ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ [Μέρος Τρίτο]

Posted on 6 Ὀκτωβρίου 2016

0


ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ [Μέρος Τρίτο]

Από τον Νώντα Κούκα

 

 

Για έναν επαναστατικό διαφωτισμό μέσα στον Διαφωτισμό

Στην ουσία το Θεώρημα της μη Πληρότητας θέτει την ταφόπετρα, όπως ήδη έχουμε αναφέρει στο προηγούμενο σημείωμα, τόσο της θετικιστικής όσο και της φορμαλιστικής επιταγής που κυριαρχούσε στα μαθηματικά. Αυτή η «σημαντικότερη μαθηματική αλήθεια του αιώνα», όπως χαρακτηρίστηκε σε μια τελετή στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, βάζει ένα μόνιμο όριο στη γνώση των βασικών αληθειών στα μαθηματικά: ποτέ δεν θα συλλάβουμε το σύνολο των μαθηματικών αληθειών με μια πεπερασμένη ή ανάδρομη λίστα καθαρά φορμαλιστικών αξιωμάτων. Όμως, την προσοχή σας, παρακαλώ! Το Θεώρημα της μη Πληρότητας παρερμηνεύθηκε – είτε εξεπίτηδες είτε από αγνωσία: δεν μας λέει, τάχα, ότι η αλήθεια είναι σχετική… τουναντίον, σχετικοποιώντας τις (τυπικές) «αλήθειες» εξυψώνει την απόλυτη και σταθερή Αλήθεια ως μία και μοναδική. Κατά τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο η Θεωρία της Σχετικότητας, όχι μόνο δεν λέει πως τα πάντα είναι σχετικά (όπως πολλοί θέλουν να πιστεύουν), αλλά αντίθετα αναδεικνύουν τη σταθερή ταχύτητα του φωτός σαν απόλυτο μέγεθος.

Και να λοιπόν, με τι «χαρούμενο» τρόπο αναδύεται η περιβόητη πρότασή μας πως τίποτα δεν είναι ό,τι φαίνεται. Να που η, κατά Χέγκελ, «κατεργαριά της Ιστορίας» ερμηνεύει την Μπλόφα του Σύμπαντος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Το Θεώρημα της μη Πληρότητας υποδεικνύει πως κανένα μηχανικό κατασκεύασμα, κανένας ηλεκτρονικός υπολογιστής, δεν θα εξαντλήσει ποτέ τις αλήθειες των μαθηματικών. Ο ίδιος ο Γκέντελ, άλλωστε, παραπέμπει ρητά στη δήλωση που συνεπάγεται η ανακάλυψή του: «εάν με κάποιο τρόπο μπορούμε να συλλάβουμε ολόκληρη την αλήθεια που κρύβει η παραπάνω φράση, τότε θα συνειδητοποιήσουμε ότι ο εγκέφαλός μας δεν είναι μια απλή μηχανή ή ένας υπολογιστής. Φυσικά, αυτό για τους οπαδούς της τεχνητής νοημοσύνης δεν ήταν καθόλου ευχάριστο. Αλλά τότε τι γυρεύει πάλι αυτός ο «ενοχλητικός» φον Νόιμαν και υιοθετεί τον Γκέντελ, στον υπό κανονικές συνθήκες άσπονδο αντίπαλό του, αφού ο ίδιος είναι ο αναζητητής του απόλυτου ρομπότ; Η διαίσθησή του είναι τόσο δυνατή τότε ακόμη ώστε διαισθάνεται το ασύλληπτο – που ούτε καν μπορεί να συνειδητοποιήσει ποτέ; Εξάλλου και ο ίδιος μιλούσε ειλικρινέστατα, όταν έλεγε πως η «θεωρία» του κάπου έσφαλλε. Πάντως, μονάχα σαν μπλόφα μπορεί να περάσει στον μέσο νου η σχέση του τόσο με τον Γκέντελ όσο και με τον Φρόυντ.

Ηθική και εξουσία

Απαραίτητη προϋπόθεση ενός σύγχρονου διαφωτιστικού προτάγματος αποτελεί σίγουρα η βαθιά ρήξη με την παράδοση. Ρήξη όμως με την παράδοση σημαίνει ρήξη με την κρατούσα ηθική της εξουσίας. Άρα με την ίδια την Εξουσία. Το πρόβλημα είναι ότι μιλώντας έτσι γενικά και αφηρημένα για «εξουσία» είναι σαν να κοιτάμε ένα θολό και συγκεχυμένο δάσος και να χάνουμε το συγκεκριμένο και ευδιάκριτο δέντρο. Οι αυστριακοί φαντάροι, για παράδειγμα, που είχαν βιώσει τη φρίκη της εξουσίας του κράτους είχαν αντιδράσει με υστερική παράλυση. Και ακριβώς έτσι εξήγησε ο Φρόυντ στο Χειρόγραφο αυτές τις μορφές παράλυσης: άρνηση προς την τρέλα του κράτους. Δεν υπήρχε τρόπος να τα βάλουν με το κράτος, δεν υπήρχε η δυνατότητα να δικαιολογήσουν τους φόβους τους, διότι δεν υπήρχε μια κοινωνική διαμαρτυρία κάποιας σημασίας. Είχαν εγκαταλειφτεί από κάθε «ηθική» εξουσία.

Για αυτό υποστηρίζουμε ότι είναι καλύτερο να ορίσουμε τις μορφές της εξουσίας από το να κάνουμε γενικόλογη αναφορά στην εξουσία. Ως κύριο χαρακτηριστικό, το δομικό θα λέγαμε, όπου συνέχει όλα τα είδη και τις μορφές εξουσίας είναι το ένα και μοναδικό προσδιοριστικό της αξίωμα: όποιος ή όποιοι κατέχουν δύναμη (και άρα εξουσία) έχουν το δικαίωμα να απαιτούν την υποταγή όλων των υπολοίπων που είναι αδύνατοι. Υιοθετώντας τώρα την άποψη του Φρόυντ, έχουμε να πούμε για την εξουσία τα εξής: η εξουσία είναι εκ φύσεων ψυχωτική – και αυτό συνιστά μια μορφή μεγαλομανίας. Είναι ψυχωτική, επειδή αξιώνει να έχει μια σφαιρική κατανόηση του κόσμου και ως συνέπεια αυτής της αξίωσης δεν μπορεί να ανεχθεί οποιαδήποτε κριτική – ούτε και την παραμικρή. Είναι ψυχωτική, επειδή η έσχατη υπεράσπιση της ίδιας της εξουσίας της είναι η βία, εφόσον – με δεδομένη τη σφαιρική και απαράμιλλη κατανόησή της – κανένα άλλο άτομο δεν μπορεί να μοιραστεί τις απόψεις της ούτε και να κατανοήσει πλήρως το πώς θεμελιώνει την εξουσία της• και είναι επίσης ψυχωτική επειδή βασίζεται σε ένα ψευδαισθητικό σύνολο εννοιών που συνδυάζει, συχνά σκοπίμως, συγκεχυμένα και ακατανόητα επιχειρήματα μαζί με κοινοτοπίες, που λαμβάνονται χωρίς να αναφέρεται η πηγή τους από εργασίες τρίτων. Ο σκοταδισμός της δικαιολογείται εξαιτίας της σφαιρικής κατανόησης του (μεγαλομανούς) ψυχωτικού – μια και μόνο αυτός έχει νόμιμο δικαίωμα απέναντι στην αληθινή κατανόηση του κόσμου.

Ο νόμος αποτελεί το παλαιότερο και ανθεκτικότερο παράδειγμα έργων ενός (μεγαλομανούς) ψυχωτικού: είναι απόλυτος, παντογνώστης (προσδιορίζει τη φύση της γνώσης και του σωστού και του λάθους), δεσποτικός και αδιαφανής (εξού και η ανάγκη για δικηγόρους, δικαστές και όλο το νομικό οπλοστάσιο).

Έπειτα λοιπόν από αυτή την (επική) παρουσίαση της μεγαλομανούς (ψυχωτικής) εξουσίας δεν σας έρχεται αβίαστα στον νου το σύμπλεγμα εξουσίας-επιστήμης-κράτους; Γιατί, τι άλλο πέρα από ψυχωτική μεγαλομανία διακρίνει το επίσημο κατεστημένο της επιστήμης, έτσι όπως το εκφράζει το ακαδημαϊκό της κονκλάβιο; Τι άλλο πέρα από ψευδαίσθηση μπορεί να παρουσιάσει μια αμήχανη «επιστήμη», ύστερα από τη «βόμβα» που ανατίναξε τα θεμέλια της, το Θεώρημα της μη Πληρότητας; Η υποκρισία του ακαδημαϊκού κατεστημένου από τη μια το χαρακτήρισε ως το μεγαλύτερο γεγονός που συνέβη στα χρονικά των μαθηματικών, ενώ από την άλλη συνεχίζει με τα ίδια κοινότοπα μαθηματικά τερτίπια της να αναζητεί τάχα τη Θεωρία των Πάντων. Όμως, εκτός από τα ανόητα φληναφήματα περί θεωρίας χορδών-Μ μεμβρανών, η ίδια η συγκρότηση μια θεωρίας των πάντων αποτελεί αντίφαση στους όρους της – μιας και εκλείπει ολωσδιόλου η θεωρία της κοινωνικής συνείδησης – η οποία, αν μη τι άλλο, θα προσπαθούσε να κατανοήσει την μπλόφα, την αυταπάτη και την εξαπάτηση της κατεργαριάς της ιστορίας, που δεν είναι παρά η απόλυτη αυτονόμηση και η ολοκληρωτική επικράτηση της ψυχολογίας εις βάρος του λόγου. Άλλωστε, γνωρίζουμε πια καλά πως η έλλειψη μιας θεωρίας της κοινωνικής συνείδησης αντανακλάται τόσο στην έλλειψη μιας κβαντικής θεωρίας όσο και στην αποτυχημένη μέχρι σήμερα προσπάθεια μιας ενοποιημένης θεωρίας πεδίου που να συνδυάζει την κβαντομηχανική με τη γενική σχετικότητα.

Η θεωρία της Κοινωνικής Συνείδησης

Οπωσδήποτε η σύνθεση μιας γνήσιας θεωρίας της κοινωνικής συνείδησης θα προκύψει μονάχα εφόσον αναδυθεί μια πρακτική και επιτυχημένη ψυχολογική θεωρία. Και τέτοια δικαιούται να είναι μόνον η ψυχολογική θεωρία που μπορεί να αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται οι συνηθισμένοι άνθρωποι. Αυτό άλλωστε σηματοδοτεί και την ειδοποιό διαφορά της ψυχολογικής θεωρίας σε σχέση με τις υπόλοιπες επιστημονικές θεωρίες. Ιδού τι γράφει ο Φρόυντ σε αντίγραφο του Χειρογράφου σε μια εκτενή αναφορά (που παραθέτει μεν, αλλά έχει διαγράψει δε). Οι άνθρωποι – λέει – αποκτούν ενοχές εξαιτίας των σχέσεων μεταξύ τους και η ενοχή μεταβάλλει τη φύση αυτών των σχέσεων. Ό,τι λέμε και σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας αλλοιώνει τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τους άλλους, οπότε όλες οι θεωρίες που μπορούμε να έχουμε σχετικά με την ανθρώπινη ψυχολογία αποσκοπούν στο να επηρεάσουν, όπως και να περιγράψουν, τη συμπεριφορά. Όποιος υποκρίνεται πως παρέχει κάποια «επιστημονική» περιγραφή της συμπεριφοράς δεν κατανοεί την ανεπανάληπτη φύση της ανθρώπινης συμπεριφοράς ούτε και τι σημαίνει ανθρώπινη ψυχολογία…

Μια ψυχολογική «θεωρία», καταλήγει ο Φρόυντ, καθίσταται θεωρία, όταν μεταμορφώνεται μέσα από την καθημερινή χρήση της, όταν συνυφανθεί με τις ίνες της καθημερινής ζωής. Αυτή είναι και η ουσία κάθε θεωρίας σχετικής με την ανθρώπινη ψυχολογία, που πρέπει να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τους εαυτούς μας: με άλλα λόγια, η ανθρώπινη ψυχολογία απλώς δεν περιγράφεται.

Τώρα δα θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε τη συμμετρική σχέση που διέπει την παραπάνω άποψη του Φρόυντ με το Νόημα του Θεωρήματος της μη Πληρότητας του Γκέντελ. Να λοιπόν ποια είναι η συμμετρία που διέπει τις δύο επιτυχημένες θεωρίες (τώρα βέβαια υπαινισσόμαστε ξεκάθαρα πως για θεωρήματα βασικά μιλάμε) της ψυχανάλυσης και της περατότητας: καμιά μηχανιστική διαδικασία δεν μπορεί να τις περιγράψει ολόκληρες: ούτε όλες οι ψυχολογικές αλήθειες ούτε όλες οι μαθηματικές αλήθειες εξαντλούνται σε πεπερασμένη λίστα καθαρά φορμαλιστικών αξιωμάτων. Αυτό ακριβώς είναι η επιστημονική εξήγηση της μη-περιγραφής που αναφέραμε. Άρα το συμμετρικό στοιχείο που συνδέει άρρηκτα αυτήν την ανεπάρκεια και την περνάει σε άλλη «φάση» ανώτερη, είναι η Διαίσθηση – δηλαδή το Νόημα. Μόνο η Διαίσθηση/Νόημα μπορεί να καταστήσει δυνατό τον μετασχηματισμό τόσο της Ψυχολογίας όσο και των Μαθηματικών σε μια συνεκτική και γνήσια θεωρία της Κοινωνικής Συνείδησης που μιλάει για την Αλήθεια – και όχι για τις επιμέρους τυπικές μηχανιστικές αλήθειες της μαθημένης συμπεριφοράς.

Βέβαια, η παραγωγή της Θεωρίας της Κοινωνικής Συνείδησης δεν περιορίζεται μόνο στην περιοχή της ψυχολογίας και των μαθηματικών. Απλώς αφορμάται από εκεί και…

Συνεχίζεται

πηγή:

 

https://iamarevi.wordpress.com/2014/06/25/%CF%84%CE%BF-%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CE%BF-%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%B7%CF%84%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF-3/

Posted in: Uncategorized