1977, Ηρωίνη και Επανάσταση: Συζητώντας με τον Vincenzo Miliucci (Εργατική Αυτονομία).

Posted on 3 Νοεμβρίου 2016

0


1977, Ηρωίνη και Επανάσταση: Συζητώντας με τον Vincenzo Miliucci (Εργατική Αυτονομία).

από προλ.πρωτ  

Το ζήτημα των ναρκωτικών ουσιών καθαυτό αλλά και η σχέση τους με τ’ ανατρεπτικά-επαναστατικά κινήματα αποτελεί ένα πολύπλοκο και ακανθώδες ζήτημα, ένα θέμα σχεδόν ταμπού. Επιλέξαμε να μεταφράσουμε το κείμενο που ακολουθεί, χωρίς να ταυτιζόμαστε απόλυτα με τις πολιτικές θέσεις που εκφράζει ο Vincenzo Miliucci, θεωρώντας όμως την παράθεση των αποτιμήσεων του, μια χρήσιμη τροφή για σκέψη γύρω από ένα πρόβλημα που δυστυχώς παραμένει τραγικά επίκαιρο.
***
Η ιστορία ξεκινάει με το άνοιγμα μιας έδρας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας [Partito Comunista Italiano (P.C.I)], η οποία είχε εγκαινιαστεί από τον ίδιο τον γενικό γραμματέα του Κόμματος Enrico Berlinguer, στη συνοικία Nomentano της Ρώμης. Βρισκόμαστε στα μέσα του 1967 και ο Vincenzo Miliucci μέχρι τότε δεν διαθέτει ουσιαστικά καμία πολιτική εμπειρία. Σύντομα η έδρα θ’ αποτελέσει ένα σημείο αναφοράς για τους προλετάριους της συνοικίας και φτάνει τους 130 εγγεγραμμένους, στην πλειοψηφία τους οικοδόμοι. Τον Μάη του 1968 ο Vincenzo συμμετέχει στην πρώτη προεκλογική εκστρατεία και φτάνει ν’ αναλάβει τη θέση του γραμματέα της έδρας, ενώ ταυτόχρονα συντηρείται δουλεύοντας σαν εργάτης στην Enel [η ιταλική Δεη]. Έπειτα έρχεται η άνοιξη της Πράγας και μαζί μ’ άλλους συντρόφους του εγκαταλείπουν το P.C.I, διαφωνώντας με τη σοβιετική εισβολή και προσχωρεί στην ομάδα Manifesto. Μια σύντομη αλλά έντονη διαδρομή που τερματίστηκε εξαιτίας της “κατακρήμνισης προς τον εκλογισμό” της Castellina και των συντρόφων της. Εν τω μεταξύ ο Miliucci αναπτύσσει γόνιμες σχέσεις με 4 ομαδοποιήσεις, εδαφικά ιδιαίτερα δραστήριες: η πολιτική επιτροπή της Enel, η συλλογικότητα στην Πολυκλινική, η πολιτική επιτροπή, η Ενωτική Επιτροπή Βάσης [Comitato Unitario di Base (C.U.B)] των σιδηροδρομικών. Αυτές οι ομαδοποιήσεις νοικιάζουν ένα χώρο στην οδο dei Volsci, στη συνοικία San Lorenzo, και δίνουν ζωή σ’ αυτό το πολιτικό οικοδόμημα που στη συνέχεια θ’ αποτελέσει την εμβρυακή μορφή της Εργατικής Αυτονομίας [Autonomia Operaia], το χωνευτήρι μέσα στο οποίο θ’ αναπτυχθεί το κίνημα του 1977.
Είναι ακριβώς εκείνα τα χρόνια που αρχίζει να τίθεται το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στην πολιτική στράτευση και τα ναρκωτικά. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, μια νέα ουσία κυριεύει τη ζωή πολυάριθμων συντρόφων: η ηρωίνη. Οι δρόμοι των λαϊκών συνοικιών γεμίζουν με φαντάσματα, με παιδιά που σταδιακά χάνουν κάθε επαφή με την πραγματικότητα: η δουλειά, οι σπουδές, ο πολιτικός ακτιβισμός παραγκωνίζονται από την αχόρταγη και απελπισμένη αναζήτηση της δόσης. Έπειτα, προκύπτουν οι πρώτοι νεκροί και το πρόβλημα εκρήγνυται ξεκάθαρα.
