Με τους εργάτες ή με τους φτωχούς; Μέρος ΙΙ

Posted on 26 Σεπτεμβρίου 2016

0


Με τους εργάτες ή με τους φτωχούς; Μέρος ΙΙ

hams-revolt-banner

Την εποχή που δέσποζε το κράτος πρόνοιας, ο αστός διανοούμενος Π. Κονδύλης διατεινόταν ότι τόσο καλή δουλειά είχε κάνει η σοσιαλδημοκρατία στον τομέα της αναδιανομής του εισοδήματος, που είχε ουσιαστικά κατορθώσει να δημιουργήσει μια μαζική κοινωνία αποτελούμενη αποκλειστικά από άτομα, στο πλαίσιο της οποίας η ταξική διαστρωμάτωση και οι ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις είχαν, κατά το μεγαλύτερο μέρος, εξαλειφθεί. Σε αυτή την εκδοχή της μαζικής κοινωνίας του Κονδύλη, τα άτομα προσαρμόζονταν στη νόρμα της κοινωνικής κινητικότητας, ήταν ισότιμα και πλήρως εναλλάξιμα και είχαν απαλλαγεί εντελώς από ουσιοκρατικούς δεσμούς που τα κρατούσαν ριζωμένα σε κάποια τάξη ή κοινωνική ομάδα.[1] Παράξενος ισχυρισμός αλήθεια, στον βαθμό που η κοινωνική κινητικότητα, την οποία ο Κονδύλης αποθεώνει, δεν είναι νοητή χωρίς την ύπαρξη μιας ιεραρχικής διαβάθμισης των κοινωνικών τάξεων, την οποία η κοινωνική μονάδα μπορεί να διατρέχει κάθετα, από κάτω προς τα πάνω ή αντίστροφα, πιστοποιώντας έτσι, με την αλλαγή των συνθηκών ζωής του, την κοινωνική του άνοδο. Επιπλέον, αν η μαζική κοινωνία, με τον τρόπο που την ερμηνεύει ο Κονδύλης σαν την ουσιαστική κατάργηση των ταξικών διακρίσεων, ήταν μια πραγματικότητα, δεν θα μιλούσαμε απλώς για άτομα που είναι ολοκληρωτικά εναλλάξιμα ως προς την πλήρωση των θεσμοποιημένων κοινωνικών ρόλων, αλλά και για κοινωνικούς ρόλους που είναι πλήρως ισότιμοι και κοινωνικά εναλλάξιμοι μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο ουσιαστικής εξαφάνισης της κοινωνικής ιεραρχίας. Με άλλα λόγια, θα μιλούσαμε για την ίση κατανομή όλων των μορφών δύναμης μέσα σε θεσμούς συλλογικής αυτοδιεύθυνσης σε μαζική κοινωνική κλίμακα, όπου κοινωνική κινητικότητα δεν θα υπήρχε, επειδή δεν θα συνέτρεχαν οι λόγοι για την ύπαρξη των μηχανισμών της κοινωνικής κινητικότητας.

Στην πραγματικότητα, όπως σωστά έχει ισχυριστεί ο Μπάουμαν, το κράτος πρόνοιας έπεσε θύμα της ίδιας της επιτυχίας του.[2] Έχοντας επωφεληθεί στο έπακρο από τα πλουσιοπάροχα βοηθήματα και τις υλικές απολαβές που έθεσε στη διάθεση τους το κοινωνικό κράτος, οι Άγγλοι, Γάλλοι, ή Γερμανοί νεομπουρζουάδες συγκέντρωσαν στα χέρια τους αρκετό πλούτο και, αφού τοποθέτησαν τα χρήματα τους σε ασφαλείς προορισμούς κι έστειλαν τα παιδιά τους να σπουδάσουν στα καλύτερα ιδιωτικά σχολεία, ύστερα γύρισαν την πλάτη τους στους θεσμούς της κοινωνικής αλληλεγγύης και κατήγγειλαν με ιερή αγανάκτηση την επικίνδυνη εξάπλωση του κρατισμού. Σαν τις χώρες του καπιταλιστικού κέντρου που, πρώτα, ανέπτυξαν μέσω του προστατευτισμού τις οικονομίες τους και, όταν βρέθηκαν σε θέση ισχύος, ξεκίνησαν έπειτα να μιλούν για τις αρετές του «ελεύθερου ανταγωνισμού» της αγοράς. Έτσι και οι νεομπουρζουάδες, πρώτα φρόντισαν να εξοπλίσουν τον εαυτό τους με όσα προσόντα και πλεονεκτήματα μπορούσε να τους εξασφαλίσει η κοινωνική τους θέση, κι έπειτα μεταμορφώθηκαν σε διαπρύσιους κήρυκες του ελεύθερου κοινωνικού ανταγωνισμού, δηλαδή του κοινωνικού κανιβαλισμού. Το ίδιο έκανε και η ολιγομελής, αλλά ιδεολογικά φανατισμένη, μεσαία τάξη των μαύρων της Αμερικής, η οποία, παρόλο, που ήλκε την κοινωνική γενεαλογία της από το σύστημα των θετικών διακρίσεων (affirmative action) που προοριζόταν να αυξήσει την κοινωνική κινητικότητα της αφροαμερικανικής υποτάξης, ήταν η πρώτη που απαίτησε την κατάργηση αυτού του συστήματος μόλις αισθάνθηκε αρκετά σίγουρη για την καινούρια θέση που είχε κατακτήσει στην κοινωνική ιεραρχία.[3] Το γεγονός αυτό, αναμφίβολα μπορεί να εξηγηθεί από την ανάγκη της μαύρης μεσαίας τάξης να πιστέψει στον εαυτό της και να αποβάλει από το φαντασιακό της οποιοδήποτε στοιχείο παραπέμπει στην προηγούμενη ταπεινή καταγωγή της. Από την άλλη, η αντίδραση αυτή καθόλου δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, στο μέτρο που η Κοινωνική Πάλη είναι δομικό στοιχείο της λειτουργίας των ετερόνομων κοινωνιών. Έχοντας συσσωρεύσει ένα επαρκές εισόδημα, ο νεομπουρζουάς δεν έχει ανάγκη να προσφύγει στις υποβαθμισμένες κρατικές υπηρεσίες κοινής ωφελείας, ούτε επιθυμεί να καταβάλει φόρους για τη συντήρηση τους. Εκείνο που πρωτίστως τον ενδιαφέρει είναι να διασφαλίσει το άνετο επίπεδο ζωής του και να υπερασπιστεί τη θέση του από άλλες ομάδες που φιλοδοξούν να αναρριχηθούν στην κοινωνική ιεραρχία. Από αυτήν την άποψη, δεν θα πείραζε διόλου τις προνομιούχες κοινωνικές ομάδες να παραμείνει η υποτάξη των νεόπτωχων προλετάριων δέσμια των υλικών προϋποθέσεων και των κοινωνικών συνθηκών που την κρατούν καθηλωμένη. Δεν αποκλείεται μάλιστα να δούμε να επιστρέφουν στον δημόσιο διάλογο απόψεις όπως εκείνη του Ιταλού οικονομολόγου Τζ. Ορτές που, πίσω στα 1774, υποστήριζε ότι «ο πλούτος ενός έθνους είναι ανάλογος με τον πληθυσμό του και τη φτώχεια του». Στο ίδιο πνεύμα, ο Τζ. Μακφάρλαν είχε εκφράσει «την πεποίθηση του ότι, καθώς η Αγγλία πλησίαζε στο απόγειο του μεγαλείου της, “ο αριθμός των φτωχών θα εξακολουθούσε να αυξάνεται”».[4] Σε αντίθεση με τα παραπάνω, πρόσφατα η Αρουντάτι Ρόυ διαμαρτυρήθηκε έντονα ενάντια στον παραλογισμό που αποδέχεται την ένδεια σαν φυσιολογικό σύμπτωμα μιας οικονομίας της αγοράς που βρίσκεται σε ραγδαία τροχιά ανάπτυξης. Έγραψε για την εμετική επιδειξιομανία που διακατέχει τους εκατό πλουσιότερους Ινδούς που ελέγχουν το 25% του ΑΕΠ της οικονομίας της χώρας και ζουν πλάι σε έναν πληθυσμό οκτακοσίων εκατομμυρίων (800.000.000) προλετάριων που επιβιώνουν με λιγότερο από μισό δολάριο την ημέρα![5]

