Η πλάνη του Σκέπτομαι άρα υπάρχω

Posted on 27 Σεπτεμβρίου 2016

0


Η πλάνη του Σκέπτομαι άρα υπάρχω

─ Εξετάζοντας με προσοχή τι ήμουν, είδα ότι μπορούσα μεν να υποθέσω πως δεν είχα σώμα και πως ούτε κόσμος υπήρχε, ούτε τόπος όπου να βρίσκομαι, αλλά πως δεν μπορούσα γι’ αυτό το λόγο να υποθέσω πως δεν υπήρχα ούτε κι εγώ. (…) [Διότι] πρόσεξα πως, ενώ εγώ ήθελα να σκεφτώ ότι όλα ήταν ψεύτικα, έπρεπε αναγκαστικά, εγώ που το σκεπτόμουν, να είμαι κάτι. Και παρατηρώντας πως τούτη η αλήθεια: σκέπτομαι άρα υπάρχω, ήταν τόσο γερή και τόσο σίγουρη που όλες μαζί οι εξωφρενικές υποθέσεις των σκεπτικών φιλοσόφων δεν ήταν ικανές να την κλονίσουν, έκρινα πως μπορούσα χωρίς ενδοιασμούς να την παραδεχθώ σαν την πρώτη αρχή της φιλοσοφίας που αναζητούσα. – Καρτέσιος, «Περί Μεθόδου λόγος», Μέρος Τέταρτο

─ Γνωρίζω ότι υπάρχω, και ρωτώ ποιος είμαι εγώ που γνωρίζω. (…) Μετά από ένα υπερεπαρκές ζύγιασμα των πάντων, πρέπει τελικά να καταλήξω ότι η απόφανση Εγώ είμαι, εγώ υπάρχωαληθεύει αναγκαία όποτε την προφέρω ή τη συλλαμβάνω στο πνεύμα μου. Όμως ακόμα δεν κατανοώ επαρκώς τι είναι αυτό το Εγώ, το οποίο οπωσδήποτε είναι υπαρκτό. – Καρτέσιος,«Στοχασμοί», Δεύτερος Στοχασμός

Εισαγωγή HS Είναι μάλλον δεδομένο ότι το «ζήτημα του υποκειμένου», δηλαδή η αποσαφήνισή του, δεν απασχολεί ιδιαίτερα τον καιρό μας, παρ’ όλο που (ή μήπως επειδή;) συνδέεται στενά τόσο με την ατομική όσο και με τη συλλογική υπόσταση. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι οι παλιότερες διαμάχες γύρω από αυτό φαίνεται να κατέληξαν σε αδιέξοδο─οπότε, «γιατί ν’ ασχολείται κανείς με τελειωμένα πράγματα»;

Ναι μεν, … αλλά δική μας υπόθεση είναι ότι αυτό το αδιέξοδο δεν έχει να κάνει με το ίδιο το θέμα της διαμάχης, αλλά με το ότι η όλη διαμάχη ξεκίνησε από λάθος βάση. Ποια ήταν αυτή; Ήταν η καρτεσιανή θέση, σύμφωνα με την οποία αυτό που χαρακτηρίζει και μπορεί να ορίσει το υποκείμενο, είναι η
ριζική αυτοαναφορικότητα, όπως τη συνοψίζει το περίφημο απόφθεγμα «σκέπτομαι άρα υπάρχω», που μεταθέτει τη βεβαιότητα για την ύπαρξη στην αυτοβεβαίωση, μέσω της «ενδοσκόπησης», μιας απόλυτης υποκειμενικής «εσωτερικότητας» ─όπως περιγράφεται υπερσυνοπτικά στα δυο αποσπάσματα από τουςΣτοχασμούς και τον Περί μεθόδου λόγο, που παραθέσαμε πιο πάνω.

Δεν θα επιμείνουμε εδώ στο γιατί αυτή η μετάθεση ήταν λάθος. Με αυτό ασχολείται ο σημερινός φιλοξενούμενός μας, για αρχή. Θα σημειώσουμε μόνο ότι προήλθε από μια αγωνία απάντησης σ’ ένα καλπάζοντα (και, για τον Καρτέσιο, εξωφρενικό) σκεπτικισμό, που φαίνεται να είχε ευνοηθεί από ένα «αναποδογύρισμα της στοχαστικής πορείας», το οποίο μού είχε επισημάνει σοφότατος φίλος και έχει ως εξής: Ενώ μέχρι ενός σημείου ο στοχασμός εδραζόταν αφετηριακά στη βεβαιότητα για την ύπαρξη του αντικειμενικού κόσμου και στη βεβαιότητα ότι μπορούμε να τον γνωρίσουμε, αφήνοντας πεδίο αμφιβολιών μόνο για το πώς (βάσει ποιων κριτηρίων) μπορούμε να τον γνωρίσουμε αληθινά, από ένα σημείο κι έπειτα ο στοχασμός έθεσε ως αφετηρία του την αμφιβολία για το κατά πόσο η γνώση μας του αντικειμενικού κόσμου είναι αληθινή, προχώρησε αμφιβάλλοντας για το κατά πόσο μπορούμε να γνωρίσουμε τον αντικειμενικό κόσμο και κατέληξε ν’ αμφιβάλλει ακόμα και για την ύπαρξη του κόσμου αυτού.

