AVANTI RAGAZZI KOMMUNISTA…

Posted on 18 Σεπτεμβρίου 2016

0


AVANTI RAGAZZI KOMMUNISTA…

avanti«Δεν μπορούμε προς το παρόν να νικήσουμε την κυβέρνηση που υπάρχει ίσως να μην μπορέσουμε ούτε κι αύριο να εμποδίσουμε μιαν άλλη κυβέρνηση να ξεπροβάλλει από τα ερείπια της τωρινής· αυτό, όμως, δεν μας εμποδίζει σήμερα, όπως δεν θα μας εμποδίσει ούτε κι αύριο, να πολεμούμε την οποιαδήποτε κυβέρνηση, με την άρνησή μας να υποταχθούμε στον νόμο όποτε μπορούμε και αντιτάσσοντας την βία στην βία. Κάθε φορά που περιορίζεται η εξουσία, κάθε φορά που κατακτιέται μεγαλύτερη ελευθερία και δεν ζητιανεύεται, έχει γίνει ένα βήμα στον δρόμο για την αναρχία. Το ίδιο γίνεται και κάθε φορά που βλέπουμε την κυβέρνηση σαν εχθρό με τον οποίο δεν πρέπει ποτέ να κάνουμε ανακωχή, αφού έχουμε πια πειστεί για καλά ότι δεν μπορούν να περιοριστούν τα δεινά που αυτή προκαλεί παρά μόνο αν περιοριστούν οι δικαιοδοσίες κι η δύναμή της και όχι αν μεγαλώνει ο αριθμός των κυβερνώντων ούτε αν αυτοί εκλέγονται από τους ίδιους τους κυβερνώμενους». (Ε. Μαλατέστα, Στον Δρόμο για την Αναρχία)
Πολλές φορές οι αναρχικοί λαθεύουμε θεωρώντας ότι είναι περιττή η ενασχόληση με ορισμένες «αυτονόητες» θεμελιακές αρχές μας, ανούσια, ξεπερασμένη ή έστω άκαιρη, ιδιαίτερα, όταν γεγονότα ή εξελίξεις «τρέχουν». Τότε η άδολη ή σκόπιμη βιασύνη φαίνεται να βοηθά ώστε να καλυφθούν πρακτικές ανάγκες, που επιβάλλει η λεγόμενη επικαιρότητα. Σύντομα, βέβαια, τα προβλήματα κάνουν την εμφάνισή τους.
Νιώθουμε, έτσι ότι δεν ικανοποιούμαστε από τον τρόπο που κινητοποιούμαστε, δυσανασχετούμε από τις απόψεις και τις πρακτικές εκείνων που βρέθηκαν δίπλα μας, επειδή βιαστήκαμε, επειδή δεν ήταν εκείνη η στιγμή να φέρουμε στην επιφάνεια τις διαφορές μας, ή επειδή δεν προλάβαμε καν να τις κατανοήσουμε.
Βλέπουμε, τελικά, ότι ο ορίζοντας στένεψε πέρα από κάθε προσδοκία, ότι αντί να κερδίσουμε χρόνο, βιαστήκαμε με αποτέλεσμα να μην πετύχουμε τους στόχους που βάλαμε, μ’ άλλα λόγια διαπιστώνουμε με πικρία ότι χάθηκε μια ακόμη μεγάλη ευκαιρία.
Και πότε θα ρωτήσει κάποιος χάνεται μια μεγάλη ευκαιρία;
Και εδώ υπάρχει μια μεγάλη σύγχυση παρ’ ότι πρόκειται για καταστάσεις, που οι αναρχικοί έχουν γνωρίσει επανειλημμένα εδώ και πάνω από εκατό χρόνια. Ο Ερρίκο Μαλατέστα πίστευε ότι αν θέλουμε να συμβάλουμε μ’ όλες μας τις δυνάμεις στην δημιουργία των περιστάσεων, που μας φαίνονται οι ευνοϊκότερες για τους στόχους μας, πρέπει να έχουμε κάποιο μέτρο, που να μας οδηγεί να κρίνουμε τα γεγονότα που συμβαίνουν, και κυρίως, να διαλέγουμε την θέση που θα κρατήσουμε στον αγώνα.
Η θέση, λοιπόν, που θα κρατήσουμε στον αγώνα έχει μεγάλη σημασία. Μα αφού έχει τόση σημασία, δεν θα πρέπει να την διαλέγουμε εμείς οι ίδιοι οι αναρχικοί;
Στο ερώτημα αυτό οι περισσότεροι θα σπεύσουν να συμφωνήσουν, ενώ άλλοι θα ισχυριστούν λόγου χάρη ότι οφείλουμε να συμπορευτούμε με ή χωρίς όρους με την γενικότερη κινηματική γραμμή, ότι μπορούμε να κάνουμε πολιτική, αλλά να έχουμε μια «διακριτή παρουσία».
Η κοινή παραδοχή, λοιπόν, ότι η θέση που θα κρατήσουμε στον αγώνα έχει μεγάλη σημασία, δεν σημαίνει ότι ξεκαθαρίζει κάθε ζήτημα. Όσοι αμελούν το γεγονός αυτό από αφέλεια ή απειρία σύντομα βρίσκονται μπροστά σε αδιέξοδα ή σε δυσάρεστες καταστάσεις τις οποίες δεν επέλεξαν. Άλλοτε επειδή υπέκυψαν στην «ανάγκη» της ενότητας, άλλοτε γιατί δεν μπορούσαν να φανταστούν πόσο ξαφνικά «λοξοδρόμησαν τα πράγματα» και μάλιστα στ’ όνομα της αναρχίας ή έστω της αντεξουσίας.
Όμως η ουσία βρίσκεται στις πιο απλές διαπιστώσεις: «κάλλιο χωρισμένοι παρά άσχημα ενωμένοι».
Ο Ερρίκο Μαλατέστα πριν από 112 ολόκληρα χρόνια επεσήμανε αφ’ ενός το γεγονός ότι ο αριθμός εκείνων που δήλωναν αναρχικοί ήταν τόσο μεγάλος, αφ’ ετέρου ότι κάτω από το όνομα αναρχία κρύβονταν θεωρίες τόσο διαφορετικές και τόσο αντιφατικές, ώστε θα ήταν άδικο αν εκπλήσσονταν με την σύγχυση που δημιουργούνταν σε ανθρώπους μη εξοικειωμένους με τις αναρχικές ιδέες, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ξεχωρίσουν τις διαφορές και να νιώθουν αδιαφορία ή και περιφρόνηση.
Ο Μαλατέστα δεν πρότεινε, βέβαια, να εμποδίσουμε τους άλλους να χρησιμοποιούν όποιο όνομα θέλουν ούτε, όμως, θεωρούσε ότι είναι λύση να αποφασίσουμε εμείς να πάψουμε να λεγόμαστε αναρχικοί, αφού κάτι τέτοιο δεν θα βοηθούσε σε τίποτε, αντίθετα ο κόσμος θα πίστευε ότι απλούστατα αλλάξαμε απόψεις.
«Αυτό που όλο και όλο μπορούμε και πρέπει να κάνουμε είναι να διαχωρίζουμε ξεκάθαρα την θέση μας απ’ όσους έχουν διαφορετική από εμάς αντίληψη για την αναρχία και απ’ όσους αν και έχουν τις ίδιες θεωρητικές απόψεις με εμάς, βγάζουν απ’ αυτές πρακτικά συμπεράσματα ολωσδιόλου διαφορετικά από τα δικά μας. Ο διαχωρισμός της θέσης μας πρέπει να είναι αποτέλεσμα μιας ξεκάθαρης έκθεσης των ιδεών μας και της ειλικρινούς και αδιάκοπης επανάληψης των απόψεων μας για όλα τα γεγονότα που έρχονται σε αντίθεση με τις ιδέες και την ηθική μας χωρίς να έχουμε στο μυαλό μας την υπεράσπιση κανενός συγκεκριμένου προσώπου ή κόμματος».
Τι είδους αναρχικο, λοιπόν, είμαστε;
Δεχόμαστε να ενταχθούμε έστω άτυπα στο πολιτικό σύστημα, δεχόμαστε να το αναγνωρίσουμε έστω σαν αιρετικοί αμφισβητίες; Στηρίζουμε μια εξουσία η οποία είναι διατεθειμένη να συναλλάσσεται μαζί μας σε ορισμένα έστω θέματα, που προτίθεται να μας παραχωρήσει ορισμένα προνόμια;
Μήπως είμαστε από εκείνους που εντάσσουν τις συλλογικότητες τους στην υπηρεσία μιας κυβέρνησης της αριστεράς, που εντάσσουν εν τέλει κάθε δραστηριότητά τους στα πλαίσια μιας ιδιότυπης εσωκομματικής αντιπολίτευσης; Διαχωρίζουμε τα «μεγάλα» από τα «μικρά» κόμματα; Προσανατολιζόμαστε σε συμμαχίες μαζί τους ή μήπως κάτι τέτοιο αναιρεί κάθε αναρχική υπόσταση;
Ας θυμηθούμε, λοιπόν, ορισμένα αυτονόητα.
Κομματικό σύστημα ορίζεται το σύνολο των κομμάτων, που υπάγονται σε μια συνθήκη ιδεολογικής, εκλογικής, κοινωνικής ή προγραμματικής αλληλεπίδρασης στα πλαίσια ενός πολιτικού συστήματος. Τα κόμματα, διεκδικούν και απολαμβάνουν την αποκλειστική δυνατότητα να μεσολαβούν ανάμεσα σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους. Η θεσμική αυτή διαμεσολάβηση εξασφαλίζει σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική χειραγώγηση, αλλά όχι απόλυτα.
Θα μείνουμε, όμως, στο ζήτημα της αλληλεπίδρασης μεταξύ του συνόλου των κομμάτων που ορίζουν, όπως είπαμε ένα κομματικό σύστημα.
Η αλληλεπίδραση αυτή είναι βαθιά όσο και αν αυτό το γεγονός επικαλύπτεται από την προβολή των διαφορών σε ιδεολογικό ή άλλο επίπεδο, διαφορών ή αντιθέσεων που συχνά οδηγούν σε διασπάσεις κομμάτων ή και στην διάλυσή τους.
Μην ξεχνούμε ότι οι κομματικοί σχηματισμοί εκπροσωπούν άλλοτε σε μεγαλύτερο και άλλοτε σε μικρότερο βαθμό κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις ιστορικά έχουν φτάσει στο σημείο να ταυτίζονται πλήρως με τους κρατικούς μηχανισμούς.
Πώς ορίζουν την θέση ενός αριστερού κόμματος οι ίδιοι οι αριστεροί; Μα πως αλλιώς. Ξεκαθαρίζουν ότι ένα αριστερό κόμμα δεν βρίσκεται «καθ’ ολοκληρίαν» έξω από το κράτος, αφού πολύ απλά ασκεί («ανταγωνιστική») πολιτική. Πως διακρίνονται σήμερα από τα «αστικά κόμματα»; Μα, όπως οι ίδιοι αποδέχονται, η παράδοση των γραφειοκρατικών αριστερών κομμάτων φέρει πολλά χαρακτηριστικά συγγενή μ’ αυτά των λεγόμενων αστικών κομμάτων, ιδιαίτερα σε περιόδους που η ανάληψη κυβερνητικών ευθυνών μπορεί να μεταμορφώνει καταλυτικά τη φυσιογνωμία αριστερών κομμάτων, όπως έγινε με τον ΣΥΡΙΖΑ.
Σε περιόδους δε «κρίσεων» ή εκτεταμένης ανασυγκρότησης της κυριαρχίας τα σημάδια της αλληλεπίδρασης είναι τόσο έντονα που πραγματικά οι μάσκες πέφτουν με πάταγο.
avanti1«Η Αριστερά πρέπει να αναδειχθεί σε δύναμη ικανή να διαμορφώσει ένα κοινό αγωνιστικό πλαίσιο πολιτικών και διεκδικήσεων, για μια δυναμική και επωφελή συμμετοχή της χώρας μας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Μια ισχυρή αριστερά μπορεί να οδηγήσει σε ήττα το δικομματισμό, να ματαιώσει λύσεις αυτοδυναμίας, να προκαλέσει ριζικές ανακατατάξεις και να συμβάλει ώστε να δημιουργηθούν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση κυβερνητικών λύσεων συνεργασίας προοδευτικού προσανατολισμού […] Η Αριστερά ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, των συνεταιρισμών και της τοπικής αυτοδιοίκησης, των ίδιων των εργαζόμενων. Μέσα όμως σε νέα πλαίσια που διασφαλίζουν την ένταξη αυτής της επιχειρηματικότητας στην επίτευξη δημοκρατικά καθορισμένων κοινωνικών στόχων […] Η περεστρόικα και η γκλάσνοστ πραγματοποιούν επαναστατικές αλλαγές στην ΕΣΣΔ και επηρεάζουν καθοριστικά τις παγκόσμιες εξελίξεις».
Τα παραπάνω αποσπάσματα δημοσιεύτηκαν μεταξύ άλλων στις 7 Δεκεμβρίου 1988 στο κοινό πόρισμα ΚΚΕ-ΕΑΡ με το οποίο επισημοποιήθηκε η πολιτική συμφωνία για τη συγκρότηση κοινού πολιτικού φορέα της Αριστεράς, που έγινε πράξη με τη συγκρότηση του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου» την άνοιξη του 1989. Τα σχόλια νομίζουμε είναι περιττά αφού οι προθέσεις των εμπνευστών του περιβόητου αυτού κοινού πορίσματος είναι ξεκάθαρες.
Αλλά ας δώσουμε τον λόγο και πάλι στους ίδιους τους αριστερούς.
«Λίγο πριν το 1989 και στο πλαίσιο της μεταμοντέρνας δημοκρατίας η ελληνική αριστερά (ΚΚΕ και ΕΑΡ) συναντήθηκε με τη δεξιά στο όνομα της κάθαρσης από τη διαφθορά, η οποία παρά ταύτα έχει εγκατασταθεί μονίμως στον οικονομικοπολιτικό βίο της χώρας. Τα αστικά και μικροαστικά ιδεολογικά στερεότυπα που κατακλύζουν την πολιτική ζωή μεταφέρονται στο μεγάλο Συνασπισμό, ο οποίος συγκροτείται σε μια σύνθεση αστικού ελληνικού κόμματος της δεκαετίας του 1990 και παραδοσιακού κομμουνιστικού κόμματος. Στη δεκαετία του 1990 η κρίση των αριστερών κομμάτων και οργανώσεων της δύσης, που δεν μετεξελίχθηκαν συστημικά, οξύνεται και διακυβεύεται η ύπαρξή τους. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η κρίση καθορίζεται από αντιφάσεις που ανακύπτουν ως υπαρξιακά ερωτήματα μετά την κατάρρευση των καθεστώτων σοβιετικού τύπου κι ενώ δεν είναι ακόμα σε θέση να περιλάβουν στην πολιτική και τη φυσιογνωμία τους τη νέα κοινωνική πραγματικότητα.» (Ελένη Πορτάλιου, 12-10-2015, στα πλαίσια συζήτησης για τον χαρακτήρα του υπό συγκρότηση πολιτικού φορέα, με πρωτοβουλία της Λαϊκής Ενότητας).
Γλαφυρότατη η περιγραφή και η πολιτική ανάλυση. Πλήρης ομολογία για τον ρόλο της αριστεράς στα δύσκολα εκείνα χρόνια της «κρίσης», τους λόγους κατασκευής του Συνασπισμού που συγκροτήθηκε «σε μια σύνθεση αστικού ελληνικού κόμματος της δεκαετίας του 1990 και παραδοσιακού κομμουνιστικού κόμματος», δηλαδή ότι λειτουργικότερο μπορούσε να εξυπηρετήσει τις ευρύτερες κυριαρχικές επιδιώξεις και όχι μόνο τη εποχής εκείνης. Η πρόσκαιρη «αποτυχία» ήταν απλά φαινομενική, αφού ήδη είχαν μπει τα θεμέλια για την ανασυγκρότηση ενός πολιτικού συστήματος, που θα «κατέρρεε» 26 χρόνια αργότερα.
Μπορούμε εύκολα άλλωστε να ακολουθήσουμε το νήμα και να φθάσουμε στις ημέρες μας.
«Το ΚΚΕ που βρισκόταν ήδη εντός αυτής της στροφής που ολοκληρώνεται σήμερα, παρά τις σημαντικές δυνάμεις του στο εργατικό κίνημα, επέλεξε όχι απλά τον απομονωτισμό και το σεχταρισμό για τον οποίο συνήθως καταγγέλλεται αλλά την άρνηση της εργατικής πολιτικής, την υποτίμηση στη δυνατότητα του κινήματος να αμυνθεί και να κερδίσει, τον ουσιαστικό ρεφορμισμό στην πράξη παρά την επίθεση στο ρεφορμισμό στη θεωρία. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρωτού φτάσει να διεκδικεί την κυβέρνηση, πρωτού ξεκινήσει η συζήτηση για την αναστολή των μνημονίων και τη συνάντηση με τον Ομπάμα, είχε συμμετάσχει και σε πολλές περιπτώσεις επηρεάσει έντονα αυτές τις κινηματικές εξάρσεις. Πολλές φορές ξεχνιέται ότι μέλη και στελέχη του ίδιου του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ και ειδικά της νεολαίας του, έπαιζαν καθοριστικότατο ρόλο ειδικά στη συνέλευση της πλατείας Συντάγματος, στην κάτω πλατεία. Δεν είναι σωστό να υπολογίζουμε στις αφηγήσεις μας ότι η κεντρική γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει μόνο στις δηλώσεις των βουλευτών. Αντιθέτως, η ίδια γραμμή έδωσε σημαντικές μάχες και στο δρόμο. Κατά τη γνώμη μου, η βασική διαχειριστική της ουσία είναι ακριβώςη άρνηση του επαναστατικού δρόμου μέσα από την ανεξάρτητη δράση της τάξης και των οργάνων της. Το μπόλιασμα στη συνείδηση των αγωνιζόμενων ότι το κίνημα μπορεί και καλό είναι να γίνεται, μπορεί να κάνει απεργίες ή να κάνει κινήσεις αλληλεγγύης, αλλά ο στόχος του πάντοτε είναι να είναι στην καλύτερη περίπτωση τροφοδότης, χορηγός ή συνοδοιπόρος μιας αριστερής κυβέρνησης, μιας λύσης που μόνο και πάντοτε θα δοθεί από τις εκλογές και την κυβερνητική εναλλαγή. Στη χειρότερη περίπτωση το κίνημα θα υποτάσσεται στην κυβερνητική λύση […] Το κεντρικό στοιχείο που πρέπει να κρατηθεί όμως είναι ότι, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κυβερνητική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ μετά την προκήρυξη των εκλογών του Μάη του ’12, ήταν σχεδόν πολύ λογικό να στηριχθεί, περισσότερο ή λιγότερο ενεργητικά, από μεγάλο μέρος του αγωνιζόμενου κόσμου. Σαφώς μέσα σε αυτούς υπάρχουν πολύ διαφορετικοί τύποι ψηφοφόρων, ωστόσο πιστεύω ότι για ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι που είχε προσεγγίσει την αγωνιστική ριζοσπαστικοποίηση, η επιλογή αυτή ήταν μια θετική απόφαση, μπορεί και να θεωρούταν κάποιας μορφής εξέλιξη την οποία δικαιούταν μετά από τις μάχες που είχε δώσει. Δεν ήταν οπισθοχώρηση από κάτι μεγαλύτερο αλλά το όριο προς τα πάνω σε μια δεδομένη στιγμή.» (Θάνος Ανδρίτσος, μέλος του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, Απόσπασμα κειμένου με τον τίτλο ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ που κατατέθηκε στα πλαίσια του διαλόγου για τη 2η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ τον Μάη του 2013).
Τι απαντά το «κόμμα του λαού» σ’ όλα αυτά, πως αντιμετωπίζει τους «ψευδομνημονιακούς»;
«Οι δυνάμεις του οπορτουνισμού εμφανίζουν την αστική «αντιμνημονιακή» γραμμή ως αριστερή, καμουφλάροντάς την ακόμα και με «αντιιμπεριαλιστικό» προσωπείο, εξυπηρετώντας έτσι τη νόθευση του ριζοσπαστισμού και καλλιεργώντας αυταπάτες ότι μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή διέξοδος χωρίς σύγκρουση με τα μονοπώλια, την καπιταλιστική ιδιοκτησία, τις διεθνείς συμμαχίες και εκφράσεις τους (ΕΕ, ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, διεθνή αγορά κεφαλαίου). Πρόκειται για γραμμή ενσωμάτωσης του εργατικού κινήματος σε αστικές επιδιώξεις […] Ακόμα κι αν οι θέσεις κάποιων δυνάμεων του οπορτουνιστικού χώρου διανθίζονται με αντικαπιταλιστικά συνθήματα και αριστερή κριτική απέναντι σε αστικές ρεφορμιστικές δυνάμεις, δεν παύουν να είναι αφερέγγυες, τυχοδιωκτικά προσαρμοστικές, επικίνδυνες, συμβάλλοντας στον αποπροσανατολισμό του εργατικού κινήματος» (Κομεπ, Η αστική «αντιμνημονιακή γραμμή και ο ρόλος του οπορτουνισμού, 2012, τεύχος 1).
Ναι, είναι το ίδιο ΚΚΕ, το ίδιο κόμμα που το 1988 συνυπέγραφε το κοινό πόρισμα ΚΚΕ-ΕΑΡ, που συμφώνησε στην συγκρότηση του Συνασπισμού, που υμνούσε την περεστρόικα, που υποσχόταν σκληρούς αγώνες «για μια δυναμική και επωφελή συμμετοχή της χώρας μας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας» και για «τη διαμόρφωση κυβερνητικών λύσεων συνεργασίας προοδευτικού προσανατολισμού», το ίδιο ΚΚΕ που ισχυρίζεται σε μια «κρίση» προφανώς αυτοκριτικής ότι «το αστικό κοινοβούλιο ποτέ δεν εξέφραζε ούτε μπορεί να εκφράσει «τον κυρίαρχο λαό», αλλά αποτελεί τμήμα του κράτους της αστικής τάξης. Οι εκπρόσωποι του επαναστατικού μαρξισμού, όπως ο Λένιν, το χαρακτήριζαν «ψευτολαϊκή αντιπροσωπεία». Στην κοινοβουλευτική δημοκρατία οι λαϊκές μάζες έχουν το δικαίωμα περιοδικά να αποφασίζουν ποιος θα τους τσακίζει και θα τους ποδοπατάει».
Και πάλι, όμως, ο λόγος στους αριστερούς.
«Ο ευρωκομμουνισμός είναι η τελευταία προσπάθεια του Κ[ομμουνιστικού] Κ[ινήματος] ως μαζικού πολιτικού ρεύματος στον 20ο αιώνα να θέσει το ζήτημα της κυβερνητικής εξουσίας και να ψαύσει εκείνο της κρατικής εξουσίας στις αναπτυγμένες και κοινοβουλευτικά κυβερνώμενες δυτικές ευρωπαϊκές κοινωνίες. Η απόγονος του ευρωκομμουνισμού ευρωαριστερά θα επανέλθει είτε με το φαινόμενο της «πληθυντικής Αριστεράς» στην Γαλλία (1997-2002) είτε με το φαινόμενο μιας συγκυβερνητικής Κομμουνιστικής Επανίδρυσης εντός της κυβέρνησης Ρ. Πρόντι είτε με το φαινόμενο του προκυβερνητικού και του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ. Όμως, σε σχέση με το ιστορικό ΚΚ του 20ου αιώνα τουλάχιστον, αυτά τα φαινόμενα δεν έχουν την στρατηγική συνεκτικότητα του ευρωκομμουνισμού και αποτελούν α λα καρτ εφαρμογές και πρακτικές μιας μετακομμουνιστικής ριζοσπαστικής Αριστεράς, έστω κομμουνιστικής γενεαλογίας και καταγωγής, δεν είναι η γραμμική συνέχεια του ευρωκομμουνισμού. Με την διαπιστωμένη αποτυχία του ιταλικού ευρωκομμουνισμού το 1979, με την αγωνία του να σέρνεται ως την απέκδυση της ταυτότητας το 1990-1991, και του γαλλικού κομμουνισμού γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1980, κλείνει ουσιαστικά το κεφάλαιο μιας συνεκτικής διεκδίκησης της εξουσίας στην Δύση από τα ιστορικά μεγάλα κόμματα του ευρωπαϊκού κομμουνισμού. Υπάρχει, βέβαια, και η κυβέρνηση Τζανετάκη στην Ελλάδα, όμως αυτή αποτελεί περισσότερο μια γελοιογραφία παρά μια αυθεντική εφαρμογή της ευρωκομμουνιστικής στρατηγικής, αν και όντως εκεί ένα φιλοσοβιετικό ΚΚ εφάρμοσε ακραία το ευρωκομμουνιστικό πρόταγμα του κυβερνητισμού. Ο γκορμπατσοφικός Φλωράκης, έχοντας καταγγείλει για μια δεκαπενταετία το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα, θα εφαρμόσει τις διδαχές του και μάλιστα με έναν έντονα οπορτουνιστικό και ακραίο τρόπο – ο Μπερλίνγκουερ δεν μετέσχε τυπικά στις κυβερνήσεις του Αντρεότι και της χριστιανοδημοκρατίας με κομμουνιστές υπουργούς. Με τον ευρωκομμουνιστικό κύκλο να κλείνει ήδη αρκετά νωρίτερα από το ιστορικό «1989», ο ιστορικός κομμουνισμός του 20ου αιώνα διάβηκε στην Δύση προς την ολοκλήρωσή του. Πράγμα που, όμως, δεν προδιαγράφει και το τέλος του κομμουνισμού γενικώς» (Δημήτρης Μπελαντής, Δεκέμβρης 2015, Ευρωκομμουνισμός, πρόκληση ή «έξοδος» για το κομμουνιστικό κίνημα;).
Ο «χώρος» είπατε στήριξε Συριζα; Όχι, βέβαια, δεν στήριξε απλά Σύριζα.
«Οι εθνικές και κοινωνικές δυνάμεις οφείλουν σύντομα και πριν την επόμενη δανειακή σύμβαση, που θα οδηγήσει τη χώρα σε υποδούλωση, να σπάσουν και τα δύο κόμματα εξουσίας. Να δημιουργηθεί μια νέα Δεξιά, εθνική, οραματική και αναθεωρητική. Επίσης μια νέα Αριστερά, ουμανιστική, μετα-κομμουνιστική, εθνική και εξωστρεφής […] Νέα κόμματα εθνικού χαρακτήρα στα δεξιά και στα αριστερά που να ανατρέψουν τους σχεδιασμούς του κατεστημένου των “γερμανοτσολιάδων” και των “μαυραγοριτών” […] Και μέσα από την πλειοψηφία της επόμενης Βουλής να ανατάξουν μια νέα εθνική στρατηγική, σε εθνικό μέτωπο, για την αναδιοργάνωση της χώρας και την εμπέδωση διεθνών συμμαχιών με κυβερνήσεις και τράπεζες που θα επιτρέψουν και θα συνδράμουν στην “ανοικοδόμηση” της Ελλάδας της Μεσογείου…» (Μενέλαος Τασιόπουλος, εφημερίδα «Αξία», 26 Νοέμβρη 2011).
Έχει, λοιπόν μεγάλη σημασία ποια θέση παίρνεις στον αγώνα ή μήπως όχι;;;;
Avanti popolo, pantiera rosa, pantiera rosa…

Συσπείρωση Αναρχικών
Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 163, Σεπτέμβριος 2016
πηγή:
 
Posted in: Uncategorized