ΜΑΡΞ, ΜΠΛΑΝΚΙ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Posted on 17 Ὀκτωβρίου 2016

0


ΜΑΡΞ, ΜΠΛΑΝΚΙ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

scan-3ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

Το παρακάτω κείμενο  δημοσιεύτηκε στο 6ο τεύχος του περιοδικού μας «ΤΟ ΕΝΖΥΜΟ» (Άνοιξη 2016) στο αφιέρωμα με γενικό τίτλο «Ο κομμουνισμός ως ‘αληθινή δημοκρατία’». Στο αφιέρωμα αυτό φιλοδοξούμε να παρουσιάσουμε, στο μέτρο του δυνατού, ποικίλες γόνιμες τοποθετήσεις για το εν λόγω ζήτημα το οποίο, κατά την γνώμη μας, είναι ουσιαστικής σημασίας ως κατεξοχήν γνώρισμα του κομμουνιστικού απελευθερωτικού προτάγματος, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα που το αντιμετώπισε ο Μαρξ από την νεανική έως και την ώριμη περίοδο της πνευματικής του εξέλιξης. Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι τα σχετικά κείμενα που δημοσιεύονται στο αφιέρωμα δεν απηχούν, εν μέρει ή εν συνόλω, υποχρεωτικά τις απόψεις της ομάδας μας. Απεναντίας, επιδίωξή μας είναι η δημοσίευση μιας ποικιλίας προσεγγίσεων και ερμηνειών, εφόσον αυτές συμβάλλουν γόνιμα στην διαπραγμάτευση του υπό διερεύνηση ζητήματος. Από μέρους μας, έχουμε ήδη τοποθετηθεί ρητά υπέρ μιας αντίληψης περί κομμουνισμού ως μια συλλογικά αυτοκυβερνώμενη κοινότητα κοινωνικοποιημένων ανθρώπων διαμέσου της υπέρβασης του πολιτικού κράτους και της κοινωνίας των ιδιωτών, στην οποία το γενικό συμφέρον θα είναι ταυτόχρονα και ιδιωτικό συμφέρον.

Το τρίτο αυτό κείμενο του θεματικού πλουραλιστικού αφιερώματος είναι του Μόντυ Τζώνστοουν και έχει τίτλο «Μαρξ, Μπλανκί και δημοκρατία». Με υποδειγματική συστηματικότητα και επιστημονική αντικειμενικότητα ο συγγραφέας παρουσιάζει τις αντίστοιχες απόψεις του Μπλανκί και των θεμελιωτών του μαρξισμού για το ζήτημα της κυβερνητικής εξουσίας κατά την πορεία προς τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, αποκαθιστώντας ταυτόχρονα και το περιεχόμενο της περιβόητης (ή πλέον διαβόητης) «δικτατορίας του προλεταριάτου» στην σκέψη του Μαρξ και του Ένγκελς, που κατάντησε να σημαίνει την δικτατορική διακυβέρνηση μιας προνομιούχας «επαναστατικής μειονότητας», που υποτίθεται ότι κατέχει το copyright της αλήθειας. Ο Τζώνστοουν αποδεικνύει με σχολαστική φροντίδα ότι για τους ιδρυτές του μαρξισμού ο όρος αυτός είχε ακριβώς το αντίθετο περιεχόμενο από αυτόν που αργότερα απέκτησε και ότι μάλιστα ο Μαρξ τον επινόησε ακριβώς για να διαχωριστεί ρητά από τον Μπλανκί και τους οπαδούς του, που υποστήριζαν ότι η ανάληψη της εξουσίας πρέπει να πραγματοποιηθεί από μια επαναστατική ελίτ, ακόμα και παρά την θέληση της πλειοψηφίας του λαού (δηλαδή, «δικτατορία του προλεταριάτου» ως δημοκρατική διακυβέρνηση των λαϊκών μαζών σε αντίθεση με την «δικτατορία της επαναστατικής πρωτοπορίας»).

Μόντυ Τζώνστοουν

ΜΑΡΞ, ΜΠΛΑΝΚΙ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Είναι απαραίτητη η υποστήριξη της πλειοψηφίας του πληθυσμού για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας; Ή μήπως ένα επαναστατικό κόμμα ή μια επαναστατική οργάνωση μπορεί να αναλάβει την εξουσία δίχως αυτήν την υποστήριξη και να την διατηρήσει ακόμη και παρά την αντίθετη βούληση του μεγαλύτερου μέρους του λαού; Το ζήτημα αυτό -το οποίο υπήρξε βασικό στην συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στο εσωτερικό του σοσιαλιστικού κινήματος σχετικά με την θεωρία και την πράξη της δημοκρατίας- δίχασε τους επαναστάτες επί εκατόν πενήντα χρόνια και εξακολουθεί και σήμερα να τους διχάζει.

Το πρώτο μαρξιστικό κόμμα, η Ένωση των Κομμουνιστών, δημιουργήθηκε το 1847 από την συνένωση δύο κομμουνιστικών ρευμάτων, τα οποία διέφεραν ριζικά μεταξύ τους όσον αφορά την στάση τους έναντι της δημοκρατίας. Το πρώτο, το οποίο εκπροσωπούσαν οι ηγέτες της Ένωσης των Δικαίων[1], προερχόταν από την συνωμοτική μπαμπεφική[2]-μπλανκιστική παράδοση και σχετιζόταν με την αποτυχημένη απόπειρα εξέγερσης υπό τον Μπλανκί στις 12 Μαΐου του 1839 στο Παρίσι, για την οποία ο Ένγκελς έγραψε ότι «δεν θεωρεί τέτοια πράγματα αξιέπαινα για κανένα κόμμα»[3]. Όπως πολλοί προμαρξικοί σοσιαλιστικές, οι ηγέτες αυτοί ήταν ελιτιστές και πατερναλιστές, και επεδίωκαν να αλλάξουν την κοινωνία με την κατάληψη της εξουσίας από μια πεφωτισμένη μειονότητα, η οποία θα δράσει για το καλό του λαού, δίχως να χρειάζεται να κερδίσει και να διατηρεί με το μέρος της την πλειοψηφία του. Το άλλο ρεύμα ήταν το ρεύμα του Μαρξ, του οποίου οι πρώιμες «υπερδημοκρατικές απόψεις»[4]σχετικά με την «αυτοδιάθεση του λαού»[5] αφορούσαν την κοινωνική και οικονομική δημοκρατία, την οποία τόσο ο ίδιος όσο και ο Ένγκελς υποστήριζαν και θεωρούσαν ότι θα επιτευχθεί διαμέσου μιας επαναστατικής μεταβολής της ταξικής βάσης της κοινωνίας υπό την ηγεσία της εργατικής τάξης.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς συμφώνησαν να προσχωρήσουν στην καινούργια Ένωση, αφού πρώτα βεβαιώθηκαν ότι οι ηγέτες της παλιάς «είχαν πειστεί γενικά τόσο για την ορθότητα των αντιλήψεών μας, όσο και για την ανάγκη να απαλλάξουν την Ένωση από τις παλιές συνωμοτικές παραδόσεις και μορφές οργάνωσης».[6] Το πρώτο συνέδριο της Ένωσης συνήλθε τον Ιούνιο του 1847 στο Λονδίνο και κατήρτισε ένα απολύτως δημοκρατικό καταστατικό, με το οποίο, όπως αργότερα σημειώνει ο Ένγκελς, «μπήκε φραγμός σε όλους τους συνωμοτικούς πόθους που επεδίωκαν την εγκαθίδρυση μιας δικτατορίας»[7].

Μετά το συνέδριο η Ένωση εξέδωσε δοκιμαστικά έναν αριθμό τευχών ενός περιοδικό υπό τον τίτλο Kommunistische Zeitschrift, από τον Σεπτέμβριο του 1847,  με υπότιτλο το σύνθημα «Προλετάριοι όλων των χωρών, Ενωθείτε!».[8] Η εισαγωγική πολιτική διακήρυξη της νέας Ένωσης καθιστούσε εντελώς σαφές με ποιο από τα δύο ρεύματα ταυτιζόταν. «Ασφαλώς υπάρχουν ορισμένοι κομμουνιστές, οι οποίοι, ελαφρά τη συνειδήσει, αρνούνται να επιδοκιμάσουν την προσωπική ελευθερία και θα ήθελαν να την εξορίσουν από αυτόν τον κόσμο, επειδή την θεωρούν εμπόδιο για την πλήρη αρμονία», έγραφε στο έντυπό της η Ένωση, υπογραμμίζοντας ότι «δεν είμαστε μεταξύ των κομμουνιστών που προτίθενται να καταργήσουν την προσωπική ελευθερία». Απεναντίας, η Ένωση ήταν πεπεισμένη «ότι σε καμία κοινωνική τάξη πραγμάτων η προσωπική ελευθερία δεν θα είναι τόσο εξασφαλισμένη όσο σε μια κοινωνία που βασίζεται στην κοινωνική ιδιοκτησία». Όπως υπογράμμιζε η διακήρυξη, είναι απαραίτητο «να εργασθούμε προκειμένου να εγκαθιδρύσουμε ένα δημοκρατικό κράτος όπου κάθε κόμμα θα μπορεί προφορικώς ή γραπτώς να κερδίσει την πλειοψηφία με το μέρος των ιδεών του».[9]

Στο Δεύτερο Συνέδριο της Ένωσης, τον Νοέμβριο, ο Μαρξ και ο Ένγκελς επιφορτίσθηκαν με την σύνταξη του «λεπτομερούς θεωρητικού και πρακτικού της προγράμματος»[10], το οποίο στις αρχές της επομένης χρονιάς θα γινόταν το γνωστό «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος». Εκεί δηλώνεται κατηγορηματικά ότι η Ένωση απορρίπτει όλες τις παλιές ουτοπικές αντιλήψεις που «δεν διαπιστώνουν καμία ιστορική αυτενέργεια, κανένα καθ’ εαυτό πολιτικό κίνημα στην πλευρά του προλεταριάτου» και καθιστά σαφή την υποστήριξή της προς την «σταδιακά αυτοαναπτυσσόμενη οργάνωση του προλεταριάτου σε τάξη»[11] ως το «αυτοτελές κίνημα της τεράστιας πλειοψηφίας»[12], που αποσκοπεί στην «ανόρθωση του προλεταριάτου σε κυρίαρχη τάξη», στην «αγωνιστική κατάκτηση της δημοκρατίας»[13].

Τούτο, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκε το άλλο κομμουνιστικό ρεύμα, το οποίο εξακολουθεί να βρίσκει απήχηση σε μεγάλες αντιπαραθέσεις μέχρι σήμερα. Από ιστορικής απόψεως το ρεύμα αυτό βρήκε την σαφέστερη και ειλικρινέστερη έκφρασή του στις ιδέες του Λουδοβίκου Αυγούστου Μπλανκί, ο οποίος υποστήριζε και οργάνωσε την ανάληψη της εξουσίας από μια επαναστατική μειονότητα που θα ενεργεί εκ μέρους, και αν χρειαστεί και παρά, την βούληση της πλειοψηφίας του λαού και θα δρα με γνώμονα τα συμφέροντά του έως ότου ο λαός θα έχει εκπαιδευθεί τόσο ώστε να έχει εξαλείψει κάθε αντιδραστική αντίληψη και έως ότου η παραγωγή θα έχει αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό, ώστε «τότε να είναι δυνατόν να γίνει λόγος για αυτοκυβέρνηση»[14]. Μεταξύ των διαστρεβλώσεων που έχουν υποστεί οι ιδέες του Μαρξ εκατό χρόνια από τον θάνατό[15]του είναι και η απόδοση στο πρόσωπό του των αντιλήψεων και των πρακτικών του Μπλανκί, τόσο από μαρξιστές όσο και από επικριτές του μαρξισμού, αμφοτέρων των οποίων οι ισχυρισμοί παρουσιάζουν μια εντυπωσιακή ομοιότητα επί τούτω. Σκοπός αυτής της εργασίας είναι να συγκρίνει τις ιδέες του Μπλανκί και την παράδοση από την οποία ο ίδιος προήλθε με τις ιδέες του Μαρξ και του Ένγκελς όσον αφορά την δημοκρατική διακυβέρνηση, που στηρίζεται στην αρχή της πλειοψηφίας, την οποία υποστήριξαν, και το καθεστώς διακυβέρνησης από μια επαναστατική μειονότητα, το οποίο απέρριπταν, εξετάζοντας τα σχετικά τους γραπτά.

2

 

Ο Μπλανκί υπήρξε κληρονόμος της ιακωβινικής-μπαμπεφικής παράδοσης, όπως αυτή ερμηνεύθηκε από τον Μπουοναρότι[16]. Η παράδοση αυτή έχει καταβολές στην αντίληψη του Ρουσσώ περί λαϊκής κυριαρχίας[17] ως μια έκφραση μιας μεταφυσικής «γενικής βούλησης»[18] -που είναι «πάντα σταθερή, αναλλοίωτη και καθαρή»- και διακρίνεται από την «βούληση του λαού», η οποία μπορεί και να σφάλλει.[19] [20]. Ο Ρουσσώ υποστηρίζει ότι η λαϊκή κυριαρχία πρέπει να αποδοθεί αποκλειστικά και μόνο στον λαό, ο οποίος πρέπει να είναι ο συγγραφέας κάθε νόμου. Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος ρωτά: «Πώς ένα τυφλό πλήθος, που συχνά δεν ξέρει τι θέλει, γιατί σπάνια γνωρίζει τι είναι καλό γι’ αυτό, μπορεί να φέρει σε πέρας μόνο του ένα τόσο μεγάλο και τόσο δύσκολο εγχείρημα, όπως το νομοθετικό σύστημα;».[21] Η γενική βούληση θα είναι πάντοτε δικαίωμα [droite], αλλά η κρίση που την καθοδηγεί δεν είναι πάντοτε φωτισμένη. Έτσι «πρέπει να της δείχνουν τα πράγματα όπως είναι, μερικές φορές μάλιστα όπως θα πρέπει να φαίνονται· να της δείξουν την σωστή οδό που αναζητεί», όπως γράφει.[22]Επιπλέον, «για να εκφέρεται σωστά η γενική βούληση, είναι σημαντικό να μην υπάρχουν επιμέρους ομάδες μέσα στο κράτος»[23] -με άλλα λόγια ούτε πολιτικά κόμματα, διότι θεωρεί ότι διασπούν την κοινωνική αρμονία. Όποιος αρνείται να υπακούσει στην «γενική βούληση» θα πρέπει να υποχρεωθεί να υπακούσει σ’ αυτήν, πράγμα το οποίο ο Ρουσσώ διατυπώνει με την περίφημη φράση: «θα εξαναγκασθεί να είναι ελεύθερος».[24]

Στην Γαλλική Επανάσταση ο Ροβεσπιέρος και οι ιακωβίνοι, εμπνευσμένοι από τις ιδέες του Ρουσσώ, ήσαν οι πιο αδιάλλακτοι υπέρμαχοι της λαϊκής κυριαρχίας. Αφού κατέκτησαν την εξουσία, τον Ιούνιο του 1793, ύστερα από μια λαϊκή εξέγερση στο Παρίσι, και απέπεμψαν τους αντιπάλους τους, τους γιρονδίνους[25], από την Συμβατική Συνέλευση[26], καθιέρωσαν το δημοκρατικό Σύνταγμα του 1793, το οποίο βασιζόταν στο γενικό εκλογικό δικαίωμα των ανδρών. Όμως εξαιτίας των δεινών του πολέμου, της αντεπανάστασης και της επιδεινούμενης οικονομικής κατάστασης αποφάσισαν να αναστείλουν την ισχύ του και να εγκαθιδρύσουν μια πραγματική μονοκομματική δικτατορία από τον Οκτώβριο του 1793 έως τον Ιούλιο του 1794. Η Εθνοσυνέλευση, την οποία οι ιακωβίνοι είχαν εκκαθαρίσει από τους αντιπάλους τους, και οι Επιτροπές Δημοσίας Ασφαλείας και Δημοσίας Σωτηρίας, που περιβλήθηκαν με πλήρεις εκτελεστικές εξουσίες, ήταν οι μόνοι θεματοφύλακες και εκτελεστές της «γενικής βούλησης».[27] Ο Ροβεσπιέρος παρουσίασε την αυξανόμενα συγκεντρωτική εξουσία της «προσωρινής κυβέρνησης της Γαλλίας», που έδρευε στο Παρίσι, η οποία στηριζόταν σε μια μειονότητα του παρισινού λαού, ως «τον δεσποτισμό της ελευθερίας επί της τυραννίας». Η τρομοκρατία που αυτή εφήρμοσε ήταν, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, «απόρροια της αρετής» και «συνέπεια της γενικής αρχής της δημοκρατίας που εφαρμόζεται υπό τις πιο πιεστικές ανάγκες της χώρας».[28]

Μετά την ανατροπή του Ροβεσπιέρου, στις 27 Ιουλίου του 1794 (9η Θερμιδόρ[29]) και την εκτέλεση του στην γκιλοτίνα, την οποία ο ίδιος είχε χρησιμοποιήσει για να θανατώσει πολλούς άλλους επαναστάτες, οι νέοι, Θερμιδωριανοί, κυβερνώντες κατήργησαν τους οικονομικούς ελέγχους[30] των προκατόχων τους και καθιέρωσαν το Σύνταγμα του 1795, το οποίο προέβλεπε τον περιορισμό του δικαιώματος ψήφου, που ευνοούσε τις κατέχουσες τάξεις. Εναντίον αυτής της μετατόπισης προς τα δεξιά ο Μπαμπέφ[31] και οι σύντροφοί του οργάνωσαν την «Συνωμοσία των Ίσων» κατά την περίοδο 1795-6. Η συνωμοσία αυτή αποσκοπούσε στην ανατροπή της κυβέρνησης διαμέσου μιας εξέγερσης για την αποκατάσταση του δημοκρατικού Συντάγματος του 1793 με ορισμένες τροποποιήσεις και την συμπλήρωσή του με την εγκαθίδρυση μιας προβιομηχανικής μορφής κομμουνισμού (που βασιζόταν πρωτίστως, αν και όχι αποκλειστικά, στην διανομή παρά στην παραγωγή), ο οποίος περιελάμβανε την κοινή κατοχή της γης και την καθιέρωση της κοινωνικής ισότητας. Στο κέντρο της συνωμοσίας βρισκόταν μια μικρή, μυστική και αυτοδιορισμένη «Επιτροπή Δημοσίας Ασφαλείας», που συγκέντρωνε γύρω της έναν ευρύτερο κύκλο συμπαθούντων, που ήταν πληροφορημένοι μονάχα εν μέρει σχετικά με τα σχέδια και τους στόχους της. Οι συνωμότες επιδόθηκαν στην διεξαγωγή προπαγάνδας μεταξύ των μαζών των αβράκωτων[32] του Παρισιού, αλλά η υποστήριξη που τελικώς έλαβαν δεν ήταν η αναμενόμενη. Η συνωμοσία προδόθηκε και ο Μπαμπέφ και άλλοι την πλήρωσαν με την ζωή τους.

