HERBERT MARCUZE “ΕΠΑΝΕΞΈΤΑΣΗ ΤΗΣ ΈΝΝΟΙΑΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΆΣΤΑΣΗΣ”

Posted on 1 Ὀκτωβρίου 2016

0


HERBERT MARCUZE “ΕΠΑΝΕΞΈΤΑΣΗ ΤΗΣ ΈΝΝΟΙΑΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΆΣΤΑΣΗΣ”

Η έννοια της επανάστασης στη μαρξική θεωρία συμπτύσσει μια ολόκληρη ιστορική περίοδο: το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, τη μεταβατική περίοδο της προλεταριακής δικτατορίας και το αρχικό στάδιο του σοσιαλισμού. [Η έννοια της επανάστασης] είναι μια αυστηρά ιστορική έννοια, η οποία προβάλλει τις πραγματικές τάσεις στην κοινωνία· επίσης, είναι μια διαλεκτική έννοια, η οποία προβάλλει τις αντίρροπες τάσεις εντός της σχετικής ιστορικής περιόδου, καθόσον αυτές είναι ενδιάθετες σε αυτή την περίοδο. Αυτές οι τάσεις και αντίρροπες τάσεις είναι εκφάνσεις, των οποίων ουσιώδη στοιχεία αποτελούν η μαρξική θεωρία και πράξη καθ’ εαυτές. Η ίδια η μαρξική θεωρία είναι μια δύναμη στον ιστορικό αγώνα, στον βαθμό που οι έννοιές της – καθώς “μεταφράζονται” σε πράξη – γίνονται δυνάμεις αντίστασης, αλλαγής και ανοικοδόμησης· οι εν λόγω έννοιες υπόκεινται στις μεταπτώσεις αυτού του αγώνα, τις οποίες αντανακλούν και κατανοούν, αλλά δεν καθυποτάσσουν. Συνεπώς, η “επανεξέταση” είναι ένα στοιχείο της έννοιας της επανάστασης, τμήμα της εσωτερικής της ανάπτυξης.

Αυτή η εργασία μπορεί μόνο να θέσει κάποια από τα προβλήματα που περιλαμβάνονται σε μια τέτοια επανεξέταση. Θα ξεκινήσω με μια σύντομη ανακεφαλαίωση των μαρξικών εννοιών. Η επανάσταση είναι:

μια σοσιαλιστική επανάσταση, η οποία ανατρέπει το καπιταλιστικό σύστημα, εισάγει τη συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και τον έλεγχο από τους “άμεσους παραγωγούς”·

η επανάσταση ξεκινά στην αναπτυγμένη βιομηχανική κοινωνία (εξαιτίας του μεγέθους των εσωτερικών αντιφάσεων σε αυτό το στάδιο του καπιταλισμού και εξαιτίας της δυνατής πραγματοποίησης της σοσιαλιστικής αρχής “στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του”)· η συντόμευση της πρώτης φάσης είναι ουσιώδης, ειδάλλως η καταπίεση θα διαιωνισθεί.

Η επανάσταση πρόκειται να συμβεί σε μια οικονομική κρίση, η οποία αποδυναμώνει τον κατεστημένο κρατικό μηχανισμό·

πρόκειται να διεξαχθεί από μια μεγάλης κλίμακας (οργανωμένη) μαζική δράση της εργατικής τάξης, οδηγώντας στη δικτατορία του προλεταριάτου ως ένα μεταβατικό στάδιο.

Η έννοια περιλαμβάνει τις ακόλουθες δημοκρατικές προϋποθέσεις:

η επανάσταση είναι μια υπόθεση της πλειοψηφίας· και

η δημοκρατία προσφέρει τις ευνοϊκότερες συνθήκες για την οργάνωση και για τη διαπαιδαγώγηση της ταξικής συνείδησης.

Αυτή η προϋπόθεση υπογραμμίζει τη σημασία του “υποκειμενικού παράγοντα”: [αφενός] η επίγνωση των δεδομένων της εκμετάλλευσης και των τρόπων της καταστροφής τους και [αφετέρου] η εμπειρία των ανυπόφορων συνθηκών και της ζωτικής ανάγκης για αλλαγή είναι αναγκαίες προϋποθέσεις της επανάστασης.

