Η σχιζοφρένεια των καιρών μας

Posted on 19 Σεπτεμβρίου 2016

0


Η σχιζοφρένεια των καιρών μας



 Η κοινότητα είναι ένα πλασματικό σώμα, το οποίο συντίθεται από τα άτομα που θεωρούνται συστατικά στοιχεία του ως μέλη του. Ποιο είναι επομένως το συμφέρον της κοινότητας; Είναι το άθροισμα των συμφερόντων των διαφόρων μελών που την απαρτίζουν.
Τζέρεμι Μπένθαμ, An Introduction to the Principles of Morals and Legislation,  

κεφ. 1, IV (1823)

Η κοινωνία είναι κάτι το ανύπαρκτο.
Αυτό που υπάρχει είναι άτομα, άντρες και γυναίκες, και  οικογένειες.

Μάργκαρετ Θάτσερ,  στο Women’s Own Magazine (1987)

Αλαίν Καγιέ

«Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι –με τη συνδρομή της παγκοσμιοποίησης και του υπερφιλελευθερισμού– ο κόσμος μας, το σύνολο της κοινωνικής ύπαρξής μας, τείνουν ολοένα και περισσότερο να οργανώνονται σύμφωνα με μια πανταχού παρούσα εμπορευματική λογική και να υποτάσσονται στις αρχές της αγοράς και της γενικευμένης οικονομίας. Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα, εάν ο πυρήνας αυτής της εξέλιξης είναι ο ωφελιμισμός. Θα ήταν δύσκολο ν’ απαντήσουμε θετικά αν μέναμε σ’ ένα στενό, ή μάλλον υπερβολικά στενό ορισμό του ωφελιμισμού. 

Αν λ.χ. ορίζαμε τον ωφελιμισμό του Μπένθαμ όπως ο ιστορικός Ελί Αλεβί, δηλαδήεντοπίζοντάς τον στην ιδέα περί μιας τεχνητής εναρμόνισης των συμφερόντων, η οποίασυνεπάγεται ένα ενεργητικό κρατικό παρεμβατισμό, τότε θα λέγαμε ότι ο ωφελιμισμός βρίσκεται στους αντίποδες του φιλελευθερισμού και πως αντιτίθεται στην παντοκρατορία των αγορών. Θα έμοιαζε μάλιστα πολύ πιο συγγενικός με τις σοσιαλιστικές ή κομμουνιστικές ιδέες περί σχεδιασμού της οικονομίας. Σε τελική ανάλυση, δεν είναι αλήθεια ότι αυτό το ιδεώδες αποτελεί την πεμπτουσία των επικλήσεων του Μπένθαμ σ ένα ορθολογικό νομοθέτη; Αυτό ακριβώς πίστευε ο Χάγιεκ, ο κυριότερος στοχαστής και προφήτης του σύγχρονου υπερφιλελευθερισμού, ο οποίος κατακεραύνωνε τσουβαλιάζοντάς τους μαζί τον ολοκληρωτισμό, το σοσιαλισμό, το όραμα της κοινωνικής δικαιοσύνης και τον ωφελιμισμό.

Ωστόσο, τέτοιου είδους ταυτίσεις είναι πολύ βιαστικές. Πρώτα-πρώτα δεν πρέπει να ξεχνάμε πως, σε ό,τι αφορά την οικονομία, ο Μπένθαμ θεωρούσε τον εαυτό του απλά και σκέτα οπαδό του Άνταμ Σμιθ. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε πως, όπως το έδειξε ο Καρλ Πρίμπραμ μετά τον Σουμπέτερ, τόσο η κλασική όσο και στη συνέχεια η νεοκλασική φιλελεύθερη πολιτική οικονομία γεννήθηκαν κι αναπτύχθηκαν εντελώς μέσα στο πλαίσιο σκέψης που είχε εγκαινιάσει ο ωφελιμισμός. Για να το πω με συντομία, εάν ο Μπένθαμ είναι ο θεωρητικός της τεχνητής εναρμόνισης των συμφερόντων στο πεδίο του δικαίου, της ηθικής και της νομοθεσίας, στο πεδίο της οικονομίας υποστηρίζει σαφώς, όπως και όλοι οι φιλελεύθεροι, ότι τα επιμέρους συμφέροντα εναρμονίζονται με τρόπο φυσικό και όχι τεχνητό. 

Επομένως, ο δεσμός μεταξύ ωφελιμισμού και φιλελευθερισμού είναι στενός –και το μαρτυρά πάρα πολύ εύγλωττα η πορεία που ακολούθησαν ο Τζέιμς Μιλλ και ο γυιός του, ο Τζων Στούαρτ Μιλλ. Χωρίς να είναι καθόλου μονοσήμαντος (ένα ισχυρό ωφελιμιστικό υπόστρωμα συναντάμε και στο σοσιαλισμό), ο δεσμός αυτός εξηγείται αρκετά λογικά από το πρώτο αξίωμα του ωφελιμισμού, σύμφωνα με το οποίο κάθε κοινωνική πράξη ανάγεται σε υπολογισμούς ατομικών συμφερόντων, τα οποία, ακόμα κι αν δεν τα θεωρήσουμε καθαρώς ‘‘εγωϊστικά’’, είναι πάντως εκφράσεις φιλαυτίας. Ε, λοιπόν, στην ίδια ακριβώς αρχή στηρίζεται ο υπερφιλελευθερισμός: κατ’ αυτόν, τα μόνα κίνητρα που μετρούν και είναι πραγματικά, είναι τα κίνητρα που εδράζονται στον υπολογισμό των αυστηρώς ατομικών συμφερόντων –επομένως, συμπεραίνει, κάθε ηθική ή ρύθμιση που εμπνέεται από άλλου είδους κίνητρα, είναι ονειροφαντασία καταδικασμένη στην αποτυχία. […]

Βεβαίως, είναι σαφές ότι υπάρχει και ένας τύπος φιλελευθερισμού που δεν στηρίζει την επιχειρηματολογία του στον ωφελιμισμό τύπου Μπένθαμ, αλλά σε ένα πολύ διαφορετικό ύφος επιχειρημάτων. Αυτός μάλιστα είναι εκείνος που κατά βάση εννοούμε όταν μιλάμε σήμερα για φιλελευθερισμό. Πρόκειται για μια επιχειρηματολογία συμβολαιοκρατικού τύπου, ο δεσμός της οποίας με το φιλελευθερισμό είναι ολοφάνερος στα επιχειρήματα του Λοκ παλιότερα και σήμερα του Ρωλς. Όμως είναι ωφελιμιστική αυτή η συμβολαιοκρατία;

Ασφαλώς όχι, εάν ταυτίζουμε τον ωφελιμισμό με τον μπενθαμισμό, διότι ο Μπένθαμ δεν έπαυε να ειρωνεύεται όσους στήριζαν τους συλλογισμούς τους σε κάποια ανύπαρκτη ‘‘φυσική κατάσταση’’, ή σε εξωπραγματικά ‘‘ανθρώπινα δικαιώματα’’. Παρ’ όλα αυτά, οι αξιωματικές αρχές της φιλελεύθερης συμβολαιοκρατίας και του ωφελιμισμού είναι ίδιες: και οι δυο δίνουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στα διαχωρισμένα μεταξύ τους, ρασιοναλιστικά και υπολογιστικά άτομα. Κι αν βάλουμε στη άκρη μια σειρά από διαφωνίες τους πάνω στον ορισμό και το μέτρο αυτού του ‘‘μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ατόμων’’, στα οποία ‘‘πρέπει να εξασφαλίζεται η ευδαιμονία’’ –διαφωνίες που δεν είναι και τόσο σίγουρο κατά πόσον είναι ουσιαστικές ή απλώς τεχνικές–, τόσο οι ωφελιμιστές όσο και οι συμβολαιοκράτες συμφωνούν ευρύτατα πάνω στον κανονιστικό στόχο της ‘‘μέγιστης ευδαιμονίας’’. Αυτή ορίζει, σύμφωνα με αυτούς, το τι εστί δίκαιο. Γι’ αυτό δεν είναι και τόσο παράξενο που ο σημερινός ‘‘πάπας’’ της ωφελιμιστικής παράδοσης, Τζων Χάρσανι, διακηρύσσει ότι η επιχειρηματολογία του Ρωλς και η δική του είναισε τελική ανάλυση ταυτόσημες και πως κατά κάποιον τρόπο ανακάλυψε τον ρωλσισμό (και κυρίως τον κεντρικό θεωρητικό μύθο περί ‘‘πέπλου άγνοιας’’) πριν απ’ τον Ρωλς. […]

Όλες αυτές οι ρασιοναλιστικές κατασκευές ξεκινούν πάντοτε κραυγάζοντας με στεντόρεια φωνή, ότι εδράζονται ‘‘στο απτό δεδομένο της πανταχού παρουσίας του υπολογιστικού συμφέροντος’’ και ότι, επομένως, ο τρόπος με τον οποίον προσδιορίζουν στη συνέχεια τους κανόνες της ηθικής και της δικαιοσύνης είναι εντελώς ορθολογικός, αντικειμενικός κι επιστημονικός … για να μπάσουν στο τέλος, μάλλον σύντομα, από την πίσω πόρτα την εικόνα των ατομικών υποκειμένων, τα οποία υποτίθεται πώς είναι a priori ηθικά, ή που τελοσπάντων στους υπολογισμούς τους θα πάρουν υπόψη μόνο τις δεδομένα εξαρχής ηθικές ‘‘προτιμήσεις’’ τους. Με άλλα λόγια, ενώ ισχυρίζονται ότι οι θεωρίες τους υπερβαίνουν χάρη στον ορθό λόγο αυτό που ο Ρώλς ονομάζει περφεξιονισμό [προώθηση ιδανικών προτύπων ‘‘καλής ζωής’’], ξαναπέφτουν αδιάκοπα στο φαύλο κύκλο επιμένοντας να ορίζουν ως ηθικούς και δίκαιους τους κανόνες που θα επέλεγαν τα ηθικά και δίκαια άτομα. […]

Όσο για τη σχέση μεταξύ ωφελιμισμού και οικονομισμού, η απάντησή μου είναι: ναι, ασφαλώς συνδέονται! Αυτό προκύπτει από το πρώτο αξίωμα του ωφελιμισμού, που δεν είναι άλλο από την πράξη γέννησης του homo oeconomicus. 

Υπάρχει το ερώτημα: η κριτική του οικονομιστικού αξιώματος («ο άνθρωπος δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αριθμομηχανή») καταγγέλλει επίσης το κανονιστικό αξίωμα που ταυτίζει τη δικαιοσύνη με τη γενική ευδαιμονία; Τι μπορεί να προσάψει κανείς σ’ αυτό το αξίωμα; Πρώτα-πρώτα, το ότι συνδέεται άρρηκτα, αν και με τρόπο παράδοξο και αντιφατικό, με το οικονομιστικό αξίωμα. Διότι υπάρχει πράγματι  παραδοξότητα και αντινομία εδώ. Εάν θέσουμε ως δίκαιο την επιδίωξη σε κάθε περίπτωση και για το καθετί της ευδαιμονίας του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ατόμων, λέγοντας ότι είναι λογική προέκταση της υπόθεσης ότι οι άνθρωποι επιδιώκουν να ικανοποιούν αποκλειστικά το ιδιοτελές συμφέρον τους και ότι αποκλείεται να δεχτούν οποιοδήποτε άλλο ιδεώδες, τότε οδηγούμαστε σε μια ανυπέρβλητη αντίφαση: πώς είναι δυνατόν να υποστηρίζουμε ταυτόχρονα τον ‘‘εγωϊσμό’’ και τον ‘‘αλτρουϊσμό’’;  Και αν πούμε ότι δεν υπάρχει καμιά σχέση ανάμεσα στο είναι και το δέον, ανάμεσα στην περιγραφική και την κανονιστική πρόταση, τότε καταδικαζόμαστε σε σχιζοφρένεια ή σε μόνιμη άρνηση της πραγματικότητας («Ναι, ξέρουμε ότι οι άνθρωποι δεν είναι τίποτε άλλο παρά εγωϊστές και υπολογιστές, ευαίσθητοι μόνο σε όσα οι ίδιοι ‘‘προτιμούν’’, αλλά δεν θα τους προτείνουμε να θυσιάσουν το ιδιοτελές συμφέρον τους για χάρη του συμφέροντος όλων»).

Όμως αυτή η σχιζοφρένεια είναι τυπική της νεωτερικότητας, η οποία, στο όνομα της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας, από τη μια μεριά ευλογεί τον κυνισμό και την πιο ακραία συνεπειοκρατία [η πεποίθηση ότι ο επιλογές θα πρέπει να αξιολογούνται με βάση τις συνέπειές τους], κι από την άλλη παρουσιάζεται μονίμως διψασμένη για μια ολοένα και πιο καθαρή κι εξαϋλωμένη ηθικότητα. […]

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ιδέα της επιδίωξης της ευδαιμονίας. Θα ήταν τρελό να προτείνει κανείς για στόχο την επιδίωξη της μεγαλύτερης δυστυχίας του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ανθρώπων, έστω κι αν αυτό τελικά ήταν το αποτέλεσμα ορισμένων πολιτικών του 20ού αιώνα. Το πρόβλημα βρίσκεται στην υποστασιοποίηση της ευδαιμονίας, στην αφαίρεσή της, τον ευδαιμονισμό, ο οποίος τείνει να συντρίβει τα πάντα στο πέρασμά του, και πρώτα-πρώτα τις συγκεκριμένες και πραγματικές χαρές της ζωής. […] 

Σε ό,τι αφορά το πολιτικό πεδίο λοιπόν, το κύριο πρόβλημα που βάζει το ωφελιμιστικό ιδεώδες βρίσκεται στο ότι θεμελιώνεται στο φάντασμα της απόλυτης γνώσης και μιας επιθυμητής ορθολογικής καθυπόταξης του συνόλου των παραγόντων που καθορίζουν τη δράση, έτσι ώστε να μπορεί να διαιτητεύει more geometrico, ως μέγας γεωμέτρης του σύμπαντος, το παιχνίδι ανάμεσα στις καλές και τις κακές προτιμήσεις. Παρουσιαζόμενος είτε σαν βασιλέας-φιλόσοφος, ορθολογικός και καλοπροαίρετος νομοθέτης, κομισάριος του πενταετούς πλάνου, ή αντίστροφα με τη μορφή του δίδυμου αδερφού του, σαν ο επόπτης-δημοπράτης τηςβαλρασιανής αγοράς που λύνει όλες τις εξισώσεις, ο ωφελιμισμός σφραγίζεται βαθύτατα από τη φιλοδοξία του να καταργήσει τη σύγκρουση και την κοινωνική διαίρεσηαντικαθιστώντας τις με τον υπολογισμό. 

Συνοψίζοντας την κριτική μου σε μια μόνο φράση, θα έλεγα πως όποια επιτήδευση ή πιο λεπτοδουλεμένη παραλλαγή κι αν εισάγει κανείς στην ωφελιμιστική σκέψη (κι είναι σχεδόν άπειρες οι τέτοιας λογής παραλλαγές της), αυτό που θα μένει πάντοτε ως κοινός παρονομαστής θα είναι μια απλουστευτική ανθρωπολογία, η οποία ανάγει το ανθρώπινο υποκείμενο σ’ ένα περισσότερο ή λιγότερο καθορισμένο άθροισμα ιδιοτελών εργαλειακών συμφερόντων κατοχής και ιδιοποίησης. […]»

Αλαίν Καγιέ, Τι θα πει να είσαι αντι-ωφελιμιστής; (2002)

Σημ. HS. Ασφαλώς, η φιλοδοξία του ωφελιμισμού και των συν αυτώ “να καταργήσουν την κοινωνική σύγκρουση και διαίρεση αντικαθιστώντας τις με τον υπολογισμό” έχει ήδη λάβει σάρκα και οστά (αν και δεν πρόκειται ούτε για σάρκα, ούτε για οστά) στην εγκατάσταση του τεχνικού συστήματος μέσα στη σύγχρονη κοινωνία και την παράλληλη εγκατάσταση της σχετικής θρησκείας, δηλαδή του τεχνολογικού μεσσιανισμού μέσα στα μυαλά. Και πάμε “χαρούμενοι” στο Μεγάλο Πουθενά: δείτε μεταξύ άλλων τηναπαράμιλλη βλακεία εκείνων που εγκατέστησαν πυρηνικά εργοστάσια π.χ. στην πυκνοκατοικημένη Ευρώπη, νομίζοντας, σε πείσμα όλων των απτών δεδομένων της Ιστορίας, ότι δεν πρόκειται να ξαναπληγούν οι χώρες τους από τον πόλεμο -πράγμα που μάλλον θα μετατρέψει τα εργοστάσια αυτά σε “βόμβες” μεγατόνων εντός της επικράτειάς τους… Το ξέρουμε πια: ο εφιάλτης έρχεται πάντοτε σφυρίζοντας γλυκά.

πηγή:

http://dangerfew.blogspot.gr/2016/04/blog-post.html

Δημοσιεύτηκε just now από τον χρήστη selana

Posted in: Uncategorized