Περί Λογοκρισίας

Posted on 15 Σεπτεμβρίου 2016

0


Περί Λογοκρισίας

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

mpat

στο Θανάση Μπάθα 

Η ζωγραφική θα μπορούσε να είναι άσκηση ταχύτητας μες στο σκοτάδι. Εκεί που οι ξεχασμένες μελωδίες και τα ευκίνητα πυροτεχνήματα της φαντασίας στροβιλίζονται για να βγάλουν φως απ’ τα σπλάχνα του κόσμου.

Εκεί όπου ο καλλιτέχνης ως ιδεατός ηδονοβλεψίας της ιδιωτικής ζωής όλων μας αποθέτει τον εικαστικό του χαρακτήρα. Ανάμεσα στους στείρους δογματισμούς των θεωρητικών και στους επισκόπους της διακοσμητικής τέχνης. Ανάμεσα στη βαρβαρότητα ενός κόσμου που έχασε το κέντρο του και στον σπαραγμό ενός παρά φύσιν νόμου που επιβάλει η εξουσία.

Τι είναι άραγε σήμερα η λογοκρισία και πως μπορεί κάποιος να την εικονογραφήσει! Είναι ένα απομεινάρι του παρελθόντος ή είναι μια συνθήκη του παρόντος!

Πίσω απ’ το φιλελεύθερο προσωπείο ενός κόσμου που διακηρύσσει συνεχώς την ελευθερία υπάρχει ένας απίθανος μηχανισμός που καταβροχθίζει την ανθρώπινη ύπαρξη και την υποβιβάζει στην πιο υποταγμένη παθητικότητα.

Ένα παιδί μπουκωμένο από γλειφιτζούρια, αποδιωγμένο στην ακόρεστη φιληδονία της ανθρώπινης φύσης. Με το βλέμμα του προσηλωμένο στο μέγα κοσμοκράτορα που του προσφέρει αυτή την θανατερή ευχαρίστηση.

Μέσα στο στόμα του παιδιού, δηλαδή μέσα στο στόμα της αθωότητας, ο Μπάθας έχει αποθέσει την φονική ποσότητα, τις λόχμες του δυτικού πολιτισμού που είναι στρογγυλεμένες και ζαχαρωμένες.

Κλείνει τα στόματα όχι με βία, ξύλο και απειλές αλλά με γλυκιά σχεδόν πατρική αγάπη. Παιδιά τόσο μπουκωμένα από αγάπη και υλικά αγαθά που δεν μπορούν να μιλήσουν αλλά και να αναπνεύσουν σωστά. Να φωνάξουν, να ουρλιάξουν, να παίξουν.

Ένα πρόσωπο μπουκωμένο δεν βγάζει συναισθήματα. Δεν φαίνεται ούτε χαρούμενο ούτε λυπημένο, αλλά στρατολογημένο σ’ ένα βίο που δεν θα ρωτά και δεν θα συνθέτει, αλλά θα κατευθύνεται στην ενήλικη ζωή μπουκώνοντας καριέρα, σεξ, θέαμα και όποια άλλη υπερούσια θεολογία.

Μια γενιά ολοκληρωτικά σκλαβωμένη στην υπερσυσσώρευση καλοζωίας.

Ένας κόσμος ορισμένος απόλυτα απ’ τον καλλιτέχνη που βάζει τα χρώματα να μιλήσουν αλλιώς. Να φανερώσουν την λογοκριμένη επιθυμία που γίνεται κόλαση και παχυσαρκία. Που γίνεται ο αυτισμός ενός καταναλωτικού ολοκληρωτισμού μέσα στο λούνα πάρκ των ρυπαρών θεαμάτων.

Εδώ ο Μπάθας καλλιεργεί τις εικαστικές αρετές μιας πρωτοπορίας που δεν αγωνιά για τα εννοιολογικά νοήματα αλλά για την ουσία, βάζοντας μέσα στο έργο τη σωστή δόση παραφροσύνης που την εμπλουτίζει με οξύτητα.

Κάνοντας μια μαθηματικά υπολογισμένη εκτόξευση κριτικής του πολιτισμού μπροστά στο βλέμμα του θεατή. Υπογραμμίζοντας, πως, αυτή η χαρά της ζωής, επειδή έχει επιτευχθεί με αφύσικο τρόπο, είναι ένα δηλητήριο που καταλήγει να φαρμακώσει ολόκληρο τον κόσμο.

Αφήνοντας να φανεί μέσα στη χρωματική χύτρα των χρωμάτων που σιγοβράζουν μέσα στο συμπαντικό χάος, ένα μικροσκοπικό μόριο του σώματος που παραμένει ζωντανό και ακμαίο.

Ένα κομματάκι της συνείδησης που εξακολουθεί ν’ αντιστέκεται, ένα τρεμούλιασμα ζωής ολοένα εντονότερο που λάμπει σαν την ψυχρή φλόγα ενός διαμαντιού. Ένα τοπογραφικό της ανθρώπινης ψυχής.

Έναν άφθαρτο και λαμπερό σπόρο χρωμάτων κρυμμένο στην καρδιά της φθοράς και του θανάτου.

πηγή:

https://dromos.wordpress.com/2016/05/24/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF-%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82/#like-6265

Posted in: Uncategorized