Οι φτωχοί περικλείουν στους κόλπους τους όλες εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που συγκαταλέγονται ανάμεσα στα θύματα της παγκοσμιοποίησης. Δηλαδή, εκείνη τη μερίδα των εργαζόμενων μαζών που απορρίφθηκε ως πλεονάζουσα από τις τρέχουσες κοινωνικές διεργασίες, τα «αποβράσματα» που ξέρασε η κρεατομηχανή της διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Οι κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες διαβιούν οι νεόπτωχοι προκύπτουν σαν το τελικό προϊόν της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης. Είναι η εμπράγματη έκφραση της ανισοκατανομής όλων των μορφών δύναμης σε μια ετερόνομη ιεραρχική κοινωνία. Η ιδιότητα του φτωχού δεν διέπεται από τον δυναμισμό και την ευμετάβλητη φύση της ιδιότητας του εργάτη. Συνιστά μια παγιωμένη κατάσταση στην οποία, όποιος περιέρχεται καταδικάζεται να είναι κοινωνικά εξόριστος και ταξινομείται αυτόματα ως «δημόσιος κίνδυνος» και ως «απειλή για το κοινό καλό». Ο Γκ. Μύρνταλ ορθά επισημαίνει ότι οι κοινωνικές ομάδες που κατατάσσονται συλλήβδην στις «επικίνδυνες» τάξεις από το νεοφιλελεύθερο κοινωνικό φαντασιακό, δεν είναι, παρά εκείνα τα τμήματα του προλεταριάτου που υποβλήθηκαν σε μια βίαιη διαδικασία «λουμπενοποίησης», εξαιτίας της μαζικής αποπομπής τους από την παραγωγική διαδικασία που σηματοδότησε η αποβιομηχάνιση των Α.Κ.Χ.[6] Ωστόσο, είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι, ενώ ο χαρακτηρισμός του νεόπτωχου υποδηλώνει την οικονομική κατάσταση μιας κοινωνικής μονάδας και, κατ’ επέκταση, μπορεί να ανταποκρίνεται σε μια σειρά από «αντικειμενικά» οικονομικά κριτήρια, η υπο-ολότητα των «επικίνδυνων» τάξεων, συνιστά κατά βάση ένα νοητικό κατασκεύασμα της κυρίαρχης ιδεολογίας που συγκροτείται μέσω της απόδοσης ομοιογενών χαρακτηριστικών σε ανόμοιες κοινωνικές ομάδες. Κι αυτό γιατί δεν αφορά τόσο μια αμερόληπτη και αποστασιοποιημένη περιγραφή των δυσμενών αποτελεσμάτων του συστήματος της οικονομίας της αγοράς στα κατώτερα στρώματα της ετερόνομης ολότητας, αλλά τον τρόπο διαχείρισης τούτων των δυσμενών αποτελεσμάτων, από την κρατική εξουσία. Δεν είναι τυχαίο, ότι ο ενοποιητικός παράγοντας που συντελεί στην ομαδοποίηση ετερόκλητων υποκειμένων όπως είναι οι άνεργοι, οι πάσης φύσεως αποδέκτες επιδομάτων αρωγής, η «άγρια» νεολαία των πόλεων, ή οι ανεξέλεγκτοι πληθυσμοί των προσφύγων που κατακλύζουν τα αστικά κέντρα των Α.Κ.Χ, είναι η αδυναμία ενσωμάτωσης τους στους κυρίαρχους μηχανισμούς κοινωνικής αναπαραγωγής και, συνακόλουθα, η δυνητικά ανταγωνιστική υπόσταση τους ως προς τις δομές του κοινωνικού παραδείγματος της ετερονομίας. Συνεπώς, η αντίληψη περί της ύπαρξης «επικίνδυνων» τάξεων που προκαλούν αναστάτωση και αποστροφή στις ελίτ του συστήματος και τα εύπορα στρώματα της κοινωνίας, είναι δηλωτική του τρόπου με τον οποίο η ετερόνομη κοινωνική ολότητα αντιλαμβάνεται τη σχέση που θέλει να έχει με τις μάζες των φτωχών που η ίδια καταδικάζει σε μια ζωή στο περιθώριο. Η φτώχεια παύει έτσι να αποτελεί μέρος του κοινωνικού ζητήματος και μετατρέπεται σε έναν ακόμη τομέα που άπτεται των επιτελικών σχεδιασμών της μεταμοντέρνας τεχνοκρατικής διακυβέρνησης. Εύκολα μπορεί να αντιμετωπιστεί με «δέσμες μέτρων», οξυδερκείς «πρωτοβουλίες» καταρτισμένων νομομαθών κλπ. Δεν είναι μια παράλογη και ανορθολογική κατάσταση που πρέπει πάραυτα να εξαλειφτεί, αλλά ένα συστατικό στοιχείο της μεταμοντέρνας κοινωνίας, η πρώτη ύλη του τεχνοκράτη ειδικού που ξέρει πώς να διοικεί. Ωστόσο, η φτώχεια είναι ανορθολογική, διότι ως μέγεθος είναι νοητή και πάντα ορίζεται εν μέσω της ύπαρξης μιας γενικότερης αφθονίας. Για παράδειγμα, αν ζούσαμε στις τροφοσυλλεκτικές κοινωνίες που ανήκουν σε ένα προηγούμενο στάδιο εξέλιξης του ανθρώπινου είδους ή στις ημιάγριες κοινότητες των ιθαγενών της Νέας Γουινέας, η πενιχρή εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων θα καθιστούσε τη φτώχεια στις κοινωνίες αυτές φαινόμενο ενδημικό και αναπόφευκτο, ένα αναπόσπαστο χαρακτηριστικό των συνθηκών ύπαρξης του συνόλου της κοινωνίας. Αντίθετα, η φτώχεια με τη μορφή που αυτή παίρνει στις Α.Κ.Χ. σαν κοινωνικό ζήτημα, ενυπάρχει πάντα ως υστέρηση στις συνθήκες ζωής κάποιων ομάδων, σε σύγκριση με ένα υψηλότερο επίπεδο ευμάρειας που συνιστά το επίπεδο διαβίωσης των προνομιούχων μιας κοινωνικής ολότητας. Έτσι, η φτώχεια συνιστά εξορισμού κοινωνικό πρόβλημα αφού είναι νοητή μόνο ως η θεσμοποιημένη κατάσταση άρνησης του αντίθετου της, της θεσμοποιημένης ευμάρειας. Είναι ανορθολογική, διότι φανερώνει μια ανισόμετρη σχέση ως προς την πρόσβαση που διαθέτει η κάθε κοινωνική ομάδα στον παραγόμενο κοινωνικό πλούτο, με την κυρίαρχη μειοψηφία να ζει πλουσιοπάροχα ενώ η πλειοψηφία δυσκολεύεται ακόμα και να εξασφαλίσει την βιολογική επιβίωση της.