Σε κάθε περίπτωση, από την καρτεσιανή αυτοαναφορικότητα του υποκειμένου-cogito, την σ’ αυτό το ίδιο «αναποδογύρισμα» χτισμένη, προήλθαν δυο «σχολές» ─η ιδεαλιστική φιλοσοφία του «Εγώ» και ο εμπειρισμός του υποκειμένου-«δέσμη αντιλήψεων»─, που δεν κατόρθωσαν παρά να οδηγήσουν στην εξαΰλωσή του καθώς, όπως επισημαίνει ο Πωλ Ρικέρ στο Ο ίδιος ο εαυτός ως άλλος (1990), ενώ κατά τα φαινόμενα το καρτεσιανό υποκείμενο αυτοβεβαιώνεται θριαμβευτικά με το «εγώ σκέπτομαι άρα υπάρχω», στην πραγματικότητα στήνεται πάνω στην άβυσσο της υπέρμετρης αμφιβολίας, «εξυμνείται με αμετροέπεια και υποβιβάζεται σε μείζονα ψευδαίσθηση»…

… ενώ η προσπάθεια εύρεσης διεξόδου με την εξάλειψη του ίδιου του υποκειμένου χάριν των «δομών» από το ρεύμα του στρουκτουραλισμού, ολοκλήρωσε κατά κάποιον τρόπο το αδιέξοδο χτυπώντας τυφλά πάνω στον τοίχο του (μαρξιστικού και μη) «αντιανθρωπιστικού» παραλογισμού, με διάφορα απόνερα όπως ο «τρανσουμανισμός» κ.τ.τ.

Πιάνοντας επομένως τα πράγματα απ’ την αρχή, δίνουμε σήμερα το λόγο στον αναλυτικό φιλόσοφο Πίτερ Γκητς και θ’ ακολουθήσουν κι άλλοι απ’ όσους, κατά τη γνώμη μας, μπορούν να μας βοηθήσουν να ξαναστήσουμε το ζήτημα του υποκειμένου σε μια ορθότερη βάση. Σημειώνω ότι έχω προσθέσει σε αγκύλες το «Εγώ», διότι στην αγγλική και τη γαλλική γλώσσα είναι πάντα παρόν (I see a spider, Jepense,…) και η παρουσία του είναι σημαντική για να καταλάβουμε το πρόβλημα του καρτεσιανού αποφθέγματος και την κριτική του Γκητς. Επίσης, γράφω Καρτέσιος (αντί για το ορθότερο Ντεκάρτ), μιας κι έχει επικρατήσει ο όρος «καρτεσιανός» (λογισμός, κ.λπ.).

Πάμε λοιπόν:

P.T. Geach (1916-2013)

«Αξίζει τον κόπο να δείξουμε ποιο είναι πραγματικά το σφάλμα του καρτεσιανού cogito ergo sum (σκέπτομαι, άρα υπάρχω). Πολλοί πρωτοετείς φοιτητές της φιλοσοφίας βρίσκουν ελκυστικό αυτό το κομμάτι του καρτεσιανισμού. Και πολλοί άνθρωποι, που δεν έχουν εντρυφήσει στη φιλοσοφία, πιστεύουν πως από τη χρήση του ‘‘Εγώ’’ σε καθημερινές εκφράσεις όπως πχ. ‘‘[Εγώ] αισθάνομαι να πεινάω’’, ή ‘‘Θυμούμενος τι [εγώ] σκεφτόμουν χτες…’’, μπορούμε να κατανοήσουμε άμεσα ένα ζήτημα σαν το ‘‘Θα εξακολουθήσω άραγε να έχω συνείδηση αφότου καταστραφεί το σώμα μου;’’.

Η ιδέα που υπάρχει πίσω από αυτό, είναι ότι η ενδοσκόπηση μπορεί να δώσει στην λέξη ‘‘εγώ’’ μια ιδιαίτερη, μια ξεχωριστή έννοια, που ο καθένας μας μπορεί να το μάθει για δικό του λογαριασμό. Ποια έννοια; Ότι η λέξη ‘‘εγώ’’ δεν σημαίνει τον άνθρωπο P.T.G. [PeterThomas Geach] όταν αυτός τη χρησιμοποιεί, [αλλά] κάτι διαφορετικό από αυτόν, κάτι τι που μπορεί να το δει άμεσα, κοιτάζοντας μέσα του.