Όμως, η μαρξική έννοια της επανάστασης συνεπάγεται, επίσης, τη συνέχεια στην αλλαγή: ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που ανασχέθηκαν στον καπιταλισμό, ανάληψη του ελέγχου της τεχνολογίας και του τεχνικού μηχανισμού από τους καινούργιους παραγωγούς.

Αυτό που διακυβεύεται στην επανεξέταση δεν είναι μόνον η ταυτοποίηση και απαρίθμηση αυτών των προϋποθέσεων που απαξιώθηκαν από την πραγματική εξέλιξη, αλλά, επίσης, η έννοια της επανάστασης ως όλον, διότι όλα τα στοιχεία της αλληλοσχετίζονται. Αυτή η παρατήρηση συνεπάγεται μια επανεξέταση της μαρξικής έννοιας της δομικής σχέσης μεταξύ του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού υπό τις ακόλουθες όψεις:

το πρόβλημα της “μετάβασης”: ο σοσιαλισμός που συνυπάρχει με τον καπιταλισμό ή ως διάδοχος (κληρονόμος) του καπιταλισμού·

ο “επαναπροσδιορισμός” του σοσιαλισμού σε συμφωνία με το καινούργιο ιστορικό στάδιο της παγκόσμιας ανάπτυξης: δηλαδή ποια είναι η ποιοτική διαφορά του σοσιαλισμού ως προσδιορισμένης άρνησης του καπιταλισμού;

Το βεληνεκές αυτής της επανεξέτασης καθορίζεται από την ίδια τη μαρξική θεωρία, δηλαδή από την ενδιάθετη αναγκαιότητα να εκπτύξουμε τη διαλεκτική ένταση των εννοιών της στην ανάλυση της κοινωνικής πραγματικότητας. Στον βαθμό που ο εταιρικός [corporate] καπιταλισμός διαφέρει από τα προηγούμενα στάδια του καπιταλισμού, τα οποία κατεύθυναν τη μαρξική έννοια, και στον βαθμό που η ανάπτυξη του καπιταλισμού έχει “αποκλίνει” από την ανάπτυξη του σοσιαλισμού, και αντιστρόφως, η έννοια της επανάστασης θα είναι μια “καινούργια” έννοια.

Όμως, εφόσον το στάδιο που κατακτήθηκε από τον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό είναι το αποτέλεσμα των οικονομικών και πολιτικών δυνάμεων που καθόρισαν τα προηγούμενα στάδια, η καινούργια έννοια θα είναι η εσωτερική ανάπτυξη της παλιάς έννοιας.

Τα ακόλουθα τμήματα απλώς προτείνουν μερικές κατευθυντήριες γραμμές για την επεξεργασία της καινούργιας έννοιας.

Ίσως, η γενικότερη όψη της επανεξέτασης είναι η αλλαγή στο θεωρητικό πλαίσιο, η οποία αντανακλά την αλλαγή εντός και τη διεύρυνση της κοινωνικής βάσης για τη δυνητική επανάσταση ή για την πιθανή ανάσχεση και ήττα της επανάστασης.

Αυτό το θεωρητικό πλαίσιο –όπως και το πλαίσιο της ανατρεπτικής δραστηριότητας– έχει γίνει παγκόσμιο: δεν υπάρχει καμία έννοια, καμία δράση, καμία στρατηγική που να μην χρειάζεται να σχεδιασθεί και να αξιολογηθεί ως στοιχείο, πιθανότητα και επιλογή μέσα στον διεθνή αστερισμό. Όπως το Βιετνάμ είναι αναπόσπαστο κομμάτι του συστήματος του εταιρικού καπιταλισμού, έτσι τα εθνικά απελευθερωτικά κινήματα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της δυνητικής σοσιαλιστικής επανάστασης. Επίσης, τα απελευθερωτικά κινήματα στον Τρίτο Κόσμο εξαρτώνται, ως προς την ανατρεπτική τους δύναμη, από την εσωτερική αποδυνάμωση των καπιταλιστικών μητροπόλεων.

