ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ [Μέρος Τέταρτο]

Posted on 6 Ὀκτωβρίου 2016

0


ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ [Μέρος Τέταρτο]

 

Από τον Νώντα Κούκα

 
 

Η διακλάδωση της Ιστορίας

Ξεκινάμε κατευθείαν συμπληρώνοντας την ημιτελή περίοδο του προηγούμενου σημειώματός μας. Βέβαια, η παραγωγή της Θεωρίας της Κοινωνικής Συνείδησης δεν περιορίζεται μόνο στην περιοχή της ψυχολογίας και των μαθηματικών. Απλώς αφορμάται από εκεί και αγκαλιάζει διαλεκτικά τη γνώση, τον γνώστη και το γνωστό. Φυσικά, καλό είναι να θυμόμαστε πάντοτε πως η γνώση δεν συνδέεται κατ’ ανάγκη ούτε με τον γνώστη αλλά ούτε και με το γνωστό. Αναλυτικότερα, ολόκληρη η γνώση δεν συνιστά κανένα απολύτως μήνυμα• είναι πληροφορία καθεαυτή. Ή μπορούμε να το πούμε κι αλλιώς: είναι δυνάμει όλα τα μηνύματα μαζί. Άρα, δεν χρειάζεται κανέναν γνώστη για να καταστούν γνωστά. Μόλις όμως η ολιστική πληροφορία «σπάει», χάνεται η συμμετρία της και απορρέουν από μέσα της όλες οι επιμέρους «γλωσσικές» κωδικεύσεις της. Τότε ακριβώς χρειάζεται ο φορέας-γνώστης που υπόκειται στους ιστορικούς περιορισμούς του εκάστοτε προσεγγιστικού γνωστού.

O Καντ σε αυτό ακριβώς το λάθος περιέπεσε. Εξίσωσε τη γνώση με τους ιστορικούς (και βιολογικούς) περιορισμούς της δυνατότητας του γνώστη για το γνωστό. Για αυτό άλλωστε και τον κατατάσσουμε, στην ιστορία της φιλοσοφίας, ως τον πρώτο θετικιστή του ιστορικού ρεύματος του επιστημονισμού. Αυτή άλλωστε υπήρξε και η σοβαρότατη ένσταση του Χέγκελ, γι’ αυτό απάντησε με τον απόλυτο ιδεαλισμό, στον κριτικό ιδεαλισμό του Καντ. Προείδε δηλαδή τη σχετικοποίηση που προοικονομούσε η αντίληψη του Καντ για τα πράγματα – και ήθελε να την προλάβει.

Σύμπασα λοιπόν η διαλεκτική λογική που λανσάρει ως επιστήμη τόσο ο Χέγκελ στον «ουρανό» όσο και ο Μαρξ στη «γη», δεν είναι παρά προσπάθειες πρόληψης και αποφυγής της έκπτωσης του λόγου σε ψυχολογία και από αυτήν κατευθείαν σε ιδεολογία της «κοινής λογικής». Ας μη λησμονούμε ότι ο Καντ είναι και πάλι εκείνος που βάζει από την πίσω πόρτα την ψυχολογία στη λογική του Λάιμπνιτς, όταν μιλάει για «προτάσεις κρίσης». Γιατί τι άλλο εκτός από (και) ψυχολογική είναι η «κρίση»; Πάντως ο Καντ παραμένει μεγάλος φιλόσοφος – μια και η προσπάθεια που κάνει να συνδυάσει τη βρετανική «φιλοσοφία» (εμπειρισμός), που δεν είναι παρά ψυχολογία, με τη λογοκρατία της ηπειρωτικής Ευρώπης (ορθολογισμός) και δη της γερμανόφωνης, είναι σχεδόν υπερβατική («υπερβατολογική») και άρα εκ προοιμίου δυσχερεστάτη.

Χωρίς να υπεισερχόμαστε σε «τεχνικές» επεξηγήσεις της φιλοσοφικής επιστήμης, που θα κούραζαν αφόρητα τον αναγνώστη, νομίζουμε ότι αφηγηθήκαμε ζουμερά το πρόβλημα της γνώσης που εν τέλει ταλανίζει τη σύγχρονη γνωσιολογία (γνωσιακή επιστήμη): ο Λόγος – το Νόημα – η Απόλυτη Αλήθεια (αυτή που δεν μπορεί ipso facto να αποδειχθεί με τυπικό μηχανισμό), δηλαδή η ίδια η Γνώση ως καθαρή (ολιστική) πληροφορία για να γίνει γνωστή, πρέπει να σπάσει η συμμετρικότητά της και να γίνει «χίλια-δυο» κομματάκια, που λέμε. Τούτο σημαίνει πως η βαθιά δομή της ενδύεται αναγκαστικά μορφή/φόρμα – το μήνυμά της – και τελικά δεν είναι παρά η ίδια η «γλώσσα» της «κοινής λογικής». Κοντολογίς, ο επιμερισμός του λόγου σε απέραντη «σπασμένη» λογική – που εντούτοις πρέπει να είναι κοινή σε όλους τους φορείς της. Να πώς προκύπτει η ιδεολογική της στρέβλωση: σε τελευταία ανάλυση η ίδια η Ιδεολογία, ως πρωταρχικός υποδοχέας των ανθρώπινων κοινωνιών – και όχι μόνο.

Τώρα πια, σε αυτό το έδαφος που ήδη έχει προλειανθεί εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς τι μπορεί να καταφέρει μια ισχυρή αστική τάξη: οργανώνει στο έπακρο όλες σχεδόν τις κοινωνικές αναπαραστάσεις των υπηκόων της, σε μια σιδερένια δικτατορία της «κοινής λογικής». Τούτο σημαίνει, πολύ απλά, το εξής ανατριχιαστικό: καθιστά την υφέρπουσα παράνοια των ανθρώπων, μέσω «λογικών» μεταμφιεστικών μηχανισμών, σε κεντρική ιδεολογία του έθνους-κράτους της. Με άλλα λόγια, μια μεγαλομανής ψυχωτική εξουσία με μια εκτεταμένη μικρο-μεγαλομανή παρανοϊκή αυλή – που αποτελείται από μικρο-εξουσιαστικές μηχανές που «σκέφτονται». Αυτή η αυλή πάντοτε βέβαια δικαιούται να εξεγείρεται κατά του κυρίου της, ποτέ όμως δεν Επαναστατεί πραγματικά, ώστε να τον εκδιώξει δια παντός. Εδώ έχουμε μια υπέρτερης μορφής συστροφή κωδίκων στην ίδια την ολιστική πληροφορία της Ζωής και της Ύπαρξης: απλή επιβίωση, τόσο έντονα μεταμφιεσμένη από ένα επίπλαστο αναβαθμισμένο βιοτικό επίπεδο, ώστε κανείς σχεδόν να μην αντιλαμβάνεται εύκολα τη μεγάλη έκπτωση που έχει υποστεί. Ο απόλυτος σύμμαχος αυτής της συστροφής κωδίκων είναι οπωσδήποτε ο ψυχολογισμός (αλλά και ο λογικισμός), ο θετικισμός/φορμαλισμός των σύγχρονων κοινωνιών και η σχετικοποίηση των πάντων, που εκλαμβάνεται σαν – άκουσον-άκουσον – «ελευθερία».

Φασισμός και Δημοκρατία

Ο φασισμός και η δημοκρατία εδράζονται ακριβώς στην ίδια πραγματικότητα: τον ψυχολογισμό/ λογικισμό και τον φορμαλισμό/θετικισμό της «κοινής λογικής». Όμως οι φαινομενικότητές τους είναι εντελώς διαφορετικές. Άρα, η διαβόητη κοινή λογική διίσταται και διχαλώνεται σε δύο αντίθετες μορφές: μια «καλή» και μια «κακή». Εννοείται πως η διαφοροποίηση αυτή έχει την ιδιαίτερη σχετική της αξία, όπως και το ιδιαίτερο ειδικό της βάρος. Όλοι μας, ή σχεδόν όλοι μας, δεν αντέχουμε και αντιδρούμε στη στυγνή καταπίεση. Δυστυχώς όμως, η διαφορά αυτή δεν μπορεί ποτέ να απολυτοποιηθεί, δηλαδή να σταθεροποιηθεί και να δείξει τελικά προς τη γνήσια ελευθερία. Διότι όταν η οποιαδήποτε δημοκρατική μορφή της ρευστοποιείται στο έπακρο, αναλαμβάνει η δικτατορική μορφή της κοινής λογικής να τη στερεοποιήσει. Και όταν, με τη σειρά της, η δικτατορία γίνει στο έπακρο συμπαγής, τότε αναλαμβάνει η δημοκρατία να την αποσυμπιέσει. Έτσι, το δίδυμο φασισμός-δημοκρατία παίρνει τη μορφή ενός ιδεολογικού βρόχου, από τον οποίο δύσκολα κανείς γλυτώνει τον πνιγμό. Βέβαια επαναλαμβάνουμε είναι α-νόητο να εξισώνεται ο φασισμός με τη δημοκρατία σε οριζόντιο επίπεδο. Εμείς μιλάμε για τη βαθιά δομή των δύο που κείται στον αόρατο κάθετο άξονα.

Κοιτάξτε όμως τώρα τι συμβαίνει. Αν θέλουμε να ορίσουμε τον «δημοκρατικό διάλογο», σύμφωνα με ό,τι έχουμε ισχυριστεί μέχρι τούδε, θα γράψουμε ότι: δημοκρατικός διάλογος είναι εκείνη η αμφίδρομη διαδικασία, όπου λαμβάνει χώρα η παντελής προσποίηση της πληροφορίας. Διότι, εδώ που τα λέμε, τι σόι αληθινή επικοινωνία μπορεί να υπάρξει, όταν τα συνδιαλεγόμενα μέρη από τη μια εξαπατούν τον ίδιο τους τον εαυτό, ενώ από την άλλη συγχρόνως εξαπατά το ένα το άλλο; Αλλά μήπως είναι τάχα καλύτερα η φίμωση αυτής της αυταπάτης και της αλληλοεξαπάτησης μέσω μια φασιστικής ή φασίζουσας επέμβασης; Φυσικά και όχι! Τότε, τι; Τίποτε, υπάρχει πλήρες αδιέξοδο… Απλώς στην περίπτωση της δημοκρατία αισθάνεσαι ότι μπλοφάρεις πιο ελεύθερα. Απεναντίας ο φασισμός θέλει να υπαγορεύει ο ίδιος αποκλειστικά τη μπλόφα.

Ακριβώς αυτή τη μπλόφα προσπάθησαν να ξεσκεπάσουν και ο Χέγκελ και ο Μαρξ στην κοσμοθεωρία τους. Ο πρώτος μέσω του απόλυτου ιδεαλιστικού κράτους (καμιά σχέση με το ψυχωτικό παρανοϊκό κράτος που γνωρίζουμε – αλλά το τελείως αντίθετο) και ο δεύτερος μέσω του «κομμουνισμού» ως «μιας καινούριας τάξης πραγμάτων που καταργεί την προηγούμενη τάξη πραγμάτων…» (Γερμανική Ιδεολογία). Εξού και η περιβόητη «δικτατορία του προλεταριάτου» που θα σταματούσε εν τοις πράγμασι τη μπλόφα στο στημένο παιχνίδι του πόκερ που είχε αρχίσει να παίζει η αστική τάξη. Γιατί πράγματι, τα χαρτιά της ήταν σημαδεμένα, αφότου η ίδια φρόντισε να προκριθεί στον στίβο της εξέλιξης του ιστορικού αγώνα ο βρετανικός εμπειρισμός και νατουραλισμός του Ισαάκ Νεύτωνα, έναντι του κοσμολογικού ρεαλισμού του Γκότφριντ Λάιμπνιτς. Με αυτόν τον τρόπο, και μέσω του πρωτο-θετικιστή Καντ, οργανώνεται ιστορικά, κοινωνικά, πολιτικά αλλά και επιστημονικά η διάχυση τόσο του εξευγενισμένου ψυχολογισμού όσο και του ναΐφ πρωτογενούς εμπειρισμού. Παγιώνεται δηλαδή σε ένα αρτηριοσκληρωτικό και συμπαγές ιδεολογικό ρεύμα η ίδια η καπιταλιστική τάξη των πραγμάτων.

 

πηγή:

 

https://iamarevi.wordpress.com/2014/06/30/%CF%84%CE%BF-%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CE%BF-%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%B7%CF%84%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF-4/

Posted in: Uncategorized