Πράγματι, αν οι νεόπτωχοι δεν είναι τα αβοήθητα θύματα της διεθνοποίησης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, τότε είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι οι ίδιοι φέρουν την αποκλειστική ευθύνη για την τραγική κατάληξη τους. Όπως εύγλωττα το διατυπώνει ο Μπάουμαν, η κάθοδος στο σκοτεινό κόσμο των επικίνδυνων τάξεων φαίνεται σαν να αποτελεί το «συγκεντρωτικό αποτέλεσμα των εσφαλμένων ατομικών επιλογών».[7] Εφόσον, σύμφωνα με το νεοφιλελεύθερο κοινωνικό φαντασιακό, η συσσώρευση πλούτου και η συνακόλουθη ανέλιξη στην κοινωνική ιεραρχία εκλαμβάνονται ως αδιάσειστες αποδείξεις για την ατομική αρετή και την ικανότητα του κατόχου τους, το κατρακύλισμα στην ένδεια δεν μπορεί, παρά να είναι το αποτέλεσμα της ανικανότητας των φτωχών, οι οποίοι υπολείπονται απελπιστικά σε εκείνα τα φυσικά χαρίσματα και τις δεξιότητες που θα τους καταστήσουν ικανούς να διάγουν τον βίο τους σύμφωνα με τα προβλεπόμενα πολιτισμικά πρότυπα παραγωγής και κατανάλωσης. Για να το πούμε διαφορετικά, πρόκειται για ανθρώπους οι οποίοι είτε είναι νοητικά και ψυχικά υποδεέστεροι και είναι ανήμποροι να διευθύνουν οι ίδιοι τις υποθέσεις τους ή, εξαιτίας μιας φυσικής προδιάθεσης, διάκεινται εχθρικά απέναντι στους γενικούς κανόνες που ρυθμίζουν τη ζωή του κοινωνικού «συνόλου». Απέναντι σε αυτά τα αντικοινωνικά μιάσματα, η κοινωνία οφείλει να αμυνθεί εξαπολύοντας μέτρα αστυνομικής καταστολής της ελευθερίας εκείνων που δεν γνωρίζουν πώς να τη χρησιμοποιήσουν ή την εκμεταλλεύονται για να υπονομεύσουν την ελευθερία των υπολοίπων. Τούτες οι διαπιστώσεις μας φέρνουν ανησυχητικά κοντά στο πνευματικό και ιδεολογικό κλίμα που επικράτησε στις γραμμές της ευρωπαϊκής αστικής τάξης από τα μέσα του 19ου αιώνα και μέχρι τη λήξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και που μπορεί κάλλιστα να περιγραφεί σαν ένα είδος «κοινωνικού βιολογισμού» ή «ταξικού ρατσισμού», μέσω της τάσης για μια φυσικοποίηση των κοινωνικών ανισοτήτων. Σύμφωνα με τον Ε. Τραβέρσο, «Η εξομοίωση των εργαζόμενων τάξεων με “κατώτερη φυλή” έγινε ένα κλισέ της ευρωπαϊκής κουλτούρας στην εποχή του θριαμβευτικού βιομηχανικού καπιταλισμού. Γύρω στα μισά του 19ου αιώνα, ο άγγλος δοκιμιογράφος Χένρυ Μέιχιου χαρακτήριζε τους φτωχούς των μεγαλουπόλεων “περιπλανώμενες φυλές της πολιτισμένης κοινωνίας” που έχουν όλα τα γνωρίσματα των πρωτόγονων λαών. Αναγνωρίσιμοι τόσο από τη φυσική τους εμφάνιση, με τα “πεταχτά μήλα και τα προτεταμένα σαγόνια” τους, όσο και από τον τρόπο που μιλούσαν μια ακατάληπτη διάλεκτο, ήταν τεμπέληδες, δύστροποι στην πειθαρχία της εργασίας, χοντροκομμένοι, βίαιοι, βρώμικοι και τους έλειπε εντελώς η έννοια της ιδιοκτησίας και της θρησκείας».[8]Το αρρωστημένο ιδεολόγημα του ταξικού ρατσισμού είναι ο φαντασιακός τόπος όπου οι αντιφρονούντες, οι κοινωνικά απόβλητοι και οι εκτοπισμένοι από την παραγωγή συναντούν τους μετανάστες και τις μάζες των εκτοπισμένων προσφύγων από εκείνες τις περιοχές της υφηλίου τις οποίες η καταστροφική εξάπλωση του διεθνοποιημένου καπιταλισμού έχει καταστήσει ακατάλληλες για την ανθρώπινη επιβίωση.

Και, φυσικά, δεν πρόκειται να κλάψουμε, όπως κάνουν οι μαρξιστές, επειδή ένα μεγάλο κομμάτι της προλεταριακής υποτάξης έχει χάσει την δουλειά του κι έχει πεταχτεί έξω από τα κυκλώματα της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Θέλουμε εδώ να αναφερθούμε στο παράδειγμα του Σ. Μπολόνια, ο οποίος στο κείμενο του «Η φυλή των τυφλοπόντικών», δείχνει να θεωρεί ότι η είσοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας και η ένταξη τους στο εργατικό δυναμικό του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής, συνιστά μια ευνοϊκή εξέλιξη που προάγει «αντικειμενικά» την υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης του προλεταριάτου.[9] Παρομοίως, οι μαρξιστές-λενινιστές της περιόδου της Κομιντέρν ενθάρρυναν τα κατά τόπους κομμουνιστικά κόμματα, στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, να ενώσουν τις δυνάμεις τους με τον ταξικό αντίπαλο, την αστική τάξη, προκειμένου να αποτινάξουν τον ζυγό του ιμπεριαλισμού των καπιταλιστικών μητροπόλεων. Ο στόχος που εξυπηρετούσε αυτή η στρατηγική των μαρξιστών δεν ήταν ποτέ η άμεση δημιουργία, από την επόμενη κιόλας μέρα της επανάστασης, των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών που θα επέτρεπαν την αυτοθέσμιση των κοινωνιών της περιφέρειας μέσα από μια αυτόνομη μορφή κοινωνικής οργάνωσης, αλλά η έμπρακτη συμμετοχή των κομμουνιστών στην προσπάθεια για την εγκαθίδρυση ενός ισχυρού εθνικού καπιταλισμού, που θα οδηγούσε στην, απαραίτητη για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό, ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Εδώ αρχίζει σιγά-σιγά να διαφαίνεται σε όλη του την έκταση ο υπολανθάνων συντηρητισμός αλλά και μια δόση μαζοχισμού, που διαπερνά την μαρξιστική επαναστατική θεωρία. Οι γυναίκες καλούνται να ενταχτούν μαζικά στην καπιταλιστική μισθωτή σχέση, έτσι ώστε να βγουν επιτέλους από την κοινωνική απομόνωση που παραδοσιακά τους έχει επιβληθεί και να αποκτήσουν ενεργό κοινωνικό ρόλο προσχωρώντας στις γραμμές του κατεξοχήν απελευθερωτικού υποκειμένου. Από την άλλη, οι μάζες των εργατών, των υπαλλήλων, των αγροτών, των τεχνιτών, των μικροεπαγγελματιών κλπ. του Τρίτου Κόσμου όφειλαν να συνεισφέρουν, πρώτα, στην οικοδόμηση της δικής τους καπιταλιστικής φυλακής, από την οποία, έπειτα, οι μαρξιστές φωστήρες θα αναλάμβαναν εργολαβικά να τους απελευθερώσουν. Εξού και η τεράστια απήχηση που είχε στους προλετάριους των χωρών της περιφέρειας το αναρχικό πρόταγμα, με την έμφαση που έδινε στην εδώ-και-τώρα κατάκτηση μιας αυθεντικής ταξικής και εθνικής αυτοδιάθεσης, σε αντιδιαστολή με τους μαρξιστές, τη ρητορική των οποίων περί ταξικής συμφιλίωσης τα λαϊκά στρώματα τις περισσότερες φορές την εκλάμβαναν σαν συνειδητή ή έμμεση προδοσία του αγώνα τους για «εκσυγχρονισμού» των παραγωγικών δομών, μέσα από μια αναμόρφωση της οικονομίας σε καπιταλιστικά πρότυπα ή πόσο λάθος είναι ακόμα και η αντίληψη του «εκσυγχρονισμού» αυτή καθ’ εαυτή, με την έννοια της μηχανιστικής μεταφύτευσης ενός προκαθορισμένου οικονομικού μοντέλου που δεν ανταποκρίνεται στις εγχώριες κοινωνικές παραμέτρους και ιστορικές συνθήκες. Αρκεί να παρατηρήσουμε ότι η καπιταλιστική οικονομία, σε όλες τις δυνατές μορφές της, αδυνατεί να έρθει σε ρήξη με το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και να διαρρήξει τους δεσμούς της εξάρτησης που αναπαράγουν την πρωτοκαθεδρία του καπιταλιστικού Κέντρου σε οικουμενική κλίμακα.

Η απάντηση που συνηθίζουν να δίνουν οι διανοητές της μεταρρυθμιστικής αριστεράς στο ζήτημα επιβίωσης που δημιουργεί για το προλεταριάτο η αποβολή ενός μεγάλου μέρους του από την διαδικασία της παραγωγής, απηχεί τη διστακτική αναγνώριση, από μέρους τους, του προβλήματος που προκύπτει από τη διατήρηση της θεσμικής συσχέτισης ανάμεσα στο ίδιο το δικαίωμα στη ζωή από τη μία και την υποχρέωση για ατομική εργασία από την άλλη, μέσα σε αντικειμενικές συνθήκες που συντελούν στη δραστική και συστηματική αποψίλωση του εργατικού δυναμικού. Ο Γκάυ Στάντινγκ, ένας από τους βασικούς εκφραστές της θεωρίας του πρεκαριάτου στον αγγλοσαξονικό κόσμο, ισχυρίζεται ότι η λύση έγκειται στη θεσμοθέτηση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος που θα καταβάλλεται σε μηνιαία βάση στους άπορους δικαιούχους.[10] Την ίδια άποψη υιοθετεί και ο περισσότερο «ριζοσπάστης» Τόνυ Νέγκρι που συνδέει το δικό του κατώτατο εισόδημα με τη νεφελώδη έννοια της απόδοσης μιας οικουμενικής «ιδιότητας του πολίτη», που είχε αναπτύξει σε προηγούμενο δοκίμιο του.[11] Τέλος, ο ακτιβιστής Τσάρλυ Ποστ διατείνεται ότι υπάρχει ανάγκη για περισσότερη οργάνωση στους χώρους εργασίας και για μια αναβίωση του συνδικαλιστικού κινήματος, η οποία θα συμβάλλει στην αντιστροφή της τάσης για τη συνεχή συρρίκνωση του ρόλου που αποδίδεται στη ζωντανή εργασία μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.[12] Παρόλα αυτά, οι προτάσεις αυτές, στην καλύτερη περίπτωση, συνιστούν ρομαντικά ευχολόγια καλοπροαίρετων σοσιαλδημοκρατών, οι οποίοι φαίνεται να μην αντιλαμβάνονται ότι στην εποχή του νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού είναι αδύνατο, για την υποτάξη των άνεργων, των χαμηλόμισθων, των συνταξιούχων, των υποαπασχολούμενων και των μεταναστών να διεκδικήσουν αποτελεσματικά τα συμφέροντα τους, κάνοντας χρήση θεσμικών μεθόδων που περιλαμβάνονται στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Άλλωστε, αν αυτές οι ομάδες διέθεταν την παραμικρή πρόσβαση στο πολιτικό σύστημα και γενικότερα στις θεσμοποιημένες πηγές εξουσίας, τότε πιθανότατα δεν θα είχαν περιέλθει εξαρχής στην δεινή θέση στην οποία βρίσκονται σήμερα.

Όσο για τον συνδικαλισμό, η αναζωογόνηση ενός μαχητικού συνδικαλιστικού κινήματος στους χώρους εργασίας προβάλλει ως η αυτονόητη απάντηση στο ζήτημα της διασφάλισης των προϋποθέσεων για τη συνολική αναπαραγωγή των υποτελών τάξεων, μέσα σε αντικειμενικές συνθήκες ακραίας καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Αναμφίβολα, όταν έρχεται αντιμέτωπος με τη θηριώδη δύναμη (οικονομική, φυσική, ιδεολογική) που είναι σε θέση να επιστρατεύσει η κάθε καπιταλιστική επιχείρηση ενάντια στο προσωπικό της, είναι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και η συναίσθηση μιας απόλυτης αδυναμίας που καταλαμβάνει τον εργαζόμενο ως μονάδα, που τον σπρώχνει να ενωθεί με τους υπόλοιπους και να δράσει από κοινού και συλλογικά, με όλες βέβαια τις αντιφάσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις που εμπεριέχονται σε αυτή την διαδικασία. Κατά βάθος όμως, έχουμε την αίσθηση ότι το όραμα για μια ανασύσταση ενός μαχητικού συνδικαλισμού, που θα προασπίζεται τα συμφέροντα των εργαζόμενων, καταλήγει να είναι ένα όραμα συντηρητικό αν δεν αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου επαναστατικού προγράμματος για την αντισυστημική αλλαγή και την κοινωνική απελευθέρωση. Εδώ, δεν πρόκειται για μια απλουστευτική αντιπαραβολή ανάμεσα σε έναν «αγνό» και «ανόθευτο» ταξικό συνδικαλισμό βάσης και το υποταγμένο μοντέλο του ιεραρχικού συνδικαλισμού που ενσαρκώνουν οι χρεοκοπημένες απ’ όλες τις απόψεις εργατικές ομοσπονδίες. Αυτό που λέμε είναι ότι, εξαιτίας του περιεχομένου της δραστηριότητας που αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας, δηλαδή της προαγωγής των άμεσων συμφερόντων των εργαζόμενων και της υπεράσπισης των κεκτημένων τους όπου αυτά υπάρχουν ακόμα, όλα τα είδη συνδικαλισμού είναι από την φύση τους ρεφορμιστικά. Με άλλα λόγια, είναι αδύνατο για τον συνδικαλισμό να υπερβεί τον υλικό ορίζοντα του και να διευρύνει το περιεχόμενο των εργατικών απαιτήσεων και τη συλλογική βούληση τους ως κοινωνικό υποκείμενο, μέχρι το σημείο που θα επέφερε την κατάρρευση και τη χρεοκοπία της επιχείρησης που εκμεταλλεύεται την εργατική τους δύναμη. Για παράδειγμα, όσο ριζοσπαστικός κι αν είναι ο ιδεολογικός προσανατολισμός ενός εργατικού συνδέσμου ή ενός συλλόγου εργαζόμενων, μας είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι ένα εργατικό σωματείο θα επέμενε να ζητάει μια αύξηση μισθού πάνω από εκείνο το όριο που η εταιρεία θα μπορούσε να ικανοποιήσει, χωρίς να υποστεί μια ανεπανόρθωτη οικονομική απώλεια που θα την οδηγούσε σε αδυναμία να συνεχίσει την λειτουργία της. Μάλιστα, στις Σκουριές, είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε με τα ίδια μας τα μάτια τη θλιβερή επικύρωση της συμβιωτικής σχέσης που συνδέει το κεφάλαιο με την εργασία, σε συνθήκες κρίσης του καπιταλισμού και όταν η εργασία δεν λαμβάνει τη νοηματοδότηση του κοινωνικού της ρόλου από ένα ευρύτερο πρόταγμα καθολικής ανατροπής των δομών και των σχέσεων που αναπαράγουν τον ετεροκαθορισμό της και που εκτείνονται πέρα από το πεδίο της παραγωγής.[13] Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι να αναζητήσουμε τους «εξωγενείς» παράγοντες που οδήγησαν στον εκφυλισμό του συνδικαλιστικού κινήματος, αλλά να αναγνωρίσουμε ότι πιθανότατα το σπέρμα του ρεφορμισμού κυοφορείται μέσα στα σπλάχνα του συνδικαλισμού σαν οργανωμένη πρακτική του εργατικού κινήματος και να έχουμε κατά νου ότι το εργατικό κίνημα δεν είναι ούτε επιθυμητό, ούτε εφικτό να ταυτίζεται με το ευρύτερα προλεταριακό ή το, πιο στενά αναρχικό, πολιτικό κίνημα, στη βάση του διαχωρισμού που είχαν προτείνει παλαιότερα και οι Μπερνέρι και Μαλατέστα.

