ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ THINK TANK ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΥΞΑΝΟΜΕΝΟ ΚΙΝΔΥΝΟ ΠΥΡΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Posted on 22 Ὀκτωβρίου 2016

0


ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ THINK TANK ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΥΞΑΝΟΜΕΝΟ ΚΙΝΔΥΝΟ ΠΥΡΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

the_third_level_of_sm-3_missile_e28093_accelerating
Peter Schwarz, German think tank warns of growing nuclear war danger, wsws.org, 15 Οκτώβρη 2016  
Μετάφραση για το avantgarde: Δ. Κούλος

Τον Σεπτέμβριο το Γερμανικό φιλοκυβερνητικό think tank “Stiftung Wissenschaft und Politik” (SWP) δημοσίευσε μια μελέτη για τις επιπτώσεις που έχει η πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στην Ρωσία και την Ευρωπαϊκή ασφάλεια [1]. Το 28σέλιδο κείμενο απευθύνεται σε επαγγελματικό κοινό, και είναι γραμμένο με στρατιωτική και πολιτική ορολογία, αναφερόμενο στην εξόντωση εκατομμυρίων ανθρώπινων ζωών με όρους τέτοιους ως εάν να επρόκειτο για την λύση σε κάποιο τεχνικής φύσεως πρόβλημα.

Αυτή η πεζή όμως γλώσσα κρύβει ένα εφιαλτικό σενάριο. Η πολιτική της Αμερικής ως προς τους Ρώσους, όπως περιγράφηκε από την μελέτη του SWP, επικεντρώνεται κυρίως στην προετοιμασία για έναν πυρηνικό πόλεμο, ο οποίος θα εμπλέξει μεγάλα τμήματα της Ευρώπης. Εάν τα συμπεράσματα της μελέτης πρόκειται να ληφθούν σοβαρά υπόψη, τότε ο κίνδυνος να πεθάνει η σημερινή γενιά μέσα σε μια βίαιη ατομική θύελλα είναι ανησυχητικά υψηλός.

Ο συγγραφέας της μελέτης, Dr. Peter Rudolf, εργαζόμενος στο SWP, όχι μόνο παραθέτει τις δικές του εκτιμήσεις, αλλά και σε κάθε παράγραφο αναφέρει και άλλες πηγές. Το κείμενο περιλαμβάνει 118 υποσημειώσεις, κάθε μία από τις οποίες αναφέρεται σε πολλά και διάφορα άρθρα περιοδικών σχετικών με την εξωτερική πολιτική και τον στρατό, καθώς και δηλώσεις πολιτικών ηγετών. Η μελέτη συμπυκνώνει την αντιπαράθεση που λαμβάνει χώρα αυτή την στιγμή μέσα στους ηγετικούς κύκλους του πολιτικού και στρατιωτικού κατεστημένου.

Ήδη από την αρχή της η μελέτη τονίζει πως ο κίνδυνος πυρηνικού πολέμου δεν είναι αφηρημένος ή και ένας υποθετικός κίνδυνος. «Το πρώτο και πιο σημαντικό δομικό χαρακτηριστικό» των Αμερικανο-ρωσικών σχέσεων, η μελέτη το ονομάζει σαν «την δυνατότητα αμοιβαίου πυρηνικού αφανισμού».

Σχεδόν 25 χρόνια μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και η Ρωσία, που διαθέτουν από κοινού «σχεδόν το 90% όλων των πυρηνικών όπλων στον κόσμο», διατηρούν τα στρατηγικά πυρηνικά όπλα τους «σε διαρκή ετοιμότητα για μάχη». «Θέλουν να εξασφαλίσουν», λέει η μελέτη, «ότι ακόμα και κάτω από μεγάλη πίεση χρόνου αν χρειαστεί, θα  είναι έτοιμοι να πάρουν την απόφαση να κάνουν χρήση των πυρηνικών τους οπλοστασίων… Αυτό γίνεται για να αποτραπεί ο κίνδυνος να καταστραφούν τα πυρηνικά όπλα του καθενός από ένα πρώτο χτύπημα».

Η μελέτη επικεντρώνει στο πολύ σύντομο χρονικό πλαίσιο για την λήψη απόφασης, σαν κάτι που είναι «κάθε άλλο παρά ευνοϊκό» «για την σταθεροποίηση της κρίσης». Οι ώρες πτήσης των βαλλιστικών πυραύλων μεταξύ των δύο χωρών κυμαίνονται στα «11 λεπτά για τους πυραύλους στην θάλασσα και 30 λεπτά για τους χερσαίους».

Ο κίνδυνος πως μια πολιτική κρίση, θα μπορούσε «κατά λάθος» να καταλήξει σε μια πυρηνική ανταλλαγή οφείλεται σε αυτούς τους πολύ σύντομους χρόνους αντίδρασης, και ως εκ τούτου είναι ιδιαίτερα αυξημένος. Αυτό ο κίνδυνος εντείνεται περεταίρω  από την σκληρότητα με την οποία οι ΗΠΑ και σύμμαχοι του ΝΑΤΟ κλιμακώνουν την σύγκρουση με την Ρωσία στην Ανατολική Ευρώπη και στην Συρία, αλλά και από τον προηγμένο σχεδιασμό για έναν πυρηνικό πόλεμο.

Σύμφωνα με την μελέτη του SWP «μια αναζωογονημένη Ρωσία, τουλάχιστον από την σκοπιά των στρατιωτικών σχεδιαστών του Πενταγώνου», θεωρείται «σαν δυνητικός εχθρός, σε μια εποχή που εκτυλίσσονται νέες συγκρούσεις μεγάλων δυνάμεων. Αντιμετωπίζεται σαν ένας εχθρός ο οποίος- όπως και η Κίνα- πρέπει να αποτραπεί η δυνατότητά του να κυριαρχήσει στην διεξαγόμενη σύγκρουση». Για την αποτροπή αυτής της δυνατότητας, σύμφωνα πάντα με την μελέτη, υπάρχουν τρεις προσεγγίσεις περί στρατηγικής στις ΗΠΑ.

Η πρώτη σχολή σκέψης, στην οποία η μελέτη αναφέρεται ως σχολή «Επιθετικής Νέο-Συγκράτησης (confrontational Neo-Containment), επικεντρώνει στην άνευ όρων αντιπαράθεση. Απορρίπτει τη «συζήτηση για τα υποτιθέμενα ή πραγματικά συμφέροντα της ασφάλειας της Ρωσίας». «Αντίθετα, η εξωτερική πίεση πρέπει να ενταθεί και η Ρωσία να εξαναγκαστεί σε μια κούρσα εξοπλισμών, σύμφωνα με την λογική της συγκεκριμένη σχολής σκέψης».

Η δεύτερη σχολή σκέψης συνηγορεί υπέρ «μιας προσέγγισης στην βάση της realpolitik αναφορικά με τα ζητήματα διαχείρισης των Αμερικανο-ρωσικών σχέσεων». Προτείνει να αναγνωριστούν οι αξιώσεις της Ρωσίας για σφαίρες επιρροής στην περιφέρειά της, «υπέρ του συμφέροντος μια ρυθμισμένης αντιπαλότητας» ενώ «την ίδια στιγμή, να καταστεί σαφές πως κάθε επιθετική κίνηση εναντίον ενός μέλους του ΝΑΤΟ θα απαντηθεί στρατιωτικά».

Τέλος, υπάρχει και μια ακόμη σχολή σκέψης που έχει μια «συνεργατική και συμμετοχική προσέγγιση». Προϋποθέτει αυτοκριτικά «ότι οι ΗΠΑ φέρουν μερίδιο της ευθύνης για την επιδείνωση των διμερών σχέσεων, ιδιαίτερα εξαιτίας της επέκτασης του ΝΑΤΟ σε μια περίοδο που η Ρωσία ήταν αδύναμη, αλλά και εξαιτίας της προώθησης της πυραυλικής άμυνας», και τάσσεται υπέρ «μιας διαφορετικής προσέγγισης, συνδυάζοντας την ετοιμότητα για συνεργασία και την άμβλυνση του κινδύνου».

Η μελέτη κατατάσσει την κυβέρνηση Ομπάμα στα πλαίσια της τρίτης, της «συνεργατικής-ενοποιητικής» σχολής. Αυτό είναι αξιοσημείωτο, αν αναλογιστεί κανείς πως ο Μπάρακ Ομπάμα είναι ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος που κατά την διάρκεια της οκταετούς θητείας του, η χώρα εξαπέλυε συνεχώς πολέμους. Η λίστα με τα πολιτικά επιτεύγματα του Ομπάμα περιλαμβάνει: την στήριξη του ακροδεξιού πραξικοπήματος στο Κίεβο εναντίον της Ρωσίας, την τεράστια ανάπτυξη των ΝΑΤΟϊκών στρατευμάτων στα Δυτικά σύνορα της Ρωσίας, την άνευ όρων εγγύηση στρατιωτικής βοήθειας στα επιθετικά Βαλτικά κράτη, και την κλιμάκωση του πολέμου στην Συρία, πράγμα που θα μπορούσε να προκαλέσει μια άμεση  στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ της Αμερικής και της Ρωσίας.

Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς, συνεπώς, τι θα συνέβαινε εάν μια από τις δύο άλλες, πιο συγκρουσιακές σχολές σκέψεις επικρατούσε, στα πλαίσια της οποίας ο κορυφαίος υποψήφιος για την Αμερικανική προεδρία, η Χίλαρι Κλίντον, είχε σημαντική επιρροή. Επί του ζητήματος αυτού, η Κλίντον επιτίθεται στον φασίζοντα αντίπαλό της Ντόναλντ Τραμπ από τα δεξιά, κατηγορώντας τον για επίδειξη αδυναμίας μπροστά στην Ρωσία.

Το πόσο πολύ έχουν προχωρήσει τα σχέδια και οι προετοιμασίες για ένα πυρηνικό πόλεμο εναντίον της Ρωσίας (και της Κίνας) μέσα στα πιο στρατηγικά think tanks και στους ηγετικούς στρατιωτικούς κύκλους, καθίσταται σαφές στο κεφάλαιο «Νέα αντιπαράθεση και οι συνέπειές της» της μελέτης του SWP. Οι κίνδυνοι για μια πυρηνική κλιμάκωση της σύγκρουσης με την Ρωσία είναι πλέον υψηλότεροι από ό,τι ήταν στην διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, και συνεχίζουν να αυξάνονται.

Οι «άτυποι κανόνες και τα καθεστώτα» που θα μπορούσαν να μετριάσουν τον πανταχού παρόντα κίνδυνο μιας στρατιωτικής κλιμάκωσης της σύγκρουσης Ανατολής-Δύσης, αυτή την στιγμή έχουν χαθεί, σύμφωνα με την μελέτη. «Αυτό που επίσης έχει εξαφανιστεί είναι η πολιτική ευαισθησία στην διευθέτηση στρατιωτικών κινδύνων, και συγκεκριμένα ο κίνδυνος μιας πιθανής πυρηνικής κλιμάκωσης, αν αποτύχει η αποτροπή του».

Η μελέτη δείχνει αναλυτικά με ποιο τρόπο «η ενίσχυση των συμβατικών μέσων αποτροπής» από το NATO- δηλαδή η στάθμευση στρατευμάτων στα Ρωσικά σύνορα, τα σχέδια για την ενίσχυσή τους κλπ- θέτουν σε κίνηση μια δυναμική εξοπλισμών που οδηγεί αναπόφευκτα στην πυρηνική κλιμάκωση. «Η νέα πολιτική αποτροπής στην Ευρώπη πολύ δύσκολα θα περιοριστεί σε συμβατικό επίπεδο, όπως μπορεί πολλές φορές κανείς να περιμένει ή να ελπίζει». «Η αξιοπιστία άλλωστε της διευρυμένης αποτροπής, πάντα βασιζόταν στην δυνατότητα επιλογής του δρόμου της πυρηνικής κλιμάκωσης».

Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να γίνει κατανοητό το τελικό κείμενο της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στην Βαρσοβία τον Ιούλιο του 2016. «Λέει ότι το ΝΑΤΟ παραμένει μια «πυρηνική συμμαχία» και, στην περίπτωση της απειλής της βασικής ασφάλειας ενός κράτους-μέλους, έχει την ικανότητα και την αποφασιστικότητα να προξενήσει ανυπολόγιστη ζημιά στον αντίπαλο».

«Για πρώτη φορά μετά την λήξη της σύγκρουσης Ανατολής-Δύσης», συνεχίζει η μελέτη, «υπάρχουν και πάλι απόψεις μέσα στο ΝΑΤΟ που υποστηρίζουν την διεξαγωγή ασκήσεων με σενάρια στα πλαίσια των οποίων θα μπορούσε να υπάρξει μια πυρηνική κλιμάκωση. Ο κίνδυνος ενός πυρηνικού πολέμου στην Ευρώπη σαν αποτέλεσμα της κλιμακούμενης κρίσης απειλεί να επιστρέψει».

Μεταξύ των σχετικών κειμένων στα οποία αναφέρεται η μελέτη είναι και το δοκίμιο «Γιατί ένας πυρηνικός πόλεμος θα ξεκινούσε κατά πάσα πιθανότητα στα Βαλτικά κράτη»[2], το οποίο εμφανίστηκε στο συντηρητικό Αμερικανικό περιοδικό εξωτερικής πολιτικής «Εθνικό Συμφέρον» (National Interest) στις 20 Ιουλίου του 2016.

Το άρθρο κατηγορεί την Αμερικανική κυβέρνηση πως δεν λαμβάνει αρκετά σοβαρά υπόψη της την περίπτωση πυρηνικού πολέμου μεταξύ της Αμερικής και της Ρωσίας μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, και ότι έχει παραμελήσει τις δυνατότητές της αναφορικά με τα ατομικά όπλα. Στην πραγματικότητα, σημειώνει, μια τέτοια δυνατότητα όχι μόνο υπάρχει, αλλά γίνεται ολοένα και πιο πιθανή. Το άρθρο στη συνέχεια παραθέτει οκτώ λόγους για τους οποίους ο μεγαλύτερος κίνδυνος για έναν τέτοιο πόλεμο σχετίζεται με τα Βαλτικά κράτη.

Αναφέρεται σε δήλωση του Προέδρου Ομπάμα κατά την διάρκεια επίσκεψής του στην Εσθονία πριν από δύο χρόνια, ότι «η άμυνα των πρωτευουσών των τριών χωρών είναι τόσο σημαντική όσο η άμυνα του Βερολίνου, του Παρισιού και του Λονδίνου». Αυτός είναι «ένας αξιοσημείωτος ισχυρισμός» αν κάποιος συνειδητοποιήσει ότι «ο πληθυσμός του μητροπολιτικού Λονδίνου (περίπου 8 εκατομμύρια) είναι μεγαλύτερος από αυτόν και των τριών κρατών της Βαλτικής μαζί (περίπου 6 εκατομμύρια) και ότι η ανατολική ακτή της Βαλτικής Θάλασσας είναι πολύ κοντά στην Ρωσική ενδοχώρα».

Στην συνέχεια υποστηρίζει πως, εξαιτίας της υπεροχής των συμβατικών Ρωσικών δυνάμεων στην περιοχή, η συμμόρφωση με την εγγύηση για ασφάλεια των Βαλτικών κρατών θα οδηγούσε σχεδόν αυτόματα σε πυρηνική κλιμάκωση.

«Η κατάληξη είναι πως όλα τα συστατικά στοιχεία για μια σύγκρουση Ανατολής-Δύσης που θα κλιμακωθεί σε πυρηνικό πόλεμο είναι υπαρκτά στην Ανατολική περιοχή της Βαλτικής», καταλήγει το άρθρο. Αυτή είναι «μια συνταγή για την καταστροφή».

Η μελέτη του SWP, που γενικά προωθεί μια φιλο-Αμερικανική γραμμή, δεν εμβαθύνει στις αιτίες και στο υπόβαθρο του δρόμου των ΗΠΑ προς τον πόλεμο. Μόνο σε ένα σημείο υπαινίσσεται πως όλο αυτό έχει να κάνει με τον αγώνα για παγκόσμια κυριαρχία. Οι ΗΠΑ βλέπουν τον εαυτό τους «σε μια εποχή επανεμφάνισης συγκρούσεων μεγάλων δυνάμεων», σημειώνει. «Η Ρωσία και η Κίνα είναι οι δυνητικοί εχθροί που πρέπει να αποτραπούν ως τέτοιοι μέσω της στρατιωτικής υπεροχής- και μέσω της ικανότητας για κυριαρχία στις συγκρούσεις».

activated the old, never vanished but seldom openly articulated core power interests of the USA, which, in the 1940s, under the influence of geo-political thinking

Οι αλλαγές στην κατάσταση της διεθνούς ασφάλειας έχουν «ενεργοποιήσει τον παλιό ισχυρό πυρήνα συμφερόντων της Αμερικής, ο οποίος ποτέ δεν εξαφανίστηκε αν και σπάνια εκφράζεται ανοιχτά. Ο πυρήνας αυτός αναπτύχθηκε το 1940, κάτω από την επιρροή της γεωπολιτικής σκέψης, και ακολουθείται έκτοτε. Συγκεκριμένα, συνίσταται στο να αποτρέψει σε μια ή περισσότερες εχθρικές μεγάλες δυνάμεις να ελέγξουν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές στην Ευρασία και να αποκτήσουν δύναμη που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την Αμερικανική υπεροχή».

Η μελέτη του SWP δεν ασχολείται με τις Ευρωπαϊκές αντιδράσεις, αν και η ειλικρίνεια με την οποία αντιμετωπίζει τον κίνδυνο ενός πυρηνικού πολέμου εκφράζει μια ανησυχία σχετικά με τις συνέπειες της πολιτικής της Αμερικής απέναντι στην Ρωσία. Θα περίμενε κανείς τα Ευρωπαϊκά κράτη να δείξουν περισσότερη αυτοσυγκράτηση μπροστά στον επικείμενο κίνδυνο που απειλεί να αποτεφρώσει μεγάλα κομμάτια της Ευρώπης. Ωστόσο το αντίθετο συμβαίνει.

Ενώ η Γερμανία και η Γαλλία αρνήθηκαν να υποστηρίξουν ενεργά τον πόλεμο στο Ιράκ το 2003 και η Γερμανία δεν εμπλέχτηκε στον πόλεμο στην  Λιβύη, το Παρίσι και το Βερολίνο, όπως και το Λονδίνο, πλέον συμμετέχουν  από κοινού στην κλιμάκωση της σύγκρουσης με την Ρωσία στην Συρία και στην ανάπτυξη του ΝΑΤΟ στα Ρωσικά σύνορα.

Ο Γάλλος Υπουργός Εξωτερικών Jean-Marc Ayrault έχει δημόσια κατηγορήσει τον Ρώσο Πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν για εγκλήματα πολέμου. Ο  Πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ ακύρωσε μια συνάντηση με τον Πούτιν στο Παρίσι. Ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Μπόρις Τζόνσον καλεί σε διαμαρτυρία έξω από την Ρωσική πρεσβεία. Το Βερολίνο ενίσχυσε τα στρατεύματά του στην Μέση Ανατολή. Και τα Γερμανικά ΜΜΕ είναι γεμάτα από εμπρηστικά άρθρα εναντίον της Ρωσίας.

Αυτό δεν σημαίνει πως υπάρχει πολιτική συμφωνία μεταξύ της Ευρώπης και των ΗΠΑ- στην πραγματικότητα οι πολιτικές και οικονομικές εντάσεις δυναμώνουν. Αλλά οι άρχουσες τάξεις της Ευρώπης αντιδρούν στις ίδιες αντικειμενικές εξελίξεις που επικρατούν και στις ΗΠΑ. Αντιμέτωπες με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση που μαίνεται από το 2008, τις αυξανόμενες κοινωνικές εντάσεις στο εσωτερικό και τον κίνδυνο βίαιων ταξικών αγώνων, αντιδρούν κάνοντας στροφή προς τον μιλιταρισμό, τον πόλεμο και την αυταρχική μορφή διακυβέρνησης.

Ο κίνδυνος του πυρηνικού αφανισμού δεν θα τους αποτρέψει από τον στόχο τους, όπως η προβλεπόμενη καταστροφή δεν τους εμπόδισε το 1914 και το 1939 από το να σπρώξουν την ανθρωπότητα μέσα στην κόλαση του Πρώτου και Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Μόνο ένα ανεξάρτητο, διεθνές κίνημα της εργατικής τάξης εναντίον του πολέμου και της αιτίας του, του καπιταλισμού, μπορεί να αποτρέψει μια πυρηνική καταστροφή.

Σημειώσεις:

[1] Peter Rudolf, “Amerikanische Russland-Politik und europäische Sicherheitsordnung” (“American policy on Russia and European security order”), SWP Research Paper September 2016

[2] Loren B. Thompson, “Why the Baltic States Are Where Nuclear War Is Most Likely to Begin”, The National Interest, 20.7.2016

https://avantgarde2009.wordpress.com/2016/10/22/deutsch_think_tank_proeidopoiei_gia_pyrhniko_polemo/

Posted in: Uncategorized