Κάποιος θα μπορούσε να αντιτάξει ότι η μαρξική θεωρία ήταν πάντα “διεθνής”, ακόμη και στο οργανωτικό επίπεδο. Πράγματι· όμως, αυτός ο “διεθνισμός” ήταν προσανατολισμένος στις βιομηχανικές εργατικές τάξεις ως μια αντίρροπη δύναμη εντός του βιομηχανικού καπιταλισμού, οι οποίες σήμερα δεν συνιστούν ανατρεπτική δύναμη. Η μαρξική θεωρία έστρεψε την προσοχή της στους λαούς στις αποικιακές και υποανάπτυκτες περιοχές, αλλά αυτοί παρουσιάζονταν κυρίως ως συνεργάτες, σύμμαχοι, “réservoir” (όρος του Λένιν) για τον πρωταρχικό ιστορικό φορέα της επανάστασης. Ο Τρίτος Κόσμος απέκτησε πλήρη θεωρητική και στρατηγική αναγνώριση μόνον μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά τότε το εκκρεμές ταλαντεύθηκε προς το άλλο άκρο. Σήμερα, υπάρχει μια ισχυρή τάση να θεωρήσουμε τα εθνικά απελευθερωτικά κινήματα ως την πρωταρχική, αν όχι τη μοναδική, επαναστατική δύναμη ή μια (φαινομενικά αντίθετη) τάση να επιβάλουμε πάνω σε αυτά τα κινήματα το θεωρητικό και οργανωτικό πρότυπο που εκπονήθηκε για τη στρατηγική των μητροπολιτικών περιοχών και εφαρμόσθηκε σε αυτήν (δηλαδή, ηγεσία που εδράζεται στην πόλη, συγκεντρωτικός πολιτικός έλεγχος, συμμαχίες με ομάδες της εθνικής αστικής τάξης, συνασπισμοί).

Στην πραγματικότητα, η παγκόσμια κατάσταση αντιστρατεύεται μια μηχανιστική διαίρεση μεταξύ του Τρίτου Κόσμου και των άλλων. Πολύ περισσότερο, αντιμετωπίζουμε μία τριμερή διαίρεση των ιστορικών δυνάμεων που υπερβαίνει τη διαίρεση σε Πρώτο, Δεύτερο και Τρίτο Κόσμο. Ο συναγωνισμός μεταξύ του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού διαιρεί επίσης τον Τρίτο Κόσμο και, ως μια καινούργια ιστορική δύναμη, παρουσιάζεται ό,τι μπορεί να αποκληθεί (και ό,τι αποκαλείται έτσι από τη Νέα Αριστερά) μια εναλλακτική επιλογή τόσο απέναντι στις καπιταλιστικές όσο και απέναντι στις κατεστημένες σοσιαλιστικές κοινωνίες, ήτοι ο αγώνας για έναν διαφορετικό τρόπο σοσιαλιστικής οικοδόμησης, μια οικοδόμηση “από τα κάτω”, αλλά από ένα “καινούργιο κάτω” που δεν έχει ενσωματωθεί στο αξιακό σύστημα των παλιών κοινωνιών – ένας σοσιαλισμός της συνεργασίας και της αλληλεγγύης, όπου οι άνδρες και οι γυναίκες καθορίζουν συλλογικά τις ανάγκες και τους στόχους τους, τις προτεραιότητές τους και τη μέθοδο και τον ρυθμό του “εκμοντερνισμού”.

Αυτή η δυνητική εναλλακτική επιλογή (η δυνατότητα να αποφύγουμε την αόριστα διευρυμένη “πρώτη φάση”, η δυνατότητα να διαρρήξουμε το συνεχές της καταπίεσης και της κυριαρχίας) έχει πυροδοτήσει και εντατικοποιήσει τη ριζοσπαστική αντιπολίτευση στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες (Ανατολή και Δύση), ειδικά στο κέντρο της καπιταλιστικής αυτοκρατορίας. Αυτή η αντιπολίτευση μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει τον καταλύτη της αλλαγής. Η μαρξική έννοια ρυθμίζεται προς την ανάπτυξη στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και, παρά την φαινομενική ένδειξη περί του αντιθέτου, η μοίρα της επανάστασης (ως παγκόσμιας επανάστασης) μπορεί κάλλιστα να αποφασισθεί στις μητροπόλεις. Μόνον εάν ο πιο δυνατός κρίκος στην αλυσίδα γίνει ο πιο αδύναμος κρίκος μπορούν τα απελευθερωτικά κινήματα να έρθουν στο προσκήνιο ως μια παγκόσμια επαναστατική δύναμη.