Όπως έγραφε ο Μαλατέστα, «Μια εργατική οργάνωση δεν μπορεί να αποτελείται μόνο από εργάτες πνευματικά και ηθικά χειραφετημένους, που έχουν ένα ιδεατό πρόγραμμα και μάχονται για τον θρίαμβο του. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα επρόκειτο απλώς για ένα αντίγραφο των διαφόρων πολιτικών συνενώσεων και θα κατέληγε άχρηστο είτε, σαν τρέχον μέσο αγώνα ενάντια στα αφεντικά είτε σαν πεδίο προπαγάνδας. Κάθε εργατική οργάνωση απευθύνεται στις μάζες και προσπαθεί να εντάξει στους κόλπους της όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο. Γι’ αυτό, είναι αναγκαίο να κρατιέται μακριά από ένα γενικό πλαίσιο και να ασχολείται κυρίως με τα άμεσα συμφέροντα των εργαζομένων. Να ζητεί εκείνες τις βελτιώσεις που είναι σήμερα δυνατές, να μην ξεπερνά κατά πολύ το επίπεδο των τρεχουσών επιδιώξεων των ποικίλων εταιριών στις διάφορες περιοχές, να διαπραγματεύεται με τα αφεντικά και με τις αρχές, να κάνει, εν κατακλείδι, το έργο των μεταρρυθμιστών. Ευτυχώς, υπάρχουν άνθρωποι με συνείδηση του κινδύνου και πάντοτε σε επιφυλακή, υπάρχουν μάζες με εξεγερτικό και γενναιόφρων πνεύμα που περιφρονούν τις μικρές βελτιώσεις και είναι έτοιμες για την τελική μάχη. Όμως, ο κίνδυνος υπάρχει και για να τον αποφύγουμε πρέπει εν μέσω και υπεράνω των εργατικών οργανώσεων να υπάρχει ένα πολιτικό κίνημα, μια ιδεαλιστική συνένωση για την οποία η κοινωνική επανάσταση (αναρχική σε ότι αφορά εμάς) να είναι ο σκοπός και όλα τα υπόλοιπα να μην αποτελούν παρά μόνο μέσα».[14]

