Το συνωμοσιολογικό μιλφέιγ

Posted on 15 Ὀκτωβρίου 2016

0


Το συνωμοσιολογικό μιλφέιγ



Έχουν περάσει κοντά 35 χρόνια απ’ όταν λέγαμε πως η άνθιση της συνωμοσιολογίας -δηλαδή της άποψης ότι η ιστορία εξηγείται μέσα από τις συνωμοσίες- θ’ αποτελέσει ένα από τα χαρακτηριστικά της παρακμής της πολιτικής σκέψης στο τέλος του εικοστού αιώνα, και φαίνεται πως η πραγματικότητα μάς επισκίασε. Οι πολιτικές συζητήσεις έχουν πια παραδοθεί, οικειοθελώς σχεδόν, στη συνωμοσιολογία. Επιβάλλεται λοιπόν να επανέλθουμε, εξετάζοντας κάπως βαθύτερα το ζήτημα. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιήσαμε συνδυαστικά δυο άρθρα σχετικά με το θέμα («Douteconspirationniste et regard critique» της  Aurelie Ledoux και «L’ espacelogique du conspirationnisme» του Gerald Bronner) συμπληρώνοντας τη σκέψη τους με κάποιες δικές μας σκέψεις. (σημ. HS)

Όσοι θεωρούν τη συνωμοσιολογία απλώς σαν μια μορφή πολιτικού σκοταδισμού, είναι επόμενο να μένουν άναυδοι με τη σημερινή ανάκαμψη και την επιτυχία της. Βεβαίως, ιστορικά, η συνωμοσιολογία άνθισε ως αντίδραση στην έλευση των «Νέων Χρόνων» εκφράζοντας τους υπερασπιστές του «Παλαιού Καθεστώτος» που, κλείνοντας τα μάτια τους στην αθλιότητά του (δεσποτισμός, απολυταρχία, δουλοπαροικία, λογοκρισία, κ.ο.κ.), θέλησαν να ερμηνεύσουν την αστική επανάσταση σαν αποκλειστικό καρπό «εβραιομασονικής συνωμοσίας». Σήμερα ωστόσο, εκείνη η αντιδραστική πλευρά της συνωμοσιολογίας δίνει ολοένα και περισσότερο τη θέση της σε μια
άλλη της πλευρά, η οποία συνδέεται με την προοδευτικότητα της νεωτερικότητας και συγκεκριμένα με τη διεκδίκηση αξιών όπως ο δημοκρατικός διάλογος, η αντίθεση στην τυραννία, η άρση κάθε λογοκρισίας, η αναζήτηση της αλήθειας, το κριτικό πνεύμα, κ.ο.κ. Έτσι, οι σύγχρονοι συνωμοσιολόγοι υποστηρίζουν πως δεν είναι συνωμοσιολόγοι αλλά «σκεπτικιστές» και «αμφισβητίες της επίσημης εκδοχής των πραγμάτων», που νοιάζονται για την αποκάλυψη των ψευδών της εξουσίας και αγωνίζονται για τη διάσωση των πολιτών από την προπαγάνδα των κυρίαρχων μμε.

Στη σημερινή συνωμοσιολογική σκηνή -σημειώνει σωστά η Ledoux- διασταυρώνονται λοιπόν δυο διαφορετικά ρεύματα: ένα ρεύμα καθαρά αντιδραστικό, αντιλαϊκό και ελιτίστικο, κι ένα ρεύμα φιλολαϊκό, αριστερών ή ακόμα και αναρχικών κατευθύνσεων, το οποίο διαπνέεται από ριζική καχυποψία προς την εξουσία, τους θεσμούς και τους εκπροσώπους της. Αλλά ούτε στη μια, ούτε και στην άλλη εκδοχή της η συνωμοσιολογική σκέψη συγκροτεί μια πραγματική κριτική των κυρίαρχων ιδεών, σχέσεων και πρακτικών.

Πριν όμως δούμε την κρίσιμη διαφορά αυτού του τύπου «αμφισβήτησης» από την κριτική σκέψη, είναι καλό να εξετάσουμε τον τρόπο σκέπτεσθαι και τον τύπο επιχειρηματολογίας που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη συνωμοσιολογία.

