Με τους εργάτες ή με τους φτωχούς; Μέρος Ι

Posted on 14 Σεπτεμβρίου 2016

0


Με τους εργάτες ή με τους φτωχούς; Μέρος Ι

Applicants for Admission to a Casual Ward after 1908 by Sir Luke Fildes 1843-1927

«Υπάρχουν σε όλες τις μεγάλες πόλεις λάκκοι των λεόντων, σπήλαια ασφαλισμένα με χοντρά κάγκελα, όπου τοποθετούνται τα άγρια θηρία, τα δύσοσμα ζώα, τα βλαβερά κτήνη, όλες οι ανυπότακτες διαστροφές που ο πολιτισμός δεν μπόρεσε να τιθασεύσει, εκείνοι που αγαπούν το αίμα, εκείνοι που η πυρκαγιά τους διασκεδάζει όπως τα πυροτεχνήματα, εκείνοι που απολαμβάνουν την κλοπή, εκείνοι για τους οποίους η προσβολή στην αιδώ θεωρείται έρωτας, όλα τα τέρατα στην καρδιά, όλοι οι παραμορφωμένοι στην ψυχή – ρυπαρός πληθυσμός, άγνωστος στο φως της μέρας, που μυρμηγκιάζει απαίσια στα βάθη των καταχθόνιων σκοταδιών. Κάποια μέρα, συμβαίνει να ξεχάσει ο αφηρημένος θηριοφύλακας τα κλειδιά του στην πόρτα του θηριοτροφείου, και τα αγρίμια ξεχύνονται στην τρομοκρατημένη πόλη με άγρια ουρλιαχτά. Από τα ανοιχτά κλουβιά, ορμάνε οι ύαινες του ’93 και οι γορίλες της Κομμούνας».Τεοφίλ Γκοτιέ
Η εφαρμογή του Μνημόνιου ΙΙΙ από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α ενδέχεται να βάλει ξανά στην πολιτική ημερήσια διάταξη το ζήτημα της κατάργησης των ποσοστώσεων στις ομαδικές απολύσεις, την υιοθέτηση νομοθετικών ρυθμίσεων, που θα καταστήσουν πρακτικά αδύνατη την προκήρυξη μιας απεργίας με τρόπο που να κατοχυρώνεται από τον νόμο, και μια σειρά από άλλες γενικές διατάξεις που θα στρέφονται ευθέως ενάντια στις μάζες των εργαζόμενων και θα συμβάλλουν στην περαιτέρω τροποποίηση του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων υπέρ των πολιτικών και οικονομικών ελίτ. Η Τρόικα δεν χρειάζεται καν να απαιτήσει την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων αυτών με το όνομα τους. Είναι αρκετό για τους επικυρίαρχους του διεθνοποιημένου κεφαλαίου να επιμείνουν στην αναγκαιότητα της εξαπόλυσης φορολογικών επιδρομών και της βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής και να περιμένουν υπομονετικά την στιγμή που οι καιροσκόποι της συγκυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α/ΑΝ.ΕΛ θα κατανοήσουν ότι σε μια οικονομία, που βασίζεται στις ανοικτές και πλήρως απορρυθμισμένες αγορές, η ανάπτυξη καθορίζεται από τον βαθμό ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και ο βαθμός ανταγωνιστικότητας καθορίζεται από την μείωση του κόστους της παραγωγής, δηλαδή την δραστική υποτίμηση της εργασίας. Από αυτή την άποψη, εργασιακά δικαιώματα, συνδικαλιστικές κατακτήσεις καθώς και η θεσμοποιημένη εκπροσώπηση των εργαζόμενων στα όργανα λήψης αποφάσεων, η ραχοκοκαλιά, δηλαδή, της κοινωνικής δύναμης, στην οποία μπορούσε να υπολογίζει ο θεσμός του κατεστημένου συνδικαλισμού, δεν συνιστούν, παρά τα υπολείμματα μιας ιστορικής συγκυρίας, που έχει παρέλθει οριστικά και είναι μόνο θέμα χρόνου να σαρωθούν από το νεοφιλελεύθερο κυκλώνα.Θα μπορούσε αυτή να είναι μια εξέλιξη ικανή να μας χαροποιήσει σαν αναρχικούς; Στο κάτω κάτω, η αναδίπλωση που επιβάλλεται στον γραφειοκρατικό συνδικαλισμό και η εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας των διαμεσολαβητικών μηχανισμών, που έχει στη διάθεση του, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εντατικοποίηση της Κοινωνικής Πάλης και την όξυνση της συγκρουσιακής δυναμικής ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την απελευθέρωση των δυνάμεων της εργασίας από το ρεφορμιστικό ζουρλομανδύα που τους έχει επιβληθεί και θα άφηνε το πεδίο ανοικτό, ώστε οι ομάδες των κοινωνικών αγωνιστών να μπορέσουν να οργανώσουν και να συσπειρώσουν τις δυνάμεις των εργαζόμενων προς μία αντισυστημική κατεύθυνση. Παρόλα αυτά, η αύξηση του μισθού και η κατοχύρωση μιας σειράς από δικαιώματα στον χώρο της εργασίας αποτελούν την αναγκαία συνθήκη, προκειμένου να επιβιώσουν τα εξαρτημένα κοινωνικά στρώματα μέσα στις συνθήκες κοινωνικού κανιβαλισμού που θεσμοποιεί το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Είναι γεγονός ότι οι πρώτες εκλάμψεις του σοσιαλισμού και η εμφάνιση ενός οργανωμένου εργατικού κινήματος, κατά την περίοδο μετά την ίδρυση της Πρώτης Διεθνούς, προήλθαν, σε μεγάλο βαθμό από τη γενικευμένη εξαθλίωση των εργαζόμενων τάξεων και τη συνακόλουθη αναγκαιότητα για ανάληψη συλλογικής δράσης εκ μέρους τους, προκειμένου να αντιμετωπιστούν συνολικά οι συνθήκες που διαιώνιζαν την καταπίεση και την εκμετάλλευση τους. Μάλιστα, η παντελής απουσία θεσμικών μηχανισμών που να καθιερώνουν έναν βαθμό κοινωνικής κινητικότητας για μεμονωμένες κοινωνικές μονάδες, σήμαινε ότι οι ατομικές στρατηγικές σωτηρίας δεν μπορούσαν να ευδοκιμήσουν και καθιστούσε επιτακτική την αναγκαιότητα για ταξική οργάνωση και δράση, ένα ζήτημα ζωής ή θανάτου για τις μάζες των εργαζόμενων.Κατά την άποψή μας, είναι μάλλον αβέβαιο αν το συλλογικό αίτημα για πολιτική και οικονομική χειραφέτηση των μαζών θα είχε κάνει την δυναμική εμφάνιση του, αν πρώτα δεν είχε παρουσιαστεί η ανάγκη για την απελευθέρωση των μη-προνομιούχων από τον ζυγό των καπιταλιστών και αν το ζήτημα της ανατροπής του θεσμικού πλαισίου του συστήματος της οικονομίας της αγοράς δεν είχε τεθεί με όρους ενός ζητήματος ζωής ή θανάτου για τα προλεταριακά στρώματα. Εξού και η χιλιαστική πίστη στο όραμα της κοινωνικής επανάστασης, από την οποία εμφορούνταν οι αγωνιστές του αντισυστημικού εργατικού κινήματος και η ετοιμότητα που επέδειχναν, να υποστούν οποιαδήποτε θυσία στο βωμό της απελευθέρωσης της τάξης τους. Προς επίρρωση του παραπάνω ισχυρισμού, ας παραθέσουμε τα λόγια του θρυλικού αναρχικού αγωνιστή Μπουοναβεντούρα Ντούρουτι, ο οποίος, όταν ρωτήθηκε από ανταποκριτές του ξένου τύπου αν τον φόβιζε η βαναυσότητα με την οποία διεξαγόταν ο εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία, απάντησε:«Εμείς είμαστε που χτίσαμε αυτά τα παλάτια και τις πόλεις, εδώ στην Ισπανία και στην Αμερική και παντού. Εμείς, οι εργάτες. Μπορούμε να χτίσουμε άλλα για να πάρουν τη θέση τους. Και καλύτερα από τα προηγούμενα! Δεν τα φοβόμαστε τα ερείπια, ούτε στο ελάχιστο. Εμείς πρόκειται να κληρονομήσουμε τη γη. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για αυτό. Η μπουρζουαζία μπορεί να ανατινάξει και να καταστρέψει τον ίδιο της τον κόσμο προτού αποσυρθεί από το προσκήνιο της ιστορίας. Εμείς κουβαλάμε έναν καινούριο κόσμο εδώ, μέσα στις καρδιές μας. […] Αυτός ο κόσμος μεγαλώνει ακόμη και τώρα, με κάθε λεπτό που περνάει».[1]Το πρόβλημα, ωστόσο, που υπεισέρχεται εδώ και το οποίο καλείται να επιλύσει η σύγχρονη αναρχική σκέψη, είναι ότι η παρακμή του επίσημου συνδικαλισμού συντελέστηκε παράλληλα με την υποχώρηση του ίδιου του εργατικού κινήματος ως υπολογίσιμης δύναμης στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης. Αν το καθεστώς συνδιαχείρισης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς (κεφάλαιο, κράτος, συνδικάτα), που είχε επιβληθεί κατά τη σοσιαλδημοκρατική φάση της νεωτερικότητας, όφειλε την ύπαρξη του στην γεωμετρική αύξηση της ισχύος των ενώσεων των εργαζόμενων, χάρη στις συνθήκες πλήρους απασχόλησης που είχαν επικρατήσει λίγο πριν την μετάβαση στο νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο,[2] η διεξαγωγή διαπραγματεύσεων υπό τη «στοργική» αιγίδα του Κράτους για την υπογραφή συλλογικών συμβάσεων εργασίας και η συμμετοχή των εκπροσώπων των εργαζόμενων στα ΔΣ των εταιρειών, αποτέλεσαν το εφαλτήριο για την αποπολιτικοποίηση των συνδικάτων και την ουσιαστική αποδυνάμωση τους από την σκοπιά της ταξικής ισχύος. Η πρακτική των συλλογικών διαπραγματεύσεων, από τη μία, παρείχε έμμεση θεσμική αναγνώριση στη σημασία που το σύστημα απέδιδε στον σεβασμό των συμφερόντων των εργαζόμενων. Από την άλλη, είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας συνδικαλιστικής ελίτ, ενταγμένης πολιτισμικά και υλικά στο σύστημα, η οποία είχε κάθε συμφέρον να μετατρέψει τα όργανα ταξικής απελευθέρωσης των υποτελών κοινωνικών στρωμάτων σε εργαλεία ενσωμάτωσης ολόκληρου του εργατικού κινήματος. Έτσι, κόντρα στη λογική της αδυσώπητης κοινωνικής σύγκρουσης και των αντιτιθέμενων συμφερόντων ανάμεσα στις ελίτ και τις εξαρτημένες κοινωνικές ομάδες, επικράτησε η αντίληψη για μια συμβιωτική σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία.Οι εργαζόμενοι συνήθισαν να εκλαμβάνουν τον καπιταλιστικό όμιλο που εκμεταλλευόταν την εργασία τους σαν τη «δική» τους επιχείρηση, προσδοκώντας να βάλουν χέρι σε ένα ισχνό, αλλά, παρόλα αυτά, εγγυημένο, μερίδιο από τα εταιρικά κέρδη. Ενσαρκώνοντας μια ζώσα κοινωνική δύναμη, που είχε την ικανότητα, είτε να εμποδίσει αποτελεσματικά τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος με τις απεργιακές κινητοποιήσεις της, ή να συμβάλλει τα μέγιστα στην ομαλή διαιώνιση των βασικών δομών του, μέσω της ενεργούς αποδοχής της μορφής του καταναλωτή-εργαζόμενου, το οργανωμένο κίνημα των δυνάμεων της εργασίας ουδέποτε επιζήτησε την χειραφέτηση του, αλλά προτίμησε να επαναπαυτεί στην αναγνώριση που έσπευσαν να του χαρίσουν απλόχερα οι επικυρίαρχοι του Κράτους και του κεφαλαίου. Η εργασία μετατράπηκε σε μόνιμη μεταβλητή της γενικότερης αναπτυξιακής εξίσωσης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, με τα δικά της επενδυμένα προνόμια και συμφέροντα, χωρίς διόλου να ενδιαφέρεται προκειμένου να αμφισβητήσει τη λειτουργία που της είχε ανατεθεί μέσα στο θεσμικό πλαίσιο με το οποίο η εξίσωση έκανε πράξη την αναπαραγωγή της στο κοινωνικό πεδίο. Διότι, κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε την ανατροπή ολόκληρου του κοινωνικού συστήματος που υποβαθμίζει τις δυνάμεις της εργασίας και τους παραχωρεί υποδεέστερη θέση στην κοινωνική ιεραρχία.Από αυτή την άποψη, μπορεί κανείς βάσιμα να ισχυριστεί ότι ο ρεφορμισμός ανταποκρίνεται σε δύο σταθερά ψυχικά γνωρίσματα του ανθρώπου, των οποίων αποτελεί εμπράγματη έκφραση. Το πρώτο από αυτά είναι η φυσική αποστροφή που αισθάνονται τα περισσότερα ανθρώπινα όντα για οποιοδήποτε είδος οδύνης, ταλαιπωρίας ή κακομεταχείρισης. Προτού λάβει την θεσμική κατοχύρωση του από το Κράτος, το εργατικό κίνημα είχε πίσω του δεκαετίες απάνθρωπων αστυνομικών διώξεων και κρατικών δολοφονιών. Τα απανταχού σοσιαλιστικά κόμματα, με τις πασιφιστικές μεθόδους τους και την ευυπόληπτη κοινοβουλευτική τους δράση, πρόσφεραν στους εργαζόμενους μια ελκυστική διέξοδο από τον φαύλο κύκλο της ηρωικής εξέγερσης και της επακόλουθης αιματηρής καταστολής, δίχως, ωστόσο, να προτίθενται να αμφισβητήσουν έμπρακτα την υποτελή θέση τους στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας.[3] Από την άλλη, ο ρεφορμισμός επενεργεί θετικά στο ηδονιστικό στοιχείο, που συνιστά μια εκ των φυσικών ορμών που διαμορφώνουν τα κίνητρα της συμπεριφοράς των ανθρώπων. Πρόκειται για τη λογική του οικονομικού ανταλλάγματος, μιας παγιωμένης συναλλακτικής νοοτροπίας ανάμεσα στις τάξεις που εδώ και χρόνια ο αναρχικός χώρος μάταια κατακεραυνώνει και αποκηρύσσει δημόσια με το συνθηματολογικής υφής απόφθεγμα της «εξαγοράς των συνειδήσεων».Φυσικά, δεν ωφελεί σε τίποτα να αναθεματίζουμε το προλεταριάτο επειδή διακατέχεται από μια πέρα ως πέρα φυσιολογική και ορθολογική επιθυμία να βελτιώσει τους υλικούς όρους της ζωής του, καταβάλλοντας, παράλληλα, τη μικρότερη δυνατή προσπάθεια για να το πετύχει. Ούτε μπορούμε να καταφερόμαστε ενάντια στους εργαζόμενους, επειδή έσπευσαν να κάνουν χρήση των θεσμικών μηχανισμών που τέθηκαν στη διάθεση τους από τις ελίτ, προκειμένου να ξεφύγουν από τις κατώτερες βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας κι έτσι να κάνουν πράξη το ιδανικό μιας ψευδεπίγραφης κοινωνικής κινητικότητας. Ακόμη και οι αναρχοσυνδικαλιστές και οι επαναστάτες συνδικαλιστές των αρχών του προηγούμενου αιώνα, αποδέχονταν την αντίληψη ότι οι εργατικές ενώσεις και τα συνδικάτα αποτελούσαν όργανα ταξικής πάλης, που, σε πρώτη φάση, απέβλεπαν με τη δράση τους στο πεδίο του βιομηχανικού ανταγωνισμού, στην καλυτέρευση των συνθηκών διαβίωσης των προλετάριων, με την έννοια της αύξησης των μισθών και της δραστικής μείωσης των ωρών της εργασίας. Από την άλλη, τα αιτήματα για την αναγνώριση της οικιακής εργασίας και την καθιέρωση ενός «κοινωνικού μισθού», που βρέθηκαν στην προμετωπίδα κάποιων από τις απεργίες που οργανώθηκαν από την ιταλική Αυτονομία στα μέσα της δεκαετίας του 1970[4], ισοδυναμούν ουσιαστικά με μια απόπειρα ριζοσπαστικοποίησης της ρεφορμιστικής λογικής που διαπερνά την πολιτική των αιτημάτων, μεταβάλλοντας τα ποιοτικά, σε αιτήματα-που-είναι-αδύνατο-να-πραγματοποιηθούν, εφόσον η ικανοποίηση τους συνεπάγεται την έμπρακτη αμφισβήτηση και παρακώλυση των βασικών διαδικασιών κοινωνικής αναπαραγωγής του συστήματος της οικονομίας της αγοράς.Βλέπουμε λοιπόν, ότι ακόμη και οι οργανώσεις που ανήκαν στο επαναστατικό φάσμα της εναλλακτικής παράδοσης της Αυτονομίας, δεν ήταν απολύτως διαχωρισμένες από τις ρεφορμιστικές επιρροές, εννοώντας με αυτό τη μέριμνα για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των μαζών και την ενσωμάτωση αυτής της μέριμνας σε μια στρατηγική και ένα πρόγραμμα καθολικής ανατροπής του συστήματος. Ωστόσο, γνωρίζουμε από τον Γκαίτε ότι οι δοσοληψίες με τον διάβολο επισύρουν ένα δυσβάσταχτο τίμημα. Παζαρεύοντας την άνοδο του βιοτικού επιπέδου της τάξης τους, οι εργάτες σιγά σιγά απώλεσαν την αυτονομία της ταξικής συνείδησης τους, η οποία δεν συνίσταται σε τίποτε άλλο εκτός από την