Παρομοίως, θα πρέπει να σταματήσουμε να αναζητούμε την υποτιθέμενη γραμμική αντιστοιχία ανάμεσα στην ιδιότητα του μέλους μιας κοινωνικής τάξης, μεταφρασμένης με οικονομικούς όρους, σαν σχέση ως προς το καθεστώς ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και τις πολιτικές αντιλήψεις, τις πολιτισμικές αξίες, τον τρόπο ζωής, εν ολίγοις, τις φαντασιακές σημασίες που διαμορφώνουν τις διαθέσεις του κάθε μέλους της τάξης, ατομικά, απέναντι στην ετερόνομη κοινωνική ολότητα, της οποίας η κάθε κοινωνική ομάδα είναι αναπόσπαστο μέρος. Η απόπειρα για ταξική αυτοσυνειδησία εμπίπτει στην κατηγορία της δημιουργικής πολιτικής πράξης και επιτελεί ρόλο ενοποιητικό για τις επιμέρους κοινωνικές μονάδες γύρω από μια ενιαία ταξική ταυτότητα.[15] Με άλλα λόγια, ενώ οι κοινωνικές τάξεις ενυπάρχουν «αντικειμενικά», με την έννοια ότι οι ταξικοί διαχωρισμοί αναπτύσσονται και αναπαράγονται μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας, ανεξάρτητα από τη βούληση ή ακόμη και την κατανόηση των μελών της κάθε τάξης, η ανάληψη συλλογικής δημιουργικής δράσης με στόχο την κοινωνική απελευθέρωση προϋποθέτει όχι μόνο την αναβάθμιση της ταξικής οργάνωσης στο εσωτερικό της κάθε κοινωνικής ομάδας, αλλά και την εξεύρεση τρόπων για μια αναθεώρηση του ρόλου που αυτή επιτελεί ως ξεχωριστή υπο-ολότητα μέσα στο πλαίσιο του ετερόνομου κοινωνικού συστήματος. Η κοινωνική μορφή του «εργάτη», ως ηγεμονική φαντασιακή σημασία της εναλλακτικής παράδοσης της αυτονομίας, που εμπεριέχει εξ’ορισμού μια ριζοσπαστική πολιτική διάσταση και παραπέμπει σε συμφραζόμενα περί επανάστασης και κοινωνικής ανατροπής, δεν παράχθηκε αβασάνιστα και με «φυσικό» τρόπο από την, τρόπον τινά, «αντανάκλαση» των σχέσεων παραγωγής που βρίσκονται στη βάση της καπιταλιστικής κοινωνίας, στο πεδίο των υποκειμενικών συνθηκών του εποικοδομήματος. Αντίθετα, χρειάστηκε η συστηματική και μεθοδευμένη παρέμβαση ενός πολιτικοποιημένου κομματιού της εργατικής τάξης, προκειμένου ένα μέρος των εργατών να πάψει να κατανοεί τον εαυτό του έχοντας σαν βασικό σημείο αναφοράς μια εθνική, πολιτισμική, ή θρησκευτική ταυτότητα και να αρχίσει να αυτοπροσδιορίζεται στη βάση της πρωταρχικής κοινωνικής συνθήκης που επικαθορίζει την υποτελή θέση του στην κοινωνική ιεραρχία και, κατ’ επέκταση, επενεργούσε καθοριστικά πάνω στα όρια και στο περιεχόμενο των δραστηριοτήτων που μπορούσε να αναλάβει, ως τάξη ή ως μονάδα, μέσα στο πλαίσιο της ιεραρχικής κοινωνίας. Να συνηθίσει δηλαδή να αυτοπροσδιορίζεται πρωτίστως σαν εργάτης. Γίνεται αντιληπτό ότι η διαδικασία αυτή, εκτός από τη σταδιακή συνειδητοποίηση των αντικειμενικών, «τεχνικών» γνωρισμάτων που συνθέτουν την ταυτότητα του κοινωνικού ατόμου, τα οποία προϋπάρχουν της ταξικής συνείδησης και αφορούν την προκαθορισμένη θέση μιας κοινωνικής μονάδας στην ιεραρχία, εμπεριέχει και μια δυναμική διάσταση πολιτισμικής παραγωγής της εργατικής ταυτότητας ως πολιτικού υποκειμένου. Διότι, μπορεί η φάση της συνειδητοποίησης στο μεγαλύτερο μέρος της να αφορά την απομάγευση του κόσμου, μέσω της «αποκάλυψης» των αντικειμενικών ιδιοτήτων που το άτομο φέρει ως επίκτητα κοινωνικά χαρακτηριστικά, εξαιτίας του ρόλου που επιτελεί στο πλαίσιο του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, ωστόσο η φάση της συλλογικής κινητοποίησης με σημείο αναφοράς μια κοινή ταξική ταυτότητα προϋποθέτει προτάγματα που αφορούν την εμπράγματη άρνηση της ταξικής ταυτότητας της εξαρτημένης κοινωνικής ομάδας, την αποποίηση των αντικειμενικά δοσμένων χαρακτηριστικών της μέσω μιας ευρύτερης διαδικασίας καθολικού μετασχηματισμού των οικονομικών, πολιτικών και πολιτισμικών μηχανισμών που αναπαράγουν την υποδούλωση τους. Κοντολογίς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αποδόμηση του ετερόνομου φαντασιακού συνιστά μόνο την αναγκαία συνθήκη για τη διαδικασία της ταξικής συνειδητοποίησης. Η ικανή συνθήκη συνίσταται στην οικοδόμηση ενός αντισυστημικού πολιτικού προτάγματος που θα έχει ως αντικείμενο τη συνειδητή πολιτική συγκρότηση της ταξικής ταυτότητας των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων και με αυτόν τον τρόπο θα συμβάλλει στην ανάπτυξη ενός εναλλακτικού φαντασιακού της αυτονομίας, που θα έρθει σε σύγκρουση και θα δημιουργήσει ρήγματα στην παντοκρατορία του ετερόνομου φαντασιακού των ελίτ. Για να το πούμε διαφορετικά, εκτός από το να προσφέρουμε νηφάλιες και ορθολογικές κοινωνικές αναλύσεις στην υπηρεσία της ριζοσπαστικής «διαφώτισης» των υποτελών κοινωνικών ομάδων, είναι ανάγκη επίσης να μπορέσουμε και πάλι να εξάψουμε την ελπίδα και να αιχμαλωτίσουμε την φαντασία τους.