Ο χαρακτήρας της αντιπολίτευσης στο κέντρο του εταιρικού καπιταλισμού συγκεντρώνεται στους δύο αντίθετους πόλους της κοινωνίας: στον πληθυσμό των γκέτο (που καθ’ εαυτόν δεν είναι ομοιογενής) και στη μεσοαστική διανόηση, ειδικά ανάμεσα στους φοιτητές.

Το κοινό στοιχείο σε αυτές τις διαφορετικές ή ακόμη και αντιμαχόμενες ομάδες είναι ο ολοκληρωτικός χαρακτήρας της άρνησης και της εξέγερσης:

Εμμονή στη διάρρηξη της συνέχειας της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης – χωρίς να δίδεται έμφαση στα ονόματα, εμμονή όχι μόνο σε καινούργιους θεσμούς αλλά στον αυτοπροσδιορισμό.

Δυσπιστία απέναντι σε κάθε ιδεολογία, συμπεριλαμβανομένου του σοσιαλισμού που μετατράπηκε σε ιδεολογία.

Απόρριψη της ψευτο-δημοκρατικής διαδικασίας που υποβαστάζει την κυριαρχία του εταιρικού καπιταλισμού.

Αυτός ο “ανορθόδοξος” χαρακτήρας της αντιπολίτευσης εκφράζει καθ’ εαυτόν τη δομή του εταιρικού καπιταλισμού (την “ενσωμάτωση” της πλειοψηφίας του υποκείμενου πληθυσμού). Καμία από τις δύο αντιπολιτευτικές δυνάμεις δεν συγκροτεί την “ανθρώπινη βάση” της κοινωνικής διαδικασίας της παραγωγής – σύμφωνα με τον Μαρξ μία αποφασιστική συνθήκη για τον ιστορικό φορέα της επανάστασης.

Δεν συνιστούν την πλειοψηφία του πληθυσμού.

Αντιμετωπίζουν την εχθρότητα (και τη μνησικακία) ανάμεσα στην οργανωμένη εργασία (που εξακολουθεί να αποτελεί την ανθρώπινη βάση της καπιταλιστικής παραγωγής και την πηγή της υπεραξίας, συνεπώς τον δυνητικό φορέα μιας πιθανής επανάστασης) και δεν είναι αποτελεσματικά οργανωμένοι, είτε σε εθνικό είτε σε διεθνές επίπεδο.

Αφ’ εαυτής, αυτή η αντιπολίτευση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως φορέας της ριζοσπαστικής αλλαγής· μπορεί να γίνει ένας τέτοιος φορέας μόνον εάν λάβει την υποστήριξη από μια εργατική τάξη που δεν είναι πλέον δέσμια της δικής της ενσωμάτωσης και του γραφειοκρατικού συνδικάτου και κομματικού μηχανισμού που υποστηρίζει αυτήν την ενσωμάτωση. Εάν αυτή η συμμαχία μεταξύ της καινούργιας αντιπολίτευσης και των εργατικών τάξεων δεν υλοποιηθεί, οι τελευταίες μπορούν κάλλιστα να γίνουν, τουλάχιστον εν μέρει, η μαζική βάση ενός νεοφασιστικού καθεστώτος.

