Βασίλης Φίλιας – Η «συλλογική βούληση» στην Ελληνική Επανάσταση

Posted on 29 Ὀκτωβρίου 2016

0


Βασίλης Φίλιας – Η «συλλογική βούληση» στην Ελληνική Επανάσταση

Από το βιβλίο του Βασίλη Φίλια Κοινωνία και Εξουσία στην Ελλάδα: Η Νόθα Αστικοποίηση 1800-1864 (Gutenberg, Αθήνα 1996).
Κεφάλαιο Ένατο (108-115)
Η απόφαση ενός λαού ν’ απαλλαγεί από την υποδούλωση σ’ έναν άλλο λαό, και η ωρίμανση των συνθηκών για τη διεξαγωγή ενός απελευθερωτικού αγώνα δεν προϋποθέτει, ούτε συνεπάγεται, την ύπαρξη μιας πολιτικής «συλλογικής βούλησης» (volente generale) με τη ρουσωϊστική έννοια του όρου. Η θέληση για αποτίναξη ενός ξενικού ζυγού δεν είναι ταυτόσημη με τη συλλογική βούληση της γαλλικής αστικής επαναστατικής θεωρίας. Ασάφεια στο θέμα αυτό οδηγεί στη δυσχέρανση μιας ορθής αναλυτικής προσέγγισης των πολιτικών διαμορφώσεων και σε όλες τις χώρες, που απελευθερώνονται από τα δεσμά της αποικιοκρατίας. Δεν είναι τυχαίο, ότι στις τελευταίες αυτές χώρες εμφανίζονται και συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο κοινωνικό σώμα δύο τάσεις: Μια κεντρομόλα και ενοποιητική, που έχει σαν κύριο άξονά της τον εθνικισμό και ένα αίσθημα ταυτότητας «αίματος», παράδοσης και ιστορικής μοίρας, το οποίο συνειδητοποιείται βασικά σαν έκφραση αντίθεσης προς κάθε μορφής ξενική κατοχή, κηδεμονία, εξάρτηση και εκμετάλλευση. Και μια τάση κεντρόφυγα και αποσυνθετική, που εκδηλώνεται στα φαινόμενα εσωτερικής, διάλυσης και αποδιοργάνωσης, που σχεδόν χωρίς εξαίρεση ακολουθούν την απελευθέρωση.
Πώς ερμηνεύεται το καθολικό αυτό φαινόμενο; Αρκούν άραγε οι λίγο ως πολύ υποβολιμαίες και με αισθήματα ρατσιστικής υπεροχής χρωματισμένες θεωρίες για πρωτογονισμό, καθυστέρηση και υπανάπτυξη, ή μήπως χρειάζεται να αναζητηθεί ένας ακριβέστερος αναλυτικός προσδιορισμός; Χρήσιμη και πάλι είναι η προσφυγή στα ιστορικο-κοινωνικά δεδομένα, που αναφέρονται στη διαδικασία της γέννησης των σύγχρονων εθνικο-κρατικών ενοτήτων στην ευρωπαϊκή δύση.
Στη βάση της διαδικασίας, που συνεπιφέρει το ξεπέρασμα της φεουδαρχικής κατάτμησης, του τοπικισμού και του παρτικουλαρισμού, είναι η άνδρωση της αστικής τάξης, όπως είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε. Η διαπίστωση όμως αυτή παραμένει ασαφής εφ’ όσον δεν εντοπίζεται η φύση και ο χαρακτήρας της «άνδρωσης» αυτής και δεν διευκρινίζεται το σημείο τομής, δηλαδή το σημείο ποιοτικής μεταλλαγής στη συνείδηση των αστικών κατηγοριών του Μεσαίωνα, που επέτρεψε στα αστικά στρώματα, να γίνουν ο φορέας της μεταβολής προς τη σύγχρονη μορφή του αστικού έθνους-κράτους. Θα αρκούσε για τη μεταβολή αυτή η οικονομικο-συντεχνιακή συνείδηση των αστικών κατηγοριών στα τέλη του Μεσαίωνα;
Την απάντηση δίνει ο Antonio Gramsci στην ανάλυση των λόγων, για τους οποίους καθυστέρησε η δημιουργία ενιαίου ιταλικού κράτους. Η ιταλική borghesia έμεινα στο στάδιο της οικονομικο-συντεχνιακής συνείδησης για μια σειρά από λόγους, με αποτέλεσμα να διατηρείται ο τοπικισμός και η κατάτμηση και να καθυστερεί η διαμόρφωση συνολικής εθνικής συνείδησης και η γέννηση ενιαίου ιταλικού κράτους. Η δημιουργία έθνους-κράτους σε άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης αποτελεί την κατάληξη μιας πορείας, όπου τα στρώματα των βιοτεχνών – παραγωγών συνάπτονται με τα στρώματα των εμπόρων πατρικιών σε μια ταξική ενότητα. Και η κοινωνική αυτή ενότητα ξεφεύγει, βήμα προς βήμα, από τα στενά τοπικά πλαίσια, διαμορφώνοντας μια συνείδηση οικονομικής, κοινωνικής, αλλά και πολιτικής ταυτότητας σε εθνική κλίμακα.
Στην Ιταλία αντίθετα το οικονομικο-συντεχνιακό στάδιο δεν ξεπερνιέται. Η Signoria (μεγαλοαστικά στρώματα) επικρατεί σε βάρος του Popolo minuto (μικρο-αστικών στρωμάτων) και διαχωρίζεται απόλυτα απ’ αυτόν. Δεν δημιουργούνται προϋποθέσεις πολιτικής ταυτοποίησης, ούτε καν στο επίπεδο της πόλης και βεβαίως όχι σε εθνικό επίπεδο. Αντίστοιχα τα ανώτερα αστικά στρώματα στην Ιταλία παραμένουν κοσμοπολιτικά και «υπερεθνικά» στον βασικό προσανατολισμό τους. Ήδη στον 16ο αιώνα σημειώνεται μια ισχυρότατη κάμψη στην ανοδική πορεία του αστισμού στην Ιταλία, που παίρνει τη μορφή μιας οπισθοχώρησης στον 17ο και τον 18ο αιώνα. Ο Μακιαβέλι δέχεται το μήνυμα των καιρών και στον «Ηγεμόνα» (το τόσο παρεξηγημένο αυτό έργο, που θεωρήθηκε λαθεμένα σαν η συστηματοποίηση του πολιτικού κυνισμού) εκφράζεται από τον μεγαλύτερο πολιτικό στοχαστή του 16ου αιώνα η βαθύτατη αγωνία για την απουσία ενός κεντρικού ενοποιητικού συντελεστή για την Ιταλία.
Τυπικά αντίθετη πορεία αστικής ανάπτυξης ακολουθεί η Γαλλία. Το ξεπέρασμα της οικονομικο-συντεχνιακής συνείδησης των συνασπισμένων αστικών στρωμάτων οδηγεί σε μια πολιτική συνειδητοποίηση, που εκφράζεται σαν αίτημα εθνικο-κρατικής ενότητας, το οποίο φυσικά συνεπάγεται τη διάλυση των μικρότερων φεουδαρχικών ενοτήτων και τη συγχώνευσή τους σε μια ευρύτερη κρατική ενότητα και κεντρική εξουσία· αυτή συντελείται πράγματι με την επικράτηση της Απολυταρχίας. Η ολοκληρωμένη αστική συνείδηση γεννιέται συνεπώς σαν συλλογική βούληση της αστικής τάξης, που έχει σαν κεντρικό αίτημα τη δημιουργία ενός ενιαίου έθνους-κράτους. Η αστική κοινωνία – το έθνος – συλλαμβάνεται ολοκληρωτικά στο πλαίσιο της ενιαίας κρατικής εξουσίας, που θεωρείται σαν εθνική, γιατί αποτελεί τη συγκεκριμένη υποστασιοποίηση της συλλογικής βούλησης του έθνους, δηλαδή της αστικής κοινωνίας. Επομένως η αστική συλλογική βούληση νοείται πάντοτε σαν βούληση ενός έθνους στα πλαίσια ενός εθνικού κράτος, το οποίο ακριβώς επειδή είναι εθνικό, δεν μπορεί παρά να εκφράζει τις επιδιώξεις του λαού-έθνους. Ο χαρακτήρας αυτός της αστικής συλλογικής βούλησης, που είναι ταυτόχρονα εθνική και κρατική, αποτελεί τη βάση του ιακωβινισμού, που βρίσκει τη θεωρητική του έκφραση στις θέσεις του Ρουσσώ και την πολιτική του κορύφωση στους Ορεινούς της Γαλλικής Επανάστασης.
Η έννοια της «συλλογικής βούλησης» περιέχει το στοιχεία της καθολικής αποδοχής, την υπολαμβανόμενη συγκατάθεση όλων των πολιτών και την υποταγή τους σε μια υπέρτερη εθνική ενότητα. Αντίστροφα όμως η ίδια η έννοια περιλαμβάνει ένα στοιχείο περιοριστικό, δεδομένου ότι αντιπαραθέτει τη συλλογική βούληση μιας εθνικής ενότητας προς τη συλλογική βούληση των άλλων εθνών-κρατών, είναι επομένως έννοια, που είναι ασυμβίβαστη προς κάθε υπερ-εθνικό κοσμοπολιτισμό. Αυτή είναι η θεωρητική πλευρά του ζητήματος. Πρακτικά, η αστική αντίληψη για τη συλλογική βούληση υπολαμβάνει ότι στη θέληση των αστών-ιδιοκτητών ενσωματώνεται η θέληση του κοινωνικού συνόλου, το οποίο, ακριβώς γι’ αυτό, μπορεί κάλλιστα να εκφράζεται και να εκπροσωπείται από την αστική τάξη. Η συλλογική βούληση (volonte generale) νοείται αφηρημένα, σαν συνολική κοινωνική έκφραση, όχι σαν άθροισμα των θελήσεων όλων των πολιτών (volonte des tous). Βεβαίως στην περίοδο της μεγάλης αστικής ανόδου και στη φάση του αστικού επαναστατικού μετασχηματισμού οι αστικές επιδιώξεις και τα συμφέροντα άλλων στρωμάτων του λαού, κυρίως των αγροτικών, είχαν συμπέσει. Το αίτημα για εξάλειψη της φεουδαρχίας και εξασφάλιση του ιδιόκτητου κλήρου ήταν κεντρικής σημασίας για τις αγροτικές μάζες. Από την άποψη αυτή επομένως είναι γεγονός, ότι οι αστικές επαναστάσεις στηρίχτηκαν σε μια ταύτιση του εθνικού συνόλου απέναντι σε μια περιορισμένη προνομιούχα ολιγαρχία. Στην περίοδο αυτή υπάρχει διαμορφωμένη συλλογική βούληση, που κατευθύνεται από την αστική τάξη. Σε κάθε περίπτωση η συλλογική βούληση αποτελεί, στη σύλληψή της, βασική θεωρητικο-οργανωτική αρχή του αστικού κράτους. Δεν είναι συμπτωματικό, ούτε χωρίς σημασία, ότι η αριστερή πτέρυγα των Ιακωβίνων στη Γαλλική Επανάσταση (Ροβεσπιέρος, Σαιν-Ζυστ, κ.λπ) αποκρούουν την ύπαρξη κομματικών φατριών (fractions) σαν αντικείμενη στην έννοια και τη διαλεκτική της συλλογικής βούλησης, που την υλική της έκφραση αποτελεί η εθνική και κρατική ταυτόχρονα ενότητα.
Στο βαθμό που η αστική τάξη βρίσκεται σε ανοδική φάση και αποτελεί την πρωτοποριακή δύναμη της κοινωνίας, δίνει όχι μόνο τον άξονα της οικονομικής ζωής, αλλά και τη βάση μορφοποίησης της πολιτικής συνείδησης και της συλλογικής βούλησης των άλλων τάξεων και ιδιαίτερα των μικροκληρούχων και των ακτημόνων της υπαίθρου, που εξακολουθούν να συγκροτούν τον κύριο όγκο του πληθυσμού πριν να εμφανιστεί το σύγχρονο προλεταριάτο. Οι αγροτικές μάζες, πριν να εκδηλωθούν τα αστικά επαναστατικά κινήματα, δεν έχουν καμιά δυνατότητα μιας αφηρημένης και αντικειμενικοποιημένης αντίληψης της εξουσίας. Ακόμα λιγότερο, μπορούν να συλλάβουν την κεντρική εξουσία όπου κι όταν διαμορφώνεται απρόσωπα. Η προσωποποίηση της εξουσίας είναι βασικό χαρακτηριστικό των προαστικών αγροτικών κοινωνιών. Σ’ αυτό, άλλωστε, οφείλεται ότι στις προαστικές κοινωνίες ένας αυτοκράτορας, τσάρος ή βασιλιάς, δεν κατέχει απλώς την εξουσία αλλά εκφράζει μια υπέρτατη αρχή, με την οποία κυριολεκτικά ταυτίζεται στη συνείδηση του λαού. Κάτω από αυτές τις συνθήκες είναι φυσικά αδύνατη η στήριξη της νομιμότητας της εξουσίας στην αρχή της συλλογικής βούλησης. Η κεντρική εξουσία στο στάδιο αυτό εμφανίζεται ως «υπερτιθεμένη» εξωγενής, εκ των άλλων και δοτή, σχεδόν ανεξάρτητη και οπωσδήποτε ανέλεγκτη από τους κοινούς θνητούς. Το κύριο στοιχείο της θεμελίωσης της εξουσίας, όπως το αντιλαμβάνεται η αστική πολιτική θεωρία, απουσιάζει. Τη σημασία της ενεργοποίησης των μαζικών δυνάμεων, που ενσαρκώνουν τη συλλογική βούληση ενός λαού, συλλαμβάνουν για πρώτη φορά, αστοί πολιτικοί αναλυτές στις παραμονές των μεγάλων αστικών επαναστάσεων. Η μαζική είσοδος των μεγάλων αγροτικών μαζών στο πολιτικό προσκήνιο κάτω από την καθοδήγηση της αστικής τάξης, είναι ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία της κοσμοϊστορικής μεταβολής, που επιφέρει η άνοδος του αστού.
Σύμφωνα με τις προαστικές αντιλήψεις ένας αυτοκράτορας, ένας βασιλιάς ή ένας ηγεμόνας μπορεί να λειτουργούν σαν προσωποποιημένα στοιχεία ενότητας πάνω σ’ ένα μωσαϊκό λαών. Επί μέρους φορείς και πόλοι εξουσίας διατηρούν ιδιαίτερους τρόπους εσωτερικής λειτουργίας και συνοχής, χωρίς όμως να παύουν να είναι υποταγμένοι στον ανώτατο προσωποπαγή εξουσιαστικό φορέα, που εκφράζει την κεντρική εξουσία. Κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο για την αστική αντίληψη. Ενότητα, που εξασφαλίζεται εκ των άνω και δεν στηρίζεται σε μια προϋπάρχουσα «συλλογική βούληση», που εκφράζει την ενότητα έθνος-λαός, είναι ασυμβίβαστη με την αστική ιδεολογία. Η αστική ιδεολογία είναι μια ιδεολογία εχθρική τόσο προς κάθε μορφής «παρτικουλαρισμό», τοπικισμό ή μερικοποίηση, όσο και προς κορσμοπολίτικες αντιλήψεις όλων των αποχρώσεων. Γι’ αυτό και η αστική πολιτική θεωρία συλλαμβάνει τη συλλογική βούληση σαν μια και αδιαίρετη, όπως άλλωστε και θεωρεί την εξουσία, που στηρίζεται πάνω σ’ αυτή σαν μια και αδιαίρετη. Μια θέση, η οποία, στην απόλυτη καθαρότητά της, οδηγεί στη μορφή εκείνη της ιδιότυπης «υπερταξικότητας», που χαρακτηρίζει τις ακραίες πτέρυγες των Ιακωβίνων.
Το ερώτημα, που ανακύπτει είναι αν στην επαναστατική ελληνική κοινωνία διαμορφώθηκε ή μπορούσε να διαμορφωθεί κάτι ανάλογο με «συλλογική βούληση» κάτω από την ηγεσία των αστικών στρωμάτων.
Ο ελληνικός λαός στις αρχές της Επανάστασης είναι αναμφισβήτητο ότι δεν είναι εντελώς άσχετος προς το ιδεολογικό κλίμα του αστισμού. Αντίθετα παρουσιάζει μια αυξημένη δεκτικότητα, που οφείλεται: Πρώτο,στη διάδοση των γαλλικών επαναστατικών ιδεών, ανεξάρτητα αν δεν γίνονται αντιληπτές σ’ όλο το περιεχόμενό τους, αλλά συγκεχυμένα και παραμορφωτικά. Δεύτερο, στο γεγονός ότι η σουλτανική κεντρική εξουσία αποτελούσε την έκφραση του καθεστώτος της κατάκτησης και της δουλείας. Ο υπόδουλος λαός φυσικά δεν είναι δυνατό να αποδέχεται τον Σουλτάνο σαν νόμιμο φορέα μιας προσωποποιημένης κεντρικής εξουσίας. Τρίτο, στην ομόθυμη θέληση των μεγάλων αγροτικών μαζών του ελληνικού λαού για ελευθερία, που συνδέεται αναπόσπαστα με την απόκρουση της υφιστάμενης εχθρικής εξουσίας, αποτελούσε ένα κοινό σημείο αναφοράς, το οποίο δημιουργούσε ένα πολύ πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη μιας συλλογικής πολιτικής βούλησης. ΜΙας συλλογικής βούλησης, που θα επέτρεπε το ξεπέρασμα των τοπικών φραγμών και θα διευκόλυνε μια αποπροσωποποιημένη αντίληψη της εξουσίας από το λαό. Όμως έλειπε ο βασικός μοχλός, ο κύριος και συνειδητός φορέας, έλειπε η αστική τάξη. Οι διάσπαρτοι αστοί διανοούμενοι, και οι ολιγάριθμοι «ιακωβίνοι» έμποροι δεν επαρκούσαν για να μετατρέψουν επαναστατικά τη μακραίωνη ιστορική ροή.
Η ανάλυση των δεδομένων και η πορεία της Ελληνικής Επανάστασης αποδεικνύουν ότι τα διάσπαρτα αστικο-ιακωβινικά στοιχεία δεν μπόρεσαν ούτε είχαν τη δυνατότητα να υπερνικήσουν τα στοιχεία κατάτμησης και διάσπασης της ελληνικής οικονομικο-κοινωνικής πραγματικότητας προς την κατεύθυνση της δημιουργίας μιας συλλογικής πολιτικής βούλησης που θα ξεπερνούσε τις «πρωτογενείς» προσδέσεις προαστικού χαρακτήρα. Πρόκειται για μια προβληματική, που εμφανίζεται, με οξύτερη ακόμα μορφή, στις σύγχρονες χώρες του τρίτου κόσμου, που έχουν πρόσφατα αποτινάξει τα δεσμά της αποικιοκρατίας.
Με έναν κάποιο κίνδυνο σχηματοποίησης θα μπορούσε κανείς να πει, ότι στην ελληνική κοινωνία της επαναστατικής περιόδου, η εθνική συνείδηση παρουσίαζε μια ανισοσκέλεια, με την έννοια ότι η συλλογική βούληση, που εξέφραζε τον πόθο του λαού για απελευθέρωση από τον ξενικό ζυγό δεν υλοποιούνταν με την ίδια ένταση προς την κατεύθυνση της δημιουργίας κεντρικού εθνικού κράτους. ‘Η ακριβέστερα: Τα στοιχεία της τοπικής εξουσίας και κυριαρχίας συνέθεταν ένα ριπίδιο δυνάμεων, που ανταγωνιζόταν σοβαρά την αρχή μιας κεντρικής εκτελεστικής εξουσίας, σε βαθμό, που ήταν πολύ δύσκολο να θεμελιωθεί «απρόσωπο» κεντρικό κράτος υπεράνω των τοπικών συμφερόντων και αντιθέσεων. Έτσι το κράτος ήταν κατά καιρούς κράτος των Νησιωτών, των Ρουμελιωτών, των Πελοποννησίων κ.ο.κ. Ασφαλώς η ελληνική κοινωνία δεν ήταν μια κοινωνία φυλών (tribal society), όπως π.χ. συμβαίνει στις περισσότερες αφρικανικές χώρες. Δεν ήταν, όμως, και αστική κοινωνία, δηλαδή μια κοινωνία με διαμορφωμένη αστική τάξη, που είχε ξεπεράσει τοπικούς δεσμούς και πλαίσια και απέβλεπε στα όρια μιας ευρύτατης εθνικής αγοράς. Τα αστικά στρώματα είναι κατά κανόνα δεμένα σε τοπικούς και επαρχιακούς χώρους και συμμερίζονται τον τοπικισμό των άλλων στρωμάτων. Τα μεγαλοαστικά ελληνικά στοιχεία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στις παροικίες, που είχαν ευρύτατη οικονομική δραστηριότητα, είχαν κοσμοπολίτικο, όχι εθνικό προσανατολισμό. Βεβαίως, στην ελληνική κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα δεν υπήρχε καν ζήτημα ξεπεράσματος του οικονομικο-συντεχνιακού πλαισίου μιας και, όπως ήδη αναλύσαμε, η ελληνική κοινωνία της εποχής δεν ήταν κοινωνία πόλεων και ένα τέτοιο πλαίσιο ήταν ανύπαρκτο. Υπήρχε πρόβλημα ξεπεράσματος του κοινωνικο-αγροτικού και του τοπικο-επαρχιακού πλαισίου για να συγκροτηθεί ένα πρωτοκύτταρο συλλογικής βούλησης ικανής να διασπάσει και να υποκαταστήσει τις τοπικές και παραδοσιακές οργανικές ενότητες με στροφέα της σύλληψη μιας ευρύτατης και υπέρτατης κεντρικής εξουσίας, που θα ενσάρκωνε ένα αστικό εθνικό κράτος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο απλός Έλληνας της Επανάστασης είχα παράσταση μιας ανεξάρτητης και κεντρικά κυβερνώμενης ελληνικής πολιτείας. Παράλληλα, όμως, για τους λόγους που εκθέσαμε, μένει στενά δεμένος και εντονότατα εξαρτημένος από την ιδιαίτερή του πατρίδα. Η αντίληψη του για μια δημοκρατική πολιτεία έχει μια καθολική, πανελλαδική διάσταση. Αλλά, η πολιτική του πράξη είναι δεμένη σε ένα μικρότερο τοπικό πλαίσιο, με αποτέλεσμα το μερικό να επικρατεί σε βάρος του γενικού και τα σπέρματα της συλλογικής βούλησης να εξαφανίζονται στον κυκεώνα της τοπικής μικροπολιτικής. Την πανελλήνια διάσταση μπορεί βέβαια να συλλάβουν τα προωθημένα και φωτισμένα αστικά στοιχεία, οι Φιλικοί, ο Υψηλάντης, ένας Καϊρης ή ένας Καποδίστριας, αλλά, όπως σημειώσαμε, είναι λίγοι. Δεν μπορεί να δημιουργήσουν κατάσταση σφυρηλάτησης μιας ευρύτερης εθνικής συνείδησης αστικού τύπου, μιας συλλογικής βούλησης, όπως την εννοούσε η Γαλλική Επανάσταση. Μια συλλογική βούληση αυτής της μορφής μπορεί να είναι έργο ολόκληρης της αστικής τάξης σε φάση ανόδου, και τέτοια τάξη, παρ’ όλη την κατά τόπους «αστική» οικονομική άνθηση, δεν είχε διαμορφωθεί στην Ελλάδα του 1821.
Στο εσωτερικό πολιτικό επίπεδο το πλέγμα των τοπικών διαρθρώσεων πραγματικής οικονομικο-κοινωνικής ισχύος, δημιουργεί μια πλειάδα ανταγωνιζόμενων πόλων στη διάρκεια της Επανάστασης. Οι πόλοι αυτοί είναι, σε τελευταία ανάλυση, πραγματικά κέντρα πολιτικής δύναμης και εφαλτήρια για εναλλασσόμενες «καταλήψεις» της κεντρικής κυβέρνησης από την εκάστοτε επικρατέστερη τοπική «ηγεμονική» ομάδα. Με τον τρόπο αυτό ο λαός, όχι μόνο δεν διαπαιδαγωγείται, όχι μόνο δεν ωθείται προς τη διαμόρφωση μιας συλλογικής βούλησης αστικού χαρακτήρα, αλλά και οπισθοδρομεί. Από πολιτική άποψη υποβιβάζεται βαθμιαία στο ρόλο της αδρανούς ακολουθίας του κατά τόπους «παράγοντας». Ακριβώς γι’ αυτό τα στοιχεία συλλογικής πολιτικής ταύτισης με την έννοια που εκθέσαμε, δηλαδή σ’ ένα εθνικό, επομένως πανελλήνιο και υπερ-τοπικό επίπεδο, είναι ασθενέστερα στο τέλος της Επανάστασης απ’ ότι ήταν το ξεκίνημά της.
 
πηγή:
 
Posted in: Uncategorized