Σημειώσεις πάνω στα “Χειρόγραφα”: Ανθρωπινότητα και Άουσβιτς

Posted on 22 Νοεμβρίου 2016

0


Σημειώσεις πάνω στα “Χειρόγραφα”: Ανθρωπινότητα και Άουσβιτς

Γράφει ο Θανάσης Πάνος

 

Εβραιόπουλα στο γκέτο της Βαρσοβίας κατά τη διάρκεια του Πολέμου

Ο Μαρξ υπέρ της ανθρωπινότητας – το Άουσβιτς την εξολοθρεύει –ο Αντόρνο το πολεμάει

«Τώρα είναι βέβαια εύκολο να πούμε στο μεμονωμένο άτομο αυτό που έχει ήδη πει ο Αριστοτέλης: Γεννήθηκες από τον πατέρα και τη μητέρα σου, άρα σε εσένα η συνουσία δύο ανθρώπων, δηλαδή η πράξη γένους των ανθρώπων, παρήγαγε τον άνθρωπο. Βλέπεις λοιπόν ότι ο άνθρωπος οφείλει και σωματικά την ύπαρξή του στον άνθρωπο. Δεν πρέπει λοιπόν να έχεις υπόψη σου μόνο τη μία πλευρά, την άπειρη πορεία, σύμφωνα με την οποία συνεχίζεις να ρωτάς: Ποιος γέννησε τον πατέρα μου, ποιος γέννησε τον παππού μου κλπ. Πρέπει να έχεις υπόψη σου και την κυκλική κίνηση η οποία είναι αισθητηριακά εποπτεύσιμη σ’ εκείνη την πορεία σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος επαναλαμβάνεται με τη γέννηση, δηλαδή ο άνθρωπος παραμένει πάντα υποκείμενο».[1]

Ι. Επέκεινα τόσο της ανθρωπιάς ως μίας ειδικής και μερικής ηθικής και συναισθηματικής αρετής, όσο και της ανθρωπολογίας ως μίας επίσης ειδικής και μερικής discipline, μπορεί να ανοίξει ένας νέος εννοιολογικός ορίζοντας εντός του οποίου μπορεί να εκτεθεί, να συνοψισθεί και να μετασχηματισθεί η εν γένει ανθρώπινη συνθήκη. Το ξεχασμένο μότο [2]του Μαρξ ότι ριζοσπαστισμός είναι να πιάνουμε τα πράγματα από τη ρίζα τους και ρίζα των πραγμάτων (και για τον ίδιο τον άνθρωπο) είναι πάντα ο άνθρωπος, μπορεί να ανασυρθεί από τη λήθη και την αγνόηση, προκειμένου να λειτουργήσει ως ακόμα μία τροχιοδεικτική βολή για την παραπέρα ανάπτυξη και τον εμπλουτισμό της κριτικής θεωρίας της κοινωνίας. Από αυτή τη σκοπιά ο κριτικός μαρξισμός (οφείλει να) είναι ένας (με απόλυτο τρόπο)συγκεκριμένος ανθρωπισμός.

Όντως ο Μαρξ, αξιοποιώντας με ευθύ και άμεσο τρόπο τις σχετικές προβληματικές του Αριστοτέλη, δεν ξεκινάει την εκτύλιξη της σκέψης του από τον διασπασμένο και διαχωρισμένο άνθρωπο (δηλαδή από τις κοινωνικές τάξεις), αλλά από τον άνθρωπο, τον οποίο προσπαθεί να προσδιορίσει όχι ως μία αφηρημένη καθολικότητα, όπως ο Χέγκελ, αλλά ως συγκεκριμένη καθολικότητα. Αυτή ακριβώς είναι η περίφημη υλιστική αναστροφή την οποία πραγματοποίησε ο Μαρξ σε κομβικά σημεία του εγελιανού συστήματος σκέψης και κριτικής.