“Το ζήτημα είχε ήδη τεθεί στο Μιλάνο, όπου η ηρωίνη είχε διαδοθεί πριν από την υπόλοιπη Ιταλία – εξηγεί ο Miliucci. Στη Ρώμη, το μηνιαίο έντυπο της via dei Volsci αναλύει πολλές φορές το θέμα, με σκέψεις για την εξάπλωση και την έκταση του προβλήματος. Αναδύονται όλες οι δυσκολίες παρέμβασης γύρω απ’ αυτό το φαινόμενο τον οποίο αρχίζει να γίνεται αντιληπτό σαν άμεση επιβολή της εξουσίας και σαν εργαλείο της καταστολής. Έτσι προκύπτει η αναγκαιότητα για μια πιο διεξοδική αντιμετώπιση. Σ’ εμάς το θέμα των ναρκωτικών συζητήθηκε για πρώτη φορά, μ’ οργανικό τρόπο, τον Οκτώβρη του ’76. Διάφοροι σύντροφοι υπόκεινται σε πραγματικές κοινωνικές δίκες, οι οποίες πραγματοποιούνται σε διάφορες συνεδριάσεις. Όποιος καταναλώνει ηρωίνη ναρκοθετεί την πολιτική διαδρομή του και θέτει σε κίνδυνο και άλλους συντρόφους. Το ζήτημα επομένως αντιμετωπίζεται μετωπικά: αυτοί που αρνούνται ακόμα και την ίδια την ύπαρξη του προβλήματος απομακρύνονται οριστικά, αφού δεν θεωρούμε ότι μπορεί να βρεθεί μια μέση λύση”.
Παρ’ όλα αυτά, η κατάσταση χειροτερεύει αμέσως μετά το ’77, σε άμεση συνάρτηση με την κρίση του κινήματος. Όταν χάνεται η πολιτική ορμή – εξηγεί ο Miliucci – το πλαίσιο γίνεται τραγικό. Στη φάση κατά την οποία η επαναστατική ένταση βρίσκεται στην ακμή της, οι τεχνητοί παράδεισοι δεν βρίσκουν εύκολα γόνιμο έδαφος. Τη στιγμή που γίνεται αντιληπτή η αίσθηση της ήττας, η καταφυγή στην ηρωίνη εξαπλώνεται. Αυτό το δράμα εξελίσσεται αμέσως μετά το ’77 και κορυφώνεται το ’79. Η αίσθηση της οπισθοχώρησης θέτει την καθιέρωση της ηρωίνης σαν πραγματικό κοινωνικό αναισθητικό. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πολλοί σύντροφοι αρχίζουν να θέτουν στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας τη μάχη ενάντια σ’ αυτήν την πληγή. Η υποψία ότι η ηρωίνη αποτελεί ένα κατασταλτικό εργαλείο γίνεται όλο και πιο βάσιμη. Έπειτα πρέπει να συνυπολογιστεί ο ανθρώπινος παράγοντας. Στις εργατικές επιτροπές και τη συλλογικότητα της via dei Volsci, 8 άτομα ήταν αυτά που έκαναν κατάχρηση ηρωίνης: το να βλέπεις φίλους και συντρόφους να βυθίζονται ανεπιστρεπτί προς την αυτοκαταστροφή σε ωθεί ν’ αγωνιστείς λυσσασμένα ενάντια σ’ αυτόν τον ύπουλο εχθρό.
Το 1980 ο Vincenzo Miliucci καταδικάζεται σε 8 μήνες κάθειρξης στις ειδικές φυλακές μετά το κλείσιμο του Ράδιο Κόκκινο Κύμα [Radio Onda Rossa], τους οποίους και θα εκτίσει σε μία από τις ποινικές πτέρυγες της φυλακής της Rebibbia [στη Ρώμη]. Εκεί, το δράμα της ηρωίνης αποκτά διαστάσεις ακόμα πιο εφιαλτικές.
“Στην πτέρυγα όπου έκτισα την ποινή μου, το 15 με 20% των κρατουμένων ήταν ηρωινομανείς. Άτομα εντελώς εκμηδενισμένα, καθοδηγούμενα μονάχα από την αναζήτηση της πρέζας. Καμία άλλη συγκίνηση, καμία άλλη φιλοδοξία πέρα από εκείνη του σουταρίσματος. Όταν αποφυλακίστηκα και άρχισα και πάλι να γυρνάω την Ιταλία παρατήρησα μια συνθήκη απόλυτης ισοπέδωσης. Ιδιαίτερα στους δρόμους του Μιλάνου εκδηλώνεται μια πραγματική καταστροφή: σκηνές ανατριχιαστικές, νέοι πεταμένοι στις γωνιές των δρόμων, ένα βήμα πριν το θάνατο. Προσωπικά, μια τόσο έντονη συναισθηματική φόρτιση την είχα βιώσει ήδη το ’75, κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης κατάληψης σπιτιών στην Ostia. Σ’ αυτά τα κτίρια 5.000 άνθρωποι προερχόμενοι από τα γκέτο της Ρώμης συμβιώνουν με μια τεράστια ανοιχτή αγορά διακίνησης ουσιών. Εκεί συναντώ αυτούς που αργότερα θ’ αποτελέσουν τους ηθοποιούς της ταινίας Τοξική Αγάπη [Amore Tossico]. Για έναν από τους πρωταγωνιστές, η κόλαση της ηρωίνης έκλεισε με τον θάνατο από Aids”.
Η συγκεκριμένη ουσία πλέον έχει μετατραπεί σε μια ανελέητη κοινωνική πανούκλα. Και ακριβώς για την ανακοπή της διάδοσης αυτού του φαινομένου, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80 γεννιούνται τα πρώτα κοινωνικά κέντρα.
“Η πρώτη αποστολή τους είναι ακριβώς ο απεγκλωβισμός των προαστίων από τη μέγγενη της ηρωίνης: ήταν ένας ανανεωτικός τρόπος για ν’ ανακαλυφθεί και πάλι η πολιτική”.
Επομένως, το κίνημα αναλαμβάνει μια αποφασιστική λειτουργία, της οποίας όταν αρχίζει να χάνεται η κινητήρια δύναμη της, η κατάσταση επιδεινώνεται. Πρόκειται για μια κατάσταση που χαρακτήρισε τα πιο πρόσφατα χρόνια:
“Αρκεί κάποιος να σκεφτεί την περίπτωση της συνοικίας του San Lorenzo στη Ρώμη. Μέχρι το 1993-94 στη γειτονιά δεν γινόταν ποτέ διακίνηση, πέρα από κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις στην περιοχη του Scalo. Η πολιτική δράση υπερτερούσε έναντι κάθε άλλης δραστηριότητας: οι αγώνες για το πλαφόν στα πάγια και την οριοθέτηση των τιμών των ενοικίων για τους φοιτητές, οι αυτομειώσεις στους λογαριασμούς και την υπεράσπιση των μαστόρων που δούλευαν στη συνοικία. Όταν φεύγουν οι συνοικιακές επιτροπές, τα πάντα αλλάζουν ριζικά”. Το ίδιο συμβαίνει και στη συνοικία του San Basilio.
“Γύρω στο 2002 άρχισαν να εξασθενούν μερικά πολιτικά σημεία αναφοράς τα οποία, παρ’ όλες τις δυσκολίες, είχαν επιτρέψει όλα αυτά τα χρόνια να δημιουργηθούν εκείνες οι απαραίτητες κοινωνικές δικτυώσεις που έμπαιναν εμπόδιο στην παρακμή. Η εξαφάνιση αυτών των υποκειμενικοτήτων και η επιστροφή του ατομισμού έριξαν τη συνοικία σ’ ένα συλλογικό δράμα. Το San Basilio μετατράπηκε σε κάτι σαν τη Scampia [σ.τ.μ υποβαθμισμένο προάστιο στα περίχωρα της Νάπολης, προπύργιο της Καμόρα]”.
San Lorenzo και San Basilio: περιοχές στις οποίες το πρόβλημα παρουσιάστηκε από την διάδοση της κοκαΐνης. Μια ουσία που εισάγει νέες εντάσεις σε σύγκριση με το παρελθόν και της οποίας η εξάπλωση, κυρίως στη Ρώμη, συνδέεται άρρηκτα με την προέλαση της άκρας δεξιάς στα γήπεδα.
“Όποιος έκανε χρήση ηρωίνης προσπαθούσε πάντοτε να το κρύψει, ντρεπόταν. Σήμερα όμως η χρήση κοκαΐνης είναι σχεδόν στοιχείο περηφάνιας, ένα είδος φάρμακου για την αντιμετώπιση των εξωφρενικών ρυθμών της σύγχρονης κοινωνίας. Η χρήση της συγκεκριμένης ουσίας κατέγραψε μια αλματώδη αύξηση τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90, όταν η άκρα δεξιά κατέκτησε τον έλεγχο στα πέταλα των γηπέδων. Μ’ αυτήν την έννοια η περίπτωση της Ρώμης είναι χαρακτηριστική. Με το τερματισμό της εμπειρίας των Fedayn [σ.τ.μ σύνδεσμος οπαδών, με κομμουνιστική ιδεολογική αναφορά, που κυριάρχησε από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 και για περίπου 20 χρόνια στους οργανωμένους οπαδούς της Roma], η δεξιά μετέτρεψε το πέταλο σ’ επίκεντρο της διακίνησης [ναρκωτικών ουσιών]. Η δυνατότητα διαχείρισης μεγάλων χρηματικών ποσών προσέλκυσε πάρα πολλούς νεολαίους: αρκεί κάποιος να σκεφτεί ότι χάρη σ’ αυτήν τη μπίζνα, ένας νεολαίος μπορούσε να τσεπώνει 600.000 λιρέτες την εβδομάδα. Το κίνημα πάντοτε υποτίμησε αυτό το φαινόμενο και πράγματι δεν κατάφερε ποτέ να παρέμβει για να εμποδίσει αυτήν την τάση”.
Η υποτίμηση του φαινομένου των ναρκωτικών είχε επομένως τραγικά αποτελέσματα για το κίνημα. Πρόκειται για μια πολύπλοκη υπόθεση, η οποία συχνά υποτιμάται ή ακόμα και αγνοείται από τη βιβλιογραφία και τις αναμνήσεις των πρωταγωνιστών.
“Οι ναρκωτικές ουσίες εξασκούν μια τεράστια γοητεία, της οποίας το βασικό χαρακτηριστικό είναι μια περιέργεια που μοιραία καταλήγει να μετατρέπεται σε αφέλεια. Πιθανότατα η δικιά μας αντίληψη για το ζήτημα δεν ήταν η δέουσα και έτσι εξασκήσαμε την ελάχιστη δράση, σκεπτόμενοι αποκλειστικά την υπεράσπιση της κοινότητας μας και αρκούμενοι στον περιορισμό της ζημιάς. Παρ’ όλα αυτά, και μιλάω κυρίως για τη δική μου εμπειρία, η οπισθοχώρηση του κινήματος δεν καθορίστηκε από τα ναρκωτικά. Η ήττα μας ήταν μια ξεκάθαρα πολιτική ήττα, αποτέλεσμα της κατασταλτικής επέλασης του Κράτους και της υπόθεσης Μόρο. Όπως και να έχει, πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε ότι σήμερα η κατάσταση έχει ξεκάθαρα χειροτερέψει: μειώθηκαν οι στέρεες υποκειμενικότητες που θέτουν αυστηρά όρια, που είναι απαραίτητα για να φραχτεί ο δρόμος στην καλπάζουσα κουλτούρα της κραιπάλης. Το φαινόμενο εξαπλώνεται και αποτελεί μια αυξανόμενη απειλή. Θυμάμαι ένα σύνθημα της εποχής μου: “Ούτε ηρωίνη, ούτε αστυνομία”. Αποτέλεσε για χρόνια ένα πολύ ισχυρό στοιχείο ταυτότητας, αυτό ακριβώς που λείπει σήμερα”
μετάφραση: Προλεταριακή Πρωτοβουλία, Αθήνα Μάρτης 2016
 
Posted in: Uncategorized