Ας ξεκινήσουμε θυμίζοντας πώς χρησιμοποιούμε το ‘‘εγώ’’ στα ρήματα που εκφράζουν ψυχικά πάθη [τα λεγόμενα και ‘‘ψυχολογικά ρήματα’’: βλέπω, σκέφτομαι, θέλω, φοβάμαι, ανησυχώ, κ.λπ.]  στην καθημερινή γλώσσα.

Αν ο P.T.G. πει ‘‘[Εγώ] βλέπω μια αράχνη’’ ή ‘‘[Εγώ] αισθάνομαι άρρωστος’’, αυτό που κανονικά θα σκεφτεί κανείς είναι ότι ο P.T.G. βλέπει μια αράχνη ή αισθάνεται άρρωστος. Με άλλα λόγια, η λέξη ‘‘εγώ’’, όταν τη λέει ο P.T.G., χρησιμεύει ώστε οι άλλοι άνθρωποι να στρέψουν την προσοχή τους προς τον P.T.G. [σαν το χέρι, που σηκώνει ο μαθητής ή κάποιος σε μια συνέλευση για να πάρει το λόγο] ─και αν τυχόν δεν είναι αμέσως ξεκάθαρο ποιος μίλησε [αν π.χ. μίλησε απ’ το διπλανό δωμάτιο], θ’ ακολουθήσει αυθόρμητα η ερώτηση ‘‘ποιος το είπε αυτό;’’.

Ας φανταστούμε τώρα τον Καρτέσιο να στοχάζεται σκυφτός πάνω από τη σόμπα του και κάποια στιγμή να λέει μονολογώντας: ‘‘[Εγώ] έχω μπερδευτεί εντελώς! Αλλά ποιος είναι αυτός ο ‘εγώ’ που είναι τρομερά μπερδεμένος;’’.

Όταν ο Καρτέσιος, μονολογώντας, λέει τη φράση ‘‘[Εγώ] έχω μπερδευτεί εντελώς’’, τότε σίγουρα το ‘‘εγώ’’ δεν χρησιμεύει για να στρέψει την προσοχή του Καρτέσιου στον Καρτέσιο, ούτε για να δείξει ότι αυτός που έχει μπερδευτεί είναι ο Καρτέσιος και όχι κάποιος άλλος! (…) Άλλωστε, όταν μονολογεί κανείς, μπορεί θαυμάσια να εκφραστεί χωρίς καν να χρησιμοποιήσει το ‘‘εγώ’’. Μπορεί π.χ., αναφερόμενος στους στοχασμούς του, να πει σε μια στιγμή ‘‘Πωπώ τι τρομερό μπέρδεμα!’’. (…)

Ασφαλώς, οι ερωτήσεις ‘‘Τι είναι αυτό το εγώ;’’, ή ‘‘Ποιος είμαι εγώ λοιπόν;’’, μπορεί να έχουν σαφές νόημα σε ορισμένες περιστάσεις. Για παράδειγμα, αν ο Καρτέσιος έχει πάθει αμνησία και ρωτάει για να μάθει ποιος είναι (Ποιος είμαι εγώ; – Είσαι ο Καρτέσιος). Πρόκειται όμως για αλλόκοτες κι ασυνήθιστες περιστάσεις, που ασφαλώς τυχαίνει να συμβούν και συμβαίνουν.

Ωστόσο, ο στοχασμός και το ερώτημα του Καρτέσιου πάνω απ’ τη σόμπα του δεν έχουν να κάνουν με καμιά τέτοιου είδους ασυνήθιστη περίσταση. Δεν είναι λόγω αμνησίας που λέγοντας ‘‘[Εγώ] έχω μπερδευτεί εντελώς!’’, αναρωτιέται ‘‘Αλλά ποιος είναι αυτός ο ‘εγώ’ που είναι τρομερά μπερδεμένος;’’. Απλώς, εδώ, οι ερωτήσεις ‘‘Ποιος είναι αυτός ο ‘εγώ’;’’ και ‘‘Ποιος είμαι εγώ;’’ δεν έχουν καμιά από τις συνηθισμένες χρήσεις τους, αλλά και καμιά καινούργια χρήση τους δεν έχει προσδιοριστεί.