πεποίθηση ότι η ίδια η κοινωνική τάξη των προλετάριων διαθέτει τις δυνάμεις, τις συλλογικές δεξιότητες, αλλά πρωτίστως, τη συσσωρευμένη εμπειρία και το όραμα για να αναμορφώσει την κοινωνία σύμφωνα με τις δικές της επιθυμίες, αντιλήψεις και συμφέροντα. Με άλλα λόγια, η αντισυστημική ταξική συνείδηση αναπτύσσεται και εμπεδώνεται όταν μια κοινωνική τάξη, αντιλαμβάνεται εαυτόν και αυτοπροσδιορίζεται σαν ο κατεξοχήν συλλογικός φορέας για μια διαδικασία ριζοσπαστικής αλλαγής της κοινωνίας. Εφόσον αυτή η προοπτική του κοινωνικού μετασχηματισμού εκλείψει από τις συνειδήσεις των εργαζόμενων, τότε εκείνοι χάνουν την αυτοτέλεια τους ως τάξη και μετατρέπονται σε εξαρτημένα υποχείρια των πολιτικών και οικονομικών ελίτ, τις οποίες έχουν απόλυτη ανάγκη για να μπορέσουν να συντηρηθούν και να επιβιώσουν.[5]Όσο για την εργατική αριστοκρατία του επίσημου συνδικαλισμού, που κάποτε μιλούσε στο όνομα μιας υπαρκτής και υπολογίσιμης δύναμης, της συλλογικής δύναμης των εργαζόμενων, αίφνης βρέθηκε επικεφαλής ενός απονεκρωμένου κινήματος, του οποίου μόνο το εξωτερικό κέλυφος είχε διατηρηθεί, κατά τον ίδιο τρόπο που διατηρούνται ανέπαφοι οι απολιθωμένοι σκελετοί των οστρακοειδών, τη στιγμή που η σάρκα στο εσωτερικό έχει προ πολλού σαπίσει και αποσυντεθεί. Πλέον δεν εκπροσωπούσαν τίποτε και κανέναν, εκτός από τον εαυτό τους. Επομένως, δεν ήταν καθόλου δύσκολο για τα αφεντικά να παραμερίσουν αυτά τα απομεινάρια της ιστορίας και να τα πετάξουν με τις κλωτσιές από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων (π.χ. κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων). Οι πόρτες της εξουσίας έκλεισαν ερμητικά για τους καριερίστες συνδικαλιστές, οι οποίοι δεν έχουν πια έναν διακριτό ρόλο να επιτελέσουν στις διαδικασίες αναπαραγωγής του νεοφιλελεύθερου κοινωνικού παραδείγματος.Μολαταύτα, η μετάλλαξη του κινήματος της οργανωμένης εργασίας δεν συντελέστηκε μόνο στο επίπεδο των υποκειμενικών συνθηκών, δηλαδή στο επίπεδο της παρακμής της εργατικής ταυτότητας ως πολιτισμικού σημείου αναφοράς και ως ενεργού πολιτικού υποκειμένου. Στο επίκεντρο της σταδιακής εξαφάνισης του κοινωνικού φαντασιακού του εργάτη πρέπει να τεθούν οι σημαντικές δομικές αλλαγές που αφορούν την οικονομία στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες (Α.Κ.Χ), όπως είναι η αποβιομηχάνιση του καπιταλιστικού κέντρου, που είχε σαν αποτέλεσμα τη ριζική μεταβολή της ταξικής σύνθεσης του προλεταριάτου στις καπιταλιστικές μητροπόλεις και τη θέσπιση περισσότερο ευέλικτων παραλλαγών της μισθωτής σχέσης. Η διαδικασία αυτή είχε σαν συνέπεια την περαιτέρω εξατομίκευση και τον ανελέητο τεμαχισμό των δυνάμεων της εργασίας, μέσω του διαχωρισμού των εργαζόμενων σε διαφορετικές κατηγορίες και υπο-κατηγορίες, που ανταποκρίνονται στο διαφορετικό επίπεδο εξειδίκευσης, σε κριτήρια εισοδηματικής διαστρωμάτωσης, αλλά και στον τύπο του καθεστώτος της απασχόλησης (και των συνακόλουθων δικαιωμάτων), είτε πρόκειται για μόνιμη εργασία, ή για ένα καθεστώς άτακτης απασχόλησης, ημιαπασχόλησης, κλπ. Ο βαθμός κατά τον οποίο αυτός ο κατακερματισμός επέφερε την αλλοίωση της ίδιας της ταξικής φυσιογνωμίας της εργατικής τάξης και λειτούργησε σαν καταλύτης για ανακατατάξεις ευρείας κλίμακας στο εσωτερικό της, φαίνεται από το γεγονός ότι, στις μέρες μας, η κοινωνική μορφή του άνεργου ή του «λούμπεν» αποσπασματικά εργαζόμενου, αναδύεται ως ισότιμη σε πολιτική σημασία και αριθμητική βαρύτητα με εκείνη του παραδοσιακού εργάτη. Κι ενώ, από τη μία πλευρά, ο παραδοσιακός εργάτης ήταν φορέας μιας σειράς από σταθερά κοινωνικά χαρακτηριστικά που επέτρεπαν στην κοινωνική θεωρία να τον ταξινομήσει με σχετική σιγουριά σε μία συγκεκριμένη θέση μέσα στο ιεραρχικό σύμπλεγμα των θεσμισμένων κοινωνικών σχέσεων των οποίων ήταν μέρος, ο άνεργος ή ο λούμπεν εργαζόμενος σαν κοινωνική μορφή, δηλαδή σαν κοινωνική μονάδα, που εμπλέκεται αντικειμενικά κι επενεργεί υποκειμενικά σε ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων και δομών που εκτείνονται έξω και πέρα από το πεδίο της παραγωγής, εκ πρώτης όψεως, χαρακτηρίζεται από την απουσία αυτών των σταθερών χαρακτηριστικών, και συνακόλουθα από το ενδεχόμενο μιας πολλαπλότητας υποκειμενικοτήτων που υπονομεύουν την πιθανότητα για την παραγωγή ενός ενιαίου ταξικού φαντασιακού. Αυτή η εξέλιξη είναι το δίχως άλλο σημαντική για την Κοινωνική Πάλη, αφού, όπως έγραφε ο Αλεξάντερ Μπέρκμαν, «Ο καπιταλισμός θριαμβεύει όχι τόσο εξαιτίας του καταμερισμού της εργασίας, αλλά χάρη στη διχόνοια που σπέρνει ανάμεσα στους εργάτες. Προσπαθεί να στρέψει τη μία φυλή εναντίον της άλλης, τον βιομηχανικό εργάτη ενάντια στον αγρότη, τον ανειδίκευτο ενάντια στον ειδικευμένο εργάτη, τους εργάτες της μίας χώρας ενάντια στους εργάτες της άλλης. Η δύναμη της τάξης των εκμεταλλευτών έγκειται σε ένα ασύνδετο και διασπασμένο εργατικό κίνημα. Όμως, η κοινωνική επανάσταση έχει ανάγκη την ενότητα των εργαζόμενων μαζών».[6]Από τις παραπάνω παρατηρήσεις, προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο «εργάτης» σαν κοινωνικό υποκείμενο, δεν περιμένει απλώς με εγκαρτέρηση την κατάρρευση των ρεφορμιστικών μηχανισμών που είχαν σχεδιαστεί για να τον κρατούν πειθήνιο και υπάκουο, προκειμένου να ενεργοποιήσει, επιτέλους, το υπολανθάνον επαναστατικό δυναμικό της τάξης του. Σε τελική ανάλυση, η ιδιότητα του εργάτη δεν κάνει τίποτε άλλο από το να περιγράφει την υποδεέστερη θέση που κατέχουν αντικειμενικά οι προλετάριοι μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Όπως με νηφαλιότητα επισημαίνει ο Λ. Φαν ντερ Βαλτ, μπορεί ο Μαρξ να απέδειξε μέσα από την οικονομική θεωρία του ότι η αναπαραγωγή του καπιταλισμού είναι σύμφυτη με την άντληση υπεραξίας μέσα από την πιο άγρια εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης του προλεταριάτου, όμως δεν μπήκε στον κόπο να μας δείξει και τους λόγους για τους οποίους η εκμετάλλευση αυτή καθ’ εαυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται σαν ένα φαινόμενο αποτρόπαιο και ηθικά επιλήψιμο.[7] Και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η επίκληση από μέρους μας «υψηλών» ηθικών αρχών και ενός ανθρωπιστικού ιδεώδους, βγαλμένου μέσα από μεταφυσικές φιλοσοφικές κατασκευές, θα ωφελούσε σε τίποτα την υπόθεση της απελευθέρωσης των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων της κοινωνίας που υφίστανται στο πετσί τους διαχρονικά την καπιταλιστική καταπίεση κι εκμετάλλευση. Σίγουρα, η ηθική μας οφείλει να είναι ακραιφνώς δημοκρατική, μα, πάνω απ’ όλα οφείλει να είναι ταξική / υλιστική. Θα αρκούσε να υπενθυμίσουμε στη (νεο)μπουρζουαζία ότι, εφόσον εξακολουθήσει να στηρίζει ένα κοινωνικό σύστημα που βασίζεται στη δομική πολιτική, οικονομική, κοινωνική και οικολογική βία, αυτό θα σήμαινε ότι αποδέχεται στην πράξη την κυριαρχία της αρχής του δικαίου του ισχυρότερου και ότι αναγνωρίζει σε οποιαδήποτε κοινωνική ομάδα καταφέρει να συγκεντρώσει στα χέρια της μια επαρκή ποσότητα ισχύος, το δικαίωμα να την ανατρέψει και να την υποδουλώσει, όπως έχει υποδουλώσει η μπουρζουαζία τις ομάδες των καταπιεσμένων στο πλαίσιο του ετερόνομου κοινωνικού σχηματισμού που αναπαράγει την κυριαρχία της. Από την άλλη, το περιεχόμενο των πολιτικών εκκλήσεων μας προς το προλεταριάτο δεν χρειάζεται να εξαντλείται σε δακρύβρεχτους ηθικισμούς, αλλά μόνο να εφιστά με πειστικό τρόπο την προσοχή των απανταχού φτωχών και απόκληρων στο γεγονός ότι η πρόσβαση σε μια κατάσταση μετά-σπάνης των αγαθών είναι στην εποχή μας εφικτή για την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της υφηλίου. Και ότι, η πραγματοποίηση αυτού του πέρα ως πέρα ρεαλιστικού στόχου, δεν έχει να κάνει με μια συντονισμένη προσπάθεια αύξησης του παραγόμενου κοινωνικού προϊόντος, δηλαδή με μια προσπάθεια για περισσότερη «ανάπτυξη», με την τεχνοοικονομική έννοια του όρου, αλλά με τη ριζοσπαστική αλλαγή του τρόπου με τον οποίο κατανέμεται ο κοινωνικός πλούτος, ο οποίος είναι ήδη από καιρό διαθέσιμος.[8]Από αυτή την άποψη, ο φτωχός ξεπροβάλλει στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας σαν η ηγεμονική φιγούρα του προτάγματος για την κοινωνική απελευθέρωση. Ενώ η συνοχή του εργατικού δυναμικού κατακερματίζεται από τον καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας και διαρθρώνεται ιεραρχικά στο εσωτερικό του, σχετιζόμενο πολλές φορές ανταγωνιστικά με άλλες μερίδες εργαζόμενων, οι φτωχοί συνιστούν μια ενιαία κοινωνική κατηγορία, εκείνη των θυμάτων της παγκοσμιοποίησης, μέσα στην οποία συμπυκνώνονται και εκδηλώνονται όλα τα επιζήμια χαρακτηριστικά της οικονομίας της αγοράς ως συστήματος κοινωνικής οργάνωσης. Μέσα σε μια συγκυρία όπου η μαρξιανή θεωρία της υπεραξίας αχρηστεύεται από τη γενικευμένη τάση του συστήματος να αποβάλει διαρκώς ολοένα και μεγαλύτερες ποσότητες ζωντανής εργασίας από την παραγωγική διαδικασία, προκειμένου να εξασφαλίσει ικανοποιητικά ποσοστά κερδοφορίας, κι ενώ ο βιομηχανικός εργάτης συνιστά είδος υπό εξαφάνιση στις προηγμένες οικονομίες των Α.Κ.Χ., η υποτάξη των φτωχών εξακολουθεί να παράγεται δομικά από τη νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση του συστήματος και πολλαπλασιάζεται με γεωμετρικούς ρυθμούς, καταλαμβάνοντας μια θέση από τη μεριά των ηττημένων της Κοινωνικής Πάλης. Υπό αυτή την έννοια, η φτώχεια δεν είναι απλώς ένα εργαλείο υποδούλωσης των κατώτερων στρωμάτων του πληθυσμού, διότι ακόμη και η ιδέα της υποδούλωσης υπονοεί την ύπαρξη ενός κοινού τόπου, ενός κοινού εδάφους, μέσα στο οποίο ο εξουσιαστής έρχεται σε αλληλεπίδραση με τον εξουσιαζόμενο και αξιοποιεί την de facto υπεροχή του, μετουσιώνοντας την σε μια εμπράγματη σχέση de jure κυριαρχίας εκ μέρους του ισχυρού και υποταγής από την πλευρά του αδύναμου στο πλαίσιο των αναγκών της εκπλήρωσης μιας συγκεκριμένης κοινωνικής λειτουργίας. Πρόκειται για έναν «ορθολογικό» ορισμό της δύναμης, όπως αυτός διατυπώθηκε από τον Τ. Φωτόπουλο, που ακολουθώντας τον Κ. Καστοριάδη, ορίζει τη δύναμη σαν την «ικανότητα ενός προσωπικού ή απρόσωπου φορέα να υποχρεώνει κάποιον να κάνει (ή να απέχει από την πραγματοποίηση) εκείνου του πράγματος που, αν αφηνόταν μόνος / μόνη της, δεν θα είχε απαραίτητα κάνει (ή πιθανότατα θα είχε πραγματοποιήσει)».[9]Αυτό, με άλλα λόγια, είναι το είδος της δύναμης που μετουσιώνεται στην ανάθεση κοινωνικών ρόλων από τα πάνω, προς τα κάτω. Οι ρόλοι αυτοί μπορεί να εντάσσονται σε καθετοποιημένες δομές και να είναι ιεραρχικοί, ωστόσο εξυπηρετούν μια υπέρτερη σκοπιμότητα, καθότι υπηρετούν αντικειμενικά την καθολική αναπαραγωγή της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας. Αντίθετα, όπως επισημαίνει ο Ζ. Μπάουμαν, τα άπορα στρώματα των ετερόνομων κοινωνιών της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας είναι οι πρώτοι φτωχοί της ιστορίας που δεν έχουν κάποιον ρόλο να επιτελέσουν. Γράφει: «Έτσι, λοιπόν, πρώτη φορά στην καταγεγραμμένη ιστορία οι φτωχοί συνιστούν απλώς σκοτούρα και ενόχληση. Δεν διαθέτουν καμία αρετή, η οποία θα μπορούσε να τους απαλλάξει ή και να αντισταθμίσει τα κουσούρια ή τα βίτσια τους. Δεν έχουν τίποτα να δώσουν σε αντάλλαγμα των κονδυλίων που προσφέρουν οι φορολογούμενοι. Αποτελούν μια κακή επένδυση, που είναι απίθανο να αποδώσει ποτέ τα χρήματα της, πόσο μάλλον να αποφέρει κέρδος. Μια μαύρη τρύπα που ρουφά οτιδήποτε την πλησιάζει και δεν αποβάλλει τίποτε, εκτός από προβλήματα. Τα αξιοπρεπή και κανονικά μέλη της κοινωνίας – οι καταναλωτές – δεν ζητούν τίποτε από αυτούς και δεν αναμένουν τίποτε. Οι φτωχοί είναι τελείως άχρηστοι. Κανένας, κανένας άνθρωπος που έχει κάποιο κύρος, που η άποψη του διαθέτει δύναμη και επιρροή, δεν τους χρειάζεται. Γι’ αυτούς, μηδενική ανοχή. Η κοινωνία θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερη, εάν οι φτωχοί απλώς έβαζαν φωτιά στα καταλύματα τους και έφευγαν. Ο κόσμος θα ήταν πολύ πιο ευχάριστος χωρίς αυτούς. Οι φτωχοί είναι αχρείαστοι, και άρα ανεπιθύμητοι. Κι επειδή είναι ανεπιθύμητοι, χωρίς πολλή θλίψη και ενδοιασμούς, μπορούν να αφεθούν στην εγκατάλειψη».[10]Σίγουρα, οι συνθήκες απόλυτης ένδειας και ο καθολικός ταξικός αποκλεισμός από τις θεσμοποιημένες πηγές εξουσίας, που επιβάλλεται στους άπορους, συνιστούν την αναγκαία συνθήκη για τον συνολικό ετεροκαθορισμό των υποδεέστερων κοινωνικών στρωμάτων από τις ελίτ που συγκεντρώνουν στα χέρια τους όλες τις μορφές δύναμης. Θα μπορούσαμε εδώ να αναφερθούμε στον διαχωρισμό που έκανε ο Γουστάβ Λεμπόν ανάμεσα στις «τακτικές συγκροτημένες ομάδες, σε εκείνο το τμήμα του λαού που υπόκειται σε καθορισμένους νόμους και κανόνες» και σε κάποιες «μεταβατικές και άτακτες μερίδες λαού» που δεν φαίνεται να γνωρίζουν τη θέση τους στο πλαίσιο της ιεραρχικής κοινωνικής ολότητας.[11] Οι μάζες των νεόπτωχων της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας μοιάζουν με αυτές τις «άτακτες» ορδές λαού, με τη διαφορά ότι στη νέα κοινωνική συνθήκη χάνουν τον μεταβατικό τους χαρακτήρα και αποκτούν μόνιμα και παγιωμένα χαρακτηριστικά. Η αδυναμία κοινωνικής ενσωμάτωσης, σε λειτουργικά ιεραρχικά δίπολα, της τεράστιας μάζας των άπορων και των αποκλεισμένων, συμβαδίζει χέρι-χέρι με την έλλειψη μέριμνας για τους φτωχούς, μέσω της οργανωμένης παρέμβασης του Κράτους. Εξαιτίας των ταξικών ιδιομορφιών που παρουσιάζουν σαν κοινωνική ομάδα οι νεόπτωχοι, είτε ανήκουν σε κάποια από τις υπό-κατηγορίες του ενεργού εργατικού δυναμικού είτε όχι, εκ των πραγμάτων, παραμένουν ξένα σώματα σε σχέση με τα υπολείμματα των θεσμών της κοινωνικής πρόνοιας. Για παράδειγμα, το καθεστώς του επισφαλούς εργαζόμενου, από τη φύση του, διέπεται από μια ανομοιομορφία στους όρους και τις συνθήκες της εκμετάλλευσης της εργασίας και γι’ αυτό δεν μπορεί παρά να παραμείνει «αόρατο» για την κρατική γραφειοκρατία, που μπορεί να αντιληφθεί την κοινωνία μόνο μέσω ομαδοποιήσεων με σταθερά κοινωνικά χαρακτηριστικά. Έτσι, καθίσταται ανέφικτη η ένταξη των επισφαλώς εργαζόμενων σε μια ενιαία κατηγορία, π.