Αναμφίβολα, αυτό δεν μπορεί να συμβεί έξω από μια διαδικασία δημιουργικής αλληλεπίδρασης ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, αφού η ταξική συνείδηση δεν γίνεται να αναπτυχθεί χωρίς την κινητοποίηση των συλλογικών δυνάμεων της τάξης, που θα δώσουν σάρκα και οστά στις εναλλακτικές φαντασιακές σημασίες του ταξικού ανήκειν. Από την άλλη, θεωρούμε πως θα ήταν εξαιρετικά επιζήμιο και πολιτικά αντιπαραγωγικό για το αναρχικό κίνημα να μπει σε μια διαδικασία προβληματισμού γύρω από το αιώνιο ζήτημα του κατά πόσο η μέθοδος μας είναι αρκούντως «υλιστική» κλπ. Οι έννοιες που θα εκφράσουν το πρόταγμα της αυτονομίας είναι εκ των πραγμάτων υλιστικές, αφού δεν μπορεί παρά να είναι ήδη διαμορφωμένες σε συνάφεια με το κοινωνικό γίγνεσθαι και τις κοινωνικές συνθήκες που ήδη υπάρχουν. Έτσι, η αντίληψη που εκφράζεται για τους προλετάριους περιγράφει σε μεγάλο βαθμό μια κοινωνική κατηγορία όπως αυτή διαμορφώνεται από τον υπάρχοντα κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, με τους περιορισμούς, τις αντιφάσεις και τα ελαττώματα που αυτό συνεπάγεται. Θα ήταν μάταιο να αναζητήσουμε σε αυτό το κοινωνικό υποκείμενο ιδιότητες που βρίσκονται σε μια λανθάνουσα κατάσταση και υποδηλώνουν μια έμφυτη προδιάθεση προς τον αναρχοκομμουνισμό, σε σημείο που το υποκείμενο αυτό να αναγορεύεται από τη ριζοσπαστική κοινωνική θεωρία ως ο προνομιακός συλλογικός φορέας, των μελλοντικών δυνατοτήτων, για μια καθολική κοινωνική απελευθέρωση. Αυτό που κατά την γνώμη μας μπορεί και πρέπει να προσπαθήσει να κάνει ένα σύγχρονο πρόταγμα για την κοινωνική απελευθέρωση, είναι να διασαφηνίσει τις πολιτικές, οικονομικές και πολιτισμικές παραμέτρους που μορφοποιούν τα βασικά χαρακτηριστικά μιας κοινωνικής κατηγορίας, τα σημεία που δημιουργούν τριβή με το ετερόνομο σύστημα διακυβέρνησης και μπορούν να επιφέρουν ρήξεις με το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα. Μα πάνω απ’ όλα, θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η ροπή προς την κοινωνική απελευθέρωση δεν εκδηλώνεται κατ’ ανάγκη με θετικό τρόπο, με την έννοια του συνειδητού προσανατολισμού ενός κοινωνικού υποκειμένου προς την αναρχία και τον κομμουνισμό, αλλά εκφράζεται περισσότερο με αρνητικούς όρους. Πρωτίστως σαν ρήξη με αυτό που υπάρχει και σαν δυνατότητα για την αυτοθέσμιση της κοινωνίας που διαφαίνεται στη μορφή και το περιεχόμενο των μέσων πάλης που είναι υποχρεωμένο να επιστρατεύσει το προλεταριάτο ως κοινωνική υπο-ολότητα για να διασφαλίσει την αναπαραγωγή του μέσα σε ένα εχθρικό, για τις δικές του δυνάμεις, κοινωνικό περιβάλλον.

[1] Π. Κονδύλης, Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, Θεμέλιο, Αθήνα 1995, σ. 216.

[2] Ζ. Μπάουμαν, Η Εργασία, ο Καταναλωτισμός και οι Νεόπτωχοι(Μεταίχμιο), σσ. 167-175.

[3] «Οι άνθρωποι τους οποίους η κοινότητα βοήθησε για να αναδυθούν πάνω από την αρχικά κατώτερη θέση τους όχι απλώς δεν είχαν πλέον ανάγκη για βοήθεια, αλλά μετατράπηκαν στους πιο οξείς επικριτές της. Υπό μια έννοια, οι θετικές διακρίσεις ανέθρεψαν τους ίδιους τους νεκροθάφτες τους». Στο Ζ. Μπάουμαν, ό.π., σελ. 172.

[4] K. Polanyi, Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός, μτφρ. Κώστας Γαγανάκης, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2014, σ. 103.

[5] A. Roy, Beware of the ‘gush–up gospel’ behind India’s billionaires,http://www.ft.com/cms/s/0/925376ca-3d1d-11e1-8129-00144feabdc0.html#axzz3qq6nC0kv.  

[6] Ζ. Μπάουμαν, σελ. 187-8.

[7] Ζ. Μπάουμαν, ό.π., σελ. 197.

[8] E. Traverso, Οι Ρίζες της Ναζιστικής Βίας, μτφρ. Νίκος Κουρκουλος, Εκδόσεις του 21ου, Αθήνα 2013, σ. 142.

[9] S. Bologna, Η Φυλή των Τυφλοπόντικων, στοhttp://www.rebelnet.gr/articles/view/La-trib—delle-talpe.

[10] G. Standing, The Precariat – The new dangerous class, στοhttp://www.policy-network.net/pno_detail.aspx?ID=4004&title=+The+Precariat+%E2%80%93+The+new+dangerous+class.

[11] A. Negri, The poor: a threatening and indispensable enemy, στοhttp://www.generation-online.org/t/negripoor.htm.

[12] We’ re All Precarious Now, στοhttps://www.jacobinmag.com/2015/04/precarious-labor-strategies-union-precariat-standing/.

[13] Σκουριές: τα συμφέροντα της μη-εργασίας, στοhttp://www.provo.gr/skouries-ta-symferonta-tis-mi-ergasias/.

[14] C. Berneri, Η Εργατολατρεία, μτφρ. Άννα Τσουλούφη, Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα 2015, σ. 23.

[15] «Ωστόσο, η υπάρχουσα δομή, αν και σημαντική στο να επενεργεί πάνω στον χαρακτήρα της πράξης και της κοινωνικής πάλης μέσα σε δεδομένες ιστορικές συνθήκες, δεν μπορεί να προκαθορίσει το αποτέλεσμα αυτής της δραστηριότητας, ούτε καν να εγγυηθεί την ανάπτυξη ενός συγκεκριμένου τύπου συνείδησης και συνακόλουθα ενός συγκεκριμένου τύπου πράξης και ιστορικής εξέλιξης. Σε κάθε περίπτωση, η Πράξη δημιουργεί τη συνολική δομή της ολότητας, τους θεσμούς και τις φαντασιακές σημασίες της. Με άλλα λόγια, η πράξη επικαθορίζεται εν μέρει από την υπάρχουσα δομή της [κοινωνικής] ολότητας, είναι όμως και η ίδια μια δημιουργία, που ενσαρκώνει τις δικές της φαντασιακές σημασίες». Στο T. Fotopoulos, Class Divisions Today,http://www.inclusivedemocracy.org/dn/vol6/takis_class.htm.

πηγή:

 

https://antisystemic.wordpress.com/2016/09/25/%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%84%CE%B5%CF%82-%CE%AE-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CF%86%CF%84%CF%89%CF%87%CE%BF%CF%8D%CF%82-%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%BF-2/

Posted in: Uncategorized