Σίντνεϋ Πάρκερ (1973) – Κάποιες σημειώσεις για τον αναρχισμό και τον προλεταριακό μύθο.

Posted on 23 Ὀκτωβρίου 2016

0


Σίντνεϋ Πάρκερ (1973) – Κάποιες σημειώσεις για τον αναρχισμό και τον προλεταριακό μύθο.

 

Το ζήτημα του Αναρχισμού δεν είναι θέμα μιας μόνο τάξης, επομένως ούτε και της εργατικής τάξης, είναι ζήτημα κάθε ατόμου που θεωρεί ότι η προσωπική του ελευθερία έχει αξία..”

John Henry Mackay.

Oι αφέντες ποτέ δεν στερήθηκαν μια καλοσυνάτη και εργατική δύναμη, για να επαναφέρουν τους Φυγάδες. Ούτε και σήμερα τη στερούνται. Πείτε τους όπως θέλετε, συνηθισμένους ανθρώπους, μάζες, προλετάριους, είναι πάντοτε το πρώτο ανάμεσα σε άλλα μέσα συμμόρφωσης.

Paul Herr.

1

Για πολλά χρόνια, ο Τύπος και οι ιστορικοί συνέδεαν τον Αναρχισμό με ένα είδος αντιπολιτικού κρατικού σοσιαλισμού, βασισμένου στο μεσσιανικό ρόλο του “λαού” ή και των “εργατών”. Αυτήν την οπτική ενθάρρυναν και αρκετοί αυτοαποκαλούμενοι αναρχικοί, που στην ουσία είναι κολλεκτιβιστές που απεχθάνονται τον συγκεντρωτισμό. Παρά τις όποιες τροποποιήσεις επέβαλε η ίδια η πραγματικότητα στους πιο αδιάλλακτους λαϊκιστές, η ψευδαίσθηση επιμένει ακόμα όπως κάνουν συνήθως οι ψευδαισθήσεις.

Το πρώτο μέρος αυτού του δοκιμίου είναι αφιερωμένο σε μια κριτική της ψευδαίσθησης αυτής. Γιατί οι “μάζες” συνεχίζουν να μην ανταποκρίνονται στο “αναρχικό” μήνυμα; Ίσως επειδή αυτό απευθύνεται μόνο σε μια μειοψηφία; Κι αν ναι, τότε δε θα ήταν καλύτερα να προσαρμόσει κανείς αντίστοιχα τις απόψεις του;

Ένα σημαντικό στοιχείο του λαϊκίστικου μύθου, είναι η αντίληψη ότι κατά τη διάρκεια των ιστορικών επαναστάσεων, είναι ότι ο “λαός” ξεσηκώνεται ως ολότητα και ανατρέπει τους αφέντες του. Υποτίθεται ότι βρίσκονται ενστικτωδώς από την πλευρά της “ελευθερίας”. Αυτή η υπόθεση γίνεται επειδή ο εργάτης είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης, γιατί υπόκειται στις επιθυμίες των αφεντικών του, επομένως πρέπει εξατίας αυτής της κατάστασής του να επιθυμεί να είναι “ελεύθερος” κι έτσι να ανταποκρίνεται ευκολότερα στις αναρχικές ιδέες απ’ ότι μέλη άλλων τάξεων.

Υποστηρικτικά ως προς το συλλογισμό αυτό, οι προλεταρικοί μυθολόγοι συλλέγουν με επιμέλεια δείγματα πληροφοριών σε σχέση με την “άμεση δράση των μαζών”. Μας λένε για τη μάυρη σημαία που ανέμιζε πάνω απο εργοστάσια κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Κορέα, εκστασιάζονται όταν μιλούν για την εξέγερση του Βερολίνου το 1953, αυτή στην Ουγγαρία το 1956, ενθουσιάζονται με τις πρώτες μέρες του καθεστώτος Κάστρο στην Κούβα και τις μέρες του Μάη στο Παρίσι του 1968, πόσο μάλλον με την Παρισινή Κομμούνα, τη Μεξικανική, τη Σοβιετική και την Ισπανική επανάσταση. Αυτό που δεν ξεψαχνίζουν είναι τα πολύ πιο πολυάριθμα και επίμονα παραδείγματα των προλετάριων που υποστηρίζουν τους κυβερνώντες που τους ταϊζουν- που στελεχώνουν τη μεγάλη μάζα του προσωπικού φυλακών, αστυνομίας και στρατιωτικών υπηρεσιών, που είναι “πάντοτε το πρώτο ανάμεσα σε άλλα μέσα συμμόρφωσης” και που καταδιώκουν το ξεχωριστό άτομο κραυγάζοντας για κονφορμισμό.

Ένα από τα πιο βαριά φορτία που έχουν να κουβαλάνε οι αναρχικοί είναι αυτή η σύνδεση με την ανιαρή “εργατική” κουλτούρα αυτών των “συνηθσιμένων και προσγειωμένων” εκατομμυρίων, που έγιναν εθελοντικά το ποίμνιο των κηρύκων και των αφεντών τους δια μέσου των αιώνων. Οι προλεταριακοί μυθολόγοι μπορούν να πάνε όσο πίσω χρειαστεί στο παρελθόν για να βρουν παραδείγματα “άμεσης δράσης” και ”δημιουργικότητας” από πλευράς του “λαού”. Αυτό που δεν μπορούν να κάνουν είναι να δείξουν πώς αυτά ποτέ υποκατέστησαν εξουσιαστικά συστήματα, ή ότι δεν έφεραν μέσα τους τους σπόρους νέων μορφών εξουσίας. Πράγματι, τα συντριπτικά ιστορικά στοιχεία υποστηρίζουν την προκλητική θέση του Έρικ Χόφφερ στο “Ο πραγματικός πιστός” ότι συνήθως οι μάζες παίρνουν αυτά που θέλουν από “επιτυχημένες” επαναστάσεις – ένας ισχυρός αφέντης – κι ότι οι μόνοι που απογοητεύτηκαν ήταν οι πνευματικοί τους πρόδρομοι (όταν αποδεκατίστηκαν). Υποστηρίζουν επίσης τα μελαγχολικά συμπεράσματα της Σάημον Γουέι στις συνδικαλιστικές μέρες της:

Μπορούν οι εργατικές οργανώσεις να δώσουν στο προλεταριάτο τη δύναμη που του λείπει; Η ίδια η πολυπλοκότητα του καπιταλιστικού συστήματος κι επακόλουθα των ζητημάτων που αναδεικνύει ο αγώνας που πρέπει να έρθει σε πέρας, φέρουν μέσα στην ίδια την καρδιά του κινήματος της εργατικής τάξης, τον υποτιμητικό διαχωρισμό της εργασίας σε χειρωνακτική και πνευματική. Ο αυθόρμητος αγώνας αποδείχτηκε σχεδόν πάντα αναποτελεσματικός και η οργανωμένη δράση σχεδόν αυτόματα αποκρύπτει ένα διαχειριστικό μηχανισμό ο οποίος αργά ή γρήγορα γίνεται καταπιεστικός.”

2

Θ’ αρνιόμουν την ύπαρξη της ταξικής πάλης λοιπόν; Όχι δεν το κάνω. Υπάρχει όμως αξιοσημείωτη σύγχυση ανάμεσα στο γεγονός της ταξικής πάλης και στη θεωρία της.

Το γεγονός είναι η αναντίρρητη ύπαρξη μιας σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ εργαζομένων κι εργοδοτών- είτε κρατικών είτε ιδιωτικών. Η αυνειδητοποίηση και η έκταση αυτής της σύγκρουσης δεν έιναι τόσο διαδεδομένες όσο οι κήρυκες του “ταξικού πολέμου” θα ήθελαν να πιστεύουν αυτοί και άλλοι διάφοροι, υπάρχει όμως και έχει κατά καιρούς καταλήξει σε βελτιωμένες συνθήκες για τους εργαζόμενους. Είναι τόσο φυσικό να υπερασπίζεται τα συμφέροντά του κάποιος που ζει από το μισθό του, όσο είναι και το να υπερασπίζεται τα δικά του αυτός που πληρώνει το μισθό. Αυτό είναι γεγονός και μόνο ένας κουτός θα το αρνούνταν.

Από την άλλη, η θεωρία βασίζεται στην αναπόδεικτη πεποίθηση ότι αυτή η σύγκρουση θα ή και μπορεί να οδηγήσει σταδιακά στην κατάργηση της εκμετάλλευσης και την εγκατάσταση μιας αταξικής κοινωνίας. Είτε ως λογική βάση νοείται η Μαρξιστική οπτική μιας ιστορικής διαλεκτικής που ωθεί την ταξική πάλη ως την τελική κατάληξη όλων των συγκρούσεων στον κομμουνισμό, είτε η Μπακουνική/Κροποτκινική πίστη στην αυθόρμητη “δημιουργικότητα των μαζών”, έχει μικρή διαφορά ως προς τη βασική ιδέα ότι η ταξική πάλη είναι ο βασιλικός δρόμος προς την ουτοπία. Όσο και να τροποποιήθηκε από διάφορες αλλαγές και βελτιώσεις ή να καταπνίγηκε από επιστημονικές αρλούμπες, η θεωρία παραμένει μια εκλαϊκευμένη εκδοχή της μεσσιανικής αντίληψης περί έλευσης του “βασιλείου του παραδείσου” στη γη, και έχει περίπου τις ίδιες αποδείξεις να την στηρίζουν. Για πάνω από 150 χρόνια οι προλετάριοι ιδεολόγοι παρότρυναν τους “εργάτες” να είναι αυτό ή εκείνο, να κάνουν αυτό ή εκείνο, και η απόκρισή τους ήταν ουσιαστικά μηδενική – εκτός αν ήταν κάποιο κάλεσμα για πόλεμο. Μετά από περισσότερα χρόνια απ’ όσα οποιοσδήποτε απο εμάς τους ζωντανούς μπορεί να θυμηθεί, η ανταπόκριση της συντριπτική πλειοψηφίας των εργατών στις αναρχικές ιδέες ήταν είτε αδιάφορη είτε εχθρική.

Καμία εξέγερση των προλετάριων ή των προγόνων τους στην επαναστατική μυθολογία δεν έβαλε ποτέ κάποιο τέλος στην υποτακτικότητά τους. Η υποτιθέμενη “δημιουργικότητά” τους και η “επιθυμία για ελευθερία”, ως τάξη, είναι απλά λαϊκίστικες ανοησίες και κατά βάση αποτελούν το προϊόν ενοχικών μεσοαστών ή μεγαλοαστών διαννοούμενων που ψάχνουν να εξιλεωθούν για τις κοινωνικές τους αμαρτίες. Ο Κροπότκιν που είναι ένα τυπικό παράδειγμα, επαναλαμβάνει ξανά και ξανά ότι “ο Αναρχισμός είναι η ¨δημιουργικότητα” των μαζών”, αλλά ποτέ δεν εξηγεί την αιτιολογική σύνδεση μεταξύ των δύο. Αυτό που κάνει είναι να παραθέτει κάποια επιλεγμένα ιστορικά γεγονότα τα οποία ερμηνεύει ως τέτοια, κι αυτά συνήθως είναι δημοκρατικά παρά αναρχικά ως προς το χαρακτήρα τους.

3

Το πρόβλημα με μεγάλο μέρος όσων καλούνται σήμερα “αναρχισμός” είναι το γεγονός ότι οι εκπρόσωποί του κυριαρχούνται από “κοινωνιοποιημένες νοοτροπίες”. Εννοώ με αυτό μια εμμονή με την αντίληψη ότι η απελευθέρωση του ατόμου έρχεται μέσα από την σύμπλευση με την “κοινωνία”. Όχι, σε αυτήν την περίπτωση, μια υπαρκτή αλλά μια ιδεώδη αταξική/ακρατική κοινωνία, την οποία το απροσδιόριστο μέλλον υποτίθεται ότι θα φέρει.

Το διακριτικό χαρακτηριστικό αυτού του τύπου κοινωνιοποιημένης νοοτροπίας είναι ότι διακατέχεται από την πεποίθηση ότι ο αναρχισμός ισούται με τον αντικρατισμό. Από τη στιγμή που θα εκμηδενιστεί το κράτος, όπως λέει η άποψη, η ανθρωπότητα θα ζει στην ελευθερία. Δυστυχώς όμως αυτό δε συμβαίνει, αφού η εξουσία έχει κι άλλα μέσα/πηγές πέρα από το κράτος. Ένα από αυτά είναι η “κοινωνία”. Πράγματι, τα κοινωνικά ήθη κι έθιμα μη ώντας καθορισμένα σε και από κάποια νομικά διατάγματα, μπορούν να έιναι πιο επίμονα καταπιεστικά απ’ ότι οι νόμοι του κράτους, ενάντια στους οποίους, κατά καιρούς, υπάρχει κάποιο επίπεδο νομικής προστασίας. Πολλοί αποκαλούμενοι αναρχικοί αναγνωρίζουν την καταπιεστικότητα του κράτους, είναι όμως τυφλοί μπροστά σε αυτήν της κοινωνίας. Η “αναρχία” τους επομένως, συνίσταται στο να αντικατασταθεί η κάθετη εξουσία του κράτους, από την οριζόντια εξουσία της κοινωνίας.

Ως αναρχικός ατομικιστής δεν αναγνωρίζω ούτε την νομιμότητα του κρατικού ελέγχου πάνω μου, ούτε αυτή ενός ακέφαλου πλήθους που θα αυτοαποκαλείται “αναρχικό”. Συμφωνώ με τον Ρέντσο Νοβατόρε όταν έγραφε:

“ Η αναρχία δεν έιναι μια κοινωνική νόρμα, αλλά μια μέθοδος ατομικοποίησης. Καμία κοινωνία δε θα μου προσδώσει πιο πολύ από μια περιορισμένη ελευθερία και μια ευημερία που εξασφαλίζει σε κάθε ένα από τα μέλη της. Δε με ικανοποιεί όμως αυτό και θέλω περισσότερα. Θέλω όλα όσα έχω τη δύναμη να κατακτήσω. Κάθε κοινωνία ζητά να με περιορίσει στα αξιοσέβαστα όρια του επιτρεπόμενου και του απαγορευμένου. Δεν αναγνωρίζω όμως αυτά τα όρια, γιατί τίποτα δεν απαγορεύεται και όλα επιτρέπονται σε αυτούς που έχουν τη δύναμη και το θάρρος.

Επομένως, αναρχία δεν είναι η ανοικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας που κι αυτή θα υποφέρει. Είναι μια αποφασιστική μάχη ενάντια σε κάθε κοινωνία- τη χριστιανική, τη δημοκρατική, τη σοσιαλιστική, την κομμουνιστική, κτλ. Αναρχισμός είναι η αιώνια μάχη μιας μικρής μειοψηφίας αριστοκρατικών αουτσάηντερς ενάντια σε όλες τις κοινωνίες που ακολουθούν η μία την άλλη στην πίστα της ιστορίας.”

Είτε μας αρέσει είτε όχι, οι αναρχικές ιδέες δεν ήταν ποτέ κτήμα περισσότερο απο ενός μικρού αριθμού ατόμων που οικειοποιήθηκαν τον αναρχισμό και τον προώθησαν ως τέτοιο. Η επένδυση των εκμεταλλευόμενων μαζών με επαναστατικά προτερήματα, η υπερανάλυση πάνω σε αυτά μέσω κειμένων με ενός λεπτού διάρκεια ζωής που δε διαβάζουν οι ίδοι ποτέ, είναι συχνά μια απλή μεταμφίεση ενός ηθικισμού που μιλά για το πώς θα ‘πρεπε να φέρονται, πετώντας έναν πολύχρωμο μανδύα πάνω στο πώς έχουν ήδη φερθεί, πώς φέρονται και πώς θα φερθούν- με δεδομένη την έλευση της δευτέρας παρουσίας του Ιησού Χριστού, του Καρλ Μαρξ και του Μιχαήλ Μπακούνιν, ξεχωριστά ή όλων μαζί…

Όσοι θεωρούν ότι ο αναρχισμός συνδέεται οργανικά με την ταξική πάλη βρίσκονται πραγματικά κάπου στη μέση μεταξύ αναρχισμού και σοσιαλσμού. Από τη μία προσπαθούν να εξυψώνουν την αυτοκυριαρχία που είναι η ουσία του αναρχισμού. Από την άλλη παραμένουν αιχμάλωτοι δημοκρατικών, κολλεκτιβίστικων, προλεταριακών μύθων. Μέχρι να μπορέσουν να κόψουν αυτόν τον ομφάλιο λώρο που τους κρατά προσδεμένους στο σοσιαλισμό, δε θα μπορέσουν ποτέ να φτάσουν στο ζενίθ της δύναμής τους ως αυτεξούσια άτομα. Θα άγονται και θα φέρονται ακόμα κατά μήκος του ουτοπικού μονοπατιού που υποτίθεται ότι οδηγεί στις πηγές με τη λεμονάδα και τα τσιγαρόδεντρα του μεγάλου ζαχαρωτού βραχοβουνού.

4

Όποιες κι αν είναι οι ελπίδες μου, όσο αποκρουστικές και να βρίσκω τη μιζέρια και τις ιεραρχίες που συναντώ, γνωρίζω πως οι κυβερνώντες δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς τη συνεργασία των κυβερνόμενων, και είναι γελοίο να υποθέτουμε ότι οι πλούσιοι είναι απλώς παράγωγα της κυβέρνησης. Χωρίς την υποτακτικότητα των πολλών, οι λίγοι που έχουν τα προνόμια θα έχαναν την εξουσία τους. Αφού δεν εξαρτώμαι από τη μελλοντική πραγματοποίηση κάποιας ιδανικής κοινωνίας ως το “λόγο ύπαρξής μου”, δεν έχω ανάγκη να προστρέξω σε κάποια τάξη ή ομάδα για να επικυρώσει τις ιδέες μου.

Η απόρριψη όμως των κοινωνικοπολιτικών μύθων δεν έιναι συνώνυμη με την απόρριψη κάθε πράξης, από πλευράς ατόμου. Εάν οι μάζες είναι αδιάφορες ή εχθρικές, αν το μέλλον υπόσχεται πως θα είναι ένα ταραχώδες μείγμα του 1984 με τον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο, παρ’ όλες τις όποιες ατέλειες αντρών και γυναικών που, μέχρι την τελική ρομποτοποίηση, θα αφήνουν ακόμη κενά και ρωγμές στο κοινωνικό εργοστάσιο. Σε αντίστοιχες χαραμάδες της οργανωμένης Συλλογικότητας θα είναι ακόμη πιθανό, εδώ κι εκεί, να δημιουργούνται συμπαθητικοί χώροι, οάσεις ασύλου και αντίστασης, γι’ αυτούς που έχουν κόψει δεσμούς με τα ήθη και τις αξίες του Καθεστώτος και την ίδια στιγμή έχασαν την πίστη σε κολλεκτιβίστικες αλλά και εξουσιαστικές λύσεις των προβλημάτων τους. Ένας τέτοιος τρόπος να προχωράς, πάντως, δεν είναι προϊόν της “ταξικής πάλης”. Είναι πρώτα και κύρια μια ιντιβιντουαλιστική απόπειρα: η δημιουργία μιας εγωιστικής ευισθησίας.

Posted in: Uncategorized