Συμπέρασμα: η μαρξική έννοια μιας επανάστασης που διεξάγεται από την πλειοψηφία των εκμεταλλευόμενων μαζών, η οποία κορυφώνεται στην “κατάληψη της εξουσίας” και στην εγκαθίδρυση μιας προλεταριακής δικτατορίας που εγκαινιάζει τη σοσιαλιστικοποίηση, έχει ξεπερασθεί από την ιστορική εξέλιξη: προσιδιάζει σε ένα στάδιο της καπιταλιστικής παραγωγικότητας και οργάνωσης που έχει ξεπερασθεί· δεν προβλέπει το υψηλότερο στάδιο της καπιταλιστικής παραγωγικότητας, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγικότητας της καταστροφής, και την τρομακτική συγκέντρωση των εργαλείων της εκμηδένισης και της πολιτικής κατήχησης στα χέρια των υπαρχουσών εξουσιών.

Ωστόσο, αυτή η “ακύρωση” της μαρξικής έννοιας είναι μια αυθεντική και ακριβής Aufhebung [αναίρεση]· η αλήθεια της έννοιας διατηρείται και επαναβεβαιώνεται στο επίπεδο που κατακτιέται πραγματικά από την ιστορική εξέλιξη. Το επαναστατικό προλεταριάτο γίνεται φορέας της αλλαγής εκεί όπου εξακολουθεί να είναι η ανθρώπινη βάση της κοινωνικής διαδικασίας της παραγωγής, δηλαδή στις κατά βάση αγροτικές περιοχές του Τρίτου Κόσμου, όπου παρέχει τη λαϊκή υποστήριξη στα εθνικά απελευθερωτικά μέτωπα.

Αυτές οι περιοχές και αυτές οι δυνάμεις δεν είναι εξωτερικές προς το καπιταλιστικό σύστημα. Αποτελούν ένα ουσιώδες τμήμα της παγκόσμιας σφαίρας της εκμετάλλευσής του, είναι περιοχές και δυνάμεις τις οποίες το σύστημα δεν μπορεί να επιτρέψει να φύγουν και να μετατοπισθούν στην άλλη τροχιά (του σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού), διότι μπορεί να επιβιώσει μόνον εάν η επέκτασή του δεν εμποδίζεται από κάποια ανώτερη δύναμη. Τα εθνικά απελευθερωτικά κινήματα εκφράζουν τις εσωτερικές αντιφάσεις του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.

Όμως, ακριβώς εξαιτίας αυτής της σχέσης μεταξύ των επαναστάσεων στο εξωτερικό και των μητροπόλεων, ο μοιραίος δεσμός παραμένει μεταξύ των προοπτικών των απελευθερωτικών κινημάτων και των προοπτικών της ριζοσπαστικής αλλαγής στις μητροπόλεις. Οι “αρνητικές” δυνάμεις στο εξωτερικό πρέπει να “συγχρονισθούν” με αυτές στο εσωτερικό, ενώ αυτός ο συγχρονισμός δεν μπορεί να είναι το αποτέλεσμα απλώς και μόνον της οργάνωσης, πρέπει να διαθέτει την αντικειμενική βάση του στην οικονομική και πολιτική διαδικασία του εταιρικού καπιταλισμού. Αυτοί οι αντικειμενικοί παράγοντες αυτοπαρουσιάζονται στις εντάσεις και τις πιέσεις της εταιρικής οικονομίας:

Η αναγκαιότητα του ανταγωνισμού και η απειλή της προοδευτικής αυτοματοποίησης, η οποία συνοδεύεται από την επακόλουθη ανεργία, απαιτούν διαρκώς μεγεθυνόμενη απορρόφηση της εργασίας από μη παραγωγικές, παρασιτικές δουλειές και υπηρεσίες.

Το κόστος των νεοαποικιακών πολέμων ή ο έλεγχος πάνω στις διεφθαρμένες δικτατορίες αυξάνουν όλο και περισσότερο.

Ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης μείωσης της ανθρώπινης εργατικής δύναμης στη διαδικασία της παραγωγής, το περιθώριο του κέρδους ελαττώνεται.

Η κοινωνία απαιτεί τη δημιουργία αναγκών, η ικανοποίηση των οποίων τείνει να συγκρουσθεί με το φρόνημα και την πειθαρχία που είναι αναγκαία για την εργασία στον καπιταλισμό. Το βασίλειο της αναγκαιότητας δέχεται την εισβολή του μη αναγκαίου, τα γκάτζετ και οι πολυτελείς συσκευές υπάρχουν δίπλα-δίπλα με τη συνεχή φτώχεια και αθλιότητα, οι “πολυτέλειες” γίνονται αναγκαιότητες στην ανταγωνιστική πάλη για την ύπαρξη.