Οι βασικές ιδέες του Μπαμπέφ και των συνεργατών του (μπαμπεφισμός) εκτέθηκαν από έναν από αυτούς, τον Μπουοναρότι, στο έργο του «Η επονομαζόμενη ‘Συνωμοσία για την Ισότητα’ του Μπαμπέφ»[33], το οποίο άσκησε βαθιά επίδραση στον Μπλανκί και σε άλλους επαναστάτες εκείνης της εποχής. Όπως γράφει ο Μπουοναρότι, η μυστική επιτροπή του Μπαμπέφ ήταν πεπεισμένη ότι «δεν ήταν ούτε δυνατόν ούτε ακίνδυνο να απευθυνθεί ευθέως προς τις λαϊκές συνελεύσεις για την εκλογή ενός νομοθετικού σώματος και μιας κυβέρνησης σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1793», που δεν παρείχε στον λαό τις κατάλληλες «εγγυήσεις» έναντι «των λαθών που ο ίδιος θα μπορούσε να διαπράξει».[34] Ένας λαός που οι ιδέες του διαμορφώθηκαν υπό καθεστώς ανισότητας και δεσποτισμού, έγραφε ο Μπουοναρότι, δεν είναι σε θέση, κατά την έναρξη μιας αναγεννητικής επανάστασης, να επιλέξει με την ψήφο του τους ανθρώπους που απαιτούνται για να καθοδηγήσουν και να ολοκληρώσουν αυτήν την επανάσταση. «Αυτό το δύσκολο καθήκον μπορεί να ανατεθεί μονάχα σε συνετούς και θαρραλέους πολίτες, έντονα διαποτισμένους με πατριωτισμό και αγάπη για την ανθρωπότητα…, που η γνώση τους προηγείται από εκείνη των συγχρόνων τους» και οι οποίοι, καθώς απεχθάνονται τα πλούτη και τις χυδαίες τιμές, αναζητούν την ευτυχία στο να καταστούν αθάνατοι εξασφαλίζοντας τον θρίαμβο της ισότητας. Είναι ίσως απαραίτητο στην αρχή μιας πολιτικής επανάστασης, ακόμη και από σεβασμό για την αληθινή λαϊκή κυριαρχία, να ασχολούνται λιγότερο με την κατάκτηση των ψήφων του έθνους και περισσότερο με την ανάθεση της ανωτάτης εξουσίας, με όσο το δυνατόν λιγότερη αυθαιρεσία, σε συνετά και ισχυρά επαναστατικά χέρια».[35]

Η μυστική επιτροπή αποφάσισε ότι θα ασκούσε μια τέτοια επαναστατική δικτατορία έως ότου ο λαός του Παρισιού θα μπορούσε να κληθεί για να εκλέξει μια εθνοσυνέλευση επιφορτισμένη με την ανωτάτη εξουσία. Η επιτροπή θα εξακολουθούσε ωστόσο να υπάρχει και να πραγματοποιεί εξονυχιστική «έρευνα» προκειμένου να προσδιορίσει ποιους υποψηφίους θα προτείνει και στην συνέχεια να «επιτηρεί την διαγωγή της νέας συνέλευσης».[36]

Ο Μπλανκί, όντας εμπνευσμένος από τον μπαμπεφικό κομμουνισμό, ήθελε να οργανώσει μια σχετικά μικρή, συγκεντρωτική και ιεραρχικά οργανωμένη ελίτ, που σκοπός της θα ήταν να προετοιμάσει και να καθοδηγήσει την εξέγερση που θα αντικαθιστούσε την καπιταλιστική κρατική εξουσία με την δική της προσωρινή επαναστατική δικτατορία. Η Εταιρεία των Εποχών [Société des Saisons], μια μυστική εταιρεία με επικεφαλείς τον Μπλανκί και τον Μπαρμπύς, που αποτελείτο κυρίως από Παρισινούς εργάτες και τεχνίτες, επεχείρησε να πραγματοποιήσει μία από τις πιο γνωστές εξεγέρσεις αυτού του είδους τον Μάιο του 1839 στο Παρίσι. Οι συνωμότες κατέλαβαν το Οτέλ ντε Βιλ[37] [Hôtel de Ville] και αυτοανακηρύχθησαν σε νόμιμη εξουσία της Γαλλίας. Ανέμεναν ότι μια τέτοια τολμηρή επιθετική πράξη θα ξεσήκωνε τον λαό, ο οποίος θα ενωνόταν μαζί τους εναντίον των καταπιεστών του. Τέτοια λαϊκή ανταπόκριση ωστόσο δεν υπήρξε και στην όλη ενέργεια συμμετείχαν τελικά όχι περισσότερα από οκτακόσια άτομα, τα οποία ηττήθηκαν ύστερα από μάχη που διήρκεσε μερικές μέρες.

Το 1848, αμέσως μετά την Επανάσταση του Φεβρουαρίου[38] στην Γαλλία, ο Μπλανκί υιοθέτησε μια διαφορετική τακτική. Αντί να δημιουργήσει μια παράνομη οργάνωση, ίδρυσε την Κεντρική Δημοκρατική Εταιρεία [Société républicaine centrale] ως δημόσια οργάνωση που πραγματοποιούσε ανοικτές συγκεντρώσεις έξι βραδιές την εβδομάδα και προσείλκυσε εκατοντάδες λαού, αν και λίγο αργότερα ανασυγκροτήθηκε με βάση το πρότυπο των παλιών μυστικών εταιρειών. Η Εταιρεία αυτή ήταν οργανωμένη γύρω από έναν ηγετικό πυρήνα που αποτελείτο από τον Μπλανκί και τους συναγωνιστές του από το 1839, και σκοπός της, σύμφωνα με τον Σάμιουελ Μπερστάιν, «ήταν εξ αρχής να δράσει ως ομάδα πίεσης και ως μηχανισμός προπαγάνδας» που «θα κατέβαλε κάθε σοβαρή και φιλότιμη προσπάθεια να διεγείρει σφοδρά το λαϊκό αίσθημα με σκοπό την εκ βάθρων ανατροπή των καθιερωμένων θεσμών».[39] Ο Μπλανκί αντιτάχθηκε στην ιδέα διοργάνωσης ενός πραξικοπήματος [putsch], όπως η απόπειρα που είχε πραγματοποιήσει το 1839. «Αν καταλάβουμε την εξουσία εξ εφόδου», υποστήριζε με διορατικότητα, «ποιος μπορεί να εγγυηθεί για την ανθεκτικότητα της εξουσίας μας;». Αυτό που χρειαζόταν ήταν «η μαζική υποστήριξη του λαού, τα εξεγερμένα προάστια», όπως είχε γίνει στην εξέγερση κατά της μοναρχίας, στις 10 Αυγούστου του 1792.[40] Ο Μπλανκί υποστήριξε την χορήγηση «πλήρους και απεριόριστης ελευθερίας του τύπου» και άλλων ελευθεριών και τασσόταν υπέρ του εξοπλισμού των εργατών.[41] Ταυτόχρονα, διατηρούσε την βασική μπαμπεφική πεποίθηση, σύμφωνα με την οποία η πλειοψηφία του λαού δεν ήταν ακόμα έτοιμη να εκλέξει την κυβέρνησή της. Η πεποίθηση αυτή εκφράστηκε τώρα με το αίτημά του περί της «επ’ αόριστον αναβολής» των εκλογών που είχαν προκηρυχθεί για την σύγκλιση συντακτικής εθνοσυνέλευσης. Ο Μπλανκί υποστήριζε ότι «η ελευθερία της ψήφου δεν μπορεί παρά να είναι μονάχα φαινομενική, αφού όλες οι εχθρικές επιδράσεις θα συνωμοτήσουν αναπόφευκτα για να παραποιήσουν την βούληση του λαού».[42] Στην επαρχία δέσποζε η επιρροή του κλήρου και της αριστοκρατίας. «Μια πανούργα τυραννία έχει καταπνίξει όλον τον αυθορμητισμό που βρίσκεται στην καρδιά των μαζών» έγραφε. «Οι άμοιροι αγρότες, που έχουν υποβιβασθεί στο επίπεδο του δουλοπάροικου, θα μετατραπούν σε μέσον για την προαγωγή των συμφερόντων των εχθρών τους, που τους καταπιέζουν και τους εκμεταλλεύονται». Αν οι εκλογές προκηρυχθούν πριν από την ώρα που ο λαός μπορεί να δει το φως του [que la lumière se fasse], θα οδηγήσουν στην νίκη της αντίδρασης και στον εμφύλιο πόλεμο».[43]

Ύστερα από δύο και πλέον δεκαετίες ο Μπλανκί ανέπτυξε περαιτέρω αυτές τις ιδέες στο έργο του «Κομμουνισμός: Το μέλλον της κοινωνίας», που έγραψε κατά την διετία 1869-70, και στο οποίο τάσσεται υπέρ μιας επαναστατικής «παρισινής δικτατορίας» [dictature parisienne]. Στην κατηγορία ότι η αναβολή των εκλογών «έως την πλήρη απελευθέρωση των συνειδήσεων» συνιστά «αποδοχή της μειοψηφίας και της βίας», εκείνος ανταπαντά: «Όχι! Μια πλειοψηφία που αποκτήθηκε με τον τρόμο και την φίμωση δεν είναι μια πλειοψηφία πολιτών αλλά ένα κοπάδι σκλάβων. Είναι ένα άκρως προκατειλημμένο δικαστήριο που επί εβδομήντα χρόνια ακούει μονάχα την μία από τις δύο πλευρές. Οφείλει λοιπόν να ακούσει για άλλα εβδομήντα χρόνια την αντίθετη πλευρά. Και αφού οι δύο πλευρές μπορέσουν να ακουστούν, θα ακουστεί η μία ύστερα από την άλλη». Το 1848 οι δημοκρατικοί πλήρωσαν το τίμημα χορηγώντας πλήρη ελευθερία στους αντιπάλους τους. Αυτή την φορά δεν πρέπει να υπάρξει «καμία ελευθερία για τον εχθρό», δήλωνε κατηγορηματικά ο Μπλανκί, ανακαλώντας την «απεριόριστη ελευθερία του τύπου», που είχε υποστηρίξει το 1848[44] και οραματίζεται «την ημέρα κατά την οποία το φίμωτρο θα βγει από το στόμα της Εργασίας και θα μπει στο στόμα του Κεφαλαίου». «Αν είχε επιβληθεί ένας χρόνος παρισινής δικτατορίας το 1848, η Γαλλία και η Ιστορία θα είχαν γλυτώσει ένα τέταρτο του αιώνα, που τώρα βαδίζει προς το τέλος του». Η κυβέρνηση του Παρισιού, γράφει με ροβεσπιερικό ύφος, «είναι η κυβέρνηση της χώρας από την χώρα, και άρα η μόνη νόμιμη… είναι μια αληθινή εθνική αντιπροσωπεία».[45] Μια τέτοια αντίληψη περί «αληθινής αντιπροσώπευσης» δεν έχει ασφαλώς καμία σχέση με κάτι εμπειρικά εξακριβώσιμο, αλλά αντιστοιχεί περισσότερο σε ένα «ιδεώδες» ή σε μια μεταφυσική ιδέα. Υπό αυτήν την έννοια, ο Μπλανκί θεωρούσε ότι οι κομμουνιστές της σχολής του «δεν έχουν πάψει να αποτελούν την πιο τολμηρή πρωτοπορία»[46] της δημοκρατίας.

Η κύρια αποστολή της επαναστατικής δικτατορίας του Μπλανκί ήταν παιδαγωγική και όχι κατασταλτική. «Ο στρατός, τα δικαστήρια, ο χριστιανισμός, οι δημόσιοι οργανισμοί δεν είναι παρά δεσμά. Και η άγνοια δεν είναι παρά μια φοβερή φυλακή.».[47] Η εγκαθίδρυση του κομμουνισμού θα πραγματοποιηθεί «βήμα-βήμα» και «πάντοτε εντελώς εθελοντικά»[48] μετά την εκδίωξη από την χώρα των αριστοκρατών και του «μαύρου στρατού των κληρικών και μοναχών, ανδρών και γυναικών».[49] Στο τέλος δεν θα μείνει «τίποτα από αυτό το απεχθές πράγμα που ονομάζεται κυβέρνηση».[50] Ο Μπλανκί, καθώς φαίνεται, οραματίσθηκε ένα είδος μαρασμού του κράτους απηχώντας τον στόχο του Σαιν Σιμόν[51] περί αντικατάστασης της διακυβέρνησης ανθρώπων με την διαχείριση πραγμάτων.[52] Διαχώρισε ωστόσο τον εαυτό του από τους ουτοπικούς σοσιαλιστές απορρίπτοντας τις διαμάχες μεταξύ των σοσιαλιστικών σχολών σχετικά με την φύση της μελλοντικής κοινωνίας που ήλπιζαν ότι θα εγκαθιδρυθεί. «Λογομαχούν με ζέση σχετικά με την απέναντι όχθη του ποταμού, σχετικά με το εάν αυτή είναι αραβοσιτώνας ή σιτοβολώνας» έγραφε. «Ας περάσουμε πρώτα απέναντι και τότε θα δούμε τι βρίσκεται εκεί».[53] Δεν φαίνεται να τον ανησυχούσε ιδιαίτερα ότι πολλοί άνθρωποι βλέποντας ότι δεν θα ερωτηθούν για το τι τελικά βρίσκεται εκεί μπορεί να είναι απρόθυμοι να περάσουν απέναντι, ακριβώς επειδή φοβούνται ότι εκεί δεν θα συναντήσουν ούτε αραβοσιτώνες ούτε σιτοβολώνες αλλά λιβάδια από ατροπούς![54]

3

 

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς είχαν τον Μπλανκί σε μεγάλη υπόληψη ως έναν θαρραλέο και αδιάφθορο επαναστάτη. Ο Μαρξ στο έργο του «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία», στο οποίο ασχολείται με την περίοδο 1848-1850, έγραψε ότι το «το προλεταριάτο συσπειρώνεται όλο και πιο πολύ γύρω από τον επαναστατικό σοσιαλισμό, γύρω από τονκομμουνισμό, για τον οποίο η ίδια η αστική τάξη έχει εφεύρει το όνομα Μπλανκί».[55] Το 1861 ο Μαρξ τον περιέγραψε ως «την κεφαλή και την καρδιά του προλεταριακού κόμματος στην Γαλλία»[56] Την εποχή της Παρισινής Κομμούνας ο Μαρξ επεσήμανε την άρνηση του Θιέρσου[57], που ήταν επικεφαλής της κυβέρνησης των Βερσαλλιών, να ανταλλάξει τον Μπλανκί, τον οποίο κρατούσε φυλακισμένο, με τον Αρχιεπίσκοπο Νταρμπουά, ο οποίος εκρατείτο από την Κομμούνα. «Ήξερε», γράφει ο Μαρξ, «ότι με τον Μπλανκί θα έδινε στην Κομμούνα έναν αρχηγό».[58]

Τον Απρίλιο του 1850, όταν ο Μπλανκί ήταν φυλακισμένος στην Γαλλία (πέρασε περισσότερα από τριάντα τρία χρόνια από τα εβδομήντα έξι χρόνια της ζωής του σε διάφορες φυλακές) ο Μαρξ και ο Ένγκελς σύναψαν μια βραχύβια συμφωνία με τους εξόριστους Γάλλους μπλανκιστές ηγέτες στο Λονδίνο. Μαζί με αυτούς και με τον ηγέτη της αριστερής πτέρυγας των χαρτιστών[59] Χάρβεϋ[60] δημιούργησαν την Ενιαία Εταιρεία Επαναστατών Κομμουνιστών. Ως σκοπός της ορίστηκε «η ανατροπή όλων των προνομιούχων τάξεων, η υποταγή των τάξεων αυτών στην δικτατορία των προλετάριων (la dictature des prolétaires) και η διαρκής επανάσταση (la révolution en permanence) έως την επίτευξη του κομμουνισμού, ο οποίος θα είναι η τελική μορφή της συγκρότησης της οικογένειας των ανθρώπων».[61]

Η συμφωνία αυτή πραγματοποιήθηκε στο διάστημα κατά το οποίο ο Μαρξ και ο Ένγκελς εξακολουθούσαν να αναμένουν την αναβίωση της επανάστασης[62] και αδημονούσαν να συνεργασθούν με τους ηγέτες των κυριοτέρων προλεταριακών ρευμάτων που πίστευαν ότι μπορούν να συμμετάσχουν σε αυτήν στην Γαλλία και την Βρετανία. Από τα τέλη του καλοκαιριού του 1850, ωστόσο, είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός έχει εισέλθει σε μια περίοδο ευημερίας με συνέπεια μια νέα επανάσταση να αποκλείεται κατά την προσεχή περίοδο. Αυτή η ρεαλιστική αποτίμηση της κατάστασης τούς έφερε σε σύγκρουση με μια σημαντική μειοψηφία της ηγεσίας της Ένωσης των Κομμουνιστών με επικεφαλής τον Βίλιχ[63] και τον Σάπερ[64]. Στην συνεδρίαση της Κεντρικής Διοίκησης της Ένωσης, στις 15 Σεπτεμβρίου 1850, ο Σάπερ δήλωσε τα εξής: «Το επίδικο ζήτημα είναι αν θα κόψουμε μερικά κεφάλια από την αρχή ή αυτά που θα πέσουν θα είναι τα δικά μας κεφάλια. Στην Γαλλία οι εργάτες θα έλθουν στην εξουσία και χάριν αυτού του γεγονότος θα έλθουμε κι εμείς στην εξουσία στην Γερμανία. Εάν δεν έχουν έτσι τα πράγματα, τότε εγώ προτιμώ να πάω για ύπνο».[65] Ο Μαρξ και ο Ένγκελς υποστήριξαν ότι ο Σάπερ και ο Βίλιχ θεωρούν την επανάσταση «όχι ως ένα προϊόν της πραγματικής κατάστασης, αλλά ως αποτέλεσμα μιας βουλητικής ενέργειας».[66] Ο Μαρξ εδώ επανέλαβε την κριτική που είχε ασκήσει το 1844 στην «παντοδυναμία της βούλησης», την οποία υποστήριζε ο Ροβεσπιέρος[67] και στις ιακωβίνικες μεθόδους του καταναγκασμού και της τρομοκρατίας όπου «ο πολιτικός βίος επιδιώκει να καταπνίξει την προϋπόθεσή του, την αστική κοινωνία και τα στοιχεία της, και να συγκροτηθεί ως ο πραγματικός, άνευ αντιφάσεων βίος γένους ανθρώπου». Όμως, αυτό το κατορθώνει, συνεχίζει ο Μαρξ, «μόνο με μια βίαιη αντίφαση απέναντι στους βιοτικούς όρους του».[68]

Η καταδίκη ενός τέτοιου βολονταρισμού[69] από τον Μαρξ εφαρμόζεται σε ολόκληρη την ιακωβινική, μπαμπεφική και μπλανκιστική παράδοση, με την οποία o Σάπερ είχε δώσει την εντύπωση πως είχε έρθει σε ρήξη όταν, μαζί με άλλους ηγέτες της παλιάς Ένωσης των Δικαίων, συνέπραξε με τον Μαρξ και τον Ένγκελς για την δημιουργία της Ένωσης των Κομμουνιστών. Τώρα όμως επέστρεφε σε αυτήν την παράδοση κάτω από την μεθυστική επίδραση των επαναστάσεων του 1848.[70] Ως εκ τούτου δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι περισσότεροι μπλανκιστές τάχθηκαν με το μέρος του Σάπερ και του Βίλιχ όταν η Ένωση διασπάστηκε πάνω σε αυτό το ζήτημα. Στις 9 Οκτωβρίου 1850 ο Μαρξ, ο Ένγκελς και ο Χάρβεϋ έγραψαν στους μπλανκιστές για να τους επισημάνουν ότι είχαν ήδη θεωρήσει για αρκετό καιρό την Ενιαία Εταιρεία Επαναστατών Κομμουνιστών ως de facto διαλυμένη.[71]

Όταν ο Μαρξ και ο Ένγκελς θεωρούσαν ακόμα ότι «επίκειται μια νέα επανάσταση» συνέταξαν την περίφημη «Προσφώνησή» τους προς την Κεντρική Διοίκηση της Ένωσης των Κομμουνιστών τον Μάρτιο του 1850[72], την οποία ο Έντουαρτ Μπερστάιν[73] και οι υποστηρικτές του χαρακτήρισαν «μπλανκιστική».[74] Πράγματι, παρ’ όλο που υπήρχαν σημεία σύγκλισης με τους μπλανκιστές σε άμεσα ζητήματα τακτικής, τα οποία αποτέλεσαν τότε την βάση της βραχύβιας συμφωνίας του Μαρξ και του Ένγκελς μαζί τους, η στρατηγική τους ήταν εντελώς διαφορετική από αυτούς. Αντί να οραματίζονται ένα κομμουνιστικό πραξικόπημα ή ακόμη και μια κομμουνιστική επανάσταση προέβλεπαν ένα επαναστατικό δράμα σε δύο πράξεις: εν πρώτοις ένα εργατικό κόμμα με ευρεία βάση θα βοηθούσε τους μικροαστούς δημοκράτες να ανέλθουν στην εξουσία και κατόπιν θα τους ασκούσε πίεση για να πραγματοποιήσουν τις μέγιστες δυνατές επεμβάσεις στην καπιταλιστική ιδιοκτησία.[75] Η «Προσφώνηση» αναγνώριζε ότι οι Γερμανοί εργάτες «δε μπορούν να κυριαρχήσουν και να επιβάλλουν τα ταξικά τους συμφέροντα, χωρίς να περάσουν από μια μακρόχρονη επαναστατική εξέλιξη».[76] Όταν ο Σάπερ σκιαγράφησε την άμεση προοπτική της κατάληψης της εξουσίας από την εργατική τάξη στην Γερμανία, ο Μαρξ επεσήμανε ότι αυτή η άποψη έρχεται σε αντίθεση με την «Προσφώνηση» του Μαρτίου και με το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», με τα οποία ο ίδιος ο Σάπερ είχε προηγουμένως συμφωνήσει.[77]

Το «Μανιφέστο» αναφέρει ότι «η Γερμανία βρίσκεται στις παραμονές μιας αστικής επανάστασης» και ότι αυτή θα πρέπει να οδηγήσει στην επικράτηση της αστικής τάξης, ενώ προέβλεπε ότι «γερμανική αστική επανάσταση μπορεί να είναι μόνο το άμεσο προανάκρουσμα μιας προλεταριακής επανάστασης».[78] Η τακτική που ακολούθησαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς στην Γερμανία κατά την διετία 1848-9 δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του Στάνλεϋ Μουρ ως προς την ερμηνεία που κάνει στην παραπάνω φράση, σύμφωνα με την οποία από το 1844 έως το 1850 η τακτική τους «ήταν πρωτίστως επηρεασμένη από την παράδοση του Μπαμπέφ, του Μπουοναρότι και του Μπλανκί».[79] Μετά την επιστροφή τους στην πατρίδα τους, λίγο περισσότερο από δύο μήνες μετά την συγγραφή του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου», ο Μαρξ και ο Ένγκελς προσχώρησαν στο Δημοκρατικό Κόμμα, «το κόμμα της μικροαστικής τάξης»[80] και αποτέλεσαν την πιο προοδευτική του πτέρυγα[81] έως την άνοιξη του 1849, ενώ επικέντρωσαν τις προσπάθειές τους στην έκδοση της «Νέας Εφημερίδας του Ρήνου» ως μια ευρείας βάσεως ριζοσπαστική εφημερίδα, η οποία είχε ως αυτοπροσδιοριστικό της υπότιτλό την φράση «Όργανο της Δημοκρατίας».[82] Η διατύπωση που αποτελεί και την κατακλείδα του «Μανιφέστου»[83] θα πρέπει να αποδοθεί σε μια υπεραισιόδοξη προοπτική που διατηρούσαν οι νεαροί συγγραφείς του παρά ως επίδραση της μπλανκιστικής τακτικής. Τούτη έρχεται σε οξεία αντίφαση με την νηφάλια αναγνώριση του Ένγκελς στο προσχέδιο του για το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» που έγραψε τον Οκτώβριο του 1847, και στο οποίο αναφέρει ότι μια κομμουνιστική επανάσταση «στη Γερμανία θα πραγματοποιηθεί αργά και με μεγάλες δυσκολίες»[84] και με την δήλωση του, μόλις έξι με επτά μήνες προηγουμένως, ότι «οι εργάτες βρίσκονται ακόμη πολύ μακριά από το να έχουν ωριμάσει αρκετά για να μπορούν να γίνουν άρχουσα τάξη στην Γερμανία».[85]

Την ίδια περίοδο της συγγραφής της «Προσφώνησης του Μαρτίου» ο Μαρξ έγραψε ένα μακροσκελές άρθρο στο οποίο ασκούσε κριτική στους συνωμότες των παρισινών μυστικών εταιρειών γράφοντας χαρακτηριστικά τα εξής: «Είναι οι αλχημιστές της επανάστασης και χαρακτηρίζονται από την ίδια ακριβώς χαοτική σκέψη και την ίδια την προσκόλληση στις έμμονες ιδέες των παλιών αλχημιστών».[86] Συνωμοσίες σαν αυτή που οργάνωσε ο Μπλανκί το 1839 «ουδέποτε, φυσικά, αγκάλιασαν την μεγάλη μάζα του παρισινού προλεταριάτου», παρ’ όλο που «η εξέγερση του 1839 είχε σαφέστατα προλεταριακό και κομμουνιστικό χαρακτήρα». Ωστόσο, όπως τονίζει ο Μαρξ, η πείρα είχε αποδείξει ότι «αυτό το τμήμα του προλεταριάτου είναι επίσης ανεπαρκές και ότι μόνο το προλεταριάτο στο σύνολό του μπορεί να πραγματοποιήσει την επανάσταση».[87]

4

Η απόρριψη εκ μέρους του Μαρξ και του Ένγκελς της αντίληψης του Μπλανκί περί της εγκαθίδρυσης μιας παιδαγωγικής δικτατορίας από μια επαναστατική μειονότητα οφείλετο στις πολιτικές και φιλοσοφικές τους αντιλήψεις, που ήταν εκ διαμέτρου αντίθετες προς την ελιτίστικη παράδοση. Τα πρώτα δύο δημοσιευμένα άρθρα του Μαρξ, που γράφτηκαν το 1842, συγκαταλέγονται ανάμεσα στους πιο έντονους φιλιππικούς που γράφτηκαν ποτέ κατά της λογοκρισίας του τύπου. Σε αυτά ανασκευάζει την θέση σύμφωνα με την οποία τα ανθρώπινα όντα είναι «ανώριμα» και χρειάζεται, χάριν της «διαπαιδαγώγησής» τους, να προστατευθούν από «το μοχθηρό τραγούδι των σειρήνων». Σύμφωνα με αυτήν την άποψη, γράφει ο Μαρξ, «η αληθινή διαπαιδαγώγηση συνίσταται στο να βρίσκεται ένας άνθρωπος προστατευμένος μέσα σε μια κούνια για όλη του την ζωή, γιατί μόλις μάθει να περπατεί θα μάθει επίσης και να πέφτει, αλλά μόνο πέφτοντας μπορεί να μάθει να περπατεί. Αλλά αν όλοι παραμένουμε τυλιγμένοι μέσα στις φασκιές, τότε ποιος θα μας τυλίξει με αυτές; Αν όλοι παραμείνουμε μέσα στην κούνια, τότε ποιος θα μας κουνήσει; Αν είναι όλοι φυλακισμένοι, τότε ποιος θα είναι ο δεσμοφύλακας;».[88] Αφού υποστηρίξει ότι η λογοκρισία είναι «ένας νόμος καχυποψίας κατά την ελευθερίας», που στηρίζεται στο αμφιλεγόμενο ιησουιτικό ρητό «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», αναφωνεί: «Ας αφήσουμε τις σειρήνες να τραγουδήσουν!».[89]

Μια παρόμοια αποστροφή προς την πατερναλιστική κηδεμονία επί των μαζών εξέφρασε σθεναρά την επομένη χρονιά ο Μαρξ στο έργο του «Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου». Εκεί βρίσκει «πραγματικά αποκρουστική» την εμμονή του Χέγκελ ότι οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι των συνελεύσεων θα πρέπει να είναι πρόσωπα τα οποία «εγγυημένα» θα μπορούν να ασκήσουν μόνο «τις αντικειμενικά αναγνωρισμένες και δοκιμασμένες ιδιότητές τους». Ο Χέγκελ, γράφει, είναι «μολυσμένος» «από τη φτηνή αλαζονεία του κόσμου των Πρώσων γραφειοκρατών που, με στενόθωρο γραφειοκρατικό τουπέ, ρίχνουν ένα συγκαταβατικό βλέμμα στην ‘αυτοπεποίθηση’ της ‘υποκειμενικής γνώμης του λαού για τον εαυτό του’».[90] Η ίδια κριτική ισχύει ασφαλώς εξίσου για τις «εγγυήσεις» για τις οποίες οι μπαμπεφικοί επέμεναν απέναντι στα «λάθη» των ψηφοφόρων.

Η κλασσική αντίρρηση του Μαρξ σε αυτό το είδος ελιτισμού βρίσκεται στην τρίτη θέση του για τον Φόυερμπαχ, στο κείμενό του «Θέσεις για τον Φόυερμπαχ», που γράφτηκε το 1845:

«Η υλιστική θεωρία για τη μεταβολή των συνθηκών και της εκπαίδευσης ξεχνά ότι οι συνθήκες μεταβάλλονται από τον άνθρωπο και ότι ο εκπαιδευτής πρέπει να εκπαιδευτεί ο ίδιος. Πρέπει λοιπόν να διαχωρίσει την κοινωνία σε δύο μέρη –εκ των οποίων το ένα είναι υπεράνω αυτής. Η σύμπτωση της μεταβολής των συνθηκών και της ανθρώπινης δραστηριότητας ή της αυτομεταβολής μπορεί να συλληφθεί και να κατανοηθεί με έλλογο τρόπο μόνο ως επαναστατική πράξη».[91]

Όπως και ο Μπλανκί, ο Μαρξ και ο Ένγκελς αναγνώριζαν την ανάγκη ανεξάρτητης οργάνωσης για την παροχή αποφασισμένης και διορατικής ηγεσίας στον αγώνα κατά της αστικής τάξης.[92] Για τον σκοπό αυτό επεδίωξαν να προωθήσουν την δημιουργία εργατικών κομμάτων, η μορφή των οποίων διέφερε πολύ σε διαφορετικές περιόδους και σε διαφορετικές χώρες.[93] Ωστόσο, σε αντίθεση με τον Μπλανκί, επεδίωξαν να προσδώσουν εξ ολοκλήρου δημοκρατικές δομές σε αυτά τα κόμματα[94] και να τα συνδέσουν με το «πραγματικό κίνημα» της εργατικής τάξης και όχι να «διατυπώνουν κάποιες ιδιαίτερες αρχές, σύμφωνα με τις οποίες επιδιώκουν να διαμορφώσουν το προλεταριακό κίνημα».[95] Πάνω απ’ όλα, όπως εξηγεί ο Ένγκελς, «για την τελική νίκη των θέσεων που διακηρύσσονται στο Μανιφέστο, ο Μαρξ στηρίζεται μοναδικά στην πνευματική ανάπτυξη της εργατικής τάξης, που θα’ πρέπει να προκύψει αναγκαστικά από την ενιαία δράση και από τη συζήτηση».[96] Η υποκατάσταση [substitutism] της εργατικής τάξης από τους κομμουνιστές απορρίπτεται. «Η απελευθέρωση της εργατικής τάξης θα είναι έργο της ίδιας της εργατικής τάξης», όπως έλεγε εμφατικά o Μαρξ.[97]Έχοντας αυτό κατά νουν ο Μαρξ και ο Ένγκελς διακήρυσσαν ότι τους είναι αδύνατον να συνεργασθούν με εκείνους τους ανθρώπους από την γερμανική σοσιαλδημοκρατία «που δηλώνουν ανοικτά ότι οι εργάτες είναι πολύ απαίδευτοι για να απελευθερωθούν μόνοι τους και ότι αυτοί θα πρέπει να απελευθερωθούν εκ των άνω, από τους φιλάνθρωπους μεγαλοαστούς και μικροαστούς», που ισχυρίζονται ότι μονάχα αυτοί διαθέτουν τον «χρόνο και τις ευκαιρίες» για να συστήσουν τι είναι καλό για τους εργάτες.[98]

Ως σύνοψη των βασικών διαφορών μεταξύ μαρξισμού και μπλανκισμού ο Ένγκελς έγραφε το 1874 τα εξής:

«Εφόσον κατά την αντίληψη του Μπλανκί κάθε επανάσταση είναι το πραξικόπημα μιας μικρής επαναστατικής μειονότητας, εξάγεται αυτομάτως το συμπέρασμα πως την επιτυχία του εγχειρήματος ακολουθεί αναπόφευκτα η εγκαθίδρυση μιας δικτατορίας –όχι ασφαλώς ολόκληρης της επαναστατικής τάξης, του προλεταριάτου, αλλά αυτών των ολιγάριθμων που πραγματοποίησαν το πραξικόπημα και οι οποίοι είναι και αυτοί οργανωμένοι υπό την δικτατορία ενός ή ελαχίστων προσώπων».[99]

Εδώ διατυπώνεται η βασική διαφορά μεταξύ της δικτατορίας του προλεταριάτου όπως την αντιλαμβανόντουσαν ο Μαρξ και Ένγκελς ως εγχείρημα που πραγματοποιείται από «ολόκληρη την επαναστατική τάξη» και την κατά Μπλανκί επαναστατική δικτατορία που ασκείται από μια ελίτ για λογαριασμό της εργατικής τάξης. Ο Μαρξ ήταν αυτός που χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο «δικτατορία του προλεταριάτου», θεωρώντας την ως «μια μετάβαση για την κατάργηση όλων των τάξεων και προς μια κοινωνία χωρίς τάξεις».[100] Εν αντιθέσει με την ευρύτατα διαδεδομένη αντίληψη, δεν υπάρχει καμία γραπτή πηγή που να μαρτυρεί ότι ο Μπλανκί χρησιμοποίησε ποτέ αυτόν τον όρο, παρ’ όλο που μερικοί οπαδοί του το έκαναν σε ορισμένες χρονικές στιγμές, και ιδιαίτερα το 1850, υπό την επίδραση του Μαρξ.[101]

5

 

Στο έργο του «Ο εμφύλιος πόλεμος στην Γαλλία» ο Μαρξ επισημαίνει τις τάσεις της Παρισινής Κομμούνας τις οποίες θεωρούσε ως τις πιο αξιοσημείωτες για αυτό που αποκαλούσε «κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη»[102] και που ο Ένγκελς χαρακτήρισε ως «η δικτατορία του προλεταριάτου».[103] Οι αντιλήψεις αυτές έρχονται σε κατάφωρη αντίθεση με τις ιδέες του Μπλανκί περί επαναστατικής δικτατορίας.

Ο Μαρξ στο έργο του «Ο εμφύλιος πόλεμος στην Γαλλία» και στα πρώτα δύο προσχέδια που έγραψε κατά την διάρκεια των εβδομήντα δύο ημερών της Κομμούνας τόνισε πάνω απ’ όλα την δημιουργική πρωτοβουλία που επέδειξαν οι μάζες επί τη βάσει «πραγματικών δημοκρατικών θεσμών»[104] όπου «ο ίδιος ο λαός ενεργεί ο ίδιος χάριν του εαυτού του».[105] Παρουσίασε την Κομμούνα ως μια «πέρα για πέρα ευλύγιστη μορφή πολιτικής διακυβέρνησης, ενώ όλες οι προηγούμενες μορφές διακυβέρνησης ήταν στην ουσία καταπιεστικές».[106] Στο πρώτο προσχέδιό του παραθέτει ένα απόσπασμα από την λονδρέζικη εφημερίδα Daily News, στο οποίο ο αρθρογράφος της εφημερίδας εκφράζει την λύπη του για το γεγονός ότι η Κομμούνα είναι «μια συνάθροιση ισότιμων ατόμων, που το ένα επαγρυπνεί έναντι του άλλου και κανένα δεν είναι περιβεβλημένο με υπέρτατο έλεγχο επί των άλλων». Ο Μαρξ υπογραμμίζει την τελευταία φράση και σημειώνει ότι «ο αστός… επιζητεί πάρα πολύ τα πολιτικά είδωλα και τους ‘μεγάλους άνδρες’».[107]

Η Κομμούνα, μακράν του να αποτελεί ένα μονοκομματικό σύστημα, ήταν χωρισμένη σε μια μπλανκιστική πλειοψηφία και σε μια μειοψηφία που αποτελείτο κυρίως από οπαδούς του Προυντόν, μαζί με διάφορες άλλες πολιτικές ομάδες, όπως η μεσοαστική Union Républicaine, η οποία λειτουργούσε ελεύθερα. Το γενικό εκλογικό δικαίωμα διατηρήθηκε μαζί με την ελευθερία των αστών υποστηρικτών της αντεπαναστατικής κυβέρνησης των Βερσαλλιών που βρισκόντουσαν μέσα στο Παρίσι να θέσουν υποψηφιότητα για το Συμβούλιο της Κομμούνας, στο οποίο κατέλαβαν δεκαπέντε από τις ογδόντα έδρες. Μόλις δύο εβδομάδες αφότου τα στρατεύματα της κυβέρνησης των Βερσαλλιών άρχισαν να επιτίθενται στα περίχωρα του Παρισιού και να βομβαρδίζουν την πόλη η Κομμούνα άρχισε να αναστέλλει την λειτουργία των εχθρικών προς αυτήν εφημερίδων[108] – ενέργεια την οποία ο Μαρξ θεώρησε πλήρως δικαιολογημένη ως μέτρο που λαμβάνεται σε περίοδο πολέμου[109].

Πριν από την Κομμούνα ο Μαρξ και ο Ένγκελς είχαν ταχθεί κατά της πραγματοποίησης μιας εξέγερσης στο Παρίσι.[110] Ύστερα από την ανακήρυξη της Τρίτης Δημοκρατίας[111], στις 4 Σεπτεμβρίου 1870, εξέφρασαν την συμφωνία τους με την προοπτική της «αυτοσυγκράτησης» και της «χρησιμοποίησης των ελευθεριών που η δημοκρατία κατ’ ανάγκην θα παραχωρήσει με σκοπό την οργάνωση του κόμματος».[112]Δέκα χρόνια μετά, ανατρέχοντας στην Κομμούνα, ο Μαρξ αναγνωρίζει ότι αυτή ήταν «απλώς η εξέγερση μιας πόλης ευρισκόμενης υπό εξαιρετικές συνθήκες» και ότι «ένας επωφελής συμβιβασμός με τις Βερσαλλίες για ολόκληρη τη μάζα του λαού» της Γαλλίας ήταν «το μόνο πράγμα που θα μπορούσε τότε να επιτευχθεί».[113]

Η Κομμούνα δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας μπλανκιστικής εξέγερσης. Μάλιστα ο ίδιος ο Μπλανκί, μην αναμένοντας ένα τέτοιο γεγονός, εγκατέλειψε το Παρίσι άρρωστος και αποκαρδιωμένος λίγο πριν από την ανακήρυξή της. Όπως επεσήμανε δηκτικά αλλά εύστοχα ο Κάουτσκυ, οι μπλανκιστές «είχαν την κακή τύχη να αποτυγχάνουν οι εξεγέρσεις που ανά τακτά διαστήματα προετοίμαζαν και η μοναδική επιτυχημένη εξέγερση τους βρήκε απροετοίμαστους».[114] Η Κομμούνα προέκυψε από μια αυθόρμητη αμυντική απάντηση στην απόπειρα του Θιέρσου να πάρει στα χέρια του το πυροβολικό της Εθνικής Φρουράς στις 18 Μαρτίου του 1871. Από την στιγμή που αυτή ανακηρύχθηκε ο Μαρξ και ο Ένγκελς έδωσαν απλόχερα, αν και όχι άκριτα, την υποστήριξή τους. Η άποψη από την οποία έβλεπαν τα πράγματα δεν ήταν η μπλανκιστική προοπτική της δικτατορίας του Παρισιού επί της Γαλλίας, την οποία ο Ένγκελς απέρριψε ως μια «παράδοξη ιδέα», αφού εξαιτίας αυτής «απέτυχε η πρώτη Γαλλική Επανάσταση».[115] Ο Μαρξ, αντιθέτως, οραματίσθηκε την «οργάνωση όλης της Γαλλίας σε αυτολειτουργούμενες και αυτοκυβερνώμενες κομμούνες, την αντικατάσταση του μόνιμου στρατού με λαϊκές πολιτοφυλακές» και τον περιορισμό των κρατικών λειτουργιών σε λίγες λειτουργίες για γενικούς εθνικούς σκοπούς».[116] Στο πρώτο προσχέδιο του έργου του «Ο εμφύλιος πόλεμος στην Γαλλία» αφιέρωσε ένα κεφάλαιο πέντε σελίδων ειδικά στην αγροτιά. Σε αυτό προσπαθεί να καταδείξει ότι η Κομμούνα δεν εκπροσωπούσε μόνο τα συμφέροντα της εργατικής τάξης αλλά και τα συμφέροντα των μεσαίων στρωμάτων και «πάνω απ’ όλα τα συμφέροντα της γαλλικής αγροτιάς». Προτείνει μέτρα αρωγής προς τον αγρότη δια των οποίων «όντας αμέσως ωφελημένος από την Δημοκρατία της Κομμούνας θα την εμπιστευθεί».[117]

Στην Εισαγωγή του, το 1891, στο έργο του Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στην Γαλλία» ο Ένγκελς έδειξε πως η εμπειρία της Κομμούνας οδήγησε τους μπλανκιστές να ενεργήσουν σε αντίθεση με το δόγμα του Μπλανκί:

«Διαπαιδαγωγημένοι στη σχολή της συνωμοσίας κι ενωμένοι με την αυστηρή πειθαρχία που ανταποκρίνεται σ’ αυτήν, ξεκινούσαν από την άποψη, ότι ένας σχετικά μικρός αριθμός από αποφασισμένους, καλά οργανωμένους ανθρώπους είναι ικανοί σε μια δοσμένη ευνοϊκή στιγμή, όχι μόνο να πάρουν το πηδάλιο του κράτους στα χέρια τους, μα ακόμα και, με μια δραστήρια και ανελέητη δράση, να το κρατήσουν τόσο, ώσπου να κατορθώσουν να τραβήξουν τη μάζα το λαού στην επανάσταση και να τη συσπειρώσουν γύρω από την καθοδηγητική μικρή ομάδα. Για το σκοπό αυτό χρειάζονταν πριν απ’ όλα αυστηρότατη δικτατορική συγκέντρωση όλης της εξουσίας στα χέρια της νέας επαναστατικής κυβέρνησης. Και τι έκανε η Κομμούνα, που στην πλειοψηφία της αποτελούνταν από τέτοιους ακριβώς μπλανκιστές; Σ’ όλες της τις διακηρύξεις προς τους Γάλλους των επαρχιών, τους καλούσε να σχηματίσουν μια ελεύθερη ομοσπονδία από όλες τις γαλλικές κοινότητες μαζί με το Παρίσι, μια εθνική οργάνωση που για πρώτη φορά θα δημιουργούνταν πραγματικά από το ίδιο το έθνος».[118]

6

 

Εν αντιθέσει με τον Μπλανκί ο Μαρξ όχι μόνο οραματίσθηκε την διατήρηση του γενικού εκλογικού δικαιώματος («τίποτε δεν μπορούσε να είναι πιο ξένο με το πνεύμα της Κομμούνας όσο η αντικατάσταση του γενικού εκλογικού δικαιώματος με τον ιεραρχικό διορισμό των υπαλλήλων»[119]), αλλά επίσης το επέκτεινε ώστε υπό την εξουσία μιας εργατικής κυβέρνησης «οι δικαστικοί λειτουργοί έχασαν εκείνη τη φαινομενική ανεξαρτησία τους, που χρησίμευε μόνο και μόνο για να σκεπάζει τη χαμερπή τους υποταγή σε όλες τις αλληλοδιάδοχες κυβερνήσεις, στις οποίες έδιναν με τη σειρά όρκο πίστης και τον αθετούσαν κάθε φορά. Όπως όλοι οι άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι, έπρεπε στο εξής κι αυτοί να εκλέγονται, να είναι υπεύθυνοι και να μπορούν να ανακληθούν».[120] Ήδη από την δεκαετία του 1840 ο Μαρξ και ο Ένγκελς είχαν υποστηρίξει με ενθουσιασμό τους χαρτιστές και το ίδιο έκαναν την δεκαετία του 1860 με την Reform League[121], της οποίας βασικό αίτημα ήταν η καθιέρωση του καθολικού δικαιώματος ψήφου για τους άνδρες. Ο Μαρξ έγραφε το 1852, με μάλλον μεγάλη δόση ευσεβούς πόθου,[122] ότι «στην Αγγλία το γενικό εκλογικό δικαίωμα ισοδυναμεί με την πολιτική εξουσία της εργατικής τάξης όπου το προλεταριάτο αποτελεί την μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού, όπου ύστερα από έναν μακρό, αν και υπόγειο, εμφύλιο πόλεμο έχει αποκτήσει μια καθαρή συνείδηση της θέσης του ως τάξη και όπου ακόμα και οι αγροτικές περιοχές δεν γνωρίζουν πια αγρότες». Για τον λόγο αυτό θεωρούσε ότι η καθιέρωσή του στην Βρετανία θα είναι «το μεγαλύτερο σοσιαλιστικό μέτρο από οποιοδήποτε άλλο έχει τιμηθεί με αυτήν την ονομασία στην ηπειρωτική Ευρώπη».[123] Τούτο ωστόσο δεν εμπόδισε τον Μαρξ και τον Ένγκελς να το υποστηρίξουν και για χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης.

Στην Επανάσταση του 1848 το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι για κάθε Γερμανό άνω των 21 ετών κατέχει εξέχουσα θέση ως το δεύτερο σημείο των «Απαιτήσεων του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Γερμανία», που έγραψαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς ως το πρόγραμμα της Ένωσης των Κομμουνιστών για την επανάσταση και το οποίο δημοσιεύθηκε επανειλημμένως στον τύπο και κυκλοφόρησε υπό την μορφή προκήρυξης το 1848 και το 1849.[124] Είναι απολύτως σαφές αυτό που είχε κατά νουν ο Ένγκελς όταν ζητούσε ένα γερμανικό σύνταγμα «που βασίζεται στην λαϊκή κυριαρχία και στην κατάργηση οποιουδήποτε στοιχείου του υφιστάμενου καθεστώτος στην Γερμανία το οποίο έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας».[125]

Όσον αφορά την σύγκλιση της Γαλλικής Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης τον Μάιο του 1848, στην οποία είχε αντιταχθεί σφοδρά ο Μπλανκί, ο Μαρξ έγραψε στο έργο του «Οι ταξικοί αγώνες στην Γαλλία»:

«Αν όμως το γενικό εκλογικό δικαίωμα δεν ήταν η θαυματουργή μαγική ράβδος, όπως το είχαν νομίσει οι αγαθοί δημοκράτες, είχε ωστόσο το ασύγκριτα μεγαλύτερο προτέρημα να ξαπολύει την πάλη των τάξεων, να επιτρέπει στα διάφορα μεσαία στρώματα της αστικής κοινωνίας να απαλλαχθούν γρήγορα από τις αυταπάτες και τις απογοητεύσεις τους, να φέρνει μ’ ένα τίναγμα όλες τις ομάδες της εκμεταλλεύτριας τάξης στην κορυφή του κράτους και να τους αποσπά έτσι τη μάσκα της ψευτιάς…».[126]

Και παρακάτω, όταν στο ίδιο έργο ασχολείται με το σύνταγμα που συνέταξε για πρώτη φορά αυτή η συνέλευση, γράφει:

«Η κύρια όμως αντίφαση του συντάγματος αυτού είναι τούτη: Με το γενικό εκλογικό δικαίωμα παραδίνει την πολιτική εξουσία στις τάξεις που επιδιώκει να διαιωνίσει την κοινωνική σκλαβιά τους: στο προλεταριάτο, τους αγρότες, τους μικροαστούς. Και απ’ την τάξη που κατοχυρώνει την παλιά κοινωνική εξουσία της, απ’ την αστική τάξη, αφαιρεί τις πολιτικές εγγυήσεις αυτής της εξουσίας. Στριμώχνει την πολιτική κυριαρχία της μέσα σε δημοκρατικούς όρους, που βοηθούν σε κάθε στιγμή τις εχθρικές τάξεις να νικήσουν και που διαμφισβητούν αυτά τα ίδια τα θεμέλια της αστικής κοινωνίας».[127]

Η δυνητική απειλή για την αστική κοινωνία που αποτελούσε η καθιέρωση του γενικού εκλογικού δικαιώματος σε μια χώρα όπου η εργατική τάξη αποτελεί μια σχετικά μικρή μερίδα του πληθυσμού τονίζεται εδώ πολύ έντονα. Η αστική Εθνοσυνέλευση, όντας θορυβημένη από την άνοδο της αριστεράς στις εκλογές του Μαρτίου του 1850, προχώρησε στην «καταπάτηση της λαϊκής κυριαρχίας» «στερώντας το εκλογικό δικαίωμα από τρία εκατομμύρια Γάλλους».[128] Η αστική τάξη, όπως έγραφε ο Μαρξ, ομολογούσε τώρα ανοικτά ότι: «Η δικτατορία μας κράτησε ως τώρα χάρη στη θέληση του λαού, και πρέπει τώρα να στερεωθεί ενάντια στη θέληση του λαού».[129]

Σχολιάζοντας την εκ νέου καθιέρωση από μέρους της Εθνοσυνέλευσης, τον Μάιο του 1850, της κατοχής ιδιοκτησίας ως προϋπόθεση για το δικαίωμα ψήφου ο Μαρξ έγραφε: «Το γενικό εκλογικό δικαίωμα είχε εκπληρώσει την αποστολή του. Η πλειοψηφία του λαού είχε περάσει απ’ το σχολείο εκείνο της ανάπτυξης, που το γενικό εκλογικό δικαίωμα μπορεί να τον εξυπηρετήσει μονάχα μέσα σε μια επαναστατική περίοδο. Έπρεπε να παραμεριστεί από μια επανάσταση ή απ’ την αντίδραση».[130] Η τελευταία φράση είναι περιγραφική (ή προφητική) και όχι κανονιστική. Μια επιτυχημένη εργατική επανάσταση στην Γαλλία εκείνη την εποχή κατ’ ανάγκην θα γεννιόταν φέροντας τα χαρακτηριστικά κληρονομικά γνωρίσματα του Μπλανκί και των συντρόφων του, «των πραγματικών ηγετών του προλεταριακού κόμματος», οι οποίοι, όπως είδαμε, τάχθηκαν εναντίον του γενικού εκλογικού δικαιώματος και επεχείρησαν ματαίως να διαλύσουν την εθνοσυνέλευση που προήλθε από αυτό και να εγκαθιδρύσουν στην θέση της μια επαναστατική κυβέρνηση.[131] Ο Μαρξ αναγνώρισε ότι «η εθνοσυνέλευση που συνήλθε στις 4 Μάη 1848, ύστερα από τις εθνικές εκλογές, αντιπροσώπευε το έθνος» και παρατήρησε ότι «η 15η του Μάη δεν είχε, όπως είναι γνωστό, κανένα άλλο αποτέλεσμα παρά να απομακρύνει τον Μπλανκί και τους συντρόφους του, δηλαδή τους πραγματικούς αρχηγούς του προλεταριακού κόμματος, από την πολιτική σκηνή για ολόκληρη τη διάρκεια του κύκλου που εξετάζουμε».[132] Η γαλλική εργατική τάξη βρισκόταν σε ένα επίπεδο ανάπτυξης όπου «ήταν ακόμη ανίκανη να πραγματοποιήσει τη δική της επανάσταση».[133] Ο Μαρξ δικαιολόγησε την εργατική εξέγερση του Ιουνίου του 1848 ως μια αμυντική και όχι επιθετική πράξη:

«Η αστική τάξη εξανάγκασε το παρισινό προλεταριάτο να κάνει την εξέγερση του Ιούνη. Σ’ αυτό το γεγονός βρισκόταν κιόλας η καταδίκη του. Ούτε οι άμεσες ομολογημένες ανάγκες του το έσπρωχναν να θέλει τη βίαιη ανατροπή της αστικής τάξης, ούτε μπορούσε ν’ ανταποκριθεί σ’ αυτό το καθήκον».[134]

Η ιδέα ότι ο Μαρξ ήταν υπέρ της κατάργησης του γενικού εκλογικού δικαιώματος διαψεύδεται από τα κείμενά του, που ήδη παραθέσαμε, για την «προλεταριακή επανάσταση» του 1871, όπως ο ίδιος χαρακτήρισε την Παρισινή Κομμούνα.[135] Στο πρώτο προσχέδιό του έργου του «Ο εμφύλιος πόλεμος στην Γαλλία» γράφει ότι «το γενικό εκλογικό δικαίωμα, το οποίο έως τώρα έχει καταστεί αντικείμενο κατάχρησης για την κοινοβουλευτική κύρωση της Ιεράς Κρατικής Εξουσίας ή έχει μετατραπεί σε ένα παιχνίδι στα χέρια των κυρίαρχων τάξεων.. εναρμονίσθηκε τώρα με τους αληθινούς του σκοπούς, για να εκλέγουν οι κομμούνες τους ίδιους τους υπευθύνους για την διοίκηση αξιωματούχους».[136]

Ο Μαρξ είχε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι, ειδικά σε χώρες που οι αγρότες ήταν η πλειονότητα του πληθυσμού, το γενικό εκλογικό δικαίωμα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να σταθεί εμπόδιο στους εργάτες και για την εγκαθίδρυση αντιδραστικών καθεστώτων. Με το ζήτημα αυτό ασχολήθηκε συγκεκριμένα στο έργο του «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη». Από αυτό το γεγονός δεν συμπέρανε ωστόσο, όπως ο Μπλανκί, ότι η αγροτική πλειονότητα θα έπρεπε να στερηθεί αυτού του δικαιώματος και να εντέλλεται από τους επαναστάτες εργάτες του Παρισιού. Απεναντίας, τόνισε την ανάγκη της ενότητας μεταξύ των αγροτών και του προλεταριάτου των πόλεων, «τον φυσικό τους σύμμαχο και καθοδηγητή», ούτως ώστε «η προλεταριακή επανάσταση αποχτάει τη χορωδία που δίχως αυτή, η μονωδία της μετατρέπεται σε όλα τα αγροτικά έθνη σε κύκνειο άσμα».[137] Όπως είχε εξηγήσει στο έργο του «Οι ταξικοί αγώνες στην Γαλλία»: «Οι Γάλλοι εργάτες δεν μπορούσαν να κάνουν ούτε ένα βήμα μπρος, δεν μπορούσαν ν’ αγγίξουν ούτε μια τρίχα του αστικού καθεστώτος, προτού η πορεία της επανάστασης ξεσηκώσει τη μάζα του έθνους που στέκεται ανάμεσα στο προλεταριάτο και στην αστική τάξη, δηλαδή τους αγρότες και τους μικροαστούς, ενάντια σ’ αυτό το καθεστώς, ενάντια στην κυριαρχία του κεφαλαίου και προτού την αναγκάσει να ενωθεί με τους προλετάριους, τους προμάχους της».[138]

Ο Ένγκελς θα διατυπώσει την ίδια ιδέα ύστερα από σχεδόν τριάντα χρόνια, μετά την εμπειρία της Παρισινής Κομμούνας. Το 1878 έγραφε ότι στην Γαλλία δημιουργείται η βάση για να συμμαχήσουν οι εργάτες με την μέχρι τούδε εχθρική προς αυτούς μάζα των αγροτών και έτσι οι μελλοντικές νίκες μπορούν όχι απλώς να είναι βραχύβιοι θρίαμβοι του Παρισιού επί της Γαλλίας αλλά αποφασιστικοί θρίαμβοι όλων των καταπιεζόμενων τάξεων της Γαλλίας υπό την ηγεσία των εργατών του Παρισιού και των μεγάλων επαρχιακών πόλεων.[139]

Σε αυτές τις δηλώσεις υπάρχουν τα βασικά στοιχεία μιας θεωρίας περί ηγεμονίας της εργατικής τάξης, την οποία θα επεξεργασθεί στις αρχές του 20ού αιώνα ο Λένιν και θα την εφαρμόσουν οι Μπολσεβίκοι υπό την ηγεσία του με την κοσμοϊστορική επίδραση που είχε η Οκτωβριανή Επανάσταση.

Για τον Μαρξ και τον Ένγκελς η προλεταριακή επανάσταση δεν προϋποθέτει η εργατική τάξη να αποτελεί από κοινωνιολογικής απόψεως την πλειονότητα του πληθυσμού, όπως έχει υποστηριχθεί ορισμένες φορές[140], αλλά, είτε τούτο συμβαίνει είτε όχι, να έχει κερδίσει την πολιτική υποστήριξη της πλειονότητας. Δεν είναι αρκετό να έχει την υποστήριξη της πλειονότητας της εργατικής τάξης, εάν αυτή αποτελεί μια μειονότητα του λαού. Όπως γράφει ο Ένγκελς το 1847: «πρώτα πρώτα η επανάσταση θα εγκαθιδρύσει ένα δημοκρατικό σύνταγμα και δια μέσου αυτού, άμεσα ή έμμεσα, την πολιτική κυριαρχία του προλεταριάτου. Άμεσα στην Αγγλία όπου το προλεταριάτο ήδη αποτελεί την πλειονότητα του λαού. Έμμεσα στην Γαλλία και την Γερμανία όπου η πλειονότητα του λαού αποτελείται από μικρούς αγρότες και μικροαστούς των πόλεων, οι οποίοι σήμερα προλεταριοποιούνται και όλα τα πολιτικά τους συμφέροντα εξαρτώνται όλο και περισσότερο από το προλεταριάτο και επομένως σύντομα θα συμβαδίσουν με τα αιτήματα του προλεταριάτου».[141] Το 1895 ο Ένγκελς τονίζει ότι οι Γάλλοι σοσιαλιστές «δεν είναι δυνατόν να εξασφαλίσουν μια μόνιμη νίκη δίχως να κερδίσουν με το μέρος τους την μεγάλη μάζα του λαού, δηλαδή, εν προκειμένω, τους αγρότες».[142]

Ο Μαρξ απέρριπτε κατηγορηματικά το ιδεολόγημα σύμφωνα με το οποίο το γενικό εκλογικό δικαίωμα εκφράζει τάχα κάποια αταξική «βούληση όλου του λαού». Το γενικό εκλογικό δικαίωμα ασκείται σε μια κοινωνία χωρισμένη σε τάξεις και εκφράζει «τις ξεχωριστές και αντίθετες ‘βουλήσεις’ των ξεχωριστών νομοκατεστημένων τάξεων[143]και κοινωνικών τάξεων». Το γενικό εκλογικό δικαίωμα δρα «σαν την βελόνα της πυξίδας, η οποία, αν και μονάχα ύστερα από διάφορες μεταπτώσεις, δείχνει τελικά προς την τάξη που καλείται να κυβερνήσει».[144] Ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν πίστευαν ότι θα πρέπει να παρέμβουν σε αυτήν την πυξίδα ή να την παρατήσουν όταν αυτή δείχνει δυσάρεστες ενδείξεις. Ο Ένγκελς έγραφε στον Πωλ Λαφάργκ το 1892: «Κοιτάξτε τι υπέροχο όπλο που έχετε τώρα στα χέρια σας στην Γαλλία εδώ και σαράντα χρόνια καθολικής ψηφοφορίας, αρκεί βέβαια να ξέρετε να το χρησιμοποιήσετε!».[145] Πριν από σαράντα χρόνια ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης είχε επαναφέρει το γενικό εκλογικό δικαίωμα προκειμένου να αποκτήσει την πλειοψηφία προς όφελός του. Ο Ένγκελς άφησε να εννοηθεί ότι ο σοσιαλιστές θα ‘πρεπε να είχαν χαιρετήσει αυτήν την αποκατάσταση και την χρησιμοποιήσουν για να κερδίσουν οι ίδιοι την πλειοψηφία.

Στο έργο του «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους» ο Ένγκελς αναγνωρίζει ότι «η ιδιοκτήτρια τάξη κυριαρχεί μέσω του γενικού δικαιώματος ψήφου», αλλά μονάχα για όσο διάστημα το προλεταριάτο: «δεν είναι ακόμα ώριμο για την αυτοαπελευθέρωσή του, θα αναγνωρίζει στην πλειοψηφία του το κοινωνικό καθεστώς που υπάρχει σαν το μόνο δυνατό, και πολιτικά θα είναι ουρά της τάξης των καπιταλιστών, η άκρα αριστερά της πτέρυγα. Στο μέτρο όμως που ωριμάζει για την αυτοαπελευθέρωσή του, συγκροτείται σε δικό του κόμμα, εκλέγει τους δικούς του εκπροσώπους και όχι τους εκπροσώπους της τάξης των κεφαλαιοκρατών. Το γενικό εκλογικό δικαίωμα είναι έτσι ο δείκτης ωριμότητας της εργατικής τάξης».[146]

Σε χώρες όπου είχε ουσιαστικά καθιερωθεί η καθολική ψήφος των ανδρών ο Μαρξ υπογράμμισε την δυνατότητα και την σημασία τούτο «να μετατραπεί από όργανο εξαπάτησης (duperie), που είναι μέχρι τούδε, σε όργανο χειραφέτησης».[147] Είναι δύσκολο να φαντασθούμε μεγαλύτερη αντίθεση ανάμεσα στην εμπιστοσύνη που εκφράζει ο Μαρξ στην ικανότητα του λαού να αλλάξει ο ίδιος την κοινωνία όσον αφορά την δυνατότητα που εμπεριέχει το γενικό εκλογικό δικαίωμα και στην πατερναλιστική απεικόνιση της ανημποριάς του λαού που εκφράζει γλαφυρά ο Μπλανκί όσον αφορά το γενικό εκλογικό δικαίωμα όταν αυτός γράφει: «ο φτωχός σκλάβος της αειδεσπόζουσας τριάδας Ξίφος-Πλούτος-Ράσο βαδίζει  προς την κάλπη με τον χωροφύλακα και τον ιερέα να τον σέρνουν από το σβέρκο και το κεφάλαιο να τον κλωτσά στα οπίσθια».[148]

Στην περίφημη «Εισαγωγή» του στο έργο του Μαρξ «Οι ταξικοί αγώνες στην Γαλλία» ο Ένγκελς παραθέτει μια φράση του Μαρξ και επιχειρηματολογεί υπέρ της επιτυχούς χρήσης του γενικού εκλογικού δικαιώματος από την γερμανική σοσιαλδημοκρατία και γράφει ότι «με την αποτελεσματική όμως αυτή χρησιμοποίηση του γενικού εκλογικού δικαιώματος ψήφου μπήκε σε ενέργεια μια ολότελα νέα μέθοδος πάλης του προλεταριάτου», την οποία πρέπει να υιοθετήσει και στις άλλες χώρες.[149] Αναγνώριζε ότι οι προσδοκίες τους για το 1848 περί νικηφόρων προλεταριακών επαναστάσεων ήταν υπεραισιόδοξες λόγω της δυναμικής της καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης και τις υπανάπτυκτης συνείδησης και οργάνωσης των μαζών. «Η ιστορία όμως έδωσε άδικο και σε εμάς επίσης, αποκάλυψε ότι η άποψή που είχαμε τότε ήταν μια αυταπάτη» γράφει αναφερόμενος σε αυτές τις προσδοκίες.[150] Δεν υπονοεί, όπως έχει υποστηριχθεί ορισμένες φορές,[151] ότι ο ίδιος και ο Μαρξ  τάσσονταν υπέρ ενός μπλανκιστικού σεναρίου μιας επανάστασης της μειονότητας, αφού «το Κομμουνιστικό Μανιφέστο είχε διακηρύξει την κατάκτηση του γενικού εκλογικού δικαιώματος, της δημοκρατίας, σαν ένα από τα πρώτα και σπουδαιότερα καθήκοντα του μαχητικού προλεταριάτου», ενώ «οι επαναστάτες εργάτες των λατινικών χωρών είχαν συνηθίσει να θεωρούν το εκλογικό δικαίωμα σαν μια παγίδα, σαν ένα όργανο κυβερνητικής απάτης».[152] Το «Μανιφέστο», όπως είδαμε, είχε υπογραμμίσει τον χαρακτήρα του προλεταριακού κινήματος ως κινήματος της πλειονότητας ενώ «όλα τα μέχρι τώρα κινήματα ήταν κινήματα μειοψηφιών ή για το συμφέρον μειοψηφιών».[153] Στην «Εισαγωγή» του Ένγκελς, το 1895, στο ίδιο έργο ενισχύεται αυτή η ιδέα επί τη βάσει της ιστορικής πείρας και συνδέεται με την νέα κατάσταση όπου στις δυτικές χώρες καθιερωνόταν όλο και περισσότερο το γενικό εκλογικό δικαίωμα για τους άνδρες ή ένα εγγύτερο εκλογικό καθεστώς. «Πέρασε ο καιρός των αιφνιδιασμών, των επαναστάσεων που γίνονταν από μικρές συνειδητές μειοψηφίες επικεφαλής όχι συνειδητοποιημένων μαζών», αλλά, «για να καταλάβουν όμως οι μάζες τι πρέπει να γίνει, χρειάζεται μακρόχρονη, υπομονετική δουλειά», έγραφε.[154] Προοπτική του ήταν η γερμανική σοσιαλδημοκρατία να κερδίσει, μαζί με τους εργάτες, και το «μεγαλύτερο μέρος των μεσαίων στρωμάτων της κοινωνίας, τους μικροαστούς και τους μικροχωρικούς» για να γίνει «η αποφασιστική δύναμη στη χώρα, που μπροστά της θα υποχρεωθούν να σκύψουν όλες οι άλλες δυνάμεις, είτε το θέλουν είτε όχι».[155]

7

 

Το 1872 ο Μαρξ εξέφρασε την γνώμη ότι η μετάβαση στον σοσιαλισμό μπορεί να πραγματοποιηθεί με ειρηνικά μέσα σε χώρες όπως η Αμερική και η Βρετανία.[156]

Ωστόσο, ο Μαρξ και ο Ένγκελς σε καμιά στιγμή της ζωής τους δεν πίστεψαν ότι μια τέτοια πιθανότητα μπορεί να υπάρξει παρά μονάχα σε ένα περιορισμένο αριθμό χωρών με βάση τους «θεσμούς, τα έθιμα και τις παραδόσεις τους». Ο Μαρξ στην ίδια ομιλία είπε ότι «πρέπει να αναγνωρίσουμε επίσης, ότι στις περισσότερες χώρες της ηπείρου η βία πρέπει να είναι ο μοχλός των επαναστάσεών μας».[157]

Ο Ένγκελς σε ένα γράμμα του προς τον Πωλ Λαφάργκ, στις 3 Απριλίου 1895, τονίζει ότι εξέφρασε την προτίμησή του για τις ειρηνικές τακτικές που σκιαγράφησε στην «Εισαγωγή» του 1895 «για την σημερινή Γερμανία, και ακόμη και τότε με πολλές επιφυλάξεις (sous bonne réserve)», ενώ στην Γαλλία, το Βέλγιο, την Ιταλία και την Αυστρία οι τακτικές αυτές «δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στο σύνολό τους αλλά και στην Γερμανία θα μπορούσαν αύριο να καταστούν ανεφάρμοστες».[158] Ο Ένγκελς είχε πρόθυμα συμφωνήσει την διαγραφή ορισμένων αποσπασμάτων και διατυπώσεων από την «Εισαγωγή» του, για τις οποίες οι ηγέτες του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος φοβόντουσαν ότι μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως πρόσχημα από την κυβέρνηση για την επαναφορά του Νόμου κατά των Σοσιαλιστών, ο οποίος βρισκόταν σε ισχύ από το 1878 έως το 1890. Γι ‘αυτό ο Ένγκελς αναφέρει ότι: «η υποχρέωση συμμόρφωσης προς την νομιμότητα είναι νομικής και όχι ηθικής φύσεως… και παύει εντελώς να ισχύει όταν αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία παραβιάζουν τον νόμο… Νομιμότητα όσο μας βολεύει και στο μέτρο που μας βολεύει, αλλά όχι νομιμότητα πάση θυσία, ούτε καν υποκριτική αφοσίωση προς αυτήν!».[159] Ο Μαρξ απέρριπτε εκείνο το είδος της λογικής «που περιορίζεται μέσα στα όρια εκείνου που επιτρέπει η αστυνομία και δεν επιτρέπει η λογική» (εκτός εκεί όπου «οι περιστάσεις απαιτούν προσοχή») υπό δεσποτικά καθεστώτα.[160] Ωστόσο, προτιμούσε την χρήση της αστικής νομιμότητας προς το συμφέρον της δημοκρατίας. Τον Σεπτέμβριο του 1878 σημειώνει:

«Εάν στην Αγγλία ή στις Ηνωμένες Πολιτείες η εργατική τάξη κερδίσει την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο ή στο Κογκρέσο, θα μπορούσε με νόμιμο τρόπο να απαλλαγεί από τους νόμους και τους θεσμούς που εμποδίζουν την εξέλιξή της.. στο μέτρο που αυτό το απαιτεί η κοινωνική εξέλιξη. Ωστόσο, η ‘ειρηνική’ εξέλιξη θα μπορούσε γρήγορα να μεταβληθεί σε ‘βίαιη’ από μια εξέγερση εκείνων που έχουν συμφέρον από την παλιά τάξη πραγμάτων. Εάν αυτοί (όπως έγινε στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο και στην Γαλλική Επανάσταση) συντριβούν με την βία, τότε θα είναι επαναστάτες κατά της ‘νόμιμης’ εξουσίας».[161]

Ακόμη κι ένας τόσο δριμύς επικριτής του μαρξισμού όπως ο Πόπερ παραδέχεται ότι «οι πολίτες δεν έχουν μόνο το δικαίωμα αλλά και το καθήκον» να προβάλουν «βίαιη αντίσταση στις απόπειρες ανατροπής της δημοκρατίας» όταν (όπως στην περίπτωση που αναφέρει ο Μαρξ) μια τέτοια αντίσταση είναι «σαφώς αμυντική».[162]

Οι κομμουνιστές, έγραφε ο Ένγκελς το 1847, επιθυμούν μια επανάσταση με ειρηνικά μέσα, αλλά πιστεύουν ότι αυτή θα την εμποδίσουν να πραγματοποιηθεί οι αντίπαλοί της.[163] Εξού και δεν μπορούν παρά να εργάζονται και να καλωσορίζουν μια κατάσταση κατά την οποία, επί τη βάσει του γενικού εκλογικού δικαιώματος «η λαϊκή αντιπροσωπεία συγκεντρώνει στα χέρια της όλη την εξουσία, σε χώρες όπου κανείς κάνει ό,τι θέλει δια της συνταγματικής οδού, μόλις θάχει πίσω της την πλειοψηφία του λαού», όπως έγραφε το 1891, προσθέτοντας ότι μια τέτοια λαοκρατική δημοκρατία «είναι μάλιστα η ειδική μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου».[164]

8

 

Για τον Μαρξ και τον Ένγκελς ο δημοκρατικός χαρακτήρας της σοσιαλιστικής επανάστασης δεν καθορίζεται από το εάν οι συνθήκες επιτρέπουν σε αυτήν να πραγματοποιηθεί με ειρηνικό ή βίαιο, συνταγματικό ή αντισυνταγματικό τρόπο. Τούτη εξαρτάται από το εάν απολαμβάνει την υποστήριξη της πλειονότητας του λαού. Ο πλειοψηφικός χαρακτήρας του προλεταριακού κινήματος τονίζεται, όπως έχουμε ήδη δει, στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», το οποίο διακηρύττει ότι οι σκοποί των κομμουνιστών «μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσα από την βίαιη ανατροπή όλης της μέχρι σήμερα κοινωνικής οργάνωσης».[165] Ομοίως, σε μία συνέντευξή του στην εφημερίδα Chicago Tribune, που δόθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 1878, ο Μαρξ εξηγεί ότι παρ’ όλο που «θα γίνει μια αιματηρή επανάσταση στην Ρωσία, την Γερμανία, την Αυστρία και πιθανόν στην Ιταλία… αυτές οι επαναστάσεις θα πραγματοποιηθούν από την πλειοψηφία. Καμία επανάσταση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί από ένα κόμμα, αλλά από ένα έθνος».[166]

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς θεωρούσαν ουσιώδη την κατάκτηση της πλειοψηφίας όχι μονάχα για λόγους σκοπιμότητας αλλά και λόγω του δημοκρατικού χαρακτήρα του σοσιαλιστικού προτάγματος. Αν ο Ένγκελς έγραφε το 1885 ότι «αν ποτέ ο μπλανκισμός –η ανέφικτη ιδέα περί της ανατροπής μιας ολόκληρης κοινωνίας από την δράση μιας μικρής συνωμοτικής ομάδας- είχε κάποιο λόγο ύπαρξης (raison d’être), το ίδιο ισχύει σήμερα και στην Αγία Πετρούπολη»[167] το έγραφε γιατί τον θεωρούσε ως μια «εξαιρετική περίπτωση» όπου μια τέτοιου είδους δράση εναντίον του «ασύγκριτου δεσποτισμού» του τσαρισμού θα μπορούσε να «απελευθερώσει εκρηκτικές δυνάμεις» μέσα στον λαό, ο οποίος «πλησίαζε προς το δικό του 1789»[168], δηλαδή προς μια αστική επανάσταση. Τέτοιες μορφές πάλης ήταν όμως εντελώς ακατάλληλες για την σοσιαλιστική επανάσταση, που αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση της «αυτοκυβέρνησης των παραγωγών»[169], που  θα αντικαταστήσει τους «υπερόπτες αφέντες του λαού» με «τους μονίμως ανακλητούς υπηρέτες τους… που βρίσκονται διαρκώς υπό δημόσια εποπτεία».[170] Σε μια τέτοια επανάσταση, γράφει ο Ένγκελς, όπου το ζήτημα είναι ο πλήρης μετασχηματισμός της κοινωνικής οργάνωσης, «θα πρέπει οι ίδιες οι μάζες να έχουν κατανοήσει από πριν τι διακυβεύεται· σε τι οα πρέπει να επιδοθούν ψυχή τε και σώματι».[171] Επιπλέον, η προοπτική του μαρασμού του κράτους βασίζεται, όπως κατέστησε σαφές ο Ένγκελς, στην ελεύθερη και ισότιμη οργάνωση των παραγωγών[172], για την αποτελεσματική ανάπτυξη της οποίας η εξουσία μιας μειοψηφίας θα αποτελούσε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο.

Ο Μαρξ είχε απορρίψει εξ αρχής την ελιτιστική και δογματική προσέγγιση, που διακήρυττε:

«Αναπτύσσουμε για τον κόσμο νέες αρχές μέσα από τις αρχές του κόσμου. Δεν του λέμε: Παράτα του αγώνες σου, είναι μια σαχλαμάρα· εμείς θα σου ανακοινώσουμε το αληθινό σύνθημα του αγώνα. Του δείχνουμε απλώς γιατί αγωνίζεται, και η συνείδηση είναι ένα πράγμα το οποίο ο κόσμος πρέπει να ιδιοποιηθεί ακόμη και αν δεν το θέλει».[173] Αυτό ήταν το πνεύμα με το οποίο ο Ένγκελς έγραφε στον Κάουτσκυ σαράντα χρόνια αργότερα υποστηρίζοντας ότι μια σοσιαλιστική κυβέρνηση θα πρέπει να δώσει ανεξαρτησία στις αποικιακές χώρες και να τις αφήσει να βρουν το δρόμο τους «εντελώς αυτοβούλως» -ακόμη κι αν αυτό σήμαινε ότι θα αντιμετωπίσουν κάθε είδους αβεβαιότητες και αναστατώσεις- διαμέσου «οποιονδήποτε κοινωνικών και πολιτικών φάσεων πρέπει αυτές να διέλθουν προτού φθάσουν στην σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας». Και υπογραμμίζει ο Ένγκελς: «Ένα μονάχα πράγμα είναι βέβαιο: το νικηφόρο προλεταριάτο δεν μπορεί να επιβάλλει κανενός είδους αγαθό σε κανένα ξένο έθνος χωρίς να υπονομεύει έτσι την νίκη του».[174]

Ολόκληρη η πολιτική φιλοσοφία και πρακτική του Μαρξ και του Ένγκελς τους διαχωρίζει αναμφιβόλως από την ελιτιστική ιακωβινική, μπαμπεφική και μπλανκιστική πολιτική παράδοση, την οποία ο Τάλμον αποκαλεί «ολοκληρωτικό δημοκρατικό ιδεώδες», ενώ περιέργως αποκαλεί τον μαρξισμό «τον σημαντικότερο μεταξύ όλων αυτών των διαφόρων εκδοχών του».[175]

Το ασυμβίβαστο που υπάρχει μεταξύ των μαρξικών και των μπλανκιστικών απόψεων για τον χαρακτήρα της επανάστασης και της μετακαπιταλιστικής κοινωνίας, το οποίο αυτή η εργασία προσπάθησε να καταδείξει, δεν αποδεικνύει, ασφαλώς, ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς είχαν δίκιο και ο Μπλανκί ή όσοι, συνειδητά ή ασυνείδητα, συμμερίζονταν τις απόψεις του είχαν άδικο. Το όλο ζήτημα, το οποίο έχει ιδιαίτερη σημασία και σχέση με τις σημερινές διαμάχες μεταξύ των σοσιαλιστών, πρέπει να αξιολογηθεί αυτοτελώς τόσο αναλυτικά όσο και εμπειρικά υπό το φως της πολύ σημαντικής εμπειρίας της επανάστασης και των μετεπαναστατικών κρατών που συσσωρεύθηκε αυτόν τον αιώνα. Τούτο ωστόσο ξεφεύγει πολύ από το πλαίσιο της παρούσας εργασίας.

Τίτλος πρωτοτύπου: Marx, Blanqui and Majority Rule (1983)

Πρώτη δημοσίευση: Socialist Register, 1983, σ. 296-318.

Πηγή: https://www.marxists.org/archive/johnstone/1983/xx/majority.htm

Ο Μόντυ Τζώνστοουν (Monty Johhstone, 1928-2007) ήταν ένας Βρετανός μαρξιστής διανοούμενος και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Μεγάλης Βρετανίας (CPGB). Το έργο του διακρίνεται για την επιστημονική ευσυνειδησία, την συστηματική διαπραγμάτευση και το κριτικό του πνεύμα. Παρ’ όλο που παρέμεινε πιστός στο CPGB για πάνω από μισό αιώνα δεν υπήρξε ποτέ ένας τυπικός κομματικός διανοούμενος επιφορτισμένος με την τυφλή υπεράσπιση της κομματικής γραμμής, γεγονός για το οποίο η κομματική ηγεσία τον έθεσε κατά καιρούς υπό δυσμένεια (χαρακτηριστικά, του απαγόρευσε να παρακολουθεί κομματικές συνελεύσεις επί μία δεκαετία). Άσκησε κριτική στον σταλινισμό καθώς και στην σοβιετική εισβολή στην Ουγγαρία το 1956, ενώ βρέθηκε στην Πράγα το 1968 όταν τα τανκς του Συμφώνου της Βαρσοβίας εισέβαλαν στην πόλη όπου, σε άπταιστα ρωσικά, απευθύνθηκε στους σοβιετικούς στρατιώτες καλώντας τους να μην πραγματοποιήσουν μαζικές διώξεις κατά του πληθυσμού. Στα ελληνικά έχει εκδοθεί το έργο του «Σοσιαλισμός, δημοκρατία και μονοκομματικό σύστημα», μτφ. Γιώργος Καρράς, εκδόσεις Αγώνας, χ.χ.

[1] Η Ένωση των Δικαίων ιδρύθηκε το 1836 από Γερμανούς εμιγκρέδες στο Παρίσι και πρέσβευε μια μορφή χριστιανικού κομμουνισμού εμπνευσμένη από τις ιδέες του Γράκχου Μπαμπέφ και του Χριστού. Σε συνέδριο που συνήλθε τον Ιούνιο του 1847 η Ένωση των Δικαίων συγχωνεύθηκε με την Επιτροπή Κομμουνιστικής Αλληλογραφίας, στην οποία συμμετείχαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, υιοθέτησε νέο πρόγραμμα και καταστατικό και μετονομάσθηκε σε Ένωση των Κομμουνιστών. (Σ.τ.Μ.)

[2] Η παράδοση και η σχολή που προέρχεται από τις ιδέες Γάλλου κομμουνιστή Γράκχου Μπαμπέφ. (Σ.τ.Μ.)

[3] F. Engels, The Times on German Communism, Ιανουάριος 1844, Marx/Engels, Collected Works, τόμος 3, σ. 411 και εξής, Lawrence & Wishart, 1975. Στο εξής CW.

[4] Ο χαρακτηρισμός αυτός ανήκει στον Πρώσο λογοκριτή και διατυπώθηκε τον Μάρτιο του 1843, πρτ. A. Cornu, Karl Marx et Friedrich Engels, τόμος 2, σ. 102, Παρίσι, 1958.

[5] K. Marx, Contribution to the Critique of Hegel’s Philosophy of Law, CW, σ. 29.

[6]  Φρίντριχ Ένγκελς, «Για την ιστορία της Ένωσης των Κομμουνιστών», Καρλ Μαρξ-Φρίντριχ  Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος,  σ. 114, εκδόσεις Ηριδανός, χ.χ. (Σ.τ.Μ.)

[7] ό.π., σ. 116.

[8] Το σύνθημα της Ένωσης των Κομμουνιστών «προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» αντικατέστησε το παλιό σύνθημα της Ένωσης των Δικαίων «όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια». (Σ.τ.Μ.)

[9] D. Ryazanov, The Communist Manifesto of Karl Marx and Friedrich Engels, σ. 292, παράρτημα Ε, Λονδίνο, 1930. Ο Ryazanov πιστεύει ότι το άρθρο πιθανώς να γράφτηκε σε συνεργασία με τα μέλη της Ένωσης των Κομμουνιστών στο Λονδίνο, των οποίων επικεφαλής ήταν ο Karl Schapper. (ό.π., σ. 20-21)

[10] Marx-Engels, Preface to 1872 German edition of Manifesto of the Communist Party, σ. 21, Selected Works:1. Στο εξής SW.

[11] CW:6, σ. 515, Marx-Engels, Werke, Βερολίνο, 1956-1968, στο εξής MEW, τόμος 4, σ. 490. (Σ.τ.Σ.) Για την απόδοση των αποσπασμάτων στα ελληνικά βλ. Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840, σ. 499, μτφ, Θανάσης Γκιούρας, εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα, 2014. (Σ.τ.Μ.)

[12] CW:6, σ. 495. (Σ.τ.Σ.) Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840, σ. 485, ό.π. (Σ.τ.Μ.)

[13] ό.π., σ. 504. (Σ.τ.Σ.) Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840, σ. 491, ό.π. (Σ.τ.Μ.)

[14] Auguste Blanqui, Textes Choisis -στο εξής TC-, σ. 189, Παρίσι, 1971.

[15] Το κείμενο δημοσιεύθηκε το 1983. (Σ.τ.Μ.)

[16] Φίλιππος Μιχαήλ Μπουοναρότι (Filippo Giuseppe Maria Ludovico Buonarrotti, 1761-1837): Ιταλός επαναστάτης, που καταγόταν από την οικογένεια ευγενών του Μιχαήλ Αγγέλου, σοσιαλιστής, ακτιβιστής και συγγραφέας, ιδρυτικό και ηγετικό μέλος συνωμοτικών οργανώσεων. Βλ. αναλυτικά, Ένζυμο, Νο. 5, Φθινόπωρο 2015, Γλωσσάρι-Ονοματολόγιο, σ. 100. (Σ.τ.Μ.)

[17] Βλ. Γλωσσάρι-Ονοματολόγιο. (Σ.τ.Μ.)

[18] Βλ. Γλωσσάρι-Ονοματολόγιο. (Σ.τ.Μ.)

[19] J.J. Rousseau, The Social Contract, Βιβλίο IV, κεφάλαιο 1, σ. 198, μτφ. H. Z. Tozer, Λονδίνο, 1909. (Σ.τ.Σ.)  Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, Το κοινωνικό συμβόλαιο, Βιβλίο IV, κεφάλαιο 1ο, Η γενική βούληση είναι ακαταμάχητη, μτφ. Βασιλική Γρηγοροπούλου-Αλβέρτος Στάινχαουερ, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα, 2004. (Σ.τ.Μ.)

[20] Αυτή η διάκριση γίνεται ακόμα και σε ορισμένα άλλα σημεία μεταξύ της «αληθινής» βούλησης του λαού και της πλειοψηφίας του λαού, η οποία αναδεικνύεται σε μια ορισμένη στιγμή.

[21] Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, Το κοινωνικό συμβόλαιο, σ. 90, ό.π. (Σ.τ.Μ.)

[22] ό.π., Βιβλίο ΙΙ, κεφάλαιο 6, σ. 133. (Σ.τ.Σ.) Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, Το κοινωνικό συμβόλαιο, ό.π., σ. 90. (Σ.τ.Μ.)

[23] ό.π., Βιβλίο ΙΙ, κεφάλαιο 3, σ. 124. (Σ.τ.Σ.) Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, Το κοινωνικό συμβόλαιο, ό.π., σ. 78-79. (Σ.τ.Μ.)

[24] ό.π., σ. 113, Βιβλίο Ι, κεφάλαιο 7. (Σ.τ.Σ.) Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, Το κοινωνικό συμβόλαιο, ό.π., σ. 66. (Σ.τ.Μ.)

[25] Οι λεγόμενοι «Γιρονδίνοι» ήταν μια πολιτική παράταξη που δημιουργήθηκε πριν από την Γαλλική Επανάσταση και κατά την διάρκειά της έπαιξε σημαντικό πολιτικό ρόλο. Κατά την πρώτη περίοδο της επανάστασης αποτελούσαν την αριστερή πτέρυγα της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης και στηρίχθηκαν κυρίως από τους επιχειρηματικούς κύκλους του Παρισιού επιδιώκοντας την επικράτηση μιας «φωτισμένης αστικής αρχής». Ένθερμοι αντίπαλοι τους ήταν οι λεγόμενοι «Ορεινοί» (ιακωβίνοι). Στις 2 Ιουνίου 1793 τα πληβειακά στρώματα του Παρισιού, οι λεγόμενοι «Αβράκωτοι», εξεγέρθηκαν εναντίον των Γιρονδίνων, με υποκίνηση των Ορεινών, με αποτέλεσμα την εξόντωση των ηγετών τους. (Σ.τ.Μ.)

[26] Η Συμβατική Εθνοσυνέλευση (Convention Nationale) αναδείχθηκε με καθολική ψηφοφορία, συνήλθε για πρώτη φορά στις 20 Σεπτεμβρίου 1792 και αποφάσισε την επόμενη μέρα την κατάργηση της μοναρχίας. Στις 24 Ιουνίου 1793 ψήφισε το Πρώτο Σύνταγμα της Γαλλικής Δημοκρατίας. Για την αντιμετώπιση της εξωτερικής και εσωτερικής αντεπανάστασης η Συμβατική αποφάσισε να συγκροτήσει την Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας, η διακυβέρνηση της οποίας εγκαινίασε την περίοδο της Τρομοκρατίας. (Σ.τ.Μ.)

[27] George Rudé, Revolutionary Europe (1783-1815), σ. 151, Λονδίνο, 1964

[28] Robespierre, Discours et Rapports à la Convention (Λόγος της 5ης  Φεβρουαρίου  1794), σ. 222, Παρίσι, 1965. (Σ.τ.Σ.) Βλ. επίσης Μαρά-Σεν Ζιστ-Ροβεσπιέρος, Κείμενα, μτφ. Μάριος Βερέττας, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1989. (Σ.τ.Μ.)

[29] Θερμιδώρ (Thermidor, Θερμοδότης) είναι ο ενδέκατος μήνας του ημερολογίου που καθιέρωσε η Γαλλική Επανάσταση, το οποίο ίσχυσε από το 1793 έως το 1805. Την 9ηΘερμιδώρ του 1794 ανετράπη η επαναστατική κυβέρνηση των ιακωβίνων, ύστερα από συνωμοσία που οργάνωσαν οι συντηρητικοί ηγέτες της Εθνοσυνέλευσης. (Σ.τ.Μ.)

[30] Οι ιακωβίνοι είχαν επιβάλλει διατίμηση σε βασικά είδη, όπως το ψωμί και οι ζωοτροφές. (Σ.τ.Μ.)

[31] Φρανσουά Νοέλ «Γράκχος» Μπαμπέφ (Francois Noel «Gracchus» Babeuf, 1760-1797). Γάλλος επαναστάτης, θεμελιωτής του πρώιμου επαναστατικού σοσιαλισμού του 19ου αιώνα, ο επονομαζόμενος, μετά θάνατον, «Προμηθέας του προλεταριάτου». Βλ. αναλυτικά, Ένζυμο, Νο. 4, Άνοιξη 2015, Γλωσσάρι-Ονοματολόγιο, σ. 106-107. (Σ.τ.Μ.)

[32] Γενική ονομασία των πληβειακών στρωμάτων του Παρισιού, που επέδειξαν τις πιο ριζοσπαστικές τάσεις κατά την διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. (Σ.τ.Μ.)

[33] Conspiration pour l’Egalité dite de Babeuf (γαλλικά). (Σ.τ.Μ.)

[34] P. Buonarroti, Conspiration pour l’ Egalité dite de Babeuf, τόμος 1, σ. 109, 102, Παρίσι, 1957.

[35] ό.π., σ. 111.

[36] ό.π., σ. 114-15.

[37] Οτέλ ντε Βιλ (Hôtel de Ville) είναι η ονομασία του επιβλητικού κτηρίου αναγεννησιακού στυλ στο οποίο στεγάζονται οι αρχές της τοπικής αυτοδιοίκησης του Παρισιού. Από το 1357 είναι η έδρα του Δημαρχείου του Παρισιού. Κατά την διάρκεια της επανάστασης του 1871 το κτήριο καταλήφθηκε από τους εξεγερμένους, οι οποίοι το ανακήρυξαν έδρα της Κομμούνας του Παρισιού. (Σ.τ.Μ.)

[38] Η Επανάσταση του 1848 στην Γαλλία ανέτρεψε την Ιουλιανή Μοναρχία (1830-1848) και ανακήρυξε την Δεύτερη Γαλλική Δημοκρατία. (Σ.τ.Μ.)

[39] Samuel Bernstein, Auguste Blanqui and the Art of the Insurrection, σ. 145, Λονδίνο, 1971.

[40] TC, σ. 109-10.

[41] ό.π., σ. 111-12.

[42] ό.π., σ. 112.

[43] ό.π., σ. 114.

[44] ό.π., σ. 165-6.

[45] ό.π., σ. 166-7. Βλ. Λόγος του Ροβεσπιέρο την 5η Νοεμβρίου 1792, στον οποίον υποστηρίζει ότι οι εξεγερμένοι του Παρισιού «θα πρέπει να θεωρούνται άρρητα ως πληρεξούσιοι ολόκληρης της κοινωνίας». Παρατίθεται στο Alfred Cobban, Aspects of the French Revolution, σ. 164, Λονδίνο, 1971. (Σ.τ.Σ.) Ο Ροβεσπιέρος αναφέρεται στα γεγονότα της 10ης Αυγούστου 1792 κατά τα οποία ο Λουδοβίκος ΙΣΤ΄ συλλαμβάνεται και φυλακίζεται, οι δε Ελβετοί της προσωπικής του φρουράς σφαγιάζονται. (Σ.τ.Μ.)

[46] TC, σ. 161.

[47] ό.π., σ. 151.

[48] ό.π., σ. 151-2, 167-8.

[49] ό.π., σ. 164-5, 168.

[50] ό.π., σ. 156.

[51] Ο Γάλλος στοχαστής Σαιν Σιμόν (Κλωντ-Ανρί Ρουβρουά, κόμης του Σαιν Σιμόν, 1760-1825) υπήρξε ένας από τους θεμελιωτές της κοινωνιολογίας και αποτέλεσε βασικό πρόδρομο του θετικισμού και του επιστημονισμού και επεξεργάσθηκε θεωρητικά την πρώτη συστηματική μορφή οργάνωσης της σοσιαλιστικής κοινωνίας. (Σ.τ.Μ.)

[52] S. Berstein, ό.π., σ. 312.

[53] TC, σ. 46. Είναι αλήθεια ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς αρνήθηκαν να γράψουν «συνταγές για το μαγειρείο του μέλλοντος» (Karl Marx, Capital, τόμος 1, σ. 17, Μόσχα, 1954), αλλά οι αναφορές τους σχετικά με τα γενικά χαρακτηριστικά της σοσιαλιστικής και της κομμουνιστικής κοινωνίας αρκούν για να γεμίσουν πεντακόσιες σελίδες. (Βλ. R. Dlubek-R. Merkel, Marx und Engels über die sozialistische und kommunistische Gesellschaft, Βερολίνο, ΛΔΓ, 1982).

[54] Άτροπος Μπελαντόνα (Atropa belladona) ή Άτροπος Ευθαλεία είναι τοξικό φυτό που η βρώση του μπορεί να προκαλέσει σοβαρή δηλητηρίαση. (Σ.τ.Μ.)

[55] K. Marx, The Class Struggles in France (1850), CW: 10, εφεξής CSF, σ. 127 (η έμφαση στο πρωτότυπο). (Σ.τ.Σ.) Καρλ Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, σ. 148, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2012. (Σ.τ.Μ.)

[56] Marx to Dr Watteau, November 10, 1861, R. Garaudy, Les sources françaises du socialisme scientifique (Παρίσι, 1948), σ. 217, γερμανική μετάφραση MEW: 30, σ. 617.

[57] Ο Αδόλφος Θιέρσος (Adolphe Thiers, 1797-1877) ήταν Γάλλος πολιτικός και ιστορικός. Διετέλεσε πρωθυπουργός επί βασιλείας Λουδοβίκου Φιλίππου και αρχηγός του κράτους από το 1871 έως το 1873 και είναι κυρίως γνωστός για την καταστολή της Παρισινής Κομμούνας. (Σ.τ.Μ.)

[58] K. Marx, The Civil War in France, σ. 489, SW:1.

[59] Οι Χαρτιστές ήταν ένα κίνημα πολιτικής και κοινωνικής μεταρρύθμισης στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά τα μέσα του 19ου αιώνα. Πήρε το όνομά του από τον Χάρτη του Λαού του 1838, που όριζε τους στόχους του κινήματος (Σ.τ.Μ.).

[60] Ο Τζωρτζ Τζούλιαν Χάρβεϋ (George Julian Harvey, 1817-1897) ήταν Βρετανός πολιτικός αγωνιστής, δημοσιογράφος και ηγέτης της ριζοσπαστικής πτέρυγας των Χαρτιστών, συνεργάτης του Μαρξ και του Ένγκελς, κομμουνιστής και εκδότης της εφημερίδας Red Republican («Κόκκινος Δημοκράτης»). (Σ.τ.Μ.)

[61] D. Ryazanov, Zur Frage des Verhältnisses von Marx zu Blanqui, Unter dem Banner des Marxismus, II, 112 (Φρανκφούρτη, 1928), Παράρτημα 1, σ. 144. Βλ. επίσης CW: 10, σ. 614, αλλά η μετάφραση δεν είναι εντελώς ικανοποιητική.

[62] Δηλαδή του κύματος των επαναστάσεων που συγκλόνισαν την ευρωπαϊκή ήπειρο απ’ άκρου εις άκρον το έτος 1848. (Σ.τ.Μ.)

[63] Ο Αύγουστος Βίλιχ (Johann August Ernst von Willich, 1810-1888) ήταν αξιωματικός του στρατού και κομμουνιστής αγωνιστής. Ο Βίλιχ ήταν ευγενής και αποποιήθηκε τον τίτλο του, υπήρξε ένας από τους ηγέτες της Ένωσης των Κομμουνιστών και συμμετείχε στην επανάσταση του 1848 στην Γερμανία. Αργότερα μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου έγινε στρατηγός του στρατού των Βορείων στην διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου. (Σ.τ.Μ.)

[64] Ο Καρλ Σάπερ (Karl Schapper, 1812-1870) ήταν Γερμανός εργατικός ηγέτης και σοσιαλιστής, πρωτοπόρος του εργατικού κινήματος στην Γερμανία, εκ των ηγετών της Ένωσης των Δικαίων και αργότερα της Ένωσης των Κομμουνιστών, έλαβε ενεργά μέρος στην επανάσταση του 1848 στην Γερμανία και συμμετείχε στην ίδρυση της Πρώτης Διεθνούς. (Σ.τ.Μ.)

[65] CW:10, σ. 628 (η έμφαση στο πρωτότυπο).

[66] ό.π., σ. 626 (η έμφαση στο πρωτότυπο).

[67] K. Marx, Critical Marginal Notes on the Article by a Prussian (1844), CW: 3, σ. 199 (η έμφαση στο πρωτότυπο). (Σ.τ.Σ.)

Το απόσπασμα που εμπεριέχει την παραπάνω φράση έχει ως εξής: «Η κλασσική περίοδος της πολιτικής διάνοιας είναι η Γαλλική Επανάσταση. Πόρρω απέχοντας από τα να ανακαλύπτουν στην αρχή του κράτους την πηγή των κοινωνικών ελαττωμάτων, οι ήρωες της Γαλλικής Επανάστασης ανακαλύπτουν, πολύ περισσότερο, στα κοινωνικά ελαττώματα την πηγή των πολιτικών δυσχερειών. Έτσι, ο Ροβεσπιέρος βλέπει στη μεγάλη φτώχεια και στον μεγάλο πλούτο απλώς ένα εμπόδιο της καθαρής δημοκρατίας. Επιθυμεί λοιπόν να θεμελιώσει μια γενική σπαρτιατική λιτότητα. Η αρχή της πολιτικής είναι η βούληση. Όσο πιο μονόπλευρη, και αυτό σημαίνει όσο πιο ολοκληρωμένη είναι ηπολιτική διάνοια, τόσο περισσότερο πιστεύει στην παντοδυναμία της βούλησης, τόσο πιο τυφλή είναι απέναντι στα φυσικά και πνευματικά όρια της βούλησης, και συνεπώς τόσο πιο ανίκανη είναι να ανακαλύψει την πηγή των κοινωνικών δεινών». Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840, «Ο βασιλιάς της Πρωσίας και η κοινωνική μεταρρύθμιση από έναν Πρώσο», σ. 352, ό.π. (Σ.τ.Μ.)

[68] K. Marx, On the Jewish Question (1843), ό.π., σ. 156 (η έμφαση στο πρωτότυπο). (Σ.τ.Σ.) Karl Marx, Κείμενα από την δεκαετία του 1840, «Για το εβραϊκό ζήτημα», σ. 170, ό.π. (Σ.τ.Μ.)

[69] Βολονταρισμός (βουλησιαρχία): Φιλοσοφική θεωρία που υποστηρίζει την πρωτοκαθεδρία της βούλησης κατ’ αντιδιαστολή με τον λόγο. (Σ.τ.Μ.)

[70] Ο Σάπερ φαίνεται ότι αργότερα μετάνιωσε γι’ αυτό. Βλ. Επιστολή του Μαρξ προς τον Ένγκελς, 16 Απριλίου 1856, Marx-Engels, Selected Correspondence (Μόσχα-Λονδίνο, 1956), εφεξής SC, σ. 111, και E.P. Kandel, Marx und Engels und die ersten proletarischen Revolutionäre, σ. 117-8 (Βερολίνο, ΟΔΓ, 1965).

[71] CW, 10, σ. 484.

[72] ό.π., σ. 277-87.

[73] Έντουαρντ Μπερστάιν (Eduard Bernstein, 1850-1932): Γερμανός σοσιαλδημοκράτης, στενός συνεργάτης του Μαρξ και του Ένγκελς, θεωρητικός της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, ιδρυτής του αναθεωρητισμού του μαρξισμού και του μεταρρυθμιστικού (ρεφορμιστικού) σοσιαλισμού. Ο Μπερστάιν άσκησε κριτική στο έργο του Μαρξ και αμφισβήτησε κυρίως την ορθότητα της πρόβλεψης του για την αναπόφευκτη και επικείμενη πτώση του καπιταλισμού και υποστήριξε την ειρηνική κοινοβουλευτική μετάβαση στον σοσιαλισμό. Βλ. Έντουαρντ Μπερστάιν, Οι προϋποθέσεις για το σοσιαλισμό και τα καθήκοντα της σοσιαλδημοκρατίας, μτφ. Ζωιτοπούλου-Μαυροκεφαλίδου Κατερίνα, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, Δεκέμβριος 1996. (Σ.τ.Μ.)

[74] E. Bernstein, Die Voraussetzungen des Sozialismus und die Aufgaben der Sozialdemokratie, σ. 29, Στουτγάρδη, 1899. G. Lichtheim, Marxism, σ.124-5, Λονδίνο, 1961. B.D. Wolfe, Marxism, σ.153-4,157,163, Λονδίνο, 1967.

[75] CW: 10, σ.280, 284, 286.

[76] ό.π., σ. 286. (Σ.τ.Σ.) Καρλ Μαρξ-Φρίντριχ Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, «Προσφώνηση της Κεντρικής Επιτροπής στην Ένωση των Κομμουνιστών το Μάρτη του 1850», σ. 159, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα, χ.χ. (Σ.τ.Μ.)

[77] ό.π., σ. 626, 629.

[78]  CW, 6, σ. 519. (Σ.τ.Σ.) Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840, Karl Marx-Friedrich Engels, «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», σ. 502, ό.π. (Σ.τ.Μ.)

[79] S. Moore, Three Tactics: The Background in Marx, σ. 22, 32-33, Νέα  Υόρκη, 1963.

[80] CW: 10, σ. 277.

[81] Επιστολή του Ένγκελς προς την Florence Kelley-Wischnewetzky, 27 Ιανουαρίου 1887, SC, σ. 476.

[82] Σε κάθε της έκδοση αυτός ο υπότιτλος ακριβώς από κάτω από τον τίτλο της εφημερίδας.

[83] Δηλαδή η πρόβλεψη που διατυπώνεται στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», σύμφωνα με την οποία «η Γερμανία βρίσκεται στις παραμονές μιας αστικής επανάστασης» και ότι η «γερμανική αστική επανάσταση μπορεί να είναι μόνο το άμεσο προανάκρουσμα μιας προλεταριακής επανάστασης» (βλ. σχετική αναφορά και παραπομπή στην αρχή της παραγράφου). (Σ.τ.Μ.)

[84] F. Engels, Principles of Communism (1847), CW: σ. 352. (Σ.τ.Σ.) Φρίντριχ Ένγκελς,Οι αρχές του κομμουνισμού, σ. 42, εκδόσεις Αναγνωστίδη, Αθήνα, χ.χ. (Σ.τ.Μ.)

[85] F. Engels, The Constitutional Question in Germany (Ιούνιος 1847), ό.π., σ. 84.

[86] CW: 10, σ. 318. Το άρθρο γράφτηκε τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1850. (Σ.τ.Σ.) Καρλ Μαρξ, Οι συνωμότες, σ. 33, μτφ. Άντα Γαρμπή-Σωτήρης Γιαννέλης, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, Οκτώβριος 2011. (Σ.τ.Μ.)

[87] ό.π., σ. 316, 320-1. (Σ.τ.Σ.) ό.π., σ. 30, 35, 37. (Σ.τ.Μ.)

[88] Debates on Freedom of the Press (Μάιος 1842), CW: 1, σ. 153.

[89] ό.π., σ. 161.

[90] CW: 3, σ. 124, 127. Σύμφωνα με τον J.L. Talmon (Political messianism, σ. 205, Νέα Υόρκη, 1960) ο νεαρός Μαρξ  σε αυτό του το έργο «βρίσκεται εντελώς εντός της ολοκληρωτικής-δημοκρατικής παράδοσης»! . (Σ.τ.Σ.) Karl Marx, Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου, σ. 172, μτφ. Μπάμπης Λυκούδης, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 1978. (Σ.τ.Μ.)

[91] CW: 5, σ. 7. (Σ.τ.Σ.) Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840, «Για τον Feuerbach», σ. 360, ό.π. (Σ.τ.Μ.)

[92] Communist ManifestoCW: 6, σ. 497.

[93] Βλ. την εργασία μου Marx and Engels and the Concept of the PartySocialist Register, 1967, σ. 121-58.

[94] Βλ. ό.π., ειδικά σ. 123, 143.

[95] Communist Manifestoό.π.(Σ.τ.Σ.) Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840, «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», σ. 486, ό.π. (Σ.τ.Μ.)

[96] Preface (1890) to German edition of Communist ManifestoSW: 1, σ. 30. (Σ.τ.Σ.) Καρλ Μαρξ-Φρίντριχ Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, σ. 21, ό.π. (Σ.τ.Μ.)

[97] General Rules of the IWMA (Marx, Oκτώβριος 1864), SW: 1, σ. 350.

[98] Marx-Engels, Circular Letter, 17-18 Σεπτεμβρίου, 1879, SC, σ. 395, 389-90.

[99] F. Engels, The Programme of the Blanquist Communard Refugees, MEW: 18, σ. 529.

[100] Επιστολή του Μαρξ προς τον J. Weydemeyer, 5 Μαρτίου, 1852, SC, σ. 86. (Σ.τ.Σ.) Fr. Engels-K. Marx, Αλληλογραφία (1844-1860), «Ο Μαρξ στον J. Weydemeyer», σ. 107, μτφ. Λευτέρης Αποστόλου, εκδόσεις Μπάυρον, Αθήνα, 1986. (Σ.τ.Μ.)

[101] Βλ. Hal Draper, Marx and the Dictatorship of the Proletariat, Etudes de Marxologie (6), Cahiers de I’lnstitut de Science Economique Appliquée (Παρίσι, Σεπτέμβριος 1962), No.129 (Serie S, No.6), σ. 5-73.

[102] Λόγος του Μαρξ στο δείπνο των αντιπροσώπων του Συνεδρίου της Πρώτης Διεθνούς στο Λονδίνο, 1871, παρατίθεται στο M. Molnar, Le Déclin de la Première Internationaleσ. 238, Γενεύη, 1963. MEW: 17, σ. 433.

[103] F. Engels, Introduction (1891) to Marx’s Civil War in FranceSW: 1, σ. 440. Σχετικά με το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο ο Μαρξ αν και δεν χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο για την Κομμούνα, αυτή ωστόσο αποτελούσε αυτό που εκείνος κατανοούσε ως δικτατορία του προλεταριάτου, βλ. την εργασία μου The Paris Commune and Marx’s Conception of the Dictatorship of the Proletariat, στο John Hicks & Robert Tucker,Revolution and Reaction – The Paris Commune 1871, σ. 80-95 (Άμχερστ, Μασαχουσέτη, 1973.

[104] SW:1, σ. 473. (Σ.τ.Σ.) Καρλ Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, σ. 74, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2011. (Σ.τ.Μ.)

[105] First draft, K. Marx, ‘The Civil War in France’, σ. 141, Πεκίνο, 1966.

[106] SW:1, σ. 473. (Σ.τ.Σ.) Καρλ Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, σ. 74, ό.π. (Σ.τ.Μ.)

[107] First draft, σ. 157, ό.π., η έμφαση στο πρωτότυπο.

[108] Βλ. F. Jellinek, The Paris Commune of 1871, σ. 227, 295, Λονδίνο, 1937.

[109] SW: 1, σ. 478.

[110] Επιστολή του Μαρξ προς τον Ένγκελς, 6 Σεπτεμβρίου 1870, MEW: 33, σ. 54.

[111] Η Τρίτη Γαλλική Δημοκρατία είναι η περίοδος δημοκρατικής διακυβέρνησης της Γαλλίας η οποία διήρκεσε από το 1870, με την κατάρρευση του αυτοκρατορικού καθεστώτος του Ναπολέοντα Γ΄, έως το 1940, με την ήττα της Γαλλίας από την ναζιστική Γερμανία και την εγκαθίδρυση της γαλλικής κυβέρνησης του Βισύ. (Σ.τ.Μ.)

[112] Επιστολή του Ένγκελς προς τον Μαρξ, 7 Σεπτεμβρίου 1870, Επιστολή του Μαρξ προς τον Ένγκελς, 10 Σεπτεμβρίου 1870, ό.π., σ. 59, 60. Βλ. Marx’s Second Address of First International on Franco-Prussian War (Σεπτέμβριος 1870) SW:1, σ. 451-2. (Σ.τ.Σ.) Για την δεύτερη πηγή στα ελληνικά βλ. «Δεύτερη Διακήρυξη του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης Εργατών για τον γαλλο-πρωσικό πόλεμο», Καρλ Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, σ. 32-41. (Σ.τ.Μ.)

[113] Επιστολή του Μαρξ προς τον F. Domela-Nieuwenhuis, 22 Φεβρουαρίου 1881, SC, σ. 410.

[114] K. Kautsky, Terrorismus und Kommunismus, σ. 57, Βερολίνο, 1919.

[115] Επιστολή του Ένγκελς προς τον Μαρξ, 6 Ιουλίου 1869, MEW:32, σ. 336.

[116] First draft, σ. 171, ό.π.

[117] ό.π., σ. 173-7, η έμφαση στο πρωτότυπο.

[118] SW:1, σ. 438. (Σ.τ.Σ.) Καρλ Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, σ. 19-20. (Σ.τ.Μ.)

[119] ό.π., σ. 472. (Σ.τ.Σ.) Καρλ Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, σ. 72, ό.π. (Σ.τ.Μ.)

[120] ό.π., σ. 471 (Σ.τ.Σ.) Καρλ Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, σ. 70-71, ό.π. (Σ.τ.Μ.)

[121] Η Reform League («Μεταρρυθμιστικός Σύνδεσμος») ιδρύθηκε το 1865 με σκοπό την καθιέρωση του καθολικού δικαιώματος ψήφου για τους άνδρες στην Βρετανία. (Σ.τ.Μ.)

[122] Θα πρέπει ωστόσο να ληφθεί υπόψη ότι την εποχή των χαρτιστών, τουλάχιστον έως το 1848, με μια όλο και μαχητική εργατική τάξη, το καθολικό δικαίωμα ψήφου θα αποτελούσε ασφαλώς έναν μεγαλύτερο κίνδυνο για την καθεστηκυία τάξη απ’ ό,τι αργότερα. Τούτο δεν είναι άσχετο με το γεγονός ότι ενώ στην αρχή η άρχουσα τάξη στην αρχή απέρριπτε με δριμύτητα την καθιέρωση του γενικού εκλογικού δικαιώματος, ο Ντισραέλι το καθιέρωσε ευχαρίστως για την πλειοψηφία του ανδρικού πληθυσμού των εργατών των αστικών κέντρων το 1867 ως τέχνασμα για να «κατατροπώσει του Ουίγους». Βλ. Royden Harrison, Before the Socialists, σ. 80-1, 112-33, Λονδίνο, 1965.

[123] K. Marx, The Chartists (Αύγουστος 1852), CW: 11, σ. 335-6.

[124] CW:7, σ. 3, 601. (Σ.τ.Σ.) Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840, Karl Marx-Friedrich Engels, «Απαιτήσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Γερμανία», σ. 503, ό.π. (Σ.τ.Μ.)

[125] F. Engels, The Assembly at Frankfurt (Μάιος 1848), σ. 16, ό.π.

[126] CSF, σ. 65. (Σ.τ.Σ.) Καρλ Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, σ. 61, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2012 (Σ.τ.Μ)

[127] ό.π., σ. 79. (Σ.τ.Σ.) Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, σ. 80, ό.π. (Σ.τ.Μ)

[128] K. Marx, The Eighteen Brumaire of Louis Bonaparte (1851-1852), CW:11, εφεξής ΕΒ, σ. 147.

[129] CSF: σ. 131, η έμφαση στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Σ.) Καρλ Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, σ. 153, ό.π. (Σ.τ.Μ)

[130] ό.π., σ. 137 (Σ.τ.Σ.) Καρλ Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, σ. 162, ό.π. (Σ.τ.Μ)

[131] EB, σ. 109-10.

[132] ό.π. (Σ.τ.Σ.) Καρλ Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, σ. 25, μτφ. Φ. Φωτίου, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1986. (Σ.τ.Μ.)

[133] CSF, σ. 56. (Σ.τ.Σ.) Καρλ Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, σ. 47, ό.π. (Σ.τ.Μ)

[134] ό.π., σ. 69, η έμφαση στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Σ.) Καρλ Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, σ. 66, ό.π. (Σ.τ.Μ)

[135] SW: σ. 463.

[136] First Draft, σ. 169, ό.π.

[137] EB, σ. 191, 193, η έμφαση στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Σ.) Καρλ Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, σ. 162, 166, ό.π. (Σ.τ.Μ.)

[138] CSF, σ. 57. (Σ.τ.Σ.)  Καρλ Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, σ. 49, ό.π. (Σ.τ.Μ)

[139] F. Engels, The European Workers in 1877 (1878), ΜΕW: 19, σ. 133.

[140] Την αντίληψη αυτή απέδωσαν στον Μαρξ ειδικά οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες θεωρητικοί. Βλ. π.χ. H. Cunow, Die Marxsche Geshichts, Gesellschafts und Staatsauffassugn, σ. 329, Βερολίνο, 1920. «Κατά την άποψη του Μαρξ το προλεταριάτο θα ανέλθει στην εξουσία μονάχα όταν ήδη θα αποτελεί την πλειονότητα του πληθυσμού». Ο Καρλ Κάουτσκυ έγραφε στο έργο του «Η δικτατορία του προλεταριάτου»: «Η δικτατορία του προλεταριάτου ήταν [για τον Μαρξ] ένα καθεστώς που κατ’ ανάγκη αναφύεται μέσα σε μια πραγματική δημοκρατία, χάριν του γεγονότος ότι το προλεταριάτο αποτελεί την συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού» (Karl Kautsky, Dictatorship of the Proletariat, Μάντσεστερ, 1919). Όμως στην επόμενη σελίδα τροποποιεί τούτη του την δήλωση και γράφει ότι «κατά κανόνα το προλεταριάτο κατακτά την εξουσία όταν αποτελεί την πλειονότητα του πληθυσμού ή, τουλάχιστον έχει την πλειονότητα του πληθυσμού με το μέρος του… Αυτή ήταν η γνώμη του Μαρξ και του Ένγκελς» (σ. 45-6, ό.π.)

[141] Principles of Communism, CW: 6, σ. 350, η έμφαση στο πρωτότυπο.

[142] SW: 1, σ. 124.

[143] Απόδοση στα ελληνικά του αγγλικού όρου “estate” (γαλλικά état), ο οποίος, σε αντίθεση με την «κοινωνική τάξη» ([social] class), αναφέρεται στην έννοια «τάξη» όχι με βάση κυρίως την οικονομική θέση των διαφόρων κοινωνικών ομάδων, αλλά με την προ-καπιταλιστική και ιδιαίτερα με τη μεσαιωνική έννοια, η οποία προσδιορίζει μια κλειστή κατηγορία του γενικού πληθυσμού, πολλές φορές ανεξάρτητα από την οικονομική θέση των μελών της, η οποία κατείχε αυστηρά καθορισμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις με βάση την υπαγωγή της σε ένα ιδιαίτερο νομικό καθεστώς (π.χ. οι Τρεις Τάξεις της μεσαιωνικής Γαλλίας, δηλ. οι ευγενείς, ο κλήρος και ο λαός). Βλ. H. Lefévre, Η κοινωνιολογία του Μαρξ, Gutemberg, Αθήνα 1982, σ. 30-31, σημείωση Δ. Γ. Τσαούση). (Σ.τ.Μ.)

[144] K. Marx, The Berlin National-Zeitung to the Primary Electors (Ιανουάριος 1849) CW: 8, σ. 271-2.

[145] Επιστολή του Ένγκελς προς τον Λαφάργκ, 12 Νοεμβρίου 1892, Engels–LafargueCorrespondance, τόμος 3, σ. 229, Παρίσι, 1959.

[146] SW: σ. 291. (Σ.τ.Σ.) Φρίντριχ Ένγκελς, Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, σ. 214, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα (Σ.τ.Μ.)

[147] Considerants du Programme du POF (1880), K. Marx, Oeuvres. Economie I, σ. 1538, Παρίσι, 1963.

[148] TC, σ. 172.

[149] SW:1, σ. 119-120, 123-4. (Σ.τ.Σ.) Καρλ Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, σ. 23, ό.π. (Σ.τ.Μ)

[150] ό.π., σ. 115. (Σ.τ.Σ.) Καρλ Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, σ. 23, ό.π. (Σ.τ.Μ)

[151] Βλ. π.χ. S. Moore, ό.π., σ. 54.

[152] SW:1, σ. 119. Στην πραγματικότητα στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» δεν γίνεται λόγος περί γενικού εκλογικού δικαιώματος, αλλά ο Ένγκελς υποδηλώνει εδώ την φράση του «Μανιφέστου» «αγωνιστική κατάκτηση της δημοκρατίας» (CW:6, s. 504). (Σ.τ.Σ.) [«το πρώτο βήμα για την εργατική επανάσταση είναι η ανόρθωση του προλεταριάτου σε κυρίαρχη τάξη, η αγωνιστική κατάκτηση της δημοκρατίας», Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840, σ. 491. (Σ.τ.Μ.). Επίσης, Καρλ Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, σ. 22, ό.π. (Σ.τ.Μ)]

[153] ό.π., σ. 495. (Σ.τ.Σ.) Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840, σ. 485. (Σ.τ.Μ.)

[154] SW:1, σ. 123, Καρλ Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, σ. 22, ό.π. (Σ.τ.Μ)

[155] ό.π., σ. 124-5. (Σ.τ.Σ.) Καρλ Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, σ. 31, ό.π. (Σ.τ.Μ)

[156] Speech on the Hague Congress (8 Σεπτεμβρίου 1872), The First International after Marx, σ. 324, Λονδίνο, 1974. (Σ.τ.Μ.)

[157] ό.π. (Σ.τ.Σ.) Καρλ Μαρξ, Για το κράτος, σ. 66, μτφ. Τάσος Κυπριανίδης, Εξάντας, Αθήνα, 1989, «Λόγος του Μαρξ σχετικά με το συνέδριο της Χάγης της [1ης] Διεθνούς» (Σεπτέμβριος 1872, MEW. τ. 18, σελ. 160-161). Όταν ο Μαρξ λέει «ήπειρος» αναφέρεται στην ηπειρωτική Ευρώπη. (Σ.τ.Μ.)

[158] Engels-Lafargue, Correspondance, ό.π., σ. 404, η έμφαση στο πρωτότυπο.

[159] Επιστολή του Ένγκελς προς τον Richard Fischer, 8 Μαρτίου 1895, MEW:39, σ. 425-6.

[160] K. Marx, Critique of the Gotha Programme (1875), SW:2, σ. 31. (Σ.τ.Σ.) Καρλ Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκότα, σ. 36, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2007. (Σ.τ.Μ.)

[161] Notes on the Reichstag Debate, MEW:34, σ. 498-9.

[162] K. Popper, The Open Society and its Enemies, τόμος 2, σ. 152, Λονδίνο, 1980.

[163] Principles of Communism, CW: 6, σ. 349.

[164] F. Engels, Critique of Draft Social Democratic Programme (1891), MEW: 22, σ. 234-5. (Σ.τ.Σ.) Μαρξ-Ένγκελς, Κριτική των Προγραμμάτων Γκότα και Ερφούρτης, σ. 79, 81, μτφ. Κώστας Σκλάβος, εκδόσεις Μαρή και Κοροντζή, Αθήνα, 1946. (Σ.τ.Μ.)

[165] CW: 6, σ. 495, 519. (Σ.τ.Σ.) Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840, Karl Marx-Friedrich Engels, «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», σ. 502, ό.π. (Σ.τ.Μ.)

[166] Marx-Engels, Gesamtausgabe (MEGA), Probeband, σ. 277, Βερολίνο, 1972.

[167] Engels to V.I. Zasulich, Απρίλιος 23, 1885, SC, σ. 459-60.

[168] ό.π., σ. 459.

[169] SW: l, σ. 471.

[170] First Draft, ό.π., σ. 169.

[171] SW: 1, σ. 123. η έμφαση είναι δική μας.

[172] Origin of the Family, SW: 2, σ. 292. (Σ.τ.Σ.). Ολόκληρο το απόσπασμα έχει ως εξής: «Η κοινωνία που οργανώνει με νέο τρόπο την παραγωγή πάνω στη βάση ελεύθερης και ίσης οργάνωσης των παραγωγών, θα βάλει ολόκληρη την κρατική μηχανή εκεί όπου θα είναι τότε η θέση της: στο μουσείο των αρχαιοτήτων, δίπλα στο ροδάνι και το μπρούτζινο τσεκούρι». Φρίντριχ Ένγκελς, Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, σ. 215, ό.π. (Σ.τ.Μ.)

[173] Letter from Deutch-Französische Jahrbücher (Σεπτέμβριος 1843), CW: 3, σ. 144. (Σ.τ.Σ.) Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840, σ. 199, ό.π. η έμφαση στο πρωτότυπο (Σ.τ.Μ.)

[174] Επιστολή του Ένγκελς προς τον Κάουτσκυ, 12 Σεπτεμβρίου 1882, SC, σ. 423, βλ. επίσης MEW:35, σ. 358.

[175] J.L. Talmon, The Origins of Totalitarian Democracy, σ. 249, Λονδίνο, 1970.

 

πηγή:

 

https://engymo.wordpress.com/2016/10/17/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BE-%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%BA%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%B1/

Posted in: Uncategorized