“Αν μάθεις πως αυτοκτόνησα, να είσαι σίγουρη πως ήταν φόνος” – Η ζωή, η δράση και ο θάνατος της Ουλρίκε Μάινχοφ

Posted on 16 Σεπτεμβρίου 2016

0


“Αν μάθεις πως αυτοκτόνησα, να είσαι σίγουρη πως ήταν φόνος” – Η ζωή, η δράση και ο θάνατος της Ουλρίκε Μάινχοφ

 

Στις 9 Μαΐου του 1976, η Ουλρίκε Μάινχοφ βρέθηκε απαγχονισμένη στο κελί με τον αριθμό 719 στις φυλακές Στάμχαϊμ στη Στουτγάρδη. Γύρω από το λαιμό της μια θηλιά φτιαγμένη από σκισμένες λωρίδες πετσέτας. Η επίσημη εκδοχή για τον θάνατό της, “αυτοκτονία”.
Στις 7 Μαΐου την είχε επισκεφθεί ένας Ιταλός, συνήγορος των ιταλικών Ερυθρών Ταξιαρχιών, μεταφέροντάς της την επιθυμία για επικοινωνία μεταξύ των δυο οργανώσεων. Ήταν ο τελευταίος επισκέπτης της. Η αδελφή της Ουλρίκε, Βίνκε Τσίτσλαφ, θα δηλώσει ότι όταν την είχε επισκεφτεί λίγο πριν από τον θάνατό της της είχε πει “Αν μάθεις πως αυτοκτόνησα, να είσαι σίγουρη ότι ήταν φόνος”. ‘Επειτα από απαίτηση της Βίνκε γίνεται μια δεύτερη έρευνα, στα πλαίσια της οποίας ο δικανικός παθολόγος Γιάνσεν κατέληξε ότι η πιθανότερη αιτία του θανάτου ήταν “αυτοκτονία δια απαγχονισμού” ωστόσο, για να αποφανθεί οριστικά, επέμεινε να του δοθεί πρόσβαση στην έκθεση της πρώτης αυτοψίας, διευκρινίζοντας ότι πολλές εξετάσεις δεν μπορούσαν να γίνουν πλέον, το οποίο δεν έγινε ποτέ. Μια διεθνής επιτροπή έρευνας, από επιστήμονες και δημοσιογράφους, αμφισβητούσε την εκδοχή της αυτοκτονίας της Ουλρίκε Μάινχοφ. Προσπάθησε να διαλευκάνει τις συνθήκες του θανάτου της, όμως το γερμανικό κράτος δεν της αναγνώρισε δικαίωμα έρευνας. Η επιτροπή στηριζόμενη στα επίσημα έγγραφα κατέληξε ότι η Μάινχοφ είχε πεθάνει πριν απαγχονιστεί, το πόρισμα της βέβαια αμφισβητείται από πολλούς αλλά οι συνθήκες θανάτου και η δημοσίευση των αποτελεσμάτων της έρευνας αυτής, οδήγησαν ακόμη περισσότερους στο συμπέρασμα πως το δυτικογερμανικό κράτος θα μπορούσε να είναι υπεύθυνο για το θάνατό της. Στις 11 Μαΐου 1976, ο πρόεδρος του δικαστηρίου προσπαθεί να συνεχίσει την δίκη σαν να μη τρέχει τίποτα. Οι τρεις εναπομείναντες κατηγορούμενοι και οι δικηγόροι κάνουν αιτήσεις για διακοπή της διαδικασίας και αμφισβητούν την εκδοχή της αυτοκτονίας. Όλες οι αιτήσεις απορρίπτονται και μέσα στην φασαρία που ακολουθεί οι κατηγορούμενοι αποβάλλονται και οι δικηγόροι αποχωρούν. Ο Γιαν-Καρλ Ράσπε εμφανίζεται αργότερα στο δικαστήριο μόνο και μόνο για να κάνει μια δήλωση προς τον πρόεδρο”Ήθελα απλώς να σου πω ότι ο τρόπος που λειτουργείς δεν αφήνει άλλο τρόπο αντιμετώπισής σου, εκτός από το να σε περιμένει κάποιος σε μια γωνία με το πιστόλι στο χέρι”. Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις γίνονται διαδηλώσεις με μεγαλύτερες και βιαιότερες αυτές στο Βερολίνο και την Φρανκφούρτη. Εκρήξεις βομβών στη Γαλλία (στο γερμανικό προξενείο της Νίκαιας, σε κτίρια γερμανικών εταιρειών στο Παρίσι, στο Ινστιτούτο Γκαίτε στην Τουλούζη), στην Ιταλία (σε γερμανικό τουριστικό γραφείο στη Ρώμη, στη Λουφτχάνσα της Νάπολη και σε γερμανικό σουπερμάρκετ) και βέβαια στη Γερμανία (στο ραδιοφωνικό σταθμό της αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας στην Φρανκφούρτη και στο δικαστήριο του Ντόρτμουντ). Μερικούς μήνες αργότερα (στις 31 Μαρτίου του 1977), το ελληνικό φορτηγό πλοίο “Εόλιαν Γουίντ” καταλαμβάνεται από το πλήρωμά του στο λιμάνι του Ρίο ντε Τζανέιρο, ανακηρύσσεται “κοινωνική περιουσία των εργαζομένων” και μετονομάζεται σε “Ουλρίκε Μάινχοφ”. Η εξέγερση καταστέλλεται από τα βραζιλιάνικα ΕΚΑΜ.
Στις 16 Μαΐου 1976, η Ουλρίκε Μάινχοφ κηδεύτηκε στο νεκροταφείο του Μαρίεντοφ στο Δυτικό Βερολίνο, στη θέση Α-12-19. Στην κηδεία συμμετείχαν και διαδήλωσαν 4.000 άνθρωποι.  
Η Ουλρίκε Μάινχοφ γεννήθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1934 στο Όλντενμπουργκ, ήταν παιδί του πολέμου. Προερχόταν από μια γνήσια γερμανική οικογένεια, μέσα στην οποία οι χριστιανοί προτεστάντες συνθηκολόγησαν με τον ναζιστικό φασισμό. Το 1938 πεθαίνει ο πατέρας της και μετά το θάνατο της μητέρας της το 1948 την επιμέλεια της αναλαμβάνει η καθηγήτρια ιστορίας Ρενάτε Ρίμεκ. Ως έφηβη ήταν ήδη αντισυμβατική, φορούσε χρωματιστά παντελόνια, κάπνιζε, διάβαζε πολλά βιβλία, αγαπούσε την όπερα, άκουγε τζαζ στη διαπασών, έπαιζε βιολί και ντραμς και ήρθε σε ρήξη με τη θετή της μητέρα. Σπούδασε φιλοσοφία, παιδαγωγική, κοινωνιολογία και γερμανική φιλολογία στο Μάρμπουργκ, το Μίνστερ και το Αμβούργο. Το 1957 πήγε στο πανεπιστήμιο του Μίνστερ όπου προσχώρησε στην οργάνωση του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και έγινε εκπρόσωπος της επιτροπής Anti-Atomtod-Ausschuss, ενός αντιπυρηνικού κινήματος κατά των σχεδίων της χριστιανοδημοκρατικής κυβέρνησης του Κόνραντ Αντενάουερ, που προέβλεπαν τον πυρηνικό εξοπλισμό του γερμανικού στρατού. Το 1958, σε μια εκδήλωση κατά των πυρηνικών όπλων, γνώρισε τον Ράινερ Ρελ, αρχισυντάκτη της εφημερίδας Konkret. Για να έχει πολιτική κάλυψη, προσχώρησε στο SDS, τη φοιτητική παράταξη του SPD (Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας). Σύντομα όμως τη διέγραψαν οπότε έγινε μέλος του KPD, του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας, που είχε δεσμούς με το καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας. Η δεκαετία του ’60 ήταν γεμάτη γεγονότα που καθόρισαν την μελλοντική πορεία της Μάινχοφ. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ, οι διαδηλώσεις των Αμερικανών φοιτητών έκαναν τους Γερμανούς νέους να δραστηριοποιούνται συνεχώς. Το πραξικόπημα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα και η εγκαθίδρυση ενός ακόμα δικτατορικού καθεστώτος, μετά την Πορτογαλία και την Ισπανία, προβλημάτισε την Μάινχοφ, που φοβήθηκε πως το ίδιο μπορούσε να συμβεί και στην πατρίδα της. Εργάστηκε από το 1959 έως το 1969 ως δημοσιογράφος της αριστερής εφημερίδας Konkret στο Αμβούργο, όπου από το 1960 μέχρι το 1964 ήταν αρχισυντάκτρια. Το διάστημα αυτό πήρε μέρος σε πολυάριθμες δημόσιες οργανώσεις και διαμαρτυρίες και έτσι εξελίχθηκε σε συμβολική μορφή της γερμανικής αριστεράς. 
Τον Δεκέμβριο του 1961 παντρεύτηκε τον εκδότη της Konkret, Κλάους Ράινερ Ρελ, και έγινε μητέρα δίδυμων κοριτσιών, της Ρεγγίνα και της Μπετίνα.  Με αφορμή την απόπειρα δολοφονίας κατά του Ρούντι Ντούτσκε, του συμβόλου του φοιτητικού και εξωκοινοβουλευτικού κινήματος, που έγινε στις 11 Απριλίου του 1968, η Μάινχοφ δημοσίευσε σχετικό σχόλιο στην Konkret. Στα ακόλουθα αποσπάσματα εκδηλώνεται η κατοπινή της ριζοσπαστικοποίηση.“Διαμαρτυρία είναι όταν λέω πως αυτό κι αυτό δεν μου αρέσει. Αντίσταση είναι όταν φροντίζω αυτό που δε μου αρέσει, να μη συνεχίζεται.”“Το όριο μεταξύ προφορικής διαμαρτυρίας και σωματικής αντίστασης ξεπεράστηκε στα πλαίσια των διαμαρτυριών κατά της απόπειρας δολοφονίας κατά του Ρούντι Ντούτσκε, πραγματικά και όχι μονάχα συμβολικά, για πρώτη φορά μαζικώς.”“Τώρα που δείχθηκε ότι είναι διαθέσιμα και άλλα μέσα εκτός μονάχα από διαδηλώσεις, διοργανώσεις διαμαρτυρίας, αλλά εκτός από αυτά που απέτυχαν αφού δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν την απόπειρα δολοφονίας κατά του Ρούντι Ντούτσε, τώρα που έσπασαν τα δεσμά του ήθους και της αξιοπρέπειας, μπορεί και πρέπει συζητηθεί εκ νέου η βία και η αντιβία […] Η αντιβία διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει βία, όπου η βιαιότητα της αστυνομίας καθορίζει το νόμο της δράσης, όπου η ανήμπορη οργή αντικαθιστά την ανώτερη φρόνηση, όπου η παραστρατιωτική ενέργεια της αστυνομίας απαντάται με παραστρατιωτικά μέσα.”“Τα αστεία σταμάτησαν.”
Τον Απρίλιο του 1968 στα πλαίσια της δημοσιογραφικής της εργασίας σχετικά με την πυρπόληση ενός πολυκαταστήματος στην Φρανκφούρτη, γνώρισε τους κατηγορούμενους Θόρβαλντ Προλ, Χορστ Σένλαϊν και τους μετέπειτα ιδρυτές της Φράξιας Κόκκινος Στρατός, Αντρέας Μπάαντερ και Γκούντρουν Ένσλιν. Η Μάινχοφ γράφει στην Konkret “Ο νόμος που παραβιάζεται με τον εμπρησμό δεν προστατεύει τους ανθρώπους αλλά την ιδιοκτησία. Το προοδευτικό στοιχείο σ’ έναν εμπρησμό πολυκαταστήματος δεν εντοπίζεται τόσο στην καταστροφή των εμπορευμάτων όσο στην “εγκληματικότητα” της πράξης, δηλαδή στο ίδιο το γεγονός της παραβίασης του νόμου.” Τον Μάρτιο του 1968 το ζευγάρι χωρίζει, ακολουθεί το διαζύγιο και η Μάινχοφ τον Απρίλιο του 1969 αποχωρεί από την Konkret, μετακομίζει στο Βερολίνο όπου εγκαταστάθηκε με τα παιδιά της. Εργάζεται ως ελεύθερη δημοσιογράφος στον Τύπο και το ραδιόφωνο και διδάσκει στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο.  Το Φεβρουάριο του 1970 φιλοξενεί στο σπίτι της για δύο εβδομάδες τον Μπάαντερ και την Ενσλίν, που κρύβονται μετά την καταδίκη τους σε τρία χρόνια φυλάκισης για τον εμπρησμό του πολυκαταστήματος. Είχαν εκτίσει τους 14 μήνες και ήλπιζαν -μάταια- σε ευνοϊκή κατάληξη της έφεσής τους. Η Μάινχοφ είχε υποβάλλει για λογαριασμό τους μια αίτηση για άρση της επαναφυλάκισής τους η οποία απορρίφθηκε. Μετακομίζουν στη συνέχεια σε καινούριο σπίτι μιας και το διαμέρισμα της Μάινχοφ δεν θεωρείται πλέον ασφαλές. Η ίδια εξακολουθεί να περιορίζεται σε ένα ρόλο “συμπάθουσας” χωρίς να αναμειγνύεται ενεργά.Τον ίδιο μήνα αρχίζει να γυρίζει την ταινία Bambule, για την οποία έγραψε και το σενάριο. Στην ταινία αυτή επέκρινε τις αυταρχικές μεθόδους και τις συνθήκες ζωής σε ένα άσυλο κοριτσιών του Δυτικού Βερολίνου. Μερικά από τα κορίτσια θα επαναστατήσουν κατά της αυταρχίας αυτής. Η ταινία θα προβάλλονταν από το γερμανικό κανάλι ARD στις 24 Μαΐου 1970. (Η προβολή όμως ακυρώθηκε λίγες μέρες πριν, όταν η Μάινχοφ άρχισε την τρομοκρατική της δράση με την απελευθέρωση του Αντρέας Μπάαντερ, ο οποίος ήταν φυλακισμένος στο Βερολίνο).

Η τομή στη ζωή της Ουλρίκε Μάινχοφ

Η Μάινχοφ συνέχισε στο εξής να γίνεται περισσότερο ριζοσπαστική και ασυμβίβαστη. Στις 4 Απριλίου 1970 ο Μπάαντερ συλλαμβάνεται σε αστυνομικό μπλόκο. Στη φυλακή δέχεται επισκέψεις από τους δικηγόρους του, την Μάινχοφ και τη “δόκτωρ Γκρέτελ Βαιτεμέγιερ” (έτσι τουλάχιστον γράφει η πλαστή ταυτότητα της Ενσλίν). Αρχίζει ο σχεδιασμός της απόδρασής του. Υποβάλλεται αίτημα για να του επιτραπεί να συμβάλλει με συνεντεύξεις του στην συγγραφή ενός βιβλίου της Μάινχοφ με θέμα “Νεανική εγκληματικότητα και η αντιμετώπισή της από την κοινωνία”. Το αίτημα εγκρίνεται και αμέσως επιβάλλεται ένα νέο αίτημα προκειμένου οι συναντήσεις του με την Μάινχοφ να γίνονται εκτός φυλακής, στο Γερμανικό Ινστιτούτο Κοινωνικών Ζητημάτων, με αιτιολογικό πως εκεί υπάρχει άμεση πρόσβαση στην σχετική βιβλιογραφία. Το αίτημα αρχικά απορρίπτεται αλλά τελικά επιτυγχάνεται η έγκρισή του.

Στις 14 Μαίου η Μάινχοφ συμμετέχει (μαζί με την Γκούντρουν Ενσλίν και δυο ακόμα συντρόφους της) στην επιτυχημένη απόδρασή του Μπάαντερ από τη βιβλιοθήκη του Γερμανικού Ινστιτούτου Κοινωνικών Ζητημάτων.

Ο Μπάαντερ μεταφέρεται στο αναγνωστήριο του Γερμανικού Ινστιτούτου Κοινωνικών Ζητημάτων, προκειμένου να εργαστεί για την έκδοση ενός βιβλίου μαζί με τη δημοσιογράφο Ουλρίκε Μάινχοφ. Η δραστήρια Μάινχοφ, γνωστή μέσα από τις εκπομπές της για τα παιδιά των ιδρυμάτων, είχε χρησιμοποιήσει όλες τις γνωριμίες της για αυτή τη συνάντηση. Σκοπός δεν ήταν το βιβλίο αλλά η απόδραση του κρατουμένου. Η σύντροφος του Μπάαντερ, Γκούντρουν Ενσλίν, μαζί με δυο ακόμη γυναίκες και έναν κουκουλοφόρο άνδρα όρμησαν στο κτίριο για να τον απελευθερώσουν. Στην επιχείρηση πυροβολήθηκε και τραυματίστηκε σοβαρά ο Γκέοργκ Λίνκε, ο αρχιφύλακας του ιδρύματος. Η Μάινχοφ άφησε την τσάντα της που πρόδωσε την ταυτότητά της.
Οι συζητήσεις της ομάδας είχαν αρχίσει μήνες νωρίτερα. Η Μάινχοφ προετοιμαζόταν προοδευτικά για το πέρασμα στο αντάρτικο πόλεων. Η απελευθέρωση του Μπάαντερ καλείται γενικώς η πρώτη δράση της RAF και η “ιδρυτική της πράξη”. Από την ημέρα αυτή η αναγνωρισμένη δημοσιογράφος Ουλρίκε Μάινχοφ πέρασε στην παρανομία και καταζητείται. Ύστερα από λίγες ώρες το Δυτικό Βερολίνο πλημμύρισε με τις φωτογραφίες της καταζητούμενης με την επικήρυξη των 10.000 μάρκων ενώ άρχισε ένα ανθρωποκυνηγητό, το μεγαλύτερο μετά το 1945 στη Γερμανία. Κανένας εγκληματίας πολέμου δεν είχε καταδιωχτεί με τόση λύσσα. 
 

 

Τρεις εβδομάδες μετά την απελευθέρωση του Μπάαντερ, η ιδρυτική διακήρυξη της RAF (Rote Armee Fraktion) δημοσιεύεται στο περιοδικό “Agit 883”, με τίτλο “Ιδρύουμε τον Κόκκινο Στρατό”.
“Πίστευαν πραγματικά τα γουρούνια πως θα αφήναμε τον σύντροφο Μπάαντερ να λιώνει μέσα στην φυλακή; Πίστευαν πραγματικά πως θα μιλάγαμε για ανάπτυξη της ταξικής πάλης και ανασύνταξη του προλεταριάτου χωρίς ταυτόχρονα να οπλιζόμαστε; Μήπως τα γουρούνια που μας πυροβόλησαν πρώτα, πίστευαν πως θα επιτρέπαμε στους εαυτούς μας να σκοτωθούμε ειρηνικά σαν τα πρόβατα; Όσοι δεν οπλίζονται πεθαίνουν. Όσοι δεν πεθαίνουν είναι θαμμένοι ζωντανοί στις φυλακές, στα αναμορφωτήρια, στα πέτρινα φέρετρα των νέων στεγαστικών προγραμμάτων, στα ασφυκτικά σχολεία, στις κατακαίνουριες κουζίνες και κρεβατοκάμαρες, τις γεμάτες χαριτωμένα έπιπλα αγορασμένα επί πιστώσει. Ξεκινήστε τώρα την Ένοπλη Αντίσταση! Οικοδομήστε τον Κόκκινο Στρατό!”

Στις 21 Ιουνίου 1970 η Μάινχοφ μαζί με τους Αντρέας Μπάαντερ και Γκρούντουν Ενσλίν περνούν στο Ανατολικό Βερολίνο. Μεταμφιέζονται σε άραβες και πηγαίνουν στο αεροδρόμιο όπου ο παλαιστίνιος σύνδεσμος τους δίνει διαβατήρια των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Το άλλο απόγευμα φτάνουν στην Δαμασκό και από εκεί περνούν τα σύνορα με την Ιορδανία. Εκπαιδεύτηκαν στρατιωτικά μεταξύ άλλων μαζί τους και οι Χορστ Μάλερ, Πέτερ Χόμαν, Μπριγκίτε Άσντονκ, σε στρατόπεδο της Παλαιστινιακής οργάνωσης Αλ Φατάχ στην Ιορδανία. Στις 9 Αυγούστου επιστρέφουν στο Βερολίνο.
Η οργάνωση, μετά την επιστροφή της από την Ιορδανία συνεχίζει τις προετοιμασίες για τον ένοπλο αγώνα. Νοικιάζονται διαμερίσματα, αποκτώνται οχήματα, οικονομικοί πόροι συλλέγονται, γίνονται νέες στρατολογήσεις.

Στις 29 Σεπτεμβρίου η Μάινχοφ λήστεψε τράπεζα για πρώτη της φορά. Στα τέλη 1970 ο υπουργός εσωτερικών θέτει τις έρευνες για την “Συμμορία Μπάαντερ – Μάινχοφ” υπό την δικαιοδοσία του Ομοσπονδιακού Γραφείου Διερεύνησης Εγκλημάτων και ανατείθεται στον Άλφρεντ Κλάους (αξιωματούχου του ΒΚΑ) η δημιουργία μιας ειδικής επιτροπής για την “τρομοκρατία” και του παραχωρείται ένα συγκρότημα γραφείων στη Βόννη. Εκεί συντάσσει μια 60σέλιδη προκαταρκτική αναφορά η οποία καλύπτει τη δράση της ομάδας, ξεκινώντας από τους εμπρησμούς της Φρανκφούρτης.

Την ίδια εποχή η Μάινχοφ αναλαμβάνει τη συγγραφή ενός “ιδεολογικού μανιφέστου”, το κείμενό της “Το Σχέδιο Του Αντάρτικου Πόλης” είναι τυπικά η απαρχή της “Φράξιας Κόκκινος Στρατός” καθώς για πρώτη φορά χρησιμοποιείται το όνομα αλλά και το διάσημο έμβλημα της οργάνωσης, το αστέρι με το υποπολυβόλο και τα αρχικά “ΡΑΦ”. 

 

“Το αντάρτικο πόλης ξεκινά με την αναγνώριση του γεγονότος ότι δεν θα υπάρχει ο “αυστηρός βηματισμός” με τον οποίο πολλοί αυτοαποκαλούμενοι επαναστάτες θα ήθελαν να “οδηγήσουν” τον λαό στη μάχη”. Ξεκινά με την αναγνώριση ότι όταν έρθει η στιγμή για τον (μαζικό) ένοπλο αγώνα, θα είναι ήδη πολύ αργά να αρχίσουμε τότε να οργανωνόμαστε γι’ αυτόν. Ότι σ’ ένα κράτος που η δυνατότητά του για άσκηση βίας είναι τόσο ισχυρή και που οι επαναστατικές του παραδόσεις είναι τόσο ηττημένες, δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει -χωρίς να παρθούν άμεσες πρωτοβουλίες από τους επαναστάτες- ένας επαναστατικός προσανατολισμός ακόμα και αν οι συνθήκες του επαναστατικού αγώνα καλυτερεύουν (πράγμα που θα γίνει σαν αναπόφευκτη συνέπεια της εξέλιξης του ύστερου καπιταλισμού. Ως προς αυτό, το αντάρτικο πόλης είναι η λογική συνέπεια της άρνησης της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, η μόνη και αναπόφευκτη απάντηση στους “νόμους εκτάκτου ανάγκης”, είναι η ετοιμότητα για πάλη με τα ίδια βίαια μέσα μ’ αυτά που το σύστημα επέλεξε στην προσπάθειά του βα εξαλείψει τους αντιπάλους του. Το αντάρτικο πόλης βασίζεται στην κατανόηση των όσων συμβαίνουν και όχι σε μια στάση απολογίας για τα όσα συμβαίνουν. Στόχους του αντάρτικου πόλης είναι η επίθεση κατά του κρατικού μηχανισμού ελέγχου σε συγκεκριμένα καίρια σημεία τα οποία τείθονται εκτός μάχης καταστρέφοντας έτσι τον μύθο του πανταχού παρόντος και άτρωτου κράτους (…)
Εκατό λουλούδια άνθισαν.
Είναι οι εκατό Ένοπλες Επαναστατικές Ομάδες.
Φράξια Κόκκινος Στρατός “

Στις 11 Μαΐου του 1972 η οργάνωση τοποθετεί εκρηκτικά στο αρχηγείο της 5ης Στρατιάς των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στη Φραγκφούρτη. Ο αντισυνταγματάρχης Μπλούμχιστ σκοτώνεται. Μια ημέρα μετά εκρήγνυται μια βόμβα στο Αρχηγείο της Υπηρεσίας Δίωξης Κοινού Εγκλήματος του Μονάχου και δυο ακόμη προκαλούν έκρηξη στο Αρχηγείο της Αστυνομίας του Αουγκσμπουργκ. Υπήρξαν μόνο τραυματίες. Η RAF συνεχίζει με την ανατίναξη του αυτοκινήτου του δικαστή Μπούντενμπεργκ, από την οποία η σύζυγος του δικαστή μένει ανάπηρη. Στις 19 Μαΐου σειρά έχει ο εκδοτικός οίκος Springer. Δεκαεπτά άνθρωποι τραυματίζονται. Στη Χαιδελβέργη, στις 24 Μαΐου, σκοτώνονται τρεις αμερικανοί στρατιώτες από βόμβα.

Το 1971 και 1972 η Ουλρίκε Μάινχοφ έγραψε συνολικά τρεις διακηρύξεις της RAF, οι οποίες προσέφεραν ιδεολογικό υπόβαθρο στον λεγόμενο ένοπλο αγώνα. Η Μάινχοφ είναι ο νους πίσω από τις προκηρύξεις της RAF, η γυναίκα που κρατούσε καλύτερα την πένα παρά το όπλο.

Η πορεία προς το λευκό κελί
Στις 31 Μαΐου 1972 η αστυνομία λαμβάνει μια ανώνυμη καταγγελία ότι σ’ ένα γκαράζ στην Φρανκφούρτη “μπαινοβγαίνουν υπόπτως κάποιοι νεαροί”. Σε έρευνα που ακολουθεί βρίσκονται εκρηκτικές ύλες και το γκαράζ τείθεται υπό επιτήρηση. Η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει. Μέσα σε σαράντες ημέρες, σ’ ένα κλίμα αντι-“τρομοκρατικής” υστερίας και πανικού, η ΡΑΦ θα τεθεί σχεδόν ολοκληρωτικά εκτός μάχης.
 Στις 15 Ιουνίου η αστυνομία του Λάνγκενχάγκεν κοντά στο Αννόβερο έλαβε πληροφορίες από το δάσκαλο Φριτς Ρόντεβαλντ, ο οποίος υποψιαζόταν ότι οι νεοι του ενοικιαστές ήταν μέλη της RAF. Η αστυνομία συνέλαβε τον οπλισμένο Γκέρχαρντ Μύλερ και την αγνώριστη λόγω εξωτερικής εμφάνισης Ουλρίκε Μάινχοφ, η οποία αντιστάθηκε στην σύλληψή της. Είχαν προηγηθεί οι συλλήψεις του Αντρέας Μπάαντερ, του Χόλγκερ Μάινς, του Γιαν-Καρλ Ράσπε και της Γκούντρουν Ενσλίν. Η πρώτη γενιά της RAF έχει εξαρθρωθεί.

 

Στο μεταξύ, τα μέλη της ΡΑΦ αρχίζουν να βιώνουν την τραγική πραγματικότητα των “λευκών κελιών”. Απόλυτη απομόνωση σε ηχομονωμένα και χωρίς φυσικό φως κελιά. Η “γραμμή” της ΡΑΦ προς τα μέλη της είναι απόλυτη “Ούτε μια λέξη στα γουρούνια, με όποια μορφή κι αν εμφανίζονται, ειδικά ως γιατροί. Ούτε μια λέξη. Και φυσικά δεν τους βοηθάμε σε τίποτα, δεν κουνάμε ούτε το δάχτυλό μας. Τίποτα εκτός από εχθρότητα και περιφρόνηση. Δεν τους προκαλούμε -αυτό είναι σημαντικό-, όμως θα υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας αδυσώπητα, ανυποχώρητα, με κάθε ανθρωπίνως δυνατό τρόπο”.
Η Μάινχοφ οδηγείται σε φυλακές υψίστης ασφαλείας. Από τις 16 Ιουνίου 1972 μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 1973 η Μάινχοφ κρατήθηκε τελείως απομονωμένη στην λεγόμενη “νεκρή πτέρυγα” (το όνομα αυτό της δόθηκε από την ίδια την Μάινχοφ που υπέφερε από την απομόνωσή της) της φυλακης Όσεντορφ της Κολωνίας, κάτω από ιδιαιτερα σκληρές συνθήκες. Έγκλειστη σε λευκό κελί, η ψυχική της κατάρρευση επέρχεται βασανιστικά. Το διάστημα αυτό έγραψε το κείμενο “Επιστολή από την νεκρή πτέρυγα”, το οποίο μεταφέρθηκε κρυφά έξω από την φυλακή και δημοσιεύτηκε, το κείμενο αυτό είχε μεγάλη απήχηση στους υποστηρικτές της. “Η αίσθηση οτι ανατινάζεται το κεφάλι σου. Ότι όπου να ‘ναι το κρανίο σου θα κλατάρει, θα σκάσει. Η αίσθηση ότι ο εγκέφαλός σου συρρικνώνεται σιγά-σιγά σαν το μήλο που ψήνεται στον φούρνο. Η αίσθηση ότι ο ειρμός της σκέψης σου κόβεται ξαφνικά με τσεκούρι. Η αίσθηση ότι κατουράς την ψυχή έξω από το σώμα σου, ότι σου φεύγει σαν να μην μπορείς να κρατήσεις τα ούρα σου. Η αίσθηση ότι το κελί κινείται. Ξυπνάς, ανοίγεις τα μάτια σου και το κελί ταξιδεύει. Δεν μπορείς με τίποτα να αποφύγεις την αίσθηση της κίνησης. Δεν μπορείς να καταλάβεις αν τρέμεις από το κρύο ή την ζέστη. Δεν μπορείς να εξηγήσεις γιατί τρέμεις. Κρύώνεις. Για να μιλήσεις πρέπει να προσπαθήσεις πολύ, σαν να θέλεις να φωνάξεις δυνατά. Η αίσθηση ότι βουβαίνεσαι. Οι δεσμοφύλακες, οι επισκέπτες, η αυλή, όλα φαίνονται σαν να κοιτάς μέσα από ζελατίνα. Πονοκέφαλοι – Φλας. Δεν ελέγχεις την φρασεολογία, την γραμματική, το συντακτικό. Όταν γράφεις δυο σειρές, στο τέλος της δεύτερης δεν θυμάσαι την αρχή της πρώτης. Η επιθετικότητά σου φουσκώνει και δεν υπάρχει βαλβίδα ασφαλείας. Είναι ξεκάθαρο, δεν έχεις καμμιά πιθανότητα να ζήσεις. Αποτυγχάνεις να τα μεταδώσεις όλα αυτά. Από τις επισκέψεις δεν σου μένει τίποτα. Μετά από μισή ώρα δεν ξέρεις αν το επισκεπτήριο ήταν σήμερα ή την περασμένη εβδομάδα. Η αίσθηση ότι ο χώρος και ο χρόνος μπαίνουν ο ένας μέσα στον άλλο, σαν να βρίσκεσαι σε δωμάτιο με παραμορφωτικούς καθρέφτες, τρεκλίζεις.”

Στα τέλη του 1972 ξεκινά νέα δίκη του Μάλλερ στο Βερολίνο και ο Μπάαντερ καλείται σαν μάρτυρας. Εκεί ανακοινώνει την πρώτη απεργία πείνας της ΡΑΦ που θα διαρκέσει σχεδόν δυο μήνες και θα διακοπεί όταν ο Ομοσπονδιακός Εισαγγελέας δέχεται να χαλαρώσει τις συνθήκες κράτησής τους και ειδικά της Μάινχοφ, υπόσχεση που τηρήθηκε μονάχα για λίγο.
Στις 27 Αυγούστου 1974 δικάζονται στις φυλακές Μόαμπιτ του Βερολίνου οι Μάλερ, Μπάκερ και Μάινχοφ για την απόδραση του Μπάαντερ. Η Μάινχοφ ανακοινώνει την τρίτη απεργία πείνας της ΡΑΦ με αίτημα ελεύθερο επισκεπτήριο και αλληλογραφία.
Στις 2 Οκτώβρη απαγγέλοναι επισήμως κατηγορίες κατά των Μάινχοφ, Μπάαντερ, Ενσλίν, Μάινς και Ράσπε για 5 ανθρωποκτονίες. Στις 29 Νοεμβρίου 1974 η Μάινχοφ καταδικάστηκε σε οκτώ χρόνια φυλάκιση για την βομβιστική επίθεση στο κεντρικό κτίριο του εκδοτικού οίκου Axel Springer στο Αμβούργο. Τώρα πια βρίσκονται όλοι στο Στάμχαιμ εκτός από τον Μάινς που η υγεία του έχει καταρρεύσει από την απεργία πείνας. Επιβάλεται υποχρεωτική σίτιση σ’ όλους τους απεργούς.
Η απεργία πείνας την εξαντλεί και σωματικά, ενώ η δίκη μοιάζει με παρωδία. Οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων των κρατουμένων νομιμοποιούνται από ειδικούς νόμους.

Ο πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας Γκουστάβ Χάινεμ το φθινόπωρο του 1974 απηύθυνε δημόσια έκκληση στη φυλακισμένη Ουλρίκε Μάινχοφ ζητώντας της να διακόψει την απεργία πείνας που την έφερε στο κατώφλι του θανάτου. Η πρόταση όμως συνοδευόταν από το γνωστό κλισέ ότι “η απεργία δεν σας απαλλάσει από το καθήκον να δώσετε λόγο στη δικαιοσύνη”. Η Μάινχοφ απάντησε ότι “μετά από μια απομόνωση που διαρκεί επί χρόνια, μετά τρεις μήνες απεργία πείνας, μετά την υποχρεωτική σίτιση που συνιστά το πιο ωμό βασανιστήριο, μετά την εκτέλεση του Χόλγκερ Μάινς από την “Ομάδα Ασφαλείας” της Βόνης, μετά ολα αυτά, θα ήταν κυνική προσβολή εναντίον μας να φανταστεί κανείς ότι θα αρκεστούμε σε ορισμένες τροποποιήσεις του ειδικού καθεστώτος κράτησής μας”. Η Μάινχοφ πρότεινε μια δεκαπεντάλεπτη συνάντηση που όμως εκείνος απέκλεισε κατηγορηματικά.
Στις 21 Μαΐου 1975 πρώτη μέρα της δίκης του Στάμχαϊμ (σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο της φυλακής) στην οποία η Μάινχοφ κατηγορήθηκε για τετραπλή ανθρωποκτονία. Οι κατηγορούμενοι (Μπάαντερ, Μάιχοφ, Ένσλιν, Ράσπε) υποβαλλουν ένσταση κατά των διορισμένων από το δικαστήριο δικηγόρων. Η δίκη θα συνεχιστεί για μήνες αναλωνόμενη κυρίως σε συνεχείς ενστάσεις, αναβολές, αποχωρήσεις συνηγόρων, αποβολές κατηγορούμενων, καταθέσεις εμπειρογνωμόνων για το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι είναι σε θέση να παρακολουθήσουν την δίκη.

Τον Ιανουάριο του 1976 οι γιατροί που έχει ορίσει το δικαστήριο, κρίνουν πως οι “4 του Στάμχαϊμ” δεν είναι σε θέση να παραβρίσκονται στην δίκη για περισσότερο από 3 ώρες την ημέρα. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου αποφασίζει πως η δίκη θα συνεχιστεί ακόμα και απουσία των κατηγορούμενων. Μετά από οκτώ μήνες τώρα μόλις αρχίζει ουσιαστικά η δίκη. Πριν όμως καταδικαστεί η Μάινχοφ “αυτοκτόνησε”.
Ο Ρολφ Πόλε είχε δηλώσει “Η Ουλρίκε δολοφονήθηκε, γιατί τα βασανιστήρια της απομόνωσης οδηγούν στην καταστροφή της προσωπικότητας, είναι δολοφονία, ακόμα και αν ο δολοφονούμενος κρεμαστεί τελικά μόνος του.”

Το 1998 η RAF εξαγγέλει επίσημα την αυτοδιάλυσή της.

“Η Μάινχοφ ήταν ένας άνθρωπος με πολλές δυνατότητες. Έξυπνη, μορφωμένη, συναισθηματική, με φαντασία και συνέπεια. Είχε, όμως, τη μεγάλη ατυχία να μεγαλώνει στη Γερμανία, ανάμεσα σε γερασμένους φασίστες που κάθονταν ξανά σε θέσεις εξουσίας. […] Μεγάλωσε εν μέσω Ψυχρού Πολέμου και μιας σοσιαλδημοκρατίας που πρόδιδε κάθε κίνηση και κίνημα. Άνθρωποι σαν τη Μάινχοφ ήταν εμπόδια στον δρόμο του κεφαλαίου και του κράτους της Δυτικής Γερμανίας […] Ήταν ένας από τους πρώτους δημοσιογράφους που έγραψαν εναντίον της χούντας στην Ελλάδα και αυτών που τη στήριζαν.” Από συνέντευξη της Γιούττα Ντίτφουρτ Πηγές:Φράξια Κόκκινος Στρατός – Εκδόσεις Δαίμων του ΤυπογραφείουΟυλρίκε Μάινχοφ, Η Βιογραφία – Γιούττα Ντίτφουρτ, Εκδόσεις ΝάρκισσοςΗ Ομάδα Μπάαντερ-Μάινχοφ, η RAF και η ένοπλη πάλη στη Γερμανία, 1963-93WikipediaΔιάφορα άρθρα στο διαδίκτυο σχετικά με τη ζωή και τη δράση της Ουλρίκε Μάινχοφ
πηγή:
http://negrarosanr.blogspot.gr/2016/05/blog-post_84.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+NegraRosa+(Negra+Rosa)

Posted in: Uncategorized