Εάν αυτές οι τάσεις συνεχίσουν να ενεργούν, η διαρκής εξόφθαλμη αντίφαση μεταξύ του τεράστιου πλούτου και της άχρηστης και καταστροφικής χρήσης του, μεταξύ του δυνητικού της ελευθερίας και του πραγματικού της καταπίεσης, μεταξύ της δυνατής κατάλυσης της αλλοτριωμένης εργασίας και της καπιταλιστικής ανάγκης να τη διατηρήσει, μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει σε μια βαθμιαία δυσλειτουργία της κοινωνίας, στην κατάπτωση του φρονήματος που κανονικά εγγυάται την καθημερινή απόδοση και τη συμμόρφωση με το απαιτούμενο πρότυπο συμπεριφοράς, στην εργασία και στον ελεύθερο χρόνο. Αυτό μπορεί να ξυπνήσει τη συνείδηση γύρω από τη χρήση της τεχνικής προόδου ως εργαλείου της κυριαρχίας.

Τα γεγονότα του Μάη και του Ιούνη στη Γαλλία έχουν δείξει τον βαθμό στον οποίο αυτές οι τάσεις μέσα στην κατεστημένη κοινωνία μπορούν να χαλαρώσουν τον εναγκαλισμό της καπιταλιστικής και συνδικαλιστικής ενσωμάτωσης και να προωθήσουν τη συμμαχία μεταξύ ομάδων της εργατικής τάξης και της μαχητικής διανόησης.

Η έννοια της επανάστασης πρέπει να λάβει υπόψη αυτή την πιθανότητα της διάχυτης, φαινομενικά “αυθόρμητης”, αποσύνθεσης του συστήματος, τη γενική χαλάρωση της συνοχής του – μια έκφραση της αντικειμενικής βαθμιαίας αχρήστευσης της αλλοτριωμένης εργασίας, της πίεσης για απελευθέρωση του ανθρώπου από τη λειτουργία του ως φορέα (και υπηρέτη) της διαδικασίας της παραγωγής: η επανάσταση μπορεί να θεωρηθεί ως μία κρίση του συστήματος της “αφθονίας” και του πλεονάσματος.

Σε μια τέτοια κρίση, οι ιστορικοί φορείς της αλλαγής θα αναδύονταν – και δεν θα ήταν ίδιοι με καμία από τις παραδοσιακές τάξεις. Όμως, οι “προδιαγραφές” αυτών των φορέων μπορούν να εκτιμηθούν, εάν ανακαλέσουμε το πιθανώς αποφασιστικότερο στοιχείο στη μαρξική έννοια: το ιστορικό υποκείμενο της επανάστασης πρέπει, συν τοις άλλοις, να είναι η “προσδιορισμένη άρνηση” υπό την έννοια ότι αυτό το υποκείμενο είναι μια κοινωνική τάξη ελεύθερη, δηλαδή που δεν έχει μολυνθεί, από τις εκμεταλλευτικές ανάγκες και συμφέροντα του ανθρώπου στον καπιταλισμό, ότι είναι το υποκείμενο ουσιωδώς διαφορετικών, “ανθρωπιστικών” αναγκών και αξιών.

Αυτή είναι η έννοια της διάρρηξης του συνεχούς της κυριαρχίας, της ποιοτικής διαφοράς του σοσιαλισμού ως μιας καινούργιας μορφής και τρόπου ζωής, όχι μόνον της ορθολογικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά επίσης της ανακατεύθυνσης της προόδου προς τη λήξη της ανταγωνιστικής πάλης για την ύπαρξη, όχι μόνον της κατάργησης της αθλιότητας και του μόχθου, αλλά επίσης της ανοικοδόμησης του κοινωνικού και φυσικού περιβάλλοντος ως ενός ειρηνικού, όμορφου σύμπαντος: ολοκληρωτική μεταξίωση των αξιών, μετασχηματισμός των αναγκών και των στόχων. Αυτό συνεπάγεται ακόμη μία αλλαγή στην έννοια της επανάστασης, ένα ρήγμα στη συνέχεια του τεχνικού μηχανισμού της παραγωγικότητας, ο οποίος, σύμφωνα με τον Μαρξ, θα επεκτεινόταν (απελευθερωμένος από την καπιταλιστική κατάχρηση) μέχρι τη σοσιαλιστική κοινωνία. Αυτή η “τεχνολογική” συνέχεια θα συγκροτούσε ένα μοιραίο δεσμό μεταξύ του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού, διότι αυτός ο τεχνολογικός μηχανισμός έχει, στην ίδια τη δομή και το βεληνεκές του, γίνει ένας μηχανισμός ελέγχου και κυριαρχίας. Η θραύση αυτού του δεσμού θα σήμαινε, όχι την οπισθοχώρηση στην τεχνική πρόοδο, αλλά την ανοικοδόμηση του τεχνικού μηχανισμού σε συμφωνία με τις ανάγκες των ελεύθερων ανθρώπων που οδηγούνται από τη δική τους συνείδηση και αισθητικότητα, από την αυτονομία τους. Αυτή η αυτονομία θα χρειαζόταν έναν αποκεντρωμένο μηχανισμό ορθολογικού ελέγχου σε μικρότερη βάση – μικρότερη διότι πλέον δεν διογκώνεται από τις απαιτήσεις της εκμετάλλευσης, της επιθετικής επέκτασης και του ανταγωνισμού, που συνέχεται από την αλληλεγγύη μέσα στη συνεργασία.

Τώρα, λοιπόν, μπορεί αυτή η φαινομενικά ουτοπική έννοια να εφαρμοσθεί στις υπάρχουσες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες έτσι θα μπορούσαν να εκληφθούν ως φορείς της ποιοτικής αλλαγής;

Η μαρξική έννοια της επανάστασης δεν είναι ούτε ουτοπική ούτε ρομαντική έννοια, εμμένει στην πραγματική βάση της εξουσίας, στους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς παράγοντες που μπορούν αποκλειστικά να ανυψώσουν την ιδέα της ποιοτικής αλλαγής πάνω από το επίπεδο του ευσεβούς πόθου, ενώ αυτή η βάση εξακολουθεί να βρίσκεται στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.

Στις καπιταλιστικές χώρες, η δύναμη της εναλλακτικής επιλογής φαίνεται σήμερα μόνο στις “περιθωριακές” ομάδες που αναφέρθηκαν παραπάνω: την αντιπολίτευση στον χώρο της διανόησης, ειδικά ανάμεσα στους φοιτητές, και στον χώρο των πολιτικά συνειδητοποιημένων και δραστήριων ομάδων μέσα στις εργατικές τάξεις.

Αμφότερες απορρίπτουν όχι μόνον το σύστημα ως όλον και κάθε μετασχηματισμό του συστήματος “εντός των υπαρχουσών δομών”· επίσης, διακηρύσσουν την πίστη τους σε ένα ποιοτικά διαφορετικό σύστημα αξιών και βλέψεων.

Η αδυναμία αυτών των ομάδων εκφράζει τον καινούργιο ιστορικό αστερισμό που καθορίζει την έννοια της επανάστασης:

ενάντια στην πλειοψηφία του ενσωματωμένου πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένου του πληθυσμού των “άμεσων παραγωγών”·

ενάντια σε μια εύρυθμη, ευημερούσα κοινωνία, η οποία δεν είναι ούτε σε μια επαναστατική ούτε σε μια προεπαναστατική κατάσταση.

Σε συμφωνία με αυτήν την κατάσταση, ο ρόλος αυτής της αντιπολίτευσης είναι αυστηρά προπαρασκευαστικός: το έργο της συνίσταται στον ριζοσπαστικό διαφωτισμό, στη θεωρία και στην πράξη, και στην ανάπτυξη επίλεκτων στελεχών και πυρήνων για τον αγώνα ενάντια στην παγκόσμια δομή του καπιταλισμού.

Στην παγκόσμια δομή του καπιταλισμού, ακριβώς, επιβεβαιώνονται οι εσωτερικές αντιφάσεις: στην αδιάκοπη αντίσταση απέναντι στη νεοαποικιακή κυριαρχία· στην ανάδυση καινούργιων ισχυρών προσπαθειών να οικοδομηθεί μια ποιοτικά διαφορετική κοινωνία στην Κούβα, στην πολιτιστική επανάσταση της Κίνας· εν κατακλείδι, στη λιγότερο ή περισσότερο “ειρηνική” συνύπαρξη με τη Σοβιετική Ένωση. Εδώ συναντούμε, επίσης, τη δυναμική δύο ανταγωνιστικών τάσεων:

το κοινό συμφέρον των “ισχυρών κρατών” ενόψει των διεθνών αναταραχών στην επισφαλή ισορροπία δυνάμεων,

τα αντιμαχόμενα συμφέροντα διαφορετικών κοινωνικών συστημάτων, τα οποία ασφαλίζουν και υπερασπίζονται τις σχετικές πολιτικές και στρατηγικές τροχιές τους.

Συμπέρασμα

Η μαρξική έννοια της επανάστασης πρέπει να συμπεριλάβει τις αλλαγές στο βεληνεκές και την κοινωνική δομή του αναπτυγμένου καπιταλισμού, καθώς και τις καινούργιες μορφές των αντιφάσεων που είναι χαρακτηριστικές του τελευταίου σταδίου του καπιταλισμού στο παγκόσμιο πλαίσιό του. Οι τροποποιήσεις της μαρξικής έννοιας εμφανίζονται, τότε, όχι ως εξωγενείς προσθήκες ή προσαρμογές, αλλά πολύ περισσότερο ως μια επεξεργασία της ίδιας της μαρξικής θεωρίας.

Ωστόσο, μία άποψη μοιάζει να είναι ασύμβατη με αυτή την ερμηνεία. Υπάρχει στον Μαρξ ένας περιορισμός που μπορεί να αποκληθεί ορθολογιστική ή ακόμη και θετικιστική προκατάληψη, δηλαδή η πεποίθησή του [αφενός] στην αδυσώπητη αναγκαιότητα της μετάβασης σε ένα “ανώτερο στάδιο της ανθρώπινης ανάπτυξης” και [αφετέρου] στην τελική επιτυχία αυτής της μετάβασης. Παρά το γεγονός ότι ο Μαρξ είχε καθαρή επίγνωση της πιθανότητας της αποτυχίας, της ήττας ή της προδοσίας, η διάζευξη “σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα” δεν ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της δικής του έννοιας της επανάστασης. Πρέπει να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι: η υποταγή του ανθρώπου στα εργαλεία της εργασίας του, στον συνολικό, συντριπτικό μηχανισμό της παραγωγής και της καταστροφής, έχει φθάσει στο σημείο μιας σχεδόν ανεξέλεγκτης εξουσίας: εξαντικειμενικευμένη, verdinglicht πίσω από τον τεχνολογικό πέπλο, πίσω από το κινητοποιημένο εθνικό συμφέρον, αυτή η εξουσία μοιάζει να είναι αυτοπροωθούμενη και να παρασύρει τον κατηχημένο και ενσωματωμένο λαό. Μπορεί να πυροδοτήσει την τελική έκρηξη πριν οι αντιπολιτευτικές δυνάμεις αποκτήσουν αρκετή ισχύ για να την αποτρέψουν: μια έκρηξη της εσωτερικής αντίφασης που θα μετέτρεπε την επανεξέταση της έννοιας της επανάστασης σε ένα απλώς αφηρημένο και θεωρησιακό εγχείρημα. Η επίγνωση αυτής της πιθανότητας θα μπορούσε να ενδυναμώσει και να σταθεροποιήσει την αντιπολίτευση σε όλες τις εκφάνσεις της – αυτή είναι η μοναδική ελπίδα.

Μετάφραση:

ΓΙΏΡΓΟΣ ΣΤΕΦΑΝΊΔΗΣ

ΠΗΓΉ:

HTTPS://KRITIKITHEORIA.WORDPRESS.COM/2015/01/05/MARCUZE/

Posted in: Uncategorized