χ. για τους αποδέκτες ενός κοινωνικού βοηθήματος. Από την άλλη, ο πολλαπλασιασμός των ανέργων, που είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας νεοφιλελεύθερης «αναπτυξιακής» πολιτικής «απελευθέρωσης» των ποσοστώσεων για τις απολύσεις σε όλους τους επαγγελματικούς κλάδους, δεν μπορεί παρά να σηματοδοτήσει την υπονόμευση της ικανότητας του Κράτους να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις που έχει απέναντι στους άνεργους ως κοινωνική ομάδα, αφού η αύξηση του αριθμού των δικαιούχων για το επίδομα ανεργίας, θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στη μείωση του ποσού του επιδόματος, καθώς και στη σκλήρυνση των κριτηρίων για την καταβολή του. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι οι παραπάνω κοινωνικές ομάδες μένουν δομικά εκτός της πρόνοιας του συστήματος, ακόμη κι όταν τυπικά ανήκουν σε αυτήν.Ωστόσο, οφείλουμε σε αυτό το σημείο να παρατηρήσουμε ότι καμιά μορφή εξουσίας δεν μπορεί να αναπαραχθεί, να μετουσιωθεί δηλαδή σε παγιωμένες σχέσεις κυριαρχίας, στο κενό. Η θεσμισμένη ετερονομία του νεοφιλελεύθερου κοινωνικού παραδείγματος δεν εκδηλώνεται μόνο μέσω της αρνητικής διάστασης της πολιτικής της ως κατάργηση, απόσυρση και έλλειψη από τη μεριά του Κράτους και του κεφαλαίου (διασπορά δομικής ανεργίας, διάφορες μορφές κοινωνικού αποκλεισμού, κατάργηση κρατικής πρόνοιας κλπ.), αλλά εμπεριέχει και μια ενεργητική, «θετική» διάσταση, μέσω της έμπρακτης αποδιοργάνωσης των κοινωνικών δικτύων και των συλλογικών θεσμών που είναι ασύμβατοι ή έρχονται σε αντίθεση με τη λειτουργία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η πολιτική «καμένης γης», απέναντι στις κοινότητες των φτωχών στο εσωτερικό, είναι το φυσικό συμπλήρωμα του συστημικού νεοϊμπεριαλισμού στο εξωτερικό, που, εκτός από την καταναγκαστική ενσωμάτωση καινούριων περιοχών της περιφέρειας στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, περιλαμβάνει και ένα πρόγραμμα εκτεταμένης κοινωνικής καταστροφής και διασποράς ενός ελεγχόμενου χάους στις κοινωνίες που οι συστημικές ελίτ αδυνατούν επί του παρόντος να επεκτείνουν την κυριαρχία τους και να τις αναμορφώσουν κατ’ εικόνα και ομοίωση τους.[12] Από αυτή την άποψη, δεν απέχει πολύ η αλληλοεξόντωση των μαύρων, των ισπανόφωνων και των μεταναστών στα γκέτο των μητροπόλεων των Α.Κ.Χ, από την ανθρωποσφαγή που λαμβάνει χώρα στη Λιβύη ή τη Συρία, έπειτα από τις παρεμβάσεις της υπερεθνικής ελίτ στις χώρες αυτές. Όταν οι ελίτ των εξουσιαστών δεν μπορούν να επιβάλουν εκείνο το είδος της τάξης που εξυπηρετεί τα συμφέροντα τους, φαίνεται ότι προτιμούν να υποδαυλίζουν την αταξία. Και μπορεί το Κράτος να έχει γυρίσει την πλάτη του στους νεόπτωχους, αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι θα τους αφήσει ανενόχλητους να συσπειρώσουν τις δυνάμεις της τάξης τους και να αναπτύξουν τους δικούς τους θεσμούς αλληλοβοήθειας και συλλογικής αλληλεγγύης. Όταν οι εξεγερμένες ζαπατιστικές κοινότητες δοκίμασαν να δημιουργήσουν τις δικές τους αυτοοργανωμένες δομές υγειονομικής περίθαλψης στην Τσιάπας, το μεξικάνικο Κράτος απάντησε με αύξηση της καταστολής και των παρενοχλήσεων από τον στρατό, αλλά και με τα εγκαίνια μιας υπερσύγχρονης κλινικής στο Σαν Κριστομπάλ, δίπλα στις εξεγερμένες περιοχές που βρίσκονται υπο τον έλεγχο των ζαπατιστών.[13][1] Who’s Afraid of Ruins?, στο http://theoccupiedtimes.org/?p=12851.[2] Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία, δέκα χρόνια μετά,Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 2008, σσ. 66-67.[3] Μια εξέλιξη που είδαμε να επαναλαμβάνεται στις μέρες μας με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία και τις ελπίδες που εναπόθεσε ένα κομμάτι του αναρχικού χώρου σε αυτή την εναλλαγή στην κορυφή, ως προς το ζήτημα μιας ενδεχόμενης χαλάρωσης της αστυνομικής καταστολής που η κοινοβουλευτική χούντα είχε εξαπολύσει εναντίον του.