Robert Kurz “Υστερικός Λαϊκισμός – η σύγχυση της αστικής κοινής γνώμης και το κυνήγι αποδιοπομπαίων τράγων”

Posted on 12 Νοεμβρίου 2016

0


Robert Kurz “Υστερικός Λαϊκισμός – η σύγχυση της αστικής κοινής γνώμης και το κυνήγι αποδιοπομπαίων τράγων”

Σύνδεσμος Πρωτοτύπου: http://www.exit-online.org/link.php?tab=autoren&kat=Robert%20Kurz&ktext=Hysterischer%20Populismus
Το πιο δημοφιλές επιτραπέζιο παιχνίδι είναι το κυνήγι του αποδιοπομπαίου τράγου. Συνήθως όταν κάτι πηγαίνει στραβά σε μεγάλη κοινωνική κλίμακα, δεν θέτουμε αναγκαία σε αμφισβήτηση το ζήτημα αυτό κάθε αυτό αλλά εστιάζουμε σε συγκεκριμένα πρόσωπα ούτως ώστε να αναλάβουν εκείνα την ευθύνη. Δεν είναι εύθετο ούτε και δυνατό να καταστούν ως αιτίες οι μικτογενείς καταστάσεις, οι καταστρεπτικές κοινωνικές σχέσεις ή οι αντιφατικές δομές αλλά είναι προτιμότερο αυτές να αποδοθούν προσωπικά επάνω σε άτομα που υστερούν είτε σε αποφασιστικότητα, είτε σε ικανότητα ή ακόμα που να διακρίνονται ως κακόβουλα. Απλουστεύοντας είναι πολύ πιο εύκολο να ζητάς τις “κεφαλές επί πίνακι” απ’ το να ανατρέπεις τα ζητήματα όπως υφίστανται και να μετασχηματίζεις την κοινωνική δυναμική.
Αυτή η αυθόρμητη ροπή, μιας απερίσκεπτης συνείδησης, που εξομαλύνει τα προβλήματα μεταθέτοντας την ευθύνη στα πρόσωπα συμμορφώνεται με την φιλελεύθερη ιδεολογία. Ο φιλελευθερισμός ως αξίωμα εξατομικεύει τα αίτια των κοινωνικών προβλημάτων. Η επικρατούσα τάξη του κοινωνικού συστήματος αναπτύχθηκε με την επισημότητα ενός δόγματος σύμφωνα με το οποίο εξελίχθηκε σε φυσικό νόμο κι’ ως εκ τούτου κατέστη απρόσιτη και απαράβατη για οποιαδήποτε κριτική αξιολόγηση. Συνεπώς η αιτιότητα της αρνητικής πρακτικής θα πρέπει να εντοπιστεί στα άτομα καθόσον τοποθετούνται στο πραγματικό πλαίσιο της ύπαρξης. Οι προσωπικές κακουχίες και οι αποτυχίες οφείλονται στην υπαιτιότητα των εκάστοτε συγκεκριμένων ατόμων, που είναι εξατομικευμένα ένοχοι ή φταίχτες ή αποτελούν σύνολα συνενόχων που γεννούν την κοινωνική κρίση και την καταστροφή. Ποτέ μα ποτέ το ίδιο το σύστημα δεν μπορεί να είναι σκάρτο, μάλλον κάποιος άνθρωπος έχει σφάλλει ή ίσως έχει διαπράξει κάποιο έγκλημα.

Αυτού του είδους ο (συλ)λογισμός ενώ είναι βαθύτατα ανορθολογικός είναι μία ανακούφιση για την συνείδηση επειδή κάνεις δεν χρειάζεται να κοπιάσει ώστε να διαπιστώσει και να επικρίνει της ίδιες της συνθήκες (που επικρατούν) της ύπαρξης του. Ουσιαστικά τα απρόσωπα προβλήματα της κοινωνικής δομής και της ανάπτυξης της συνταυτίζονται με συγκεκριμένα πρόσωπα, κοινωνικές ομάδες κ.λπ. ή μετατοπίζονται επάνω σε αυτά συμβολικά. Στην Παλαιά Διαθήκη της Βίβλου αυτός ο μηχανισμός περιγράφεται ως η πραγματοποίηση του “αποδιοπομπαίου τράγου” στον οποίο η κοινωνία μεταθέτει συμβολικά όλες τις αμαρτίες της και ύστερα τον καταδιώκει στην έρημο. Αυτή η μέθοδος της επιφανειακής εξατομίκευσης των προβλημάτων και των καταστροφών μπορεί να ακολουθήσει δύο πορείες.Why?
Στην πρώτη το φταίξιμο επιρρίπτεται σε άτομα ή σύνολα ατόμων ή σε σχετιζόμενα θεσμικά όργανα. Είτε ο απλός λαός και η λαϊκή βάση σχηματισμών θα καταγγείλουν τους επικεφαλής και τους φορείς τους ως αναρμόδιους και αποτυχημένους είτε οι ένοχοι εάν μπορούν θα αντιστρέψουν τα επιχειρήματα των κατηγόρων και σε αντάλλαγμα θα κατηγορήσουν την λαϊκή βάση για ανεπάρκεια και ανικανότητα ή θα ισχυριστούν ότι η συνοχή της έχει διαρραγεί ούτως ώστε να μπορεί να υπάρξει συνεργασία μεταξύ των μελών της κλπ. Στην μοντέρνα πολιτική αυτός ο μηχανισμός καταμερισμού της ευθύνης στην πραγματικότητα κανοναρχεί την έννοια (το σχέδιο) του τρόπου λειτουργίας του. Ο όχλος εξυβρίζει τους πολιτικούς και οι πολιτικοί καθυβρίζουν το πλήθος. Όπως γίνεται αντιληπτό στον καθένα οποιοδήποτε αντιπολιτευτικό κόμμα δεν αποδίδει ποτέ τα κοινωνικά προβλήματα στο σύστημα Πολιτικής και στην δομή που διέπει την κοινωνική αναπαραγωγή αλλά ισχυρίζεται ότι αυτό οφείλεται στους ανταγωνιστές του που βρίσκονται την δεδομένη στιγμή στο τιμόνι και τη «λάθος» πολιτική τους.

Η δεύτερη μέθοδος είναι ακόμα πιο παράλογη και επικίνδυνη. Τα κοινωνικά προβλήματα συνήθως προβάλλονται σε ένα ενιαίο ή περισσότερα συγκεκριμένα σύνολα ανθρώπων, τα οποία συμβολίζονται ως κάτι «απολύτως Σατανικό» και συνεπώς λειτουργούν σαν έννοια ενός καθολικού δημόσιου κινδύνου. Οποιαδήποτε ιδεολογία – σύμφωνα και με τη Μαρξιστική ιδεολογία ως τέτοια είναι πάντοτε μια «ψευδής συνείδηση», μια διαστρεβλωμένη εικόνα του κόσμου – θέτει σε λειτουργία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την εξατομικευμένη έννοια του δημόσιου κινδύνου. Ακόμα κι’ αν ο φιλελευθερισμός ως σύγχρονος ιδεολογικός πυρήνας είναι συγκριτικά πρακτικός στην αναζήτηση των ενόχων που όμως δεν διστάζει να αντικαταστήσει το ένα «σατανικό» γνώρισμα με κάποιο άλλο σε συνάρτηση με τις επικρατούσες περιστάσεις (π.χ. οι «παράλογες απαιτήσεις» και η οκνηρία των φτωχών, η «κακή ανατροφή των παιδιών» και η σχέση της με τους εγκληματίες, κλπ.), θα πρέπει να αποδεχτούμε την παραδοχή ότι οι απότοκοι του στην πραγματικότητα έχουν δεσμευθεί με την μονοδιάστατη αντίληψη ενός καθολικού εχθρού. Η πιο μοχθηρή και βαρυσήμαντη ιδεοληψία που εκκολάφθηκε ως επακόλουθο των κοινωνικών ψευδαισθήσεων μέσα στου κόλπους της κοινωνίας είναι πιθανώς ο αντι-σημιτισμός ο οποίος μεσουράνησε κατά την διάρκεια της μαζικής εξόντωσης των Εβραίων στην ναζιστική Γερμανία.

Το αντίρροπο της ανορθολογικής αναζήτησης των ενόχων, είναι μια χειραφετητική κοινωνική κριτική, η οποία δεν θα στοχεύει σε ιδιαίτερες ομάδες ατόμων αλλά θα θέλει να μετατρέψει τις κυρίαρχες δομές της κοινωνικής αναπαραγωγής και των κοινωνικών σχέσεων. Και αδιαμφισβήτητα η μαρξική θεωρία εξακολουθεί δυνητικά να είναι η πιο γόνιμη ως αποτέλεσμα αυτής της κριτικής. Είναι αληθές ό,τι οι ιδέες του εργατικού κινήματος (οι οποίες προσέγγισαν τα δικά τους όρια εν τω μεταξύ) στον βαθμό που οι κοινωνικές αντιφάσεις οφείλονταν σε κάποιο είδος «βούλησης για εκμετάλλευση», προσωποποίησαν στον πυρήνα τους την βούληση αυτή απονέμοντας την στους «ιδιώτες ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής» από το να την αποδώσουν στους τυφλούς νόμους και τις δυνάμεις του νεωτεριστικού εμπορευματικού παραγωγικού συστήματος. Κατά ειρωνικό τρόπο, αυτή η περιορισμένη θεωρητική προσέγγιση που μπορεί να εντοπιστεί ως η φιλελεύθερη κληρονομιά του εργατικού Μαρξιστικού κινήματος είναι η απόλυτη ιδέα πως όλα τα προβλήματα που εμφανίζονται απλώς οφείλονται αποκλειστικά στις προθέσεις βούλησης (κίνητρα). Εν τούτοις, η θεωρία του Μαρξ παρέχει σε μεγάλο βαθμό μια περιεκτική προσέγγιση στην «κριτική του συστήματος» που είναι πραγματικά αντάξια του χαρακτηρισμού της (ως κριτική) χωρίς να συγχέει την δομική συστημική κρίση με τον «αρρωστημένο νου» προσώπων ή κοινωνικών ομάδων.

Μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και τη θριαμβευτική επικράτηση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, η κοινωνική κριτική δεν αναπτύχθηκε προς αυτή την κατεύθυνση περαιτέρω αλλά σχεδόν σιώπησε. Το κοινωνικό σύστημα και οι δομές του έγιναν περισσότερο ταμπού (μυστικοποιήθηκαν) όσο ποτέ άλλοτε. Αμέσως μόλις τα επικυρίαρχα σχήματα των κοινωνικών σχέσεων δεν μπορούσαν πλέον να υπόκεινται σε κριτική ενόσω τα κοινωνικά προβλήματα επιδεινώνονταν οι θεωρίες συνωμοσίας βρήκαν ελεύθερο πεδίο δράσης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα τελευταία 20 χρόνια και παράλληλα με την υποχώρηση του μαρξισμού, οι αντισημιτικές και ρατσιστικές ιδεολογίες είναι σε άνοδο και πάλι, επιθυμώντας να εξηγήσουν τη μιζέρια του κόσμου με διάφορες προσωποποιήσεις του κακού.
Ακόμα και στις δημοκρατικές κοινωνίες, οι κεντρώοι πολιτικοί ψάχνουν ξεδιάντροπα για «αποδιοπομπαίους τράγους». Στη Γερμανία ένα βιβλίο με τον τίτλο “Nieten in Nadelstreifen” (Άχρηστοι, Ντυμένοι με Ριγέ Κοστούμια) γραμμένο από τον δημοσιογράφο οικονομικών θεμάτων (για επιχειρήσεις) Γκίντερ Όγγερ, το οποίο κατέστη ευπώλητο (μπεστ-σέλερ), στιγμάτιζε όλα τα διευθυντικά στελέχη της Γερμανίας ως αποτυχημένους ανακηρύσσοντας τους (με αιτία τη συλλογική ανικανότητα τους) ως την κύρια πηγή της αυξανόμενης κοινωνικό-οικονομικής καταστροφής. Οι σημερινοί σωτήρες και ήρωες είναι μονάχα οι αυριανοί ηττημένοι και κατηγορούμενοι. Ορισμένα μέσα ενημέρωσης δημοσιεύουν ακόμη και λίστες με τους «νικητές και τους χαμένους της εβδομάδας» στην πολιτική, στην επιχειρηματικότητα, στον αθλητισμό και την σόουμπιζ. Το καρουζέλ προσωπικοτήτων περιστρέφεται ακατάπαυστα με αυξανόμενο ρυθμό: οι κρίσεις, οι καταρρεύσεις και οι χρεοκοπίες τρέχουν πιο γρήγορα από τον χρόνο και πάντα αποδίδονται σε προσωπικό επίπεδο σε όσους πρέπει να πάρουν το καπελάκι τους και να εγκαταλείψουν ούτως ώστε να αντικατασταθούν από άλλους που δεν μπορούν εξίσου να κάνουν καλά την δουλειά.

Θυσιάζοντας τα πιόνια ή τις βασίλισσες αδυνατείς να κατευνάσεις την ζοφερή αίσθηση μίας αφηρημένης παγκόσμιας απειλής. Επιδιώκοντας δε, κάποιου είδους έκφραση του συναισθήματος συνεχίζεις να γεννάς φαντάσματα. Οι δυτικές κοινωνίες, που οι ίδιες δεν είναι πλέον σε θέση να εξετάσουν κριτικά την δομή τους, αναπαράγουν ανώνυμα μυθικά Στοιχειά που συμβολίζουν το άυλο «Κακό» στην θέση αυτής της δομής.

Ένα από αυτά τα μυθικά στοιχειά του αρνητισμού είναι και ο τρομοκράτης. Όσο πιο μυστηριώδεις και αυθαίρετες φαίνονται να είναι οι βομβιστικές επιθέσεις των ευρισκόμενων σε σύγχυση και απελπισία μαχητών της Τζιχάντ ή των συμμοριών της Μαφίας, τόσο περισσότερο αντιστοιχούν στην τυφλή και χωρίς υποκείμενο «τρομοκρατία της οικονομίας». Εδώ και καιρό τα όρια ανάμεσα στις τρομοκρατικές ομάδες, την κρατική εξουσία και τις μυστικές υπηρεσίες έχουν γίνει ασαφή. Η δημοκρατική κοινωνία βλέπει το είδωλο του τρομοκράτη όταν κοιτάζεται στον καθρέφτη. Είναι ακριβώς ό, τι χαρακτηρίζει την σκιερή και αμφίβολη φυσιογνωμία της τρομοκρατίας που εξωτερικεύει το μόνιμο «Κακό» μέσα στο πλαίσιο της «κοινωνίας των έντιμων αστών» ως έναν αφηρημένο εχθρό.
Ο μηχανισμός της προβολής λειτουργεί ως καθρέφτης αναστροφής: Καθώς ο τρομοκράτης ιδεολογικά προσανατολισμένος εστιάζει στο απόλυτο κακό του καπιταλισμού ενατενίζοντας πάνω στην διευθυντική ελίτ που νομίζει ότι το ενσαρκώνει, ο δημοκρατικός πολιτικός θα εξηγήσει αντιστρόφως την κοινωνική ανασφάλεια ως «αποτέλεσμα της απειλής από τους τρομοκράτες». Και οι δύο πλευρές, οι τρομοκράτες και οι υπηρεσίες ασφάλειας, χρησιμοποιούν τη μέθοδο του «ανθρωποκυνηγητού» ώστε να παρουσιάσουν περήφανα τα πτώματα των θυμάτων τους ως τρόπαια μπροστά στην κοινή γνώμη σκηνοθετώντας «τον τρόμο της αρετής» (Ροβεσπιέρος).(1) Στο μεταξύ, η ύπαρξη των τρομοκρατών, είτε πραγματική, είτε απλά μια φαντασμαγορία, έγινε η νομιμοποιητική προϋπόθεση για την επιβολή της οικονομικής δημοκρατίας των ελευθέρων αγορών σε όλο τον πλανήτη.

Μόλλυ Κρέημπαπλ, Η Σπουδαία Αμερικάνικη Μηχανή Φούσκας, 2011

Αρκετά παρόμοια είναι η περίπτωση που αφορά το μύθο του κερδοσκόπου, ο οποίος ξεκίνησε να “ανθίζει” στην δεκαετία του ’90 συγχρόνως με την έκρηξη της παγκόσμιας οικονομικής φούσκας. Όπως είναι γνωστό, η θολή αναταραχή που προκλήθηκε ενάντια στα κερδοσκοπικά κέρδη δεν απέχει πολύ από τον Αντι-σημιτισμό, διότι ο τελευταίος ταυτίζει τους Εβραίους με τις αρνητικές πτυχές του χρήματος. Με τον Τζορτζ Σόρος (2) δόθηκε στον μύθο μία χροιά πιο προσωπική που την ίδια στιγμή όμως συνοψίζει την ανώνυμη απειλή στο αόριστο σύνολο των κερδοσκόπων: Η καπιταλιστική κοινωνία της εργασίας αρχίζει σιγά-σιγά να προαισθάνεται ότι βρίσκεται χωρίς χειροπιαστό αντικείμενο και προβάλλει το πρόβλημα σ’ ένα προσωποποιημένο Κακό που τάχα μου προετοιμάζεται να εξολοθρεύσει την “έντιμη εργασία”. Όσο πιο σαφές καθίσταται ότι το σύστημα εργασίας αυτοκαταργείται – με την εποχή της κερδοσκοπίας να αναδύεται ως απλή συνέπεια της κατάργησης αυτής – τόσο πιο απόλυτη γίνεται η ανάγκη για ένα μυθικό υποκείμενο που φαινομενικά φέρει την ευθύνη. Αυτή η ανορθολογική εξήγηση που ωριμάζει στις συνειδήσεις των ανθρώπων ενώ ποντάρουν και το τελευταίο τους φράγκο στην αγορά μετοχών, στην πραγματικότητα είναι η προϋπόθεση για την ενσάρκωση αυτής της προβολής. Μετά το κραχ στις τεχνολογικές χρηματαγορές τα μέσα ενημέρωσης ήταν πρόθυμα να ανακηρύξουν τους “εξαπατημένους μικροεπενδυτές” θύματα των μοχθηρών χρηματοοικονομικών συμφερόντων που κινούν τα νήματα από το παρασκήνιο.(3)

Κατά την διάρκεια των τελευταίων ετών κι’ ενώ η κρίση εντεινόταν μία άλλη παράλογη προβολή κερδίζει έδαφος μαζί με τον τρομοκράτη και τον κερδοσκόπο: ο παιδεραστής είναι η πιο πρόσφατη ενσάρκωση του “Απόλυτου Κακού”. Καμιά μαγική επίκληση του Σατανά δεν μπορεί να γίνει χωρίς την σεξουαλική της συνιστώσα. Έτσι παράλληλα με την υποτιθέμενη «κακομεταχείριση της κοινωνικής πρόνοιας» από τους (κατά προτίμηση ξένους) χαραμοφάηδες, η σεξουαλική κακοποίηση έγινε ένα δημοφιλές ζήτημα. Με δυσκολία κάποιος θα βρει έναν ψυχοθεραπευτή ο οποίος δεν θα μπορέσει να πείσει τους πελάτες του ότι υπήρξαν αντικείμενα σεξουαλικής κακοποίησης κατά την παιδική ηλικία. Έως τώρα ο προσδιορισμός του «Κακού θείου» παραμένει απροσδιόριστος, αλλά στέκεται αδύνατο να παραλείψεις την εγγύτητα του με τον αντισημιτισμό. Δεδομένου ότι οι Ναζί ισχυρίζονταν ότι οι Εβραίοι είχαν μετατρέψει τους ανθρώπους σε εμπορεύματα την ίδια στιγμή που τους περιέγραφαν ως Σάτυρους (4) που κυνηγούσαν τα αθώα κορίτσια κι’ αγόρια των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων.
Για άλλη μια φορά η επίσημη κοινωνία εξωτερικεύει και προσωποποιεί μια δομική της πλευρά (υπονοεί την αρρενωπή εκδήλωση βίας) ως σύμβολο του Κακού. Οι πιο πολλές περιπτώσεις παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης συνήθως συμβαίνουν στην οικεία ατμόσφαιρα της «θαλπωρής» του οικογενειακού κύκλου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Ντιτρού, ο Βέλγος φονέας παιδιών έφερνε τα θύματα του στους πιο εξέχοντες κοινωνικούς κύκλους ως αντικείμενα που ικανοποιούσαν τις ακόλαστες επιθυμίες τους. Ούτως ή άλλως η καπιταλιστική κοινωνία είναι εχθρική προς τα παιδιά. Συγχρόνως αυτή η μορφή κοινωνίας παραμένει στον πυρήνα της πολέμια της ηδονής και του πόθου. Το σύνθημα της “σεξουαλικής απελευθέρωσης” του 1968,(5) του οποίου οι πρωταγωνιστές δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν τα επικυρίαρχα κοινωνικά σχήματα, έχει οδηγήσει μονάχα σε μια αφηρημένη σεξουαλικοποίηση των μέσων μαζικής ενημέρωσης και της διαφήμισης, κι’ ενώ η πραγματική σεξουαλική ζωή των ανθρώπων-καταναλωτών εμπορευμάτων είναι τόσο μίζερη όσο δεν ήταν ποτέ άλλοτε.

Τα σεξουαλικά εγκλήματα γίνονται ακόμα πιο ειδεχθή και αποτρόπαια όταν η εκδήλωση τους προβάλλεται ως κάποιος παράλογος συμβολισμός των κοινωνικών αντιθέσεων. Κάθε ποικιλομορφία των πραγματικών φαινομένων ισοπεδώνεται προκειμένου να ξυπνήσουν οι δαίμονες των διωγμών (πογκρόμ). Στον κοινωνικό και πολιτισμικό δημόσιο διάλογο της δεκαετίας του ’70, η ερωτική έξαψη όπως περιγράφεται στην λογοτεχνία από συγγραφείς όπως ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ στο μυθιστόρημά του «Λολίτα» (6) ή ο Τόμας Μαν στο «Θάνατος στη Βενετία» (7) ήταν αποδεκτή σαν μια παραλλαγή μέσα στο φάσμα της σεξουαλικής συμπεριφοράς όπως αυτή τη συναντάμε σε πολλούς πολιτισμούς – με την προϋπόθεση ότι συμβαίνει μέσα στα πλαίσια της τρυφερότητας και της αγάπης και με την απουσία οποιασδήποτε βίαιης έκφανσης. Επί των ημερών μας η προβολή του “λαϊκού υγιούς αισθήματος και της κοινής λογικής” από τα μέσα ενημέρωσης εξισώνει αυτή την πλευρά του ερωτισμού με την παιδική πορνεία, με τους βιασμούς και τις δολοφονίες μικρών παιδιών από τους δράστες σεξουαλικών εγκλημάτων.
Το έννομο κίνητρο για την αποκήρυξη και την καταπολέμηση της αντρικής βίας εναντίον των γυναικών και των παιδιών, ένα πρόβλημα που επιδεινώνεται διαρκώς μέσα σ’ ένα κόσμο που κλυδωνίζεται από αλλεπάλληλες κρίσεις, στρέφεται ενάντια και μετασχηματίζεται ως εργαλείο που δαιμονοποιεί το φαινόμενο αντί να το επικρίνει και γι’ αυτό φράζει τον δρόμο της αποκάλυψης των αιτιών. Ακόμα και τα ίδια τα παιδιά στιγματίζονται ως «παιδεραστές» από την προβολική μανία επίρριψης των ευθυνών: στις ΗΠΑ ένας δεκαοκτάχρονος νεαρός που κλέφτηκε με το δεκατετράχρονο κορίτσι του προσήχθη ενώπιον του ανακριτή με χειροπέδες ενώ το ίδιο συνέβη και σ’ ένα εντεκάχρονο αγόρι όταν ένας στενά συνδεδεμένος γείτονας το είδε να παίζει με την πεντάχρονη ετεροθαλή αδελφή του το άκακο παιχνίδι του “γιατρού”.

Οι επινοημένες μυθολογικές φιγούρες του απόλυτου Κακού χρησιμοποιούνται στην αποφόρτιση της αρνητικής ενέργειας που προκαλεί η κοινωνική κρίση με αποτέλεσμα αυτή η ανορθολογική διαδικασία να απομακρύνει ρητά την κοινωνική χειραφέτηση. Ο τρομοκράτης, ο κερδοσκόπος και ο παιδεραστής έχουν κοινό παρονομαστή ότι δρουν από το σκοτάδι – ακριβώς όπως κάνουν και οι ανώνυμες δυνάμεις του οικονομικού ανταγωνισμού. Μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε ή κανένας από εμάς. Στο φιλμ του Φριτς Λανγκ που γυρίστηκε το ’30 με τίτλο «Μ – Μια πόλη που ψάχνει για ένα δολοφόνο» (M- eine Stadt jagt einen Mörder), η πλοκή του – καθώς εκτυλίσσεται στο Βερολίνο του Μεσοπολέμου με κοινωνικό υπόβαθρο την αναταραχή του παγκόσμιου οικονομικού κραχ του ’29 – αποσαφηνίζει με ιδιαίτερα απαισιόδοξο τρόπο πως το κυνήγι ενός αταυτοποίητου σεξουαλικά διεστραμμένου εγκληματία συγχέεται μέσα σ’ ένα μαζικό κοινωνικό ψυχολογικό σύνδρομο συνεπιφέροντας μία ατμόσφαιρα καχυποψίας, αόριστων καταγγελιών και τυφλής βίας: Η κοινωνία παρουσιάζει ένα αποκρουστικό πρόσωπο που δεν είναι λιγότερο τρομακτικό από εκείνο του ίδιου του δολοφόνου.
Στην παρούσα παγκόσμια κρίση το ίδιο ακριβώς σύνδρομο κάνει αισθητή τη παρουσία του σε τεράστια κλίμακα λόγω της ευρείας εξάπλωσης των ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας. Οι πολιτικοί και τα μέσα ενημέρωσης λειτουργούν με έναν αυξανόμενο υστερικό λαϊκισμό που εσχάτως πυροδοτεί την αυτοδικία και το λιντσάρισμα.’Οπως συνέβη στην Αγγλία(9) όταν οι κίτρινες φυλλάδες (ταμπλόιντ) δημοσίευσαν τα ονόματα και τις διευθύνσεις των υποτιθέμενων παιδεραστών ένας μαινόμενος όχλος οδήγησε ορισμένους από αυτούς στην αυτοκτονία και ρήμαξε το ιατρείο ενός παιδιάτρου από την αδυναμία του να διαχωρίσει τους όρους της “παιδοφιλίας” και της “παιδιατρικής” (μια ευρεία υπόδειξη για την ποιότητα του βρετανικού εκπαιδευτικού συστήματος). Τέτοια περιστατικά απεικονίζουν σε ποιο βαθμό έχει φτάσει η κοινωνική παράνοια. Μια κοινωνία που δεν ενδιαφέρεται πλέον να κατανοήσει τα δικά της μυστικά είναι καταδικασμένη να οργανώνει αέναο κυνήγι μαγισσών.

Τζέημς Τισσό, Ο Αποδιοπομπαίος Τράγος, 1886-94

(1) Ο Μαξιμιλιανός Φραγκίσκος Μαρία ΙσίδωροςΡοβεσπιέρος (Maximilien François Marie Isidore de Robespierre) (1758 – 1794) ήταν Γάλλος πολιτικός, δεσπόζουσα μορφή της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Υποστήριζε ότι η Δημοκρατία θα μπορούσε να σωθεί μόνο με την αρετή των πολιτών της, και ότι ο τρόμος ήταν ενάρετος, επειδή προσπαθούσε να διατηρήσει την Επανάσταση: “Ο τρόμος δεν είναι τίποτα περισσότερο από την ταχεία, αυστηρή και άκαμπτη δικαιοσύνη. Επομένως είναι απόρροια της αρετής. Δεν στοιχειοθέτει από μόνος του μία αρχή, αλλά είναι συνέπεια της γενικής αρχής της δημοκρατίας, που εφαρμόζεται για τις πιο επείγουσες ανάγκες της πατρίδας”.

(2) Ο Τζορτζ Σόρος, είναι Εβραίος Ούγγρο-Αμερικανός κερδοσκόπος, επενδυτής, επιχειρηματίας και διασημότητα-σταρ του επενδυτικού κλάδου. Είναι ο πρόεδρος του ομώνυμου επενδυτικού οργανισμού και του Ινστιτούτου Ανοιχτής Κοινωνίας, πρώην μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων.

(3) Σ.τ.μ. Ο Κούρτσζ αναφέρεται στην χρηματιστηριακή κρίση του 2001 που επονομάστηκε dot-com bubble και αφορούσε τις εταιρίες πληροφορικής τεχνολογίας. Κατά την περίοδο από το 1995 έως το 2001 τα χρηματιστήρια στις βιομηχανικές χώρες είδαν την αξία των ιδίων κεφαλαίων τους να αυξάνεται ραγδαία από την ανάπτυξη στον εμπορικό τομέα του Διαδικτύου και στους τομείς που ήταν συναφείς χωρίς όμως η αξία αυτών των κεφαλαίων να ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία όλων των εταιρειών πληροφορικής.

(4) Σ.τ.μ. Ο Κουρτσζ είναι ακόμα πιο γλαφυρός στο κείμενο του αποδίδοντας τον χαρακτηρισμό της περιγραφής των Ναζί ως “καυλιάρηδες δαίμονες” στο γερμανικό πρωτότυπο.

(5) Σ.τ.μ. Οι φοιτητές στον γαλλικό Μάη το έθεταν ως άγραφο αίτημα ενάντια στον πουριτανισμό και την παρωχημένη ηθικολογία των προηγούμενων γενιών.

(6) Η Λολίτα είναι ένα πασίγνωστο λογοτεχνικό έργο της δεκαετίας του ’50 στο οποίο ο μεσήλικας αφηγητής και πρωταγωνιστής εξιστορεί τον πόθο του για την δωδεκάχρονη κόρη της σπιτονοικοκυράς του.

(7) Ο Θάνατος Στην Βενετία είναι επίσης ένα πασίγνωστο λογοτεχνικό έργο του 1912 όπου πρωταγωνιστής είναι ένας πασίγνωστος συγγραφέας που πάσχει από έλλειψη λογοτεχνικής έμπνευσης (λογοτεχνικός φραγμός) και την ξεπερνάει όταν επισκέπτεται την Βενετία και συναντάει έναν πανέμορφο έφηβο αναπτύσσοντας ένα πλατωνικό ειδύλλιο μαζί του. Το μυθιστόρημα έχει μεταφερθεί και στο κινηματογράφο το 1971 από τον Λουκίνο Βισκόντι.

(9) Η επιστημονική αναφορά των Ιαν Μαρς και Γκέυνορ Μέλβιλ (καθηγητές κοινωνικών επιστημών και εγκληματολογίας – ποινικού δικαίου αντίστοιχα του πανεπιστημίου Χόουπ του Λίβερπουλ) με επικεφαλίδα “Ο Ηθικός Πανικός και τα Βρετανικά Μίντια – Μια Ματιά σε Ορισμένους Σύγχρονους «Λαϊκούς Διαβόλους»” που δημοσιεύτηκε στη Διαδικτυακή Επιθεώρηση για την Εγκληματολογία είναι αρκούντως διαφωτιστική για τους ισχυρισμούς του Κούρτσζ επάνω στην παιδεραστία. Επίσης το διαδίκτυο βρίθει από δημοσιεύσεις (εκείνης της περιόδου2001-2004) βρετανικών ηλεκτρονικών μίντια επάνω στο θέμα. Ενδεικτικά από το BBC έως την Guardian.

 

πηγή:

 

https://kritikitheoria.wordpress.com/2016/11/11/hystericpopulism/

Posted in: Uncategorized