Λογικές παρεκτροπές

Η προσπάθεια καταγραφής μιας τυπολογίας του ανθρώπινου σκέπτεσθαι έχει απασχολήσει από πολύ καιρό την ιστορία των ιδεών. Πέρα από τον περιγραφικό χαρακτήρα της, συχνά έχει στόχο να δώσει απαντήσεις στο ερώτημα: «Πώς, με ποιο τρόπο και με ποια κριτήρια, μπορούμε να συλλογιζόμαστε σωστά;». Φιλόσοφοι όπως ο Μπέικον ή ο Καρτέσιος έγιναν γνωστοί ακριβώς επειδή προσπάθησαν, στον καιρό τους,  να ρίξουν φως σε τέτοιου τύπου ερωτήματα αναπτύσσοντας τρόπους αποδεικτικού συλλογισμού. Στο διάβα των αιώνων, πολλοί από αυτούς παρέμειναν ισχυροί, ενώ άλλοι εγκαταλείφθηκαν. Για παράδειγμα, το «επιχείρημα εξ αυθεντίας», ένας τύπος αποδεικτού λογισμού που επικρατούσε κατά το Μεσαίωνα, στη συνέχεια θεωρήθηκε, και σωστά, ακατάλληλος: το ότι κάποιο σπουδαίο και σεβαστό πρόσωπο ισχυρίζεται κάτι, δεν αποτελεί επαρκή απόδειξη ότι αυτό το κάτι είναι σωστό ή έγκυρο.

Πολλοί απ’ όσους στοχάστηκαν πάνω στο ανθρώπινο σκέπτεσθαι, αφιέρωσαν κάμποσες καλές σελίδες στις παρεκτροπές της σκέψης. Έδειξαν λοιπόν, ότι πολύ συχνά οι παρεκτροπές αυτές δεν είναι παρά κακέκτυπα του παραγωγικού λογισμού. Για παράδειγμα, ο Τζον Στούαρτ Μιλ στο βιβλίο του Σύστημα Λογικής (1843) κατέγραψε ένα περιστατικό στη βόρεια Ιταλία, όπου οι κάτοικοι ενός χωριού είχαν φάει κάτι λευκά κομματάκια, που έπεφταν σαν βροχή από τον ουρανό, θεωρώντας ότι είναι «μάννα εξ ουρανού» με βάση τη σκέψη «ό,τι πέφτει απ’ τον ουρανό είναι θαυμαστό -> αυτά πέφτουν απ’ τον ουρανό => άρα είναι θαυμαστά». Τελικά αποδείχτηκε πως ήταν περιττώματα εντόμων.

Άλλες πάλι παρεκτροπές, έχουν να κάνουν με κακή χρήση του επαγωγικού λογισμού, ο οποίος επιχειρεί να βγάλει γενικούς νόμους στηριζόμενος σε επιμέρους παραδείγματα ─κάτι που συχνά οδηγεί σε λογική ασυνέπεια, ειδικά λ.χ. όταν σπεύδει κανείς να συμπεράνει το πιο σύνθετο από το απλούστερο στο πεδίο της ιστορίας ή της κοινωνιολογίας. Για παράδειγμα: «κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να επιβιώσει αν δεν φάει => επομένως κινητήρια δύναμη της ιστορίας είναι ο αγώνας για την ικανοποίηση των υλικών αναγκών, την αυτοσυντήρηση, κ.τ.τ.».

Υπάρχει κι ένας τρίτος τύπος αποδεικτικού σκέπτεσθαι, ο απαγωγικός λογισμός, πατέρας του οποίου θεωρείται ο Τσαρλς Σάντερς Περς (1839-1914), προσδιορίζοντάς τον ως «[τη] διαδικασία μέσα από τις οποία διαμορφώνονται οι  επιστημονικές θεωρίες». Ο απαγωγικός λογισμός ─κλασικό παράδειγμα του οποίου είναι ο Σέρλοκ Χολμς─ αφορά στη νοητική αντίδρασή μας απέναντι σ’ ένα αινιγματικό συμβάν και στον τρόπο με τον οποίο υιοθετούμε μια εξήγησή τους μεταξύ πολλών πιθανών εξηγήσεων προτιμώντας αυτήν που μοιάζει ηαπλούστερη.

Εδώ όμως, ο Σέρλοκ κινδυνεύει να καταντήσει Κλουζώ. Είναι πράγματι χαρακτηριστικό ότι ο Περς εισήγαγε τον απαγωγικό λογισμό αποκαλώντας τον αρχικά «μάντεμα». Για παράδειγμα, ξυπνάμε ένα καλοκαιριάτικο πρωϊνό, βλέπουμε το γρασίδι μούσκεμα και λέμε «άρα τη νύχτα έβρεξε» ─κάτι που είναι πιθανό, αλλά όχι οπωσδήποτε σωστό. Έτσι, κακή χρήση του απαγωγικού λογισμού είναι το να εκλαμβάνει κανείς σαν οριστικό συμπέρασμα αυτό που δεν είναι παρά μια υπόθεση, ένα «μάντεμα», πέφτοντας έτσι στη λογική πλάνη της «σύγχυσης μεταξύ ικανού και αναγκαίου». Παράδειγμα: «Όποιος έχει το χρυσό της χώρας στα χέρια του, είναι πάμπλουτος -> ο Α είναι πάμπλουτος => ο Α έχει το χρυσό της χώρας στα χέρια του».  

Ορισμένοι θεωρούν λοιπόν, ότι αυτό που χαρακτηρίζει τη συνωμοσιολογική σκέψη είναι η παρεκτροπή του απαγωγικού λογισμού, όπου ένα «μάντεμα» προβάλλεται σαν βεβαιότητα. Βεβαίως, είναι αλήθεια ότι πολλοί συνωμοσιολόγοι επιχειρηματολογούν με αυτό τον τρόπο. Λένε: «Η επίσημη εκδοχή των γεγονότων μπάζει -> οι ανεπίσημες εκδοχές είναι περισσότερο έγκυρες => εφόσον η Χ εκδοχή των γεγονότων είναι ανεπίσημη, είναι περισσότερο έγκυρη».

Η μέθοδος Τσαρλς Φορτ: ένα «μιλφέιγ» επιχειρημάτων

Παρ’ όλα αυτά, οι σύγχρονοι συνωμοσιολόγοι προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα. Δεν μπαίνουν καν 

Charles Fort

στον κόπο να στηρίξουν απαγωγικά μια ορισμένη εκδοχή των γεγονότων. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι ─συχνά απλώς και μόνο για να παίξουν─ να ψάχνουν και να στοιβάζουν ένα τεράστιο σωρό από ενδείξεις ότι η επίσημη εκδοχή μπάζει, και τίποτα περισσότερο.

Όπως επισημαίνει λοιπόν ευφυώς ο Bronner, μπορούμε πολύ βάσιμα να πούμε, ότι η συνωμοσιολογία αυτού του τύπου, η οποία δείχνει να επικρατεί σήμερα, στηρίζεται μάλλον στον ιδιότυπο τρόπο σκέψης κι επιχειρηματολογίας του Τσαρλς Φορτ.

Ο Τσαρλς Φορτ γεννήθηκε στο Ώλμπανι των ΗΠΑ το 1874 και πέθανε στη Νέα Υόρκη το 1932, έχοντας συγγράψει τέσσερα βιβλία, από τα πιο παράξενα που μπορεί να βρει κανείς. Για να πάρουμε μια πρώτη ιδέα περί τίνος επρόκειτο, πρέπει να σημειώσουμε ότι το 1910 ο Φορτ έβαλε στόχο της ζωής του ν’ αφομοιώσει και να ξεπεράσει το σύνολο των γνώσεων του καιρού του. Στην πράξη, αυτός ο ιδιότυπος άνθρωπος, έγινε ερευνητής και συγγραφέας κάθε λογής παράξενων φαινομένων (από βροχές βατραχιών και πτώσεις μετεωριτών έως ανεξήγητους κατακλυσμούς, παράδοξες εξαφανίσεις ανθρώπων, κ.ο.κ.). Ωστόσο, δεν ήθελε να παραμείνει απλός συλλέκτης του «ανεξήγητου». Ο Φορτ θέλησε να πλάσει με τη σκέψη του ένα κόσμο που θα ξεπερνούσε τις γνώσεις της εποχής του. Έτσι, το ότι απολάμβανε π.χ. να υποστηρίζει αλλοπρόσαλλες ή εντελώς αστήρικτες θεωρίες (π.χ. ότι η Γη είναι επίπεδη), δεν ήταν από παραφροσύνη ─απεναντίας, οι περισσότεροι από τους συγχρόνους του, αναγνώριζαν ότι επρόκειτο για μια εξαιρετική, και πάντως μη-τυπική, ιδιοφυΐα. Του άρεσε γενικότερα να υποστηρίζει απίθανες θέσεις επιστρατεύοντας ένα πλήθος από ετερόκλητα επιχειρήματα, διότι στόχος του ήταν ν’ αποδυναμώσει την ίδια την ιδέα της λογικής επιχειρηματολογίας και της λογικής απόδειξης.