[4] Όπως έγραφε ο Γ. Καραμπελιάς στην εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου του Τόνυ Νέγκρι, «Κυριαρχία και Σαμποτάζ», «Η παλιά βιομηχανική τάξη μεταβάλλεται η ίδια σε ‘κοινωνικό εργάτη’ μια και στην εποχή μας ο ‘κοινωνικός μισθός’ και οι δημόσιες δαπάνες γίνονται το κέντρο της αντιπαράθεσης. Η κυριαρχία του κοινωνικού μισθού έχει σαν συνέπεια να ‘κοινωνικοποιεί’ ακόμα και την παλιά εργατική τάξη ενώ ταυτόχρονα η έννοια του κοινωνικού εργάτη διευρύνεται με την είσοδο σ’ αυτή νέων προλεταριακών στρωμάτων που αποτελούν μάλιστα και την πλειοψηφία του προλεταριάτου. Είναι οι εργαζόμενοι στη ‘μη παραγωγική εργασία’ που, κάτω από την επέκταση του κοινωνικού κεφαλαίου, μεταβάλλεται σε άμεσα παραγωγική». Στο Α. Νέγκρι & Φ. Γκουαταρί, Από το Κόκκινο στο Πράσινο (Κομμούνα/Θεωρία 9), Αθήνα 1986, σ.13.[5] «Ας μην ξεχνάμε κι ας μην γελιόμαστε! Το προλεταριάτο είναι ακόμη μια μάζα και όχι τάξη. Αν ήταν τάξη, αν είχε μια ξεκάθαρη, πλήρη συνείδηση των δικαιωμάτων του, της λειτουργίας του, της δύναμης του, η εξισωτική επανάσταση θα ήταν παρελθόν και θα μας είχε ελευθερώσει από αυτές τις μελαγχολικές και πικρές σκέψεις. Η μεγάλη μάζα του προλεταριάτου είναι μπουρζουάδικη non nationesed moribus [όχι εκ γενετής αλλά εξ εθίμου] – όχι εξαιτίας της καταγωγής του, γιατί τίποτε δεν βρέθηκε στην κούνια του, αλλά λόγω συνηθειών, προλήψεων, προκαταλήψεων αλλά και συμφερόντων, εφόσον νομίζει ότι τα συμφέροντα των προλετάριων είναι δεμένα και εξαρτώνται από αυτά των αφεντικών, οι οποίοι γι’ αυτόν τον λόγο, γίνονται η ενσάρκωση της θείας πρόνοιας, παρέχοντας μια δουλειά, έναν μισθό, ψωμί και ζωή για τον πατέρα και τα παιδιά του. Και για τούτη τη δουλειά, τη ζωή και την ασφάλεια, η μεγάλη μάζα ευγνωμονεί τον αφέντη που υπήρχε από πάντα και για πάντα θα υπάρχει: ας είναι αυτός ευλογημένος και μαζί του ας είναι ευλογημένοι οι θεσμοί, οι νόμοι, οι αστυνομικοί που τον υπερασπίζονται και τον προστατεύουν». Στο L. Galleani,The End of Anarchism?, Cienfuegos Press, Orkney 1982, σ. 48.[6] L. Van der Walt & M. Schmidt, Black Flame, AK Press, σελ. 299.[7] L. Van der Walt & M. Schmidt, ό.π., σ. 89.[8] Έγραφε ο Λαφάργκ: «Αντί να επωφεληθούν απ’ αυτές τις στιγμές της κρίσης και να επιτύχουν γενική διανομή των προϊόντων μέσα σε μια παγκόσμια γιορτή, οι εργάτες πεθαίνοντας από την πείνα, πάνε να χτυπήσουν με τα κεφάλια τους την πόρτα της φάμπρικας. Με πρόσωπα πελιδνά, σώματα σκελετωμένα και αξιοθρήνητες παρακλήσεις, πολιορκούν τους εργοστασιάρχες: ‘Καλέ μας κύριε Σαγκό, γλυκύτατε κύριε Σνάιντερ, δώστε μας δουλειά. Δεν μας βασανίζει η πείνα, αλλά το πάθος μας για τη δουλειά!’». Στο P. Lafargue, Το Δικαίωμα στην Τεμπελιά, Εκδόσεις «Το Ποντίκι», Αθήνα 2009, σσ. 32-33.[9] T. Fotopoulos, Class Divisions Today,στοhttp://www.inclusivedemocracy.org/dn/vol6/takis_class.htm.[10] Ζ. Μπάουμαν, Η Εργασία, ο Καταναλωτισμός και οι Νεόπτωχοι,μτφρ. Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας, Μεταίχμιο, Αθήνα 2004, σ. 251.[11] «Από τι ακριβώς αποτελείται όμως αυτή η μυστηριώδης καταλυτική δύναμη που αποκαλούμε λαό; Θα τη διαιρέσουμε σε δύο διαφορετικές κατηγορίες: Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι εργαζόμενοι κάθε είδους: εργάτες και αγρότες, έμποροι και τεχνίτες, άτομα δηλαδή που έχουν μια συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα και που για να την ασκήσουν σωστά, χρειάζονται τάξη και ηρεμία. Αυτή η μερίδα του λαού, αν και αποτελεί την πλειοψηφία του, ποτέ δεν προβαίνει σε επαναστάσεις. Μάλιστα, καθώς ζούσε πάντα μέσα σε συνθήκες σιωπηλής βιοπάλης, όλοι οι ιστορικοί την έθεσαν στο περιθώριο. Η δεύτερη κατηγορία του λαού περιλαμβάνει μια ομάδα κατώτερης κοινωνικής στάθμης, άνεργους, αλκοολικούς, παράνομους, άτομα εκφυλισμένα ή απόκληρα. Αυτά τα κατακάθια παρόλο που αποτελούν τον κίνδυνο των επαναστατικών στρατών, παίζουν πρωταρχικό ρόλο σε όλες τις εξεγέρσεις». Στο Γκ. Λεμπόν, Η Ψυχολογία των Επαναστάσεων, Δαμιανός, μτφρ. Ελένη Καλκάνη, Αθήνα 1985, σ. 74.[12] «Και ποιος νικάει λοιπόν;», Sarajevo, τεύχος 96, Ιούνης 2015.[13] Λ. Οικονομάκης, «Η αυτονομία στις ζαπατίστικες κοινότητες»,Κοινωνικός Αναρχισμός, τεύχος 4, σ. 121.πηγή:https://antisystemic.wordpress.com/2016/09/14/%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%84%CE%B5%CF%82-%CE%AE-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CF%86%CF%84%CF%89%CF%87%CE%BF%CF%8D%CF%82-%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82/

Posted in: Uncategorized