TRAINSPOTTING 2: ΣΚΛΗΡΆ ΤΑΞΙΚΆ ΝΑΡΚΩΤΙΚΆ

Posted on 7 Νοεμβρίου 2016

0


Η κυκλοφορία, του τρέιλερ για το δεύτερο Trainspotting, που θα προβληθεί στη Βρετανία στις αρχές του 2017, αναζωογόνησε το ενδιαφέρον για έναν κινηματογραφικό θρύλο της δεκαετίας του ’90. Το πρόβλημα είναι ότι η λεγόμενη «γενιά του Trainspotting πέθανε πριν από δέκα χρόνια στα αποκαΐδια της θατσερικής Αγγλίας.
Oι δημοσιογράφοι περίμεναν με αγωνία το «πόρισμα» του Ισίδωρου Ντογιάκου. Φθινόπωρο του 1996 και ο εισαγγελέας ήταν κλεισμένος σε μια κινηματογραφική αίθουσα παρακολουθώντας τη νέα ταινία του Ντάνι Μπόιλ, Trainspotting. Για ώρες, από την αίθουσα δεν έβγαινε ούτε ο λευκός, ούτε ο μαύρος «καπνός» που θα μαρτυρούσε αν η ταινία, η οποία είχε χαρακτηριστεί από μερίδα του Τύπου «ωδή στη χρήση ναρκωτικών», θα έπαιρνε τελικά την άδεια να παιχτεί στις αίθουσες.
Ο Ντογιάκος έμεινε μέσα και για δεύτερη προβολή πριν τηλεφωνήσει τελικά στον προϊστάμενο της Εισαγγελίας, Αθ. Κανελλόπουλο, για να τον ενημερώσει ότι οι αίθουσες μπορούν να ανοίξουν τις πόρτες τους στο κοινό.
Είκοσι χρόνια αργότερα οι δημιουργοί του Trainspotting επιστρέφουν με τη συνέχεια της ταινίας – μια πρόγευση της οποίας πήραμε αυτή την εβδομάδα από το νέο τους τρέιλερ. Το παλιό μότο του Trainspotting, «διάλεξε ζωή, διάλεξε δουλειά, διάλεξε καριέρα, διάλεξε οικογένεια, διάλεξε μια μεγάλη κωλοτηλεόραση», έχει αντικατασταθεί: «Διάλεξε facebook, twitter, Instagram και ευχήσου ότι κάποιος, κάπου, νοιάζεται για σένα».
Τότε, όπως και τώρα, η προσπάθεια των δημιουργών να συνδέσουν (έστω και με χολιγουντιανή «λεπτότητα») τη χρήση ναρκωτικών με τη φτώχεια και την αλλοτρίωση πνίγεται σε ένα κύμα δημοσιογραφικής ηθικολογίας που προσπαθεί να αποδείξει ότι τέτοιου είδους ταινίες ωραιοποιούν και εν τέλει ηρωοποιούν τη χρήση ναρκωτικών.
Η σχετική συζήτηση είναι βέβαια παλιά όσο και ο ίδιος ο κινηματογράφος. Για την ακρίβεια, η πρώτη ταινία για ναρκωτικά γυρίστηκε το 1894 από τον Τόμας Εντισον και αφορούσε δυο Κινέζους οπιομανείς.
Το Χόλιγουντ αντέδρασε αρχικά με αδιαφορία στο πρόβλημα των ναρκωτικών, τα οποία πρόβαλε χωρίς ενδοιασμούς. Ο σκηνοθέτης Τζον Εμερσον, παραδείγματος χάριν, παρουσίασε το 1916 την ταινία «The mystery of the leaping fish», στην οποία ο πρωταγωνιστής κάνει ενδοφλέβια χρήση κοκαΐνης από την αρχή μέχρι… τους τίτλους τέλους.
Η αμερικανική βιομηχανία του θεάματος θα γνωρίσει μόλις στη δεκαετία του 1930 τις πρώτες απαγορεύσεις για την αναφορά σε ναρκωτικά.
Εκτοτε, έρευνες έχουν αποδείξει ότι στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων η παρουσίαση ναρκωτικών σε ταινίες όχι μόνο δεν συμβάλλει στη διάδοση της χρήσης, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις έχει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα.
Σε μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε νεαρά άτομα στη Βρετανία μετά την προβολή του Trainspotting διαπιστώθηκε ότι η εικόνα που έμενε στον θεατή ήταν αυτή της αηδίας που προκαλούσε η κατάσταση των τοξικοεξαρτημένων ατόμων.
Ξεκινάμε με μεγάλες ελπίδες και τις κλείνουμε σε ένα μπoυκάλι… Ζούμε μια σύντομη απογοητευτική ζωή και μετά πεθαίνουμε.
Ιρβιν Γουέλς, από το βιβλίο «Trainspotting»
Ειδικά στη συγκεκριμένη ταινία, όμως, η συζήτηση σχετικά με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στους θεατές μάς απομάκρυνε από την πολιτική, κοινωνική και κυρίως οικονομική ουσία του ζητήματος, που αφορά τα αίτια τα οποία ωθούν τους νέους στη χρήση τέτοιων ουσιών.
Το 2009 η εφημερίδα «Guardian» αναζήτησε τη λεγόμενη «γενιά του Trainspotting» στη Σκοτία. Συνάντησε πληγωμένους ανθρώπους που πέθαιναν στα 40 τους χρόνια ύστερα από μακροχρόνια χρήση ηρωίνης.
Οι αληθινοί πρωταγωνιστές του Trainspotting έφευγαν σταδιακά και κυρίως αθόρυβα από τη ζωή, χωρίς στο βάθος να ακούγονται οι μουσικές του Ιγκι Ποπ ή έστω μια σειρήνα της αστυνομίας.
Ο συντάκτης, αντί να θέσει το αφελές ερώτημα τί ρόλο έπαιξε η ταινία στην αύξηση ή τη μείωση της χρήσης ηρωίνης στη Σκοτία, προτίμησε να διηγηθεί την ιστορία μιας οικογένειας από την περιοχή.
Ο πατέρας έπινε μεγάλες ποσότητες αλκοόλ. Ο γιος ήταν αλκοολικός και έκανε χρήση ηρωίνης. Ο εγγονός –η γενιά του Trainspotting– μόνο ηρωίνη.
Η διαφορά τους δεν ήταν φυσικά ότι παρακολούθησαν διαφορετικές ταινίες στον κινηματογράφο και την τηλεόραση, αλλά η θέση τους στην κοινωνία και οι συνθήκες απασχόλησής τους. Ο πατέρας δούλευε εργάτης σε ναυπηγείο.
Είχε λοιπόν μια απασχόληση και έναν λόγο να μη γίνει αλκοολικός. Ο γιος έκανε δουλειές του ποδαριού, καθώς η οικονομική κρίση είχε χτυπήσει την περιοχή και μαζί τη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη. Οσο για τον εγγονό, ζούσε στο κατεστραμμένο τοπίο της μεταθατσερικής Αγγλίας: διάρρηξη του κοινωνικού ιστού, ανεργία, φτώχεια, εξαφάνιση των δομών κοινωνικής πρόνοιας.
Από το μεταβιομηχανικό Μάντσεστερ μέχρι τα εγκαταλελειμμένα ναυπηγεία της Σκοτίας η αυξημένη προσφορά ηρωίνης από το Πακιστάν συναντούσε την αυξημένη ζήτηση.
Η ανεργία που είχε ξεκινήσει τη δεκαετία του ’70 μετατρεπόταν σε κοινωνική μάστιγα, καθώς η Σιδηρά Κυρία έσκιζε το δίχτυ (κοινωνικής) ασφαλείας που είχε δημιουργηθεί στη μεταπολεμική Βρετανία.
Ή, όπως θα τραγουδούσαν λίγα χρόνια αργότερα και οι Pulp, οι άνθρωποι αυτοί ζούσαν σε μια περιοχή όπου «μπορούσες να χορεύεις, να πίνεις και να κάνεις σεξ –γιατί δεν υπήρχε τίποτα άλλο να κάνεις».
INFO
Διαβάστε:
What happened to the Trainspotting generation?
Δύο συντάκτες του Guardian αναζητούν τους αληθινούς πρωταγωνιστές του Trainspotting και τους εντοπίζουν να πεθαίνουν στα τέλη της δεκαετίας του 2010.
Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα των Συντακτών 5/11/2016
 
πηγή:
 
Posted in: Uncategorized