Τα Χειρόγραφα του 1844 [3] και δη το Γ΄ εξ αυτών αποτελεί το κατεξοχήν κείμενο του Μαρξ στο οποίο περιέχεται και εκτίθεται με καίριο τρόπο η υλιστική αντιστροφή του Χέγκελ και δη της ακρογωνιαίας θέσης του τελευταίου ότι «άνθρωπος = αυτοσυνείδηση». Η κριτική πραγμάτευση της εγελιανής θέσης γίνεται υπό τη στοχοθεσία της κομμουνιστικής ανατροπής της αλλοτρίωσης/αποξένωσης ως ενός ιστορικά προσδιορισμένου εγκλωβισμού του ανθρώπου, ο οποίος προκύπτει μέσα από την αντίθεση μεταξύ του υποκειμένου και του αντικειμένου. Αντίστοιχα στο εν λόγω Χειρόγραφο διαλαμβάνεται η μαρξική σύλληψη του ανθρώπου και πιο συγκεκριμένα της ιδιότητας του είναι άνθρωπος (της ανθρωπινότητας).

Ο Μαρξ στο σημείο αυτό με ρηξικέλευθο τρόπο καινοτομεί, καθ’ όσον σκιαγραφεί μία ανθρωπινότητα όχι μέσα από το πρίσμα του ανθρωπίνου είδους (species), αλλά του ανθρωπίνου γένους (genus). H πρώτη επιλογή θα τον οδηγούσε σε έναν βιολογικό/μηχανιστικό αναγωγισμό, καθ’ όσον ο άνθρωπος θα σχετικοποιούταν μέσα από την εξωτερική του αντίθεσή προς τα υπόλοιπα βιολογικά προσδιορισμένα είδη (το σύνολο των μη ανθρώπινων έμβιων όντων). Αντίθετα, η σκοπιά του ανθρώπινου γένους μας επιτρέπει να δούμε τον άνθρωπο ως εσωτερικότητα, δηλαδή ως σχέση με τον ίδιο του τον εαυτό, όχι ως άνθρωπο είδους, αλλά ως άνθρωπο γένους, ως σε τελική ανάλυση αυτογένεση.

Ο άνθρωπος λοιπόν γεννάει τον ίδιο του τον εαυτό του διαλεκτικά, μέσα από πράξεις γένους (με κυριότερη και πιο πρωταρχική αυτή της συνουσίας), μέσα από την «αρνητικότητα ως κινητήρια και γενετική αρχή», ως «εξαντικειμενίκευση και αποαντικειμενίκευση», «ως αλλοτρίωση και άρση της αλλοτρίωσης». [4] Αν όμως αυτή είναι η διαδικασία με την οποία αναδύεται ο άνθρωπος του γένους, τότε πού έγκειται ο συγκεκριμένος χαρακτήρας του τελευταίου, πώς προσδιορίζεται ο άνθρωπος ως σχέση με τον ίδιο του τον εαυτό;

Το ερώτημα «τι είναι ο άνθρωπος» υπό το βάρος μιας κοινωνίας που έχει διαβεί εδώ και πάνω από 70 χρόνια το κατώφλι του καθολικά απάνθρωπου, ακούγεται στις μέρες μας στερεοτυπικό, κλισέ έως και γραφικό, αν όχι κάτι που το έχει καταστήσει μία ακόμα καρικατούρα o new age και ο post- χυλός. Πλην όμως, ο Μαρξ το θέτει στον πυρήνα της κριτικής σκέψης. Στον Μαρξ δεν πρόκειται για ένα μετα-φυσικό (με την αριστοτελική και τη σχολαστική έννοια) ερώτημα, του οποίου η απάντηση προϋποθέτει την εξόρυξη/επινόηση μίας κρυμμένης ανθρώπινης ουσίας ή την ανάδειξη ενός ειδικού τρόπου (modus) του ανθρωπίνου εἶναι. Αντίθετα συνιστά ένα καθολικό και συγχρόνως συγκεκριμένο ερώτημα, του οποίου η απάντηση προϋποθέτει και αξιώνει την ενότητα του πολλαπλού και τη συνόψιση πολλών προσδιορισμών.[5] Ο Άνθρωπος είναι το Πάθος (Leidenschaft, Passion) του. Η ανθρωπινότητα είναι το σύνολο των παθών που καθιστούν τον άνθρωπο τέτοιον. Αν αποτολμήσουμε να εντάξουμε αυτόν τον προσδιορισμό σε ένα προγενέστερο του Μαρξ context, τότε –ίσως- θα πρέπει να σταχυολογήσουμε (με μία κάπως εκλεκτικιστική και υποκειμενική διάθεση) τόσο το τραγικό πάθος της αττικής τραγωδίας, όσο και το σπινοζικό conatus, ως δύο έννοιες οι οποίες συνδέονται, ή σε κάθε περίπτωση μπορούν να συνδεθούν με αυτήν την μαρξική εννοιολόγηση του ανθρώπου.

Στην αττική τραγωδία με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση του «Οιδίποδα Τυράννου» του Σοφοκλή, πάθος είναι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του τραγικού ήρωα, ο οποίος προκύπτει από τη σχέση του τόσο με τους θεούς, όσο και με το κοινωνικό/ανθρωπολογικό του περιβάλλον. Πρόκειται για μία δυναμική σχετικά αυτόνομη του φαταλισμού και της τελολογίας που ακολουθούν αναπόδραστα τόσο την αρχαϊκή έννοια της μοίρας, όσο και τις ποικίλες εκφάνσεις του αρχαϊκού κοινοτισμού [6]. Αν όμως το τραγικό πάθος αναπτύσσεται κατά κύριο λόγο σε ηθικό επίπεδο, στον Σπινόζα το conatus αναδεικνύεται ως η βασική οντολογική δύναμη που συγκροτεί την ίδια την πραγματικότητα και αποτελεί εν προκειμένω την ιδιότητα του ανθρώπου να εμμένει στον ίδιο του τον εαυτό, στο ίδιο του το είναι[7]. Πρόκειται επί της ουσίας (αν θέλουμε να προσδιορίσουμε το conatus αποφατικά) για την ανθρώπινη α-δυνατότητα υπέρβασης του ίδιου του ανθρώπινου εαυτού μας, για την α-δυνατότητα (σε αντίθεση ό,τι διακηρύττει εδώ και αιώνες ο μυστικισμός), να γίνουμε θεοί, για την α-δυνατότητα να γίνουμε ζώα.

Στον Μαρξ το Πάθος δεν είναι απλά «ένας ανθρωπολογικός προσδιορισμός», αλλά πολύ περισσότερο μία διαφορετική ποιότητα, μία «οντολογική ουσιολογική κατάφαση»[8]. Με την πιο και εύγλωττη συγκεκριμένη έννοια είναι «η ουσιώδης δύναμη του ανθρώπου η οποία αγωνίζεται ενεργητικά για το αντικείμενό του»[9]. Το Πάθος αναδύεται ως μία συγκροτητική/πρωταρχική/θεμελιακή/πυρηνική σχέση του υποκειμένου με τον ίδιο του τον εαυτό. Η σχέση αυτή στην διαλεκτική της εξωτερικεύεται σε σχέση με το αντικείμενο. Από την διαλεκτική αυτή προκύπτει ως άμεσο παραγωγικό προϊόν της η απόλαυση, η οποία ορίζεται ως η κατάφαση του αντικειμένου[10]. Το κάθε ανθρώπινο Πάθος είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο και συγχρόνως οικουμενικό και καθολικό, ώστε η απόλαυση του ενός να αποτελεί και απόλαυση του άλλου[11]. Από αυτήν την άποψη αυτή καθ’ εαυτή η ανθρωπινότητα είναι κομμουνιστική. Παρέχει η ίδια τη βάση και το θεμέλιο για την οικοδόμηση μίας κοινωνίας όπου, όπως περιγράφεται στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», η ελεύθερη ανάπτυξη του ενός θα είναι προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων.

Εδώ ο διαχωρισμός του Μαρξ τόσο από την κτητικό ατομικισμό του νεωτερικού αστισμού, όσο και από τις πολλαπλές εκδοχές του σοσιαλιστικού κοινοτισμού, είναι ουσιώδης και απόλυτος. Κάπως προκλητικά μπορούμε να πούμε ότι ο άνθρωπος γεννιέται κομμουνιστής, όμως, η ίδια η διαδικασία κοινωνικοποίησης του εαυτού του τον εμπλέκει και τον υπάγει σε προκαθορισμένες σχέσεις που έχουν προ-υπαχθεί στην ιδιοκτησία και το εμπόρευμα. Ο αγώνας για το αντικείμενο, για απόλαυση, δηλαδή η δύναμη και η ροή που απελευθερώνεται από την ανθρωπινότητα, αναπτύσσεται μέσα σε αυτό το δοσμένο πλέγμα σχέσεων και αυτό συγκροτεί τη βασική αντίθεση της ταξικής κοινωνίας προς το ανθρώπινο γένος.

ΙΙ. Με τον Μαρξ «ο άνθρωπος έχει γίνει έτσι το μέτρο όλων των (κοινωνικών) πραγμάτων»[12] ακόμα και μέτρο για τον ίδιο του τον εαυτό, καθ’ όσον αυτή η διαδικασία είναι sine qua non, προκειμένου να από-πραγμοποιηθεί/διαλεκτικοποιηθεί ο ίδιος ο άνθρωπος. Από αυτή την αφετηρία ο Λούκατς στο μείζον έργο του με τίτλο «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση» επιχειρεί να συγκροτήσει μία συνολική και περιεκτική μαρξιστική σύλληψη της ανθρώπινης/οικουμενικής ιστορίας, της ιστορίας του ανθρώπινου γένους.

Η ιστορία γίνεται πραγματικά ανθρώπινη ιστορία, όταν τα πάντα ανάγονται στις ίδιες τις ανθρώπινες σχέσεις[13]. Και έτσι πλέον προβάλλει όχι ο «απολυτοποιημένος άνθρωπος», αλλά ένας άνθρωπος «διαλεκτικοποιημένος», επειδή ακριβώς είναι και γίνεται αντιληπτός ως σύνολο σχέσεων και διαδικασιών[14]. Εδώ η ανθρωπινότητα απομυστικοποιείται μέσα από την μη περιγραφή της ως ακλόνητης και αμετάβλητης ουσίας, επειδή καταδεικνύεται ότι αποτελεί κοινωνικο-ιστορικό προϊόν του ίδιου του ανθρώπου το οποίο υπόκειται στις μεταβολές που απορρέουν από την ιστορική διαλεκτική.

Η ανθρωπινότητα δεν εγκαθιδρύεται μέσα μας άπαξ τη στιγμή της γέννησής μας. Αναπτύσσεται μαζί με εμάς, μετασχηματίζεται μαζί με τον άνθρωπο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Λούκατς αποκτά την επάρκεια της ιστορικοποίησης της ανθρωπινότητας: Αν το 1844 (έτος συγγραφής των «Χειρογράφων»), η αστική κοινωνία συνέχιζε να εφορμά εις βάρος του«ancient regime», το 1923 (έτος δημοσίευσης του «Ιστορία και Ταξική Συνειδηση») είχε εδραιωθεί για τα καλά στο γερασμένο σώμα των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Έτσι, ύστερα από αυτήν την παγίωση, η ανθρωπινότητα έπαυσε να προβάλλει οντολογικά αποκλειστικά και μόνο ως Πάθος, δηλαδή αποκλειστικά και μόνο ως μία σε πρώτο χρόνο αδιαμεσολάβητη σχέση του υποκειμένου με τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά πλέον άρχισε να συγκροτείται μέσα από την αντίθεσή της με το απάνθρωπο, το οποίο ανάβλυζε από την αστική κοινωνία (και δη την γερμανική) του 1923, άρχισε δηλαδή να συγκροτείται εξωτερικά προς τον εαυτό της, μέσα από την πάλη της απέναντι σε μία ετερογενή αρχή[15].

Ο Μαρξ μέχρι τη στιγμή που οι ορδές του πρωσικού στρατού εισέβαλαν το 1871 στο Παρίσι της Κομμούνας, έγραψε μέσα σε μία κατά κάποιο τρόπο αισιόδοξη εποχή. Ωστόσο, ο παιάνας[16] που ο Νίτσε συνέθεσε με τον τίτλο «Η Γέννηση της Τραγωδίας» για την άρια γερμανικότητα η οποία πλέον αναγορευμένη σε κράτος κυριαρχούσε στην Ευρώπη, σηματοδοτούσε (για την Ευρώπη) την ολοένα και μεγαλύτερη απομάκρυνση του ουρανού από το σημείο της προλεταριακής εφόδου. Από τότε, μέσα στον επόμενο μισό περίπου αιώνα η Ευρώπη, ξεκινώντας από την υπόθεση Ντρέυφους και καταλήγοντας στο μαζικό σφαγείο του Α΄ Πολέμου, κατέστη μία τεράστια σάπια μήτρα που κυοφορούσε το μαζικό/εξολοθρευτικό απάνθρωπο.

III. O ναζισμός βρίσκεται τοποθετημένος στον οντολογικό αντίποδα των όσων υποστήριξε ο Μαρξ για την ανθρωπινότητα. Για τον ναζί υπάρχει μόνο «ανθρώπινο είδος», όχι άνθρωπος γένους. Ο άνθρωπος στον ναζισμό είναι ακόμα ένα ζώον με την αυστηρή βιολογική σημασία της λέξης. Όχι υποκείμενο, αλλά ένα μηχανικά οργανωμένο σύστημα από νευρώνες και μύες το οποίο δεν σχετίζεται με τον εαυτό του, αλλά αγωνίζεται μέσα από τους κανόνες της «φυσικής επιλογής», να κυριαρχήσει πρώτα απέναντι στα ομοειδή του όντα και συγχρόνως απέναντι στα ετεροειδή του. Δεν υπάρχει γένος, αλλά η αγέλη, το κοπάδι στο οποίο ο άριος καλείται να αρχηγεύσει. Ο ναζισμός δεν τελεί σε κάποια σχέση εγελιανής άρνησης απέναντι στην ανθρωπινότητα. Ουδόλως και με ουδένα τρόπο σχετίζεται μαζί της-είναι η μηχανή εξόντωσης/εξολόθρευσης/αφανισμού της. Το ναζιστικό «πάθος» δεν είναι η απόλαυση μέσω της κατάφασης του αντικειμένου, αλλά η μετατροπή των «άλλων» ανθρωποειδών σε αντικείμενα όχι προς κατάφαση, αλλά προς εξολόθρευση –η υποβάθμισή τους στο επίπεδο του βιολογικά ζώου.

Ο ναζισμός είναι ο απόλυτος εχθρός της ανθρωπινότητας. Η δε τελευταία στο ναζιστικό φαντασιακό συμβολοποιείται με την εικόνα του Εβραίου. Ο αντισημιτισμός οντολογικά συνιστά το μίσος όχι για ένα συγκεκριμένο είδος του ανθρώπινου γένους (τους Εβραίους), αλλά για το ανθρώπινο γένος εν γένει. Για τον ναζί καθετί ανθρώπινο είναι εβραϊκό και αντίστροφα. Αν ο Νίτσε στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα ήταν ακόμα ντροπαλός και μίλησε απλά για Υπεράνθρωπο, οι ναζί μιλούσαν μόνο για αρία φυλή, χωρίς κανένα παράγωγο της λέξης «άνθρωπος». Ο Εβραίος για τους ναζί είναι το μισητό ανθρώπινο περιπαθές ον, για το οποίο μίλησε ο Μαρξ στα «Χειρόγραφα»[17]. Η ανθρώπινη περιπάθεια είναι αυτή που πρέπει να εξολοθρευθεί.

ΙV. Το Άουσβιτς είναι παντού. Δεν είναι το «Εκείνο» αυτό που «λειτουργεί παντού, πότε ασταμάτητα, πότε με διακοπές». Δεν είναι το «Εκείνο» αυτό που «ανασαίνει, θερμαίνει, τρώει, χέζει, γαμάει»[18]. -Είναι το Άουσβιτς.

Το βαθύ-το εντεύθεν όριο της εποχής μας δεν το θέτει η «επιθυμητική οικονομία», αλλά η εμπειρία της ύπαρξης του εργοστασίου μαζικής παραγωγής του απάνθρωπου μέσω της μαζικής εξολόθρευσης της ανθρωπινότητας.

-Τι είναι το Άουσβιτς;

Είναι απλά ένα χώρος φρίκης, βασανισμού και θανάτου; Η διαφορά του από όλα τα προηγούμενα εγκλήματα κατά της ανθρωπινότητας είναι απλά και μόνο ποσοτική; Έχει να κάνει απλά και μόνο με τον αριθμό των θανατωθέντων στη μονάδα του χρόνου; Τι διαφοροποιεί το Άουσβιτς από την εξόντωση των ιθαγενών της Αμερικής, από το «κυνήγι των μαγισσών», από τους διωγμούς της Εξέτασης εις βάρος των Εβραίων στην ιβηρική χερσόνησο;

Χρειαζόμαστε έναν οντολογικό προσδιορισμό της εμπειρίας του Άουσβιτς, ο οποίος μπορεί να αναδυθεί μόνο στη βάση της απόλυτης αντίθεσης μεταξύ του ανθρώπινου και του απάνθρωπου, μεταξύ της ανθρωπινότητας και της εξολόθρευσής της.

Εκείνοι οι οποίοι πρώτοι με τόση ενάργεια έθεσαν τον οικουμενικά-ιστορικά πρωτόγνωρο χαρακτήρα του Άουσβιτς, ήταν οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ. Η «Διαλεκτική του Διαφωτισμού»[19] από αυτή τη σκοπιά αποτελεί μία ελεγεία συλλήβδην για τον ανθρώπινο πολιτισμό. Στην οπτική του Αντόρνο η εμπειρία του Άουσβιτς επιβάλλει στην ανθρωπότητα μία νέα καθολική-οικουμενική κατηγορική προσταγή: Ποτέ πια Άουσβιτς[20].

Πρόκειται για ένα κοσμοϊστορικό/οντολογικό όριο για το ανθρώπινο γένος. Η επανάληψη του Άουσβιτς θα σηματοδοτήσει αυτή τη φορά ότι το τέλος ξαναρχίζει με πιο μεγάλες πιθανότητες να ολοκληρωθεί σε σχέση με την πρώτη φορά. Δεν πρόκειται για κάποια εσχατολογική αγωνία, αλλά δεν μπορούμε να αφήσουμε τη μνήμη μας να αλλοτριωθεί μέσα από την παράδοσή μας στις σειρήνες της μικροαστικής βολής και «αισιοδοξίας», η οποία ψάχνει εναγωνίως να ανακαλύψει είτε «Γενική Διάνοια», «άυλη εργασία» και «κατάργηση του νόμου της αξίας», εκεί που υπάρχει αναπαραγωγή των συνθηκών που οδηγούν σε Άουσβιτς, είτε «επιθυμία» εκεί που υπάρχει αλλοτρίωση, πραγμοποίηση σε υπερθετικό βαθμό και από-ανθρωποποίηση.

Το Άουσβιτς συνιστά την υλική-πραγματική κατάργηση όχι μόνο της αστικής κοινωνίας, αλλά κάθε μορφής ανθρώπινης κοινωνίας: Αν η υπαγωγή του ανθρώπινου Πάθους στο κεφάλαιο, παρήγαγε ήδη από την εποχή του Μαρξ απάνθρωπο (κάτι το οποίο το κεφάλαιο αντιμετώπιζε ως μία ακόμα «παράπλευρη απώλεια» της εργαλειακής του λογικής), το Άουσβιτς εγκαθίδρυσε μία ζώνη αδιαφορίας για την κανονικότητα/εργαλειακότητα της υπαγωγής. Μέσα σε αυτή τη ζώνη αναδύθηκε πλέον ως αυταξία όχι η αυτό-αξιοποίηση του κεφαλαίου, αλλά αυτή καθ’ εαυτή η εξόντωση και η εξολόθρευση. Πρόκειται για την αυτό-αξιοποίηση του ίδιου του θανάτου, όχι ως μίας αναπόδραστης νομοτέλειας για τον βιολογικό άνθρωπο, αλλά για την αυτό-αξιοποίηση του θανάτου που επιβάλλεται πλέον ως κυρίαρχη κοινωνική σχέση:

Οι Εβραίοι/ες, οι Ρομά, οι ομοερωτικοί/ες, οι ανάπηροι/ες, όλα εκείνα τα εκατομμύρια των αξέχαστων ανθρώπων που θανατώθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, δεν συνιστούν τη διαδικασία επί της οποίας το κεφάλαιο θέλει να κυριαρχήσει, αντικειμενοποιώντας την μέσω της αυτό-αξιοποίησής του. Στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης στόχος δεν είναι η αναπαραγωγή των συνθηκών της υπηγμένης/κυριαρχουμένης εργασίας, αλλά η μετατροπή της ίδιας της ενσώματης ανθρωπινότητας σε φυσική πρώτη ύλη: Το ανθρώπινο σώμα δεν παράγει αξία, δεν είναι εργατική δύναμη-το ανθρώπινο σώμα σε πρώτο χρόνο λειτουργεί όπως το κάρβουνο που περιμένει την εξόρυξή του στη γαλαρία, όπως ο κορμός του δέντρου που καρτερά το πριόνι του υλοτόμου, όπως το ζαρκάδι που τρέχει να ξεφύγει από τη σφαίρα του κυνηγού. Σε τελικό χρόνο το ανθρώπινο σώμα είναι η πρώτη ύλη για την κυριαρχία του θανάτου: Η αντικατάσταση της συνουσίας από την ευγονική, τα κρεματόρια, οι φούρνοι και οι θάλαμοι αερίων δεν ήταν χώροι εργαλειακής μαζικής θανάτωσης, όπως ήταν πάντα για την ταξική Κυριαρχία τα πεδία των μαχών, αλλά η εμπραγμάτωση και η παγίωση του θανάτου ως κοινωνικής σχέσης, ως αυτό-αξιοποίησης του ίδιου του εαυτού. Το μόνο υποκείμενο που υπήρχε στο Άουσβιτς ήταν η ίδια η διαδικασία του θανάτου, όλα τα υπόλοιπα ήταν αντικείμενο.

-Το Άουσβιτς είναι η οργανωμένη σε βιομηχανική κλίμακα εξέγερση ενάντια στο ανθρώπινο conatus. Eίναι η έμπρακτη αμφισβήτηση της αδυνατότητάς μας να γίνουμε θεοί-να γίνουμε ολοκληρωτικά ζώα.

Πέρα, όμως, από αυτήν καθ’ εαυτήν την εμπειρία του Άουσβιτς, αυτό που υπάρχει ακόμα, είναι η αδυσώπητη λογική του. Μία λογική η οποία σήμερα διαρκώς αναγεννάτε και αναπαράγεται είτε λιγότερο, είτε περισσότερο. Και εδώ δεν μιλάμε για τις γελοίες και εκ του πονηρού εξομοιώσεις του Άουσβιτς με σύγχρονα παραδείγματα κρατικής βίας και ανθρωπίνου εξανδραποδισμού, οι οποίες οδηγούν σε σχετικοποίηση και εν τέλει άρνηση του Ολοκαυτώματος. Μιλάμε για αυτή καθ’ εαυτή τη λογική (ή καλύτερα τον ανορθολογισμό) που δύναται να οδηγήσει σε ένα νέο στήσιμο Άουσβιτς. Μιλάμε για αυτές τις ίδιες, όπως τότε, προβολές του αντισημιτισμού στη σφαίρα της πολιτικής, της ηθικής, της κουλτούρας, οι οποίες στις περισσότερες φορές συνεχίζουν να εκφέρονται με τα ίδια σχεδόν λόγια. Η φαινομενολογία του ανορθολογισμού που οδηγεί σε Άουσβιτς, είναι συγκεκριμένη. Δεν είναι πρωτεϊκή, δεν μπορεί να λάβει μυριάδες μορφές. Αλλάζει προσωπεία και βιολογικούς φορείς, αλλά η Άουσβιτς γλώσσα παραμένει ίδια. Ο εχθρός της είναι πάντα ο ίδιος: ο κατά Μαρξ άνθρωπος γένους αναπαριστώμενος ως Εβραίος.

Ποιά είναι εκείνα τα εξωτερικευτικά στοιχεία της ανθρώπινης περιπάθειας στα οποία πρώτα επιτίθεται η Άουσβιτς γλώσσα; Πρόκειται για την ελευθεριότητα, την έξαψη, τον ερωτισμό, την υποκειμενικότητα, την μετακίνηση, την ευφυία: ό,τι υποσκάπτει τα θεμέλια της «Λαϊκής Κοινότητας» (Volksgemeinschaft) πρέπει να εξοντωθεί. Ό,τι αποσυνδέει το άτομο από το ρομαντικό εθνικό/κοινοτικό παρελθόν πρέπει να αφανισθεί. Οτιδήποτε προβάλλει ως οικουμενικό και καθολικό πρέπει να καεί.

Η εκπλήρωση του ναζισμού μέσω της αναπαραγωγής της βασικής του αντι-σημιτικής συνθήκης πλέον δεν έχει μόνο ένα χρώμα δέρματος, δεν έχει μόνο μία θρησκεία, δεν έχει μόνο ένα έθνος. Πρόκειται για μία διαδικασία που επαν-εξαπλώνεται χωρικά. Οι σύγχρονες με τη σμιτιανή έννοια «πολιτικές θεολογίες» που συγκροτούνται σε μαζικά πολιτικά κινήματα εξουσίας (από τις μαχητικές φράξιες της Πουτινικής «Νέας Ρωσίας», μέχρι τους «αρχαιοελληνικούς» χαιρετισμούς των μελών της Χαμάς και της Χεζμπολάχ, τις αναγραφές «Burn the Jews» στα πλακάτ των ισλαμιστικών πορειών και το ISIS, και από την επανεμφάνιση της θριαμβεύουσας λευκής προτεσταντικής ακροδεξιάς την τελευταία δεκαετία στις ΗΠΑ μέχρι την αντι-τοκογλυφική ρητορική της Λεπέν και του Φάρατζ) συνιστούν την αποτύπωση στο πολιτικό/κρατικό-συγκεκριμένο επίπεδο του ανορθολογισμού που δυνητικά οδηγεί στο Άουσβιτς.

V. Η μνήμη κινδυνεύει με μπλοκάρισμα. Προσπαθεί μοναχικά και μειοψηφικά να βρει χαραμάδες, για να προβάλει στην επιφάνεια. Η λήθη την περιβάλλει και την περικυκλώνει. Όμως κάπου εκεί, στον παγωμένο αέρα που στροβιλίζει τις στάχτες από την καμένη ανθρώπινη σάρκα, στην ορχήστρα που παίζει μέχρι το τέλος της αγάπης, εμμένει η μνήμη-η αρχή της ελπίδας. Ύστερα από το Άουσβιτς το μόνο τουλάχιστον που μένει σε εμάς, είναι να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για την ανθρωπινότητα. Αυτό είναι το καλύτερο πολυβολείο της κομμουνιστικής αντεπίθεσης για την απελευθέρωση και την κατάργηση του Άουσβιτς.

Σημειώσεις κ’ παραπομπές

[1] Μαρξ Κ., Παρισινά Χειρόγραφα (1844) στο Κarl Marx Κείμενα από τη δεκαετία του 1840, Μία ανθολογία, Γκιούρας Θ. (μτφ), Αθήνα 2015, σ. 280.

[2] Βλ. Mαρξ Κ., Κριτικη της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου οπ. σ. 154: «Το να είσαι ριζοσπάστης σημαίνει να αδράχνεις τα πράγματα από την ρίζα. Η ρίζα του ανθρώπου είναι όμως ο ίδιος ο άνθρωπος».

[3] Βλ. Μαρξ Κ., Παρισινά Χειρόγραφα (1844) οπ. