Η ελληνική Βανδέα: Το 2009-2016 ως διαρκής συντηρητική εξέγερση (β’ και γ’ μέρος)

Posted on 25 Ὀκτωβρίου 2016

1


Η ελληνική Βανδέα: Το 2009-2016 ως διαρκής συντηρητική εξέγερση (β’ και γ’ μέρος)

Γράφει η Ενοχλητική Μνήμη 

Το πρώτο μέρος του κειμένου μπορείτε να το βρείτε εδώ

Β΄ Μέρος: Kρατικές επιδιώξεις

Ο φετιχισμός του εμπορεύματος και η διαγραφή/ελάφρυνση του δημοσίου χρέους

Από την έναρξη της κρίσης στην Ελλάδα ο κυρίαρχος δημόσιος και θεσμικός λόγος κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια στο να αναδείξει ως αιτία της τα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά του δημοσίου χρέους του ελληνικού κράτους. Τα τελευταία χρόνια η συζήτηση για το χρέος έχει αποκτησει από πλευράς του ελληνικού σχηματισμού πολιτική, οικονομική και ηθική κεντρικότητα, όπως αντίστοιχα και ο στόχος διαγραφής/ελάφρυνσής του.

Τί είναι όμως αυτό το ελληνικό χρέος; Μήπως πρόκειται για κάποια κρυμμένη ουσία που συμπυκνώνει ιστορικά, ηθικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού και έθνους; Μήπως είναι απλά και μόνο ένας οικονομικοπολιτικός μηχανισμός επιβολής από μέρους τρόικας (ή όπως αλλιώς το λένε σήμερα); Όσα συσκοτίζει ο κυρίαρχος λόγος και οι παραφυάδες του αριστερά και δεξιά, τα απομυστικοποιεί η κριτική θεωρία:

Κατά τον Μαρξ όλες οι επιμέρους φάσεις του κυκλώματος του κεφαλαίου οι οποίες στηρίζονται στον τόκο και την πίστη «είναι η κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής μέσα στα πλαίσια του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, και γι’ αυτό είναι μια αυτοαναιρούμενη αντίφαση, που πριν απ’ όλα παρουσιάζεται σαν απλό μεταβατικό σημείο προς μια νέα μορφή παραγωγής»[1].

Το ερώτημα που τίθεται ως άμεση λογική απόρροια από το παραπάνω απόσπασμα της κριτικής της πολιτικής οικονομίας είναι, αν το «ελληνικό χρέος» είναι μία λανθάνουσα τάση προς τον κομμουνισμό η οποία αναπτύσσεται εντός των πλαισίων του καπιταλισμού, αλλά έχει ως όριο ανάπτυξής της τον ίδιο τον καπιταλισμό; Η απάντηση, αν και σοκαριστική, είναι καταφατική.

Το χρέος είναι η «προσδοκία δικαιώματος» ότι κάπου, κάπως, κάποτε θα παραχθεί αξία που αντιστοιχεί στη χρηματική τιμή του χρεογράφου και αυτό το χρεόγραφο συνιστά για τον δικαιούχο του εκ των προτέρων τίτλο κυριότητας επί της μελλοντικής αξίας. Αποτελεί την προ-εξόφληση αυτής της δυνητικότητας εκ μέρους του καπιταλιστή δανειστή (εν προκειμένω παγκόσμιων αγορών, τραπεζών και κρατών). Η τάση αυτή οξύνει τις αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και «παρουσιάζεται σαν απλό μεταβατικό σημείο προς μια νέα μορφή παραγωγής»(τον κομμουνισμό), επειδή ακριβώς συμβάλλει τα μέγιστα στην ολοένα και μεγαλύτερη κοινωνικοποίηση της καπιταλιστικής σχέσης.

Τι ζητάει λοιπόν το ελληνικό κράτος, όταν ζητάει διαγραφή/ελάφρυνση του χρέους; Από τη σκοπιά της μαρξιστικής κριτικής απομυστικοποίησης δεν ζητάει τίποτε άλλο από μία έμμεση καταστροφή κοινωνικού κεφαλαίου: καταστρέφω χρέος = καταστρέφω μελλοντική εργασία/αξία, προεξοφλώ ότι η μελλοντική αξία την οποία αποτυπώνει το χρέος, δεν θα παραχθεί ποτέ.

Δεν μας απασχολεί, αν κάτι τέτοιο, ειναι συνειδητό ή ασυνείδητο εκ μέρους του ελληνικού κράτους. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι μεσω της πολιτικής για την διαγραφή/ελάφρυνση του χρέους, το ελληνικό κράτος εμπεδώνει και επιβάλλει σε όλα τα κοινωνικά και πολιτικά κομμάτια τον φετιχισμό που απορρέει από το χρήμα ως εμπόρευμα: την αντικατάσταση δηλαδή μίας δοσμένης κοινωνικής σχέσης (της μελοντικής εργασίας που απορρέει από το χρέος) από ένα σωρό πράγματα, τα οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι καμποσα ψηφία σε κάποια από τα κατάστιχα της αείμνηστης «Επιτροπής Αλήθειας» της πρώην Προέδρου της Βουλής Ζωής Κωνσταντοπούλου και της πάλαι ποτέ «Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου» των «αριστερών οικονομολόγων». Σε ένα άμεσο πολιτικό επίπεδο αυτό που επιτυγχάνει το ελληνικό κράτος με τα παραπάνω, είναι το περαιτέρω μπλοκάρισμα/ αποδιάρθρωση της εργατικής υποκειμενικότητας, ο εγκλωβισμός των κοινωνικών αγώνων σε ένα πλαίσιο που ταιριάζει γάντι στον ίδιο τον ελληνικό σχηματισμό.

Εργολαβίες, πρόσοδοι, τσαμπουκάδες

Το απόλυτο κλισέ του κρατικού λόγου σε βαθμό προβολής του ως λυδίας λίθου είναι η ρητορεία για την «γεωπολιτική θέση της χωρας». Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και συγκεκριμένα ο ΥπΕξ Νίκος Κοτζιάς καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες προς την κατεύθυνση της «γεωπολιτικής αναβάθμισης» (o ίδιος το περιγράφει ως «πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική» και το ντύνει με τον μανδύα του «πατριωτισμού της αριστεράς»), ακολουθώντας μία μάλλον RealPolitik σε σχέση με τον κάπως τυχοδιωκτικό στόχο του Σαμαρά για έως και μονομερή ανακήρυξη ΑΟΖ στο νοτιανατολικό Αιγαίο.

Σε αυτό το πλαίσιο το πιο hot θεμα παραμένει η αντιπαράθεση με το τουρκικό κράτος. Ίσως ένα στρατιωτικό «τζατζάρισμα» (τύπου Ίμια) μαζί του να αποτελούσε για τον ελληνικό σχηματισμό μια πρώτης τάξης ευκαιρία για την εμπέδωση της εθνικής ενότητας. Από την άλλη δεν μπορεί να αποκλεισθεί και το ενδεχόμενο ενός θερμού επεισοδίου, ή ακόμα και πολεμικής εμπλοκής. Σημειώνουμε ότι όλα αυτά συντελλούνται σε ένα πλαίσιο υποβόσκουσας αναζωπύρωσης (αν ποτέ είχαν υποτονίσει) των εθνικισμών στα δυτικά Βαλκάνια (με τον σερβικό, πέραν του ελληνικού, να επιτελεί έναν ιδιαίτερο ρόλο δίπλα στους άλλους), ένα παιχνίδι στο οποίο ο ελληνικός σχηματισμός φροντίζει διαρκώς να παίρνει θέσεις μάχης.

Συνάμα η «προσφυγική κρίση» αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί τη χρυσή ευκαιρία του ελληνικού σχηματισμού να κάνει αυτό που έκανε πάντα: να παίζει το ρόλο του «εργολάβου των ισχυρών», προκειμένου να αποκομίζει οικονομικές και πολιτικές προσόδους για τον εαυτό του. Δεν είναι και τόσο παράτολμο να πούμε ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, πατώντας πάνω στον αριστερό δικαιωματισμό, τον μειονοτισμό και τις «πολιτικές ταυτοτήτων» και φυσικά με την αρωγή των ποικιλώνυμων ΜΚΟ αρχικά μετέτρεψε με τη βούλα το κράτος σε έναν νόμιμο δουλέμπορο/trafficker που παζαρεύει την εκμίσθωση των υπηρεσιών του στην «φραγκάτη» ΕΕ και στη συνέχεια αποδέχθηκε για τον εαυτό της τη λειτουργία του καταγραφέα/ταξινομητή/φύλακα των «προσφυγικών ροών» στα πλαίσια της συμφωνίας μεταξύ της ΕΕ και της Τουρκίας, πάλι με το ίδιο υπέρ της αντίτιμο. Δεν πρέπει επίσης να διαφεύγει της προσοχής μας ότι στα πλαίσια του ανταγωνισμού με το τουρκικό κράτος (αλλα και σε σχέση με άλλες στοχεύσεις) η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ απαίτησε την αναβάθμιση της παρουσίας του στόλου του ΝΑΤΟ στο νοτιανατολικό Αιγαίο, την ίδια στιγμή που τα deals με το ρωσικό κράτος δίνουν και παίρνουν και ο Πούτιν γίνεται αποδεκτός στην Αθήνα και στο Άγιο Όρος ως διάδοχος του Παλαιολόγου και «liberator populi» [2] (απελευθερωτής του λαού).

Τίποτα καλό δεν προμηνύουν οι εξελίξεις στα ανατολικά και βόρεια σύνορα της επικράτειας. Τίποτα καλό δεν επιφυλάσσει στους υπηκόους η κρατική προπαγάνδα για την Ελλάδα ως «πυλώνα σταθερότητας» στην ταραγμένη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, σε αντίθεση με την «Τουρκία που είναι πηγή ανισορροπίας» και «κράτος-ταραξίας». Δεν ειμαστε εμποτισμένοι από κανέναν φαταλισμό των διακρατικών αντιθέσεων, οι οποίες αναπόδραστα οδηγούν σε πόλεμο, ωστόσο, χρειάζεται επαγρύπνηση, για να μην γίνουμε κρέας για τα καπιταλιστικά κανόνια.

Γ΄ Μέρος: Περιτριγυρισμένοι από ζόμπι

Το φασιστικό ρευμα ήταν και είναι εδώ, δυνατό πλεόν και στη βουλή και στο λαό

Αποτελεί αυτονόητη κομμουνιστική και στοιχειώδη συνεπή αντιφασιστική παραδοχή ότι η κρίση δεν γέννησε τον φασισμό. Το νέο ποιοτικό στοιχείο που αντιμετωπίζουμε εδώ και τέσσερα χρόνια, είναι η εδραίωση της ΧΑ σε τρίτο κοινοβουλευτικό κόμμα και η πιο έντονη (αν και με συγκυριακές διακυμάνσεις) παρουσία των διαφόρων φασιστών τόσο στους δρόμους, όσο και σε φορείς του «μαζικού κινήματος» (από τα σωματεία της ΕΘΕΛ και την Ν/Ε Ζώνη έως τους αγροτικούς συλλόγους, τους συλλόγους γονέων και τις επιτροπές κατά των πλειστηριασμών).

Αυτή η νέα φασιστική αντεπίθεση, η οποία εντάσσεται στην ιστορική συνέχεια του ελληνικού φασισμού και διαδέχθηκε τις προσπάθειες των ’70’s και ’80’s (τα άτομα που ηγούνται αυτών των προσπαθειών είναι ακριβώς ίδια με τότε), εκκολάφθηκε μέσα στην ελληνική κοινωνία ήδη από τις αρχές των ’90’s. Το βασικό της έδαφος σε εκείνη την περίοδο ήταν ο αντικομμουνιστικός ρεβανσισμός της εποχής, η ένταση του ελληνικού αντιμακεδονικού εθνικισμού, το «ΕΛΛΑΣ-ΣΕΡΒΙΑ-ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ», οι ελληνικοί (παρα-)κρατικοί τυχοδιωκτισμοί και προβοκάτσιες στα Ίμια και ο αντιμεταναστευτισμός που αναπτύχθηκε με την ορμητική είσοδο μεταναστών στην Ελλάδα.

Κατά την δεκαετία του 2000 ο φασισμός συνέχισε να εδραιώνεται σε κάποιους από τους απόπατους της «ισχυρής Ελλάδας» του Σημίτη και του Καραμανλή, προσθέτοντας στο πεδίο του βεληνεκούς τoυ γήπεδα, πιάτσες του οργανωμένου εγκλήματος και συγκεκριμένες περιοχές της αθηναϊκής μητρόπολης με έντονη παρουσία μεταναστών. Το τέλος της διαδικασίας «Δεκέμβρης 2008» ήταν η κατάλληλη στιγμή για αυτό ρεύμα, προκειμένου να διεκδικήσει τη θέση που του αναλογούσε, στον δημόσιο λόγο και χώρο. Εκείνη την εποχή οι «επιτροπές κατοίκων» και ο εν γένει αντι-εξεγερσιακός μικρονυκοκυραίικος-μικροαστικός λόγος και πρακτική αποτέλεσαν το καλύτερο όχημα για την εμπραγμάτωση των στόχων του φασισμού.

Αν, όμως, το κοινό πέσιμο των φασιστών με τα ΜΑΤ εις βάρος αντιφασιστών διαδηλωτών στη Σταδίου και τα Προπύλαια στις 2/2/2008, όπως και η χαμένη σε εκείνη τη φάση (2009-2010)«μάχη του Αγίου Παντελεήμονα» φάνταζαν για τους φορείς του συνεπούς αντιφασισμού ήδη ως τραυματικές ή αρκούντως ανησυχητικές εμπειρίες, το «ανταγωνιστικό κίνημα» στην μεγάλη του πλειοψηφία του την επόμενη διετία (2010-2012) αποκοιμηθήκε από τις «λαϊκές μάζες που συγκρούονταν με τα ΜΑΤ και την κυβέρνηση» στο Σύνταγμα και προφανώς δεν το απασχολούσε ότι κρατούσαν ελληνικές σημαίες, ούτε η κοινωνικοταξική τους σύνθεση, ούτε το τι συνθήματα φώναζαν, ή ποια ήταν η συμπεριφορά τους όταν έβλεπαν κόκκινη σημαία και σφυροδρέπανο…μέχρι που φτάσαμε στα εκλογικά αποτελέσματα των διπλών εκλογών Μαΐου και Ιουνίου 2012.

Το λέμε ξεκάθαρα: η Χρυσή Αυγή έγινε και παραμένει τρίτο κόμμα μέσα στον «αντιμνημονιακό αγώνα». Η Χρυσή Αυγή κορυφώνει την ελληνική Βανδέα του 2009-2016 ως μία διαρκή συντηρητική-κομφορμιστική εξέγερση. Το γιατί έγινε αυτό είναι ιστορικά και λογικά προσδιορισμένο: ο ναζισμός/φασισμός είναι (ειδικά σε συνθήκες κρίσης) η αναγκαία μορφή που λαμβάνει ο ρομαντικός αντικαπιταλισμός:

Η ρητορική πολεμική για το ΔΝΤ, την ΕΕ και τις «αγορές» ως τοκογλύφους και εκβιαστές είναι συγκεκαλυμμένα, αλλά στο περιεχόμενό της ναζιστική, γιατί ακριβώς ήταν από την αρχή βαθιά και ουσιωδώς αντισημητική, ανεξάρτητα από τα χείλη που την εξέφεραν και συνεχίζουν να την εκφέρουν. Το να αναγνωρίζει κανείς νέτα-σκέτα ότι πχ στο Πέραμα και στην Νίκαια το αποκλειστικό πρόβλημα είναι «οι θέσεις εργασίας για τον Έλληνα εργάτη», είναι μια ανάσα στον φασισμό. Κάθε φορά που ένας αριστεριστής φοιτητής μιλάει για κάτι «αντικαπιταλιστικό», χωρίς να προσδιορίζει από ποια σκοπιά τίθεται το «αντί-», άθελά του αναπαράγει μία από τις βασικές συνθήκες αναπαραγωγής του φασισμού. Κάθε φορά που κάποιος αριστερός συνδικαλιστής καλεί σε γενικά και αφηρημένα «μέτωπα» ενάντια στη λιτότητα και τον «οικονομικό εξανδραποδισμό των Ελλήνων», ή λέει με αγανάκτηση «να ανοίξουν δουλειές για να γυρίσουν τα παιδιά μας από τα ξένα», κάνει το ίδιο. Κάθε φορά που ένα κείμενο αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη έχει στα «bullets» του (ανάμεσα στα άλλα) το αίτημα «διάλυση του σιωνιστικού κράτους-δολοφόνου», ο ναζισμός εκείνη ακριβώς την στιγμή βαράει προσοχή και χαιρετάει «ρωμέικα».

Δεν είμαστε διατεθειμένοι/ες στο μέτρο που μας αναλογεί, να αφήσουμε την παραμικρή σπιθαμή γης στους φασίστες, εντούτοις, δεν έχουμε την αυταπάτη ότι το να κρατήσουμε απλά και μόνο τους οργανωμένους/«μαχητικούς» φασίστες έξω από τους δρόμους και τις πλατείες των μητροπολιτικών γειτονιών, θα λύσει το πρόβλημα. Η σύγκρουση με τον φασισμό δεν είναι μία μάχη μεταξύ ούτε συμμοριών, ούτε υποκουλτούρων. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ακόμα κι αν μείνει έστω και μία/ένας από εμάς, θα σταματήσει να μάχεται. Ωστόσο, δεν θέλουμε να διαπραγματευθούμε από τώρα την μελλοντική μας ήττα. Αν ο φασισμός είναι ο ολοκληρωτικός πόλεμος ενάντια στην ιστορία, εμείς έχουμε κηρύξει έναν αδιάλλακτο και διαρκή πόλεμο της μνήμης ενάντια στη λήθη.

Η κρίση του αστικού πολιτισμού/πολιτισμού της αξίας βαθαίνει

Μέσα στην γενική-ιστορική κρίση του αστικού πολιτισμού, ιδωμένου ως πολιτισμού της αξίας, τα τελευταία χρόνια ένα σύνολο από στάσεις, πρακτικές, επιτελέσεις, αισθήματα και αντιλήψεις, αναπαράγεται εκτεταμένα στην ελληνική κοινωνία, ιδιαίτερα στο μοριακό, το «μίκρο-» και «αόρατο» επίπεδό της: εκεί που φωλιάζει ο μισογυνισμός που ξεσπάει με λεκτική και σωματική βία, εκεί που το αφεντικό ή ο προϊστάμενος κάνει το σεξιστικό σχόλιο ή υψώνει τη φωνή και κάνει σκουπίδι τον «άχρηστο» εργαζόμενο, εκεί που ο δάσκαλος κοιτάει με περιφρόνηση τον μαθητή που υποσιτίζεται και ηθικοποιεί-ενοχοποιεί το πρόβλημά του, όπως και τη μητέρα του, αν ανήκει σε μονογονεϊκή οικογένεια, εκεί που ο άνεργος περνάει έξω από το συνοικιακό μπαρ και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην πρόσκληση των φίλων του κι αυτοί γελούν χαιρέκακα, εκεί που ο κατεστραμμένος μικροαστός στέκεται στα γκισε του ΟΑΕΔ και εισπράττει τη χλεύη της γραφειοκρατίας, εκεί που ο καθωσπρέπει γονιός κλείνει με λουκέτο το σχολείο για να μην πάνε τα προσφυγόπουλα, επειδή κουβαλούν επιδημίες, και με την ίδια ευκολία αύριο θα καίει βιβλία στους δρόμους και μεθαύριο ανθρώπους, εκεί σε τελική ανάλυση που ο τελευταίος πατριώτης αυτής της χώρας κραυγάζει αφιονισμένος ότι χρειάζονται κρεμάλες και στη φωτιά όλοι οι προδότες.

Τα πυρπολημένα Ράιχσταγκ του μέλλοντος και η δίκη της Λειψίας ήδη αναπαριστώνται στην κοινωνική καθημερινότητα: «είναι προδότης/δωσίλογος όποιος δεν αποδέχεται το αντιμνημόνιο».

Η αριστερή νεκροφιλία και ο φετιχισμός της ένοπλης μορφής

Η αριστερά και η νυν αναρχία στη χώρα μας προσεγγίζουν το παρελθόν της ταξικής πάλης αναδρομικά και επιλεκτικά, προκειμένου να αποσπάσουν και να απομονώσουν συγκεκριμένες στιγμές που ταιριάζουν στη σημερινή πολιτική τους. Σε αυτό το πλαίσιο η μορφή-ΕΑΜ έχει καταστεί το απόλυτο αριστερό φετίχ. Η εκ μέρους της αριστεράς απο-ϊστορικοποίηση του ΕΑΜ καθιστά ένα δοσμένο νεκρό πτώμα (το ΕΑΜ της σύγχρονης αριστεράς) αντικείμενο λατρείας και αγάπης… Αφήστε τους πεθαμένους να θάψουν τους νεκρούς τους.[3]

Σε αυτό το πλαίσιο αυτό που αισθητικοποιείται και φετιχοποιείται πιο πολύ από όλα είναι το ντουφέκι και τα φυσεκλίκια, ο δε «Άρης» (πλάι στον Καραϊσκάκη, τον Τσε και τον Κουφοντίνα) γίνεται η απόλυτη εικόνα-σύμβολο αυτής της αισθητικοποίησης, αυτού του μαγικού φετιχισμού της ένοπλης μορφής. Κάθε τι ένοπλο είναι αυτόματα επαναστατικό: από τον IRA έως την Χεζμπολάχ και από τις παραστρατιωτικές ομάδες στην ανατολική Ουκρανία έως τα πιο τυχαία ένοπλα κινήματα σε κάποια εποχή, σε κάποια γωνιά του πλανήτη.

Η αισθητικοποίηση αυτή δεν αναφέρεται στη μαζική επαναστατική βία, αλλά σε μία βία της συνωμοτικής ομάδας, της φωτισμένης πρωτοπορίας μπλανκιστικού ή ναροντνικού τύπου. Όσον αφορά δε το περιεχόμενο της βίας, αυτό είναι σε όλες τις περιπτώσεις «εθνικοαπελευθερωτικό», ενώ το τελευταίο διάστημα η αυτο-άμυνα/περιφρούρηση ριζοσπαστικών κινημάτων απέναντι στο κράτος και τους μηχανισμούς του συγχέεται με την έννοια της αυτοδικίας.

Για να το θέσουμε με τους όρους της σχετική κριτικής του Μπένγιαμιν, πρόκειται για μία αναπαράσταση βίας η οποία συντηρεί το δίκαιο. Η ένοπλη πάλη είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την γελοιοποιήσουμε και σε καμία περίπτωση δεν είμαστε εμείς οι ειδικοί της βίας, ή οι στρατηγοί της ένοπλης πάλης. Από την άλλη ακόμα και η ένοπλη πάλη είναι μία οριακή στιγμή για το κομμουνιστικό κίνημα, αρμόζουσα εκεί που «διαρρηγνύεται το συνεχές της ιστορίας».

Σημειώσεις

[1] Μαρξ Κ., «Το Κεφάλαιο», Τόμος Γ, μτφ. Μαυρομμάτης Π., Αθήνα 2013, σ. 553. Σημειώνουμε ότι στην ελληνική αριστερή γραμματεία χρησιμοποιείται αναφορικά με το δημόσιο χρέος το σχετικό απόσπασμα από τον Τόμο Α΄ (ίδετε οπ. Τόμος Α΄, σσ. 779-781), το οποίο όμως δεν αντιστοιχεί στη σύγχρονη περίπτωση του δημοσίου χρέους, καθ’ όσον αναφέρεται στην ιστορικά προσδιορισμένη διαδικασία πρωταρχικής συσσώρευσης.

[2] Πρόκειται για στερεοτυπική εγκωμιαστική φράση για τους ρωμαίους αυτοκράτορες και τους ομολόγους τους στις αυτοκρατορίες που διαδέχθηκαν την ρωμαϊκή (βυζαντινή, φράγκικη, γερμανική).

[3] Η φράση προέρχεται από τις εισαγωγικές παραγράφους της «18ης Μπρυμαίρ» του Μαρξ, ωστόσο ο Μαρξ την έχει προσλάβει από το Κατά Ματθαίον, Η΄:22: «ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς».

 

πηγή:

 

https://theshadesmag.wordpress.com/2016/10/25/ellinikivandea2k3/

Posted in: Uncategorized