Όταν ο Γουίλιαμ Τζέημς προσπάθησε να θέσει στον εαυτό του το ερώτημα του Καρτέσιου και να το απαντήσει, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτό που εννοούσε λέγοντας ‘‘Εγώ’’, ο ‘‘Εαυτός ή οι εαυτοί μου’’, ήταν ένα σύνολο αισθήσεων που ένιωσε, λέει, στο κεφάλι και το λαιμό του. Φυσικά, αν ο Τζέημς άκουγε κάποιον να μονολογεί λέγοντας ‘‘έχω μπερδευτεί απίστευτα’’, δεν θα θεωρούσε  ότι αυτός που έχει μπερδευτεί απίστευτα είναι …  ‘‘οι αισθήσεις που ένιωσε στο κεφάλι και το λαιμό του’’! Ξέρουμε ότι, αντίθετα απ’ τον Καρτέσιο, ο Τζέημς ήταν ένας έμπειρος και ικανός ψυχολόγος. Πώς λοιπόν κατάφερε, κατά την καρτεσιανή ενδοσκόπησή του, να παραβλέψει αυτό που γνώριζε ως ‘‘εαυτό ή εαυτούς’’ και δεν βρήκε παρά ‘‘αισθήματα που ένιωσε στο κεφάλι και το λαιμό’’ του; Πώς έκανε ένα τόσο χοντρό λάθος; (…)

Υποστηρίζω πως αν ο Γ.Τζ. πει στον εαυτό του μονολογώντας ‘‘Έχω μπερδευτεί τρομερά με αυτό το πρόβλημα’’, δεν θα εννοεί ούτε ότι μπερδεύτηκε ο άνθρωπος Γ.Τζ., ούτε ότι μπερδεύτηκαν κάποια ‘‘αισθήματα που ένιωσε στο κεφάλι και το λαιμό’’ του. Γιατί; Διότι, εδώ, η λέξη ‘‘εγώ’’ δεν χρησιμεύει για να δείξει ποιος μπερδεύτηκε. Σε τέτοιου είδους μονολόγους, η χρήση του ‘‘εγώ’’ είναι καταχρηστική, παρασιτεί πάνω στη χρήση που του κάνουμε όταν απευθυνόμαστε σε άλλους. Όταν δηλαδή δεν υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, όταν δεν απευθυνόμαστε σε άλλους, αλλά απλώς μονολογούμε, τότε το ‘‘εγώ’’ πλεονάζει και δεν αναφέρεται σε τίποτα το ιδιαίτερο. Η μονολογική φράση ‘‘Έχω μπερδευτεί τρομερά με αυτό το πρόβλημα’’ δεν σημαίνει πραγματικά τίποτα περισσότερο από ‘‘Αυτό το πρόβλημα είναι σωστή σπαζοκεφαλιά!’’. Παρόμοια: ‘‘Έχω (ή είχα) ένα τρομερό πόνο’’ δεν θέλει να πει τίποτα περισσότερο απ’ το ‘‘Αυτός ο πόνος είναι (ήταν) τρομερός’’. Δηλαδή, όταν κάτι λέγεται ως μονόλογος, τότε το ερώτημα τίνος είναι (ήταν) αυτός ο πόνος δεν προκύπτει καθόλου.

Με δυο λόγια, το μονολογικό ‘‘Εγώ’’ είναι πλεονάζον, όπως το εξήγησα, διότι η κανονική χρήση της λέξης ‘‘Εγώ’’ περιορίζεται απλά στο να στρέφει την προσοχή των άλλων σε αυτόν που μιλάει. Αν κανείς διαφωνεί με αυτό, παρακαλώ να εξηγήσει πώς ο ίδιος αντιλαμβάνεται τη χρήση του ‘‘Εγώ’’. Διότι έχω πολύ βάσιμους λόγους να υποψιάζομαι ότι έχει πέσει θύμα μιας πολύ διαδεδομένης φιλοσοφικής πλάνης. Κυκλοφορούν άλλωστε οι πιο παράξενες ιδέες σχετικά με τις λέξεις και το τι επισημαίνουν. Για παράδειγμα, πολύ συχνά θεωρείται ότι η λέξητίποτα κατονομάζει μια οντότητα, ή μάλλον μια μηοντότητα (βλ. τον τέταρτο Στοχασμό του Καρτέσιου). (…)

Υποστηρίζω επομένως ότι είναι θύμα φιλοσοφικής πλάνης όποιος νομίζει πως το καρτεσιανόcogito ergo sum, μάς παρέχει ένα τρόπο για να συλλάβουμε κάποια άυλη πλευρά μας, η οποία υποτίθεται ότι σημαίνεται με το ‘‘Εγώ’’. Ωστόσο δεν είπα, ούτε και σκέφτομαι παρ’ όλα αυτά, πως το cogito είναι ο μοναδικός δρόμος για να σχηματίσουμε μια έννοια της ψυχής ή τουπνεύματος. Έδειξα απλώς, ότι ο δρόμος του cogito είναι αδιέξοδο.»

Peter Geach, Mental Acts. Their content and their objects (1957)

πηγή:

http://dangerfew.blogspot.gr/2016/09/blog-post_27.html#more

Δημοσιεύτηκε 1 minute ago από τον χρήστη selana

Posted in: Uncategorized