ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ [Μέρος Δεύτερο]

Posted on 6 Ὀκτωβρίου 2016

0


ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ [Μέρος Δεύτερο]

 

Από τον Νώντα Κούκα

 
 

Η βαθιά ρήξη με την παράδοση

Περίπου την ίδια εποχή, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ένας εμπρηστικός διανοούμενος-μαθηματικός, ο Κουρτ Γκέντελ, τοποθέτησε τη «βόμβα» του στα θεμέλια της φορμαλιστικής λογικής των μαθηματικών. Με τα δύο θεωρήματά του της μη πληρότητας έδειξε καταλυτικά ότι αν ένα σύστημα αξιωμάτων της αριθμητικής ήταν πραγματικά συνεπές, το ίδιο δεν θα μπορούσε να αποδείξει πως είναι συνεπές! Κοντολογίς, μόνο ένα ασυνεπές τυπικό σύστημα μπορεί να αποδείξει πως είναι συνεπές! Να, η Μπλόφα με Μ κεφαλαίο – η Αυταπάτη με Α κεφαλαίο… Ναι, αλλά ποιος διείδε πρώτος από όλους τους άλλους την αξία αυτής της «καταστροφής» που επέφεραν τα θεωρήματα του Γκέντελ; Μα ποιος άλλος, ο φον Νόιμαν. Η διορατικότητά του συνέλαβε αμέσως την κεντρική ιδέα αυτών των θεωρημάτων – που υποδεικνύουν τους εγγενείς περιορισμούς των υπολογιστών, την ουσιαστική διαφορά μεταξύ αλήθειας και απόδειξης• μια μαθηματική απόδειξη όπως την εννοούμε εδώ είναι πάντοτε μια απόδειξη μέσα σε, και ως προς ένα δεδομένο τυπικό σύστημα, ενώ η αλήθεια είναι εξ ορισμού απόλυτη. Τελικά εκείνο που απόδειξε ο Γκέντελ είναι πως η μαθηματική αλήθεια δεν είναι ταυτόσημη με την τυπική ή μηχανιστική απόδειξη. Το συντακτικό δεν υποκαθιστά τη σημασιολογία. Άρα, η διαίσθηση είναι απαραίτητη στα μαθηματικά όπως και στην αριθμητική.

Ο φον Νόιμαν ήταν πολύ κοντά να κόψει το νήμα του δεύτερου θεωρήματος του Γκέντελ – αφού είχε συναγάγει (ύστερα από το πρώτο θεώρημα) τη μη αποδειξιμότητα της συνέπειας ενός συστήματος. Όμως τον είχε ήδη προλάβει ο ίδιος ο Γκέντελ. Ο ιδιοφυής μαθηματικός – πατέρας της «θεωρίας παιγνίων» και της Μπλόφας για την Μπλόφα – διαισθάνθηκε τη διαίσθηση του Γκέντελ, σε όλο της το μεγαλείο, και γι’ αυτό σε ένα σύντομο λόγο του, στις 14 Μαρτίου 1951 στα γενέθλια του Αϊνστάιν, περιέγραψε το έργο του Γκέντελ ως «ορόσημο που θα παραμείνει ορατό στον χώρο και στον χρόνο». Κοντολογίς, κατάλαβε σε πόσο βαθιά ρήξη είχε έρθει με την παράδοση ο Γκέντελ (μια ρήξη που ήδη είχε βιώσει και ο μελλοντικός του φίλος, ο Αϊνστάιν).

Την ίδια ρήξη με το κατεστημένο της παράδοσης είχε βιώσει και ο Σίγκμουντ Φρόυντ, στο τέλος περίπου της ζωής του. Τότε ήταν που κατάλαβε ότι δεν είχε πει ό,τι μπορούσε πράγματι να πει στην ψυχαναλυτική θεωρία που είχε δημιουργήσει. Συνειδητοποίησε επιτέλους την κάπως ψοφοδεή του στάση που παρεμπόδιζε την καθαρόαιμη επαναστατική τάση που ελλόχευε στον πυρήνα της. Για τούτο στο μετά θάνατο έργο του χειρόγραφο – με τον γενικό τίτλο Μεγαλομανία – έκανε την ανεπανάληπτη αυτοκριτική του.

[Παρεμπιπτόντως, ας κάνουμε μια μικρή παρέκβαση: η ένδειξη SE (που συναντήσαμε στο πρώτο μέρος) αναφέρεται στη Σταθερότυπη Έκδοση Απάντων των Ψυχολογικών Έργων του Σίγκμουντ Φρόυντ (The Standard Edition of the Complete Psychological Works of Sigmund Freud, γενικός επιμελητής Τζέιμς Στρέιτσι, Λονδίνο, The Hogarth Press. Μετά την ένδειξη SE αναγράφονται ο αριθμός τόμου και οι σελίδες.)]

Στο απόσπασμα [3] – Οι Ψευτοάρρωστοι – ο Φρόυντ αναφέρεται στο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν πολλοί Αυστριακοί στρατιώτες, κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, που είχαν τραυματιστεί και η σοβαρότητα των τραυμάτων τους ήταν ποικίλη. Είχαν νοσηλευθεί σε νοσοκομειακές μονάδες στο μέτωπο, όπου και εν συνεχεία παρουσίασαν συμπτώματα που αποδείχτηκαν υστερικά – έντονη τρεμούλα και παραλύσεις των άνω και κάτω άκρων τους. Όσα εκ των υστέρων χαρακτηρίστηκαν ως νευρώσεις του πολέμου για τον αυστριακό στρατό υπήρξε αληθινή επιδημία και οι αρχές φοβήθηκαν ότι ο πόλεμος θα χανόταν επειδή οι τάξεις του στρατού είχαν αποδεκατιστεί από μια τρομερή έξαρση των συμπτωμάτων υστερίας.

Οι αυστριακές αρχές, που γνώριζαν πολύ καλά την εν γένει εχθρότητα των ιατρικών κύκλων απέναντι στην ψυχανάλυση, δεν απευθύνθηκαν στον Φρόιντ αλλά στον γνωστότερο ψυχολόγο της Βιέννης, τον Γιούλιους Βάγκνερ – Γιόρεγκ. Αυτός ίδρυσε μια κλινική για τη «θεραπεία» των στρατιωτών. Θεωρούσε δε πως με τις νέες θεραπείες με ηλεκτροσόκ θα μπορούσαν να θεραπευτούν γρήγορα και αποτελεσματικά. Με τη συνδρομή ενός συναδέλφου του, του Μιχαήλ Κοσλόφσκι, η κλινική του Βάγκνερ αποτελούσε ένα ουσιαστικό τμήμα της πολεμικής προσπάθειας. Ο Βάγκνερ πίστευε ότι οι περισσότεροι από τους στρατιώτες ήταν θεατρίνοι, νεαροί που απλώς φοβόντουσαν να επιστρέψουν στο μέτωπο και είχαν ανακαλύψει έναν τρόπο να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους, δημιουργώντας ηθελημένα υστερικά συμπτώματα. Τους θεωρούσε δήθεν άρρωστους, ψεύτες και δειλούς. Προφανώς ούτε ο Βάγκνερ ούτε οι πολιτικές αρχές να θεωρούσαν λογικό ότι οι νέοι, που είχαν εκτεθεί στη φρίκη του πολέμου, πιθανόν να έχουν υποστεί ισχυρά ψυχολογικά τραύματα που θα μπορούσαν να απαγορεύσουν την περαιτέρω συμμετοχή τους στην πολεμική δοκιμασία. Ούτε και φαινόταν να τους προβληματίζει το ότι εκείνοι οι νεαροί είχαν τέτοια συμπτώματα, που οι υποχόνδριοι ασθενείς δεν θα μπορούσαν να τα μιμηθούν. Απλώς δεν είναι δυνατόν να παραλύσεις «εκουσίως» ένα πόδι ή ένα χέρι.

Και στο σημείο αυτό, ξεσπάει η κριτική του Φρόυντ. Λέει ότι εν καιρώ πολέμου οι λόγοι του κράτους αποτελούν μια βαθιά ηθική υποχρέωση που, έτσι συμφώνησαν οι αρχές και ο Βάγκνερ, υπερβαίνει οποιαδήποτε ζητήματα προσωπικής φύσεως, περιλαμβανομένης και της αυτοσυντήρησης ενώπιον της φρίκης, τα οποία ούτε ο Βάγκνερ ούτε κάποιος από τους πολιτικούς αρχηγούς μας είχαν διαπιστώσει ποτέ τους από πρώτο χέρι. Ανεγείρουμε αγάλματα στους μεγάλους στρατηγούς μας, λησμονώντας ότι ο απλός στρατιώτης είναι εκείνος που υπέφερε και θυσιάστηκε περισσότερο για να δοξαστεί το κράτος. Αποκαλούμε «γενναίους» τους πολιτικούς αρχηγούς που στέλνουν τους νέους μας στον πόλεμο, χωρίς ποτέ να αναρωτιόμαστε ποια είναι η γενναιότητα που επιδεικνύουν αυτοί οι άνδρες, όταν θυσιάζουν τις ζωές των άλλων…

Και, παρακάτω, ο Φρόυντ διαπιστώνει ότι η ιατρική επιστήμη κατέληξε να συνεργάζεται με το αστυνομικό τμήμα. Οι «δήθεν» άρρωστοι κλειδώνονταν σε πολύ στενά κελιά, όπου απομονώνονταν επί πολλές μέρες. Τους καθήλωναν σε μια καρέκλα και με αγριοφωνάρες του τύπου «να δείτε τώρα τι σας περιμένει», τους προκαλούσαν ισχυρά ηλεκτροσόκ στις ευαίσθητες περιοχές του σώματός τους. Μάλιστα, αμέσως μετά υπάρχει ένα διαγραμμένο κομμάτι από τον ίδιο τον Φρόυντ (δείγμα του ότι «ξεστράτισε» η σκέψη του) το οποίο αποτελεί και τον νοηματικό κολοφώνα που (έπρεπε να) διαπερνά πέρα ως πέρα την ψυχαναλυτική θεωρία (αν δεν είχε ορρωδήσει ο δημιουργός της): το κράτος εύκολα μπορεί να δικαιολογηθεί• σου απονέμει την ταυτότητά σου (αυστριακός, γερμανός, γάλλος κλπ.) και σε προστατεύει. Σίγουρα λοιπόν, αφού το κράτος σε έχει δημιουργήσει, σε έχει κάνει να αισθάνεσαι πρόσωπο με κάποια αξία (είμαι από το Βερολίνο, θα πεις περήφανος, όταν βρεθείς τουρίστας στη Ρωσία), έχει το δικαίωμα και να σε καταστρέψει. Η σχέση που αναπτύσσει το κράτος με τον πολίτη του δεν διαφέρει και πολύ από εκείνη του δόκτορα Φράνκεστάιν με το ρομπότ του. Το βιβλίο της Μαίρης Σέλεϊ εν μέρει αναφέρεται στην ψυχολογία της ανθρωπότητας και του πολέμου. Δικαιολογούμε τις πιο ωμές πράξεις μας, λέγοντας στους εαυτούς μας ότι απλώς καταστρέφουμε ό,τι εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε.

Επιστήμη και κράτος

Το πρόβλημα δεν είναι – γενικεύοντας λίγο – ότι μόνο η ιατρική έπεσε στα χέρια του κράτους, αλλά ότι ολόκληρη η σύγχρονη επιστήμη εξαρτάται από το κράτος. Τούτο είχε συλλάβει ο ιδιοφυής Γκέντελ, για αυτό και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού – διωγμένος από τη ναζιστική λαίλαπα που σάρωνε την Ευρώπη, στο ήσυχο πια περιβάλλον του Ινστιτούτου Ανώτερων Μελετών του Πρίνστον, όπου βρέθηκε μαζί με τον Αϊνστάιν – δήλωνε απερίφραστα, ότι δεν πίστευε στις φυσικές επιστήμες, παρά το γεγονός (όπως χαρακτηριστικά έλεγε) ότι αυτές επέτρεψαν στον άνθρωπο να κατασκευάσει τηλεοράσεις και βόμβες. Για τον Γκέντελ (όπως και για την άλλη μοναχική ψυχή και παραγκωνισμένο φυσικό, τον Έτορε Μαγιοράνα), η φυσική είχε ξεστρατίσει αιώνες πριν (τότε που ο καπιταλισμός λάδωνε τα ατσάλινα γρανάζια της θανάσιμης μηχανής του), όταν προτίμησε τον δρόμο που χάραξε το πολυαγαπημένο παιδί της αστικής τάξης (αφού η μηχανική φυσική του εξυπηρετούσε τα σχέδιά της) βρετανός εμπειριστής και νατουραλιστής Ισαάκ Νεύτωνας, αντί αυτού που πρότεινε ο γερμανός ιδεαλιστής (και ως εκ τούτου ακατάλληλος) Γκότφριντ Λάιμπνιτς.

Μάλιστα απολαυστικό είναι το απόσπασμα, όπου ο Γκέντελ ένθερμος θαυμαστής του Λάιμπνιτς, στον ισχυρισμό του πως κάποια κρίσιμου περιεχομένου χειρόγραφα του Λάιμπνιτς καταστράφηκαν κρυφά από αυτούς που δεν θέλουν να διευρυνθεί ο ορίζοντας της ανθρώπινης γνώσης, εισέπραξε την οργισμένη αντίδραση του φίλου του Καρλ Μένγκερ, ο οποίος ως γνήσιο τέκνο του Διαφωτισμού όπως η πλειονότητα των διανοητών της εποχής του, ζήτησε να μάθει γιατί δεν καταστράφηκαν και κείμενα του Βολταίρου. «Ποιος έγινε πιο έξυπνος διαβάζοντας Βολταίρο;» (A World Without Time, Palle Yourgau, 2005.

Η φυσική λοιπόν (και φυσικά μαζί της όλες οι υπόλοιπες επιστήμες – αφού η φυσική είναι αυτή που δίνει τον τόνο) είχαν πέσει στα γαμψά νύχια της αστικής τάξης – μιας τάξης που έμελλε σχεδόν να κλειδώσει τον ρου της ιστορίας. Αυτά λοιπόν που πρέσβευε ο Γκέντελ δεν ήταν βέβαια σκοταδιστικά ούτε, πολύ περισσότερο, στρέφονταν εναντίον του Διαφωτισμού. Τελείως αντίθετα, τα λεγόμενα του Γκέντελ, όπως και αυτά του Χειρόγραφου του Φρόυντ, συναποτελούν τον πυρήνα, την πεμπτουσία ενός καινούριου Διαφωτισμού – ενός διαφωτισμού μέσα στον ίδιο τον Διαφωτισμό, που τόσο πολύ ανάγκη έχει η σύγχρονη εποχή μας.

…Συνεχίζεται…

 

πηγή:

 

https://iamarevi.wordpress.com/2014/06/18/%CF%84%CE%BF-%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CE%BF-%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%B7%CF%84%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF-2/

Posted in: Uncategorized