Θεωρία και Πρακτική | μαλλιοτράβηγμα 1

Posted on 21 Σεπτεμβρίου 2016

0


Θεωρία και Πρακτική | μαλλιοτράβηγμα 1

«Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για να κάνουμε ή να μην κάνουμε αυτά που περνάνε απ’ το χέρι μας να κάνουμε στη ζωή. Κι από την αναμέτρηση αυτών των λόγων στο στίβο της (ατομικής ή συλλογικής) διαβούλευσης γεννιούνται διαμάχες και πολεμικές, που μπορεί να πάρουν μια φιλοσοφική τροπή. Η πρακτική φιλοσοφία είναι αυτή που συγκεντρώνει τέτοιας λογής διαμάχες μέσα σε επιμέρους θεωρητικούς κλάδους, όπως είναι η πολιτική φιλοσοφία, η φιλοσοφία του Δικαίου, η ηθική φιλοσοφία, η οικονομική φιλοσοφία, κ.ο.κ. (…)

Εδώ όμως προκύπτει το ζήτημα: Εάν η πρακτική φιλοσοφία είναι πρακτική με την έννοια της κλασικής αντίθεσης μεταξύθεωρίας και πρακτικής, σε τι ακριβώς συνίσταται αυτή η αντίθεση; Τι ακριβώς σημαίνει;

Μπορούμε να επισημάνουμε σήμερα δυο εκδοχές αυτής της αντίθεσης, τις οποίες είναι σημαντικό να μη συγχέουμε, διότι οδηγούν σε διαφορετικές αντιλήψεις για τον πρακτικό, άρα και το φιλοσοφικό, συλλογισμό. [Θα ονομάσουμε την πρώτη καντιανή και τη δεύτερη αριστοτελική-αναλυτική.]

Η καντιανή προσέγγιση

Κατά την πρώτη εκδοχή, την αντίθεση μεταξύ θεωρίας και πρακτικής πρέπει να την λαμβάνουμε με την έννοια του ‘‘κοινού τόπου’’, που συζήτησε ο Καντ στο δοκίμιό του Σχετικά με το κοινότοπο απόφθεγμα: ‘‘Μπορεί αυτό να είναι θεωρητικά σωστό, αλλά πρακτικά δεν ισχύει’’ (1793). Η φράση αυτή θέλει να πει ότι, πολύ συχνά, οι θεωρητικές περιγραφές και συνταγές αποδεικνύονται εντελώς ανεφάρμοστες. Οι μαθητές που μόλις έβγαλαν το σχολείο, δεν έχουν πάρει παρά μόνο θεωρητικές γνώσεις. Απομένει να μάθουν ότι στη ζωή τα πράγματα δεν είναι όπως στα βιβλία. Με άλλα λόγια, η αντίθεση θεωρίας και πρακτικής υποτίθεται πως είναι η αντίθεση ανάμεσα στις λύσεις που προτείνει ο φιλόσοφος ή ο θεωρητικός και τις λύσεις που προτείνει ο άνθρωπος της εμπειρίας, της πιάτσας. Γνωρίζουμε βέβαια ότι ο Καντ απέρριψε, και δικαιολογημένα, αυτή την ιδέα ως σκοταδιστική. (…)

Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, η θεωρία ─σε αντίθεση με την πρακτική─ είναι ένα σύνολο από υποθέσεις, τις οποίες έχουμε να εφαρμόσουμε πρακτικά. Το ζήτημα εδώ είναι να γνωρίζουμε εάν μια θεωρία είναι εφαρμόσιμη έτσι όπως έχει, ή μήπως χρειάζεται μια περαιτέρω επανεκτίμηση από την πλευρά εκείνου που θα την εφαρμόσει, μια επανεκτίμηση ‘‘στην πράξη’’ που η ίδια η θεωρία δεν μπορεί να προσφέρει, έναν ‘‘εμπλουτισμό’’ της από την εμπειρία. (…)

Πάνω σε αυτό, φαίνεται ότι ο Καντ εξάντλησε όλα όσα είχε να πει. Συγκεκριμένα:

– Από τη μια μεριά, ο θεωρητικός μπορεί, είπε, να συνειδητοποιήσει τα όρια της θεωρίας του, δηλαδή να αναγνωρίσει ότι η θεωρία του δεν είναι πλήρης μιας και δεν του επιτρέπει να εισαγάγει στο (θεωρητικό) συλλογισμό του όλους τους παράγοντες του προβλήματος που του έχει τεθεί. Ωστόσο, αυτό που μια συγκεκριμένη θεωρία δεν κατορθώνει να κάνει, μια άλλη, ισχυρότερη θεωρία θα μπορέσει να το βγάλει σε πέρας. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει αξιωματικά κανένα όριο στην εφαρμοσιμότητα των θεωριών. «Δεν είναι λάθος της θεωρίας όταν αποδεικνύεται φτωχή στην πράξη. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν υπήρχε αρκετή θεωρία» (στο πιο πάνω δοκίμιο).

– Από την άλλη, καμιά θεωρία δεν εμπεριέχει τον τρόπο χρήσης της με κάποια μορφή, που θα της επέτρεπε να εφαρμοστεί από μόνη της στην πράξη. Η θεωρία δίνει τις γενικές γραμμές, τους κανόνες που είναι να εφαρμοστούν, αλλά είναι παράλογο να της ζητάμε κανόνες που θα λένε πώς εφαρμόζονται οι κανόνες (βλ. Κριτική του καθαρού λόγου, εισαγωγή).

Το πρόβλημα αυτής της προσέγγισης είναι βέβαια, ότι δεν διακρίνει τη διαφορά μεταξύ θεωρητικού και πρακτικού συλλογισμού, και δεν αφήνει χώρο στον πρακτικό συλλογισμό [άρα και στην πρακτική απόφαση ─με πλήθος συνεπειών για την ίδια την πρακτική ζωή]. (…)

Η αριστοτελική-αναλυτική προσέγγιση

Εντελώς διαφορετικά από την προσέγγιση αυτή, η δεύτερη εκδοχή θεωρεί πως η αντίθεση μεταξύ θεωρίας και πρακτικής είναι μια κανονιστικού τύπου αντίθεση μεταξύ δύο διαφορετικών τύπων σφάλματος, και επομένως μεταξύ δυο διαφορετικών τύπων διόρθωσης: άλλοτε κάνουμε σφάλματα περιγραφής ─οπότε πρέπει να διορθώσουμε τη θεωρία μας συναρτώντας την με την πραγματικότητα ─, κι άλλοτε κάνουμε σφάλματα εκτέλεσης, οπότε πρέπει να διορθώσουμε τις πράξεις μας ώστε να τις συμμορφώσουμε προς τα σχέδια και τις βλέψεις που έχουμε θέσει.

Όταν η αντίθεση θεωρίας-πρακτικής γίνεται αντιληπτή με αυτό τον τρόπο, τότε δεν υπάρχει θέμα επανεκτίμησης της θεωρίας με την έννοια του ‘‘δεν υπήρχε αρκετή θεωρία’’ και πρέπει να την κάνουμε ‘‘περισσότερο εφαρμόσιμη’’. Το ζήτημα είναι να διακρίνουμε μεταξύ δυο διαφορετικών τρόπων αποτίμησης ενός λόγου ανάλογα με το εάν αυτός αποβλέπει στη γνώση της πραγματικότητας [αν είναι θεωρητικός λόγος] ή στο να δείξει τι πρέπει να γίνει [αν είναι πρακτικός λόγος]. (…)

Εδώ, η αντίθεση μεταξύ θεωρίας και πρακτικής προσεγγίζεται με τους όρους της αριστοτελικήςφρόνησης, του αριστοτελικού πρακτικού συλλογισμού, όπως τον προσέγγισαν αναλυτικοί φιλόσοφοι στηριγμένοι στον Βιτγκενστάιν και τον Ώστιν. Οι φιλόσοφοι αυτοί (βλ. π.χ. Ελίζαμπεθ Άνσκομπ, Άνθονι Κέννι, Ντέιβιντ Γουίγκινς) συνομιλούσαν με ─ή μάλλον: αντιμάχονταν─ τους εμπειριστές και τους θετικιστές, δηλαδή φιλόσοφους για τους οποίους υπάρχει μόνο μια έννοια της γνώσης, η ‘‘θεωρητική’’ ή ‘‘θεωρησιακή’’ γνώση: γνωρίζω, με αυτή την εμπειριστική-θετικιστική έννοια, σημαίνει έχω στη διάθεσή μου αληθινές περιγραφές, δηλαδή περιγραφές σύμφωνες με τα γεγονότα, τα οποία προηγούνται των περιγραφών [υφίστανται ανεξάρτητα από εμάς] και μας υπαγορεύουν τη γνώση μέσω της παρατήρησής τους. (…)

Ωστόσο, υπάρχει και μια άλλη έννοια της γνώσης. Η πρακτική γνώση (όχι μόνο η γνώση του τι έχουμε να κάνουμε, αλλά και του τι κάνουμε ενόσω κάνουμε κάτι [: π.χ. ότι κόβοντας τα κρεμμύδια ετοιμάζω ένα γεύμα]) δεν αφορά σε μια πραγματικότητα ανεξάρτητη, την οποία το δρων υποκείμενο θα έπρεπε να εξετάσει εντός του (παρατηρώντας την πρόθεσή του). Υπάρχει ένας τρόπος γνώσης, που δεν στηρίζεται στην παρατήρηση: ξέρω πώς φτιάχτηκε κάτι, όχι επειδή το παρατήρησα, αλλά επειδή το έφτιαξα! (…)

Καθώς λοιπόν υπάρχουν δυο είδη γνώσης, υπάρχουν και δυο διαφορετικοί οδοί συναρμογής της θεωρίας με την πρακτική, ή των λόγων με το πραγματικό. Στη μια, πρέπει τα λόγια να έρθουν σε συμφωνία με τις πράξεις, ενώ στην άλλη πρέπει οι πράξεις να έρθουν σε συμφωνία με τη θεωρία.

Αυτό κατέδειξε η Άνσκομπ (βλ. Intention, 1957) με το παράδειγμα της λίστας με τα ψώνια. Ένας άντρας ψωνίζει σ’ ένα κατάστημα ακολουθώντας μια λίστα με ψώνια, που του έδωσε η γυναίκα του. Λίγο παραπέρα, ένας ντετέκτιβ παρακολουθεί τις κινήσεις του και καταγράφει σε μια δική του λίστα τα προϊόντα που ο άντρας βάζει μέσα στο καλάθι του. Ας υποθέσουμε τώρα ότι συγκρίνουμε τις δυο λίστες με το περιεχόμενο του καλαθιού. Τίποτα δεν αποκλείει να είναι ολόιδιες: βούτυρο, αλεύρι, αυγά, γάλα, κ.λπ. Τι συμβαίνει όμως αν μια από τις λίστες δεν αντιστοιχεί με το περιεχόμενο του καλαθιού;

Αυτό εξαρτάται από το σε ποια λίστα αναφερόμαστε. Αν μιλάμε για τη λίστα, που η χρήση της είναι θεωρητική [δηλαδή τη λίστα του ντετέκτιβ, που απλώς παρατηρεί και καταγράφει], τότε πρέπει να διορθωθεί η λίστα έτσι ώστε να συμφωνήσει με το περιεχόμενο του καλαθιού: να σβηστεί π.χ. η λέξη μαργαρίνη και να μπει στη θέση της η σωστή λέξη, βούτυρο (εφόσον υπάρχει βούτυρο και όχι μαργαρίνη στο καλάθι). Έχουμε δηλαδή εδώ την περίπτωση όπου τα γεγονότα προηγούνται της θεωρητικής ή περιγραφικής γνώσης.

Αν όμως μιλάμε για τη λίστα του συζύγου [που κάνει πρακτικά τις αγορές], αυτό σημαίνει ότι έβαλε κατά λάθος μαργαρίνη στο καλάθι του αντί για βούτυρο, που του είχε παραγγείλει η γυναίκα του. Σε αυτή την περίπτωση, το λάθος δεν διορθώνεται αν σβήσει από τη λίστα του τη λέξη βούτυρο και γράψει μαργαρίνη. Το προς διόρθωση λάθος πρέπει να αποδοθεί σε πρακτική αβλεψία, είναι σφάλμα πρακτικό.

Υπάρχει επομένως κάτι που μπορούμε να το πούμε πρακτική γνώση (επειδή μπορούμε να σφάλλουμε όχι μόνο στις περιγραφές μας αλλά και στα έργα μας) και κάτι που μπορούμε να το πούμε πρακτικό συλλογισμό. (…)

Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η λέξη ‘‘θεωρία’’ δεν αναφέρεται σε γνώσεις που πρέπει να μπουν σε πράξη, αλλά σε μια στάση (παρατήρησης ή εξέτασης των πραγμάτων). Και στόχος δεν είναι η διαιτησία σε μια διαμάχη για το αν αξίζει πιο πολύ η θεωρία ή η πρακτική εμπειρία. Υπάρχει μια πρακτική λογική, επειδή υπάρχει ένας τρόπος με τον οποίο αυτοελέγχεται η ίδια η πρακτική καθώς και μια πρακτική στάση επαγρύπνησης ώστε να μην κάνουμε πρακτικά σφάλματα. Με άλλα λόγια, ο πρακτικός συλλογισμός δεν θεωρείται λιγότερος από το θεωρητικό, αλλά μια διαφορετική μορφή συλλογισμού, που έχει τους δικούς της κανόνες επαλήθευσης.

Σ΄αυτή την οπτική λοιπόν, το θέμα δεν είναι πώς θα ‘‘μειωθούν’’ οι φιλοδοξίες του λόγου όταν περνάμε στην πράξη, αλλά μάλλον ότι, εάν θέλουμε να έχουμε πρακτική λογική, οφείλουμε να σεβόμαστε τα ιδιαίτερα γνωρίσματα του πρακτικού συλλογισμού, ο οποίος αποβλέπει να καταλήξει σε μια δράση μάλλον παρά σε μια άποψη (όπως συμβαίνει με το θεωρητικό συλλογισμό).

Τα γνωρίσματα του πρακτικού συλλογισμού

Ποια είναι αυτά τα γνωρίσματα; Ας επιστρέψουμε στο παράδειγμα της Άνσκομπ κι ας προσπαθήσουμε να του δώσουμε μια συνέχεια. Ας υποθέσουμε πως υπάρχει κι ένας δεύτερος ντετέκτιβ [=εκπρόσωπος του θεωρητικού συλλογισμού], που η δική του λίστα διαφέρει από αυτή του πρώτου ντετέκτιβ. Το ερώτημα είναι, ποιος έκανε λάθος; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένας από τους δύο έσφαλε. Η λογική του αληθούς αποκλείει να συμφιλιώσουμε την καταγραφή ‘‘ο άντρας αγόρασε βούτυρο’’ με την καταγραφή ‘‘ο άντρας δεν αγόρασε βούτυρο’’.

Αλλά ας υποθέσουμε τώρα, πως η ίδια ακριβώς λίστα παραγγελίας για ψώνια δόθηκε σε δυο διαφορετικούς άντρες [=εκπρόσωπους του πρακτικού συλλογισμού] και ότι στο τέλος τα καλάθια τους δεν περιείχαν τα ίδια ακριβώς προϊόντα. Σε αυτή την περίπτωση είναι οπωσδήποτε απαραίτητο να έσφαλε ο ένας από τους δυο; Όχι, δεν είναι απαραίτητο. Δεν είναι απαραίτητο να έγινε πρακτικό σφάλμα. Θα ήταν απαραίτητο μόνο στην περίπτωση που δεν υπήρχε παρά ένας μόνο τρόπος να πραγματοποιήσουν τα ψώνια τους, δηλαδή στην περίπτωση που τους απαγορευόταν ν’ αποφασίσουν κάτι από μόνοι τους καθώς ψώνιζαν ─όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην περίπτωση των καθαρά τεχνικών οδηγιών, που οφείλει κανείς ν’ ακολουθήσει κατά γράμμα.

Ο Αριστοτέλης (Ηθικά Νικομάχεια, Γ’, 3, 112b1-7) δίνει εδώ το παράδειγμα του γραφέα, που οφείλει ν’ αντιγράφει ό,τι βλέπει χωρίς να έχει δικαίωμα ν’ αποφασίσει ο ίδιο για την ορθογραφία μιας λέξης ─ενώ απεναντίας, ένας συγγραφέας έχει ν’ αποφασίσει αν για λόγους ύφους θα χρησιμοποιήσει αυτή ή την άλλη λέξη. Κάτι τέτοιο μπορούμε να σκεφτούμε και στο ταπεινό παράδειγμα της λίστας με τα ψώνια: αυτός που ψωνίζει δεν αποκλείεται να χρειαστεί να πάρει μια δική του απόφαση για το αν θ’ αγοράσει ας πούμε βούτυρο ή μαργαρίνη. Ο πρακτικός συλλογισμός δεν επιβάλλει πρακτική ομοιομορφία. Χωρίς να είναι ‘‘λιγότερο’’ συλλογισμός, μπορεί να μας αφήνει την ελευθερία να πάρουμε εμείς την απόφαση (ή να μας υποδεικνύει ένα ορισμένο τρόπο δράσης χωρίς ν’ αποκλείει άλλους).»

Βενσάν Ντεκόμπ, Le Raisonnement de l’ Ours (2007)

Σημ. HS. Εξαιρετικού ενδιαφέροντος βιβλίο, αλλά και θέμα, στο οποίο όπως καταλαβαίνετε θα επανέλθουμε. Διευκρινίζω ότι πρόκειται για συρραφή αποσπασμάτων από ένα κεφάλαιο, και ότι τους τίτλους τους έβαλα εγώ για να διευκολύνω τη διαδικτυακή ανάγνωση (όπως και ό,τι είναι μέσα σε αγκύλες).  

πηγή:

http://dangerfew.blogspot.gr/

Δημοσιεύτηκε just now από τον χρήστη selana

Posted in: Uncategorized