Αυτό που πρέπει να συγκρατήσουμε για το θέμα που συζητάμε, είναι η μέθοδος επιχειρηματολογίας που χρησιμοποιούσε. Την προσδιόρισε ο ίδιος, αν και μεταφορικά, στον πρόλογο του πρώτου και διασημότερου βιβλίου του, όπου έγραφε:

«Τάγματα καταραμένων, οδηγημένα από θολές πληροφορίες που έχω ξεθάψει, θα παρελάσουν σαν στρατιές, άλλα χλωμά και κάτωχρα, άλλα κόκκινα σαν τη φωτιά, κι άλλα σάπια και βρωμερά, σαν πτώματα, σαν μούμιες ή σκέλεθρα που μορφάζουν και παραπατούν, παρακινούμενα απ’ όλους όσους καταδικάστηκαν όταν ήταν ζωντανοί. Γίγαντες υπνοβάτες, κουρέλια και θεωρήματα θα παρελάσουν, πομπή ατέρμονη, σαν τον Ευκλείδη αγκαλιά με το πνεύμα της αναρχίας. (…)  Η εξουσία που διακήρυξε πως όλα τούτα είναι καταραμένα, είναι η Δογματική Επιστήμη. Όμως αυτά θα προελάσουν (…) και η πομπή τους θα είναι εντυπωσιακά συμπαγής κι ακαταμάχητη όπως συμβαίνει μ’ όλα τα πράγματα που περνούν, και περνούν, και περνούν, και δεν σταματούν να περνούν». ─Το Βιβλίο των Καταραμένων (1915)

Για να το πούμε απλά: η μέθοδος του Φορτ ─πάνω στην οποία έχουν χτιστεί ένα σωρό, διάσημα και μη συγγράμματα της σύγχρονης συνωμοσιολογίας─, δεν είχε να κάνει ούτε με την παραγωγή, ούτε με την επαγωγή, ούτε με την απαγωγή. Ήταν να σκαρώνει ένα «μιλφέιγ» επιχειρημάτων, δηλαδή να στοιβάζει λεπτές στρώσεις επιχειρημάτων τη μια πάνω στην άλλη, όπου μπορεί μεν η καθεμιά τους ξεχωριστά να ήταν εξαιρετικά εύθραυστη και παραπαίουσα (όπως μαρτυρά το παραπάνω απόσπασμα), πλην όμως ολόκληρο το «μιλφέιγ» ήταν τόσο ψηλό («πομπή ατέρμονη») ώστε έδινε την εντύπωση ενός γερού οικοδομήματος, με στόχο να εδραιώνεται στον αναγνώστη του ένα βασικό συμπέρασμα: «Ε, δεν γίνεται όόόλα αυτά να είναι ψέματα και παραμύθια!».

Στη μέθοδο αυτή δεν έχει καμιά σημασία που οι στρώσεις των επιχειρημάτων είναι εύθραυστες, που δεν συνδέονται λογικά μεταξύ τους, ούτε και που είναι συχνά αλληλοσυγκρουόμενες. Ίσα-ίσα, αυτό ακριβώς θωρακίζει το «μιλφέιγ» από κάθε κριτική βοηθώντας το να μην καταρρεύσει ολόκληρο στην περίπτωση που σπάσουν μια ή δυο από τις στρώσεις του, αφού, καθώς δεν δένουν μεταξύ τους, η πτώση της μιας δεν συμπαρασέρνει τις άλλες.

Δεν έχει επίσης καμιά σημασία που τα επιχειρήματα προέρχονται από τους πιο ετερόκλητους κλάδους ταυτόχρονα (π.χ. από την Ιστορία ίσαμε την κβαντική Φυσική). Ίσα-ίσα, η αύξηση του όγκου του «μιλφέιγ» το θωρακίζει ακόμα περισσότερο από την κριτική, αφού, για να ξεμπλέξει κανείς το κουβάρι,  πρέπει να ελέγξει ένα τεράστιο πλήθος πηγών, επιστημών και γνώσεων που πέφτουν βροχή στο τραπέζι χωρίς, συχνά, να έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους και κανένα συνδετικό ειρμό.

Συνωμοσιολογία και κριτική σκέψη

Διαπίστωση πρώτη λοιπόν. Είναι με μια έννοια πραγματικά διασκεδαστική η διαπίστωση ότι αυτοί οι στεντόρειοι εχθροί της λογοκρισίας και υπερασπιστές της αναζήτησης της κρυμμένης αλήθειας πίσω από τα παραπετάσματα της εξουσίας, διατυπώνουν σε τελική ανάλυση ένααδιαπέραστο λόγο που αποκλείει κάθε κριτική προσέγγισή του και καταργεί το διάλογο,αντικαθιστώντας τον με μια δημοσιογραφίστικου τύπου έρευνα και συσσώρευση «στοιχείων».

Διαπίστωση δεύτερη. Το μόνο που παράγει η συνωμοσιολογική «μέθοδος Φορτ», είναι η διασπορά μιας γενικευμένης αμφιβολίας, τελικά όχι μόνο προς τη μεριά της κατεστημένης εξουσίας αλλά προς όλες τις κατευθύνσεις, συνεισφέροντας έτσι, εντελώς αντίθετα προς τις όποιες «αντιεξουσιαστικές» προθέσεις της,

─ αφ’ ενός στη γενίκευση της καχυποψίας όλων προς όλους,

και

─ αφ’ ετέρου στην εδραίωση της πεποίθησης ότι υπάρχει σήμερα και στην ιστορία μια μειοψηφία ανθρώπων (οι εξουσιαστές) που τα σχέδια και οι προθέσεις τους δεν διαψεύδονται ποτέ από την πραγματικότητα, που είναι σε θέση να οδηγήσουν την ιστορία εκεί που οι ίδιοι θέλουν, που μπορούν διαρκώς να παραμένουν θύτες μετατρέποντας όλους τους άλλους σε θύματα, δηλαδή που, σαν άλλοι θεοί, έχουν «ανοσία» στην αλλοτρίωση, η οποία πλήττει όλο τον υπόλοιπο κόσμο.

Καταλαβαίνοντας λοιπόν, ότι η σημερινή άνθιση της συνωμοσιολογίας συνδέεται στενά με την πολύ «μεταμοντέρνα» απαξίωση του Λόγου και την επιτάχυνση της κοινωνικής κατάρρευσης, οφείλουμε επειγόντως ν’ αναδείξουμε τις κρίσιμες διαφορές της κριτικής σκέψης από αυτήν.

Είναι γεγονός ότι η αμφιβολία για την εγκυρότητα της επίσημης εκδοχής των πραγμάτων αποτελεί βασική παράμετρο της κριτικής σκέψης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ούτε ότι η κριτική σκέψη αναλώνεται σε αυτήν, ούτε ότι επικροτεί τον πολιτικό σκεπτικισμό, ούτε κι ότι εκείνο που επιδιώκει είναι η διασπορά της αμφιβολίας. 

Γεγονός είναι επίσης, ότι η αναζήτηση της αλήθειας, η καταδίκη της λογοκρισίας, η αντίθεση στην τυραννία και η επιδίωξη του ανοιχτού διαλόγου βρίσκονται στον πυρήνα της κριτικής σκέψης. Όμως γι’ αυτό ακριβώς, η κριτική σκέψη

─ δεν επιδιώκει και μάλιστα αντιτίθεται στην κατασκευή «μιλφέιγ», που θα αποθάρρυναν την κριτική εκτίμηση των επιχειρημάτων της·

─ αγωνίζεται ώστε τα επιχειρήματά της να δένουν μεταξύ τους, να είναι ελέγξιμα και να κάνουν ξεκάθαρο σε ποιο βαθμό αποτελούν υποθέσεις, σε ποιο θεωρία και σε ποιο βεβαιότητες·

ενώ ταυτόχρονα, 

─ κατανοώντας την αλλοτρίωση στην καθολικότητά της, ενδιαφέρεται να εξετάσει και να καταδείξει συγκεκριμένα το χάσμα ανάμεσα στις προθέσεις και τα έργα των ανθρώπων,

─ χωρίς να «θεοποιεί» ή να «δαιμονοποιεί» καμιά μειοψηφία, αλλά και χωρίς να εξισώνει αδιάκριτα τους θύτες με τα θύματα, καθώς στηρίζεται στην αρχή ότι «είναι πόλοι της ίδιαςαλλοτρίωσης» με τη διαφορά ότι οι μεν πρώτοι αισθάνονται σε αυτήν σαν στο σπίτι τους, ενώ τα θύματα βρίσκουν σ’ αυτήν τον εκμηδενισμό και την εξαθλίωση.

πηγή:

http://dangerfew.blogspot.gr/2016/10/blog-post.html#more

Δημοσιεύτηκε 1 minute ago από τον χρήστη selana

Posted in: Uncategorized