής της πάλης” και η ζωή συνεχίζεται στην παραμυθένια χώρα της Επανάστασης αρκεί οι Μαύρες Σημαίες του Ισλαμικού Κράτους να καταργηθούν μαζί-με-αυτό και ως εκ Θαύματος να “αλλάξουν σημαινόμενα” και να γίνουν Κόκκινες, Μαυροκόκκινες ή ό,τι άλλο επιθυμούμε στο μαγικό κόσμο των υπεραιώνιων και παντοδύναμων Ταξικών Ανταγωνισμών που καθορίζουν-τα-πάντα χωρίς να καθορίζονται-από-τίποτε. Ορισμένοι προφήτες της “εποχής των ταραχών” περιμένουν την όξυνση της προλεταριακής “ουσίας” και του “εσωτερικού ανταγωνισμού” μέσα στο Ισλαμικό Κράτος όπως και σε κάθε άλλο Κράτος χωρίς να μπορούν ή να θέλουν να καταλάβουν πως καμία Κρατική πολιτική μορφή ως κοινωνική μορφή (είτε κοσμική, είτε θεοκρατική) δε μπορεί να γεννηθεί, να διαμορφωθεί και να εδραιωθεί ως τέτοια μέσα από αυτό που-ακόμα-δεν-υπάρχει, τον “εσωτερικό ανταγωνισμό” ο οποίος ως νεωτερική έννοια και πρακτική δεν είναι a priori “επαναστατικός” αλλά αναγκαίος και ουσιαστικός για την ίδια τη δυναμική και τη διαιώνιση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων.

[6] Ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα είναι το βιβλίο την Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου με τίτλο: “Ο Άλλος Εν Διωγμώ: η εικόνα του Εβραίου στη Λογοτεχνία, Ζητήματα Ιστορίας και Μυθοπλασίας” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θεμέλιο Αθήνα 1998 και συγκεκριμένα το κεφάλαιο “Η Κατασκευή του Εβραίου στην Ελλάδα” σελ. 196. Για την κατάσταση της Μουσουλμανικής μειονότητας στην Ελλάδα δείτε και τη συνέντευξη με τον Δημήτρη Λιθοξόου στο Shades Ιούλιος 2016https://theshadesmag.wordpress.com/2016/07/07/dimitrislithoksoou/

[7] Παραπέρα ανάγνωση και παραπομπές στα αγγλικά στο βιβλίο του Moishe Postone: Time, Labor, and Social Domination, A Reinterpretation of Marx’s Critical Theory 1996http://www.cambridge.org/us/academic/subjects/sociology/social-theory/time-labor-and-social-domination-reinterpretation-marxs-critical-theory

[8] Moishe Postone, Οι Ιστορικοί και το Ολοκαύτωμα, εκδόσεις Ισνάφι Ιωάννινα 2006 σελ 35.

[9] Robert Kurz, Realists and Fundamentalists
http://www.exit-online.org/textanz1.php tabelle=transnationales&index=1&posnr=70&backtext1=text1.php
Will Barnes, Revolutionary Origins of Freedom in the Epoch of Capital’s Formal Domination of Labor. Ολόκληρο το βιβλίο και το θεωρητικό έργο του συγγραφέα εδώ:
https://intcssc.wordpress.com/texts/

[10] Zan Amery “Ο Έντιμος αντισημιτισμός”, βρείτε το κείμενο στα αγγλικά εδώ:https://rosswolfe.files.wordpress.com/2016/07/jean-amecc81ry-antisemitism-and-the-left-the-respectable-antisemitism-1973.pdf

[11] Theodor Adorno & Max Horkheimer, “Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού” στο κεφάλαιοΣτοιχεία του αντισημιτισμού, εισαγωγή, σελ. 277 εκδόσεις Νήσος 1996

πηγή:


https://theshadesmag.wordpress.com/2016/09/14/islamofoviakaiislamofasismos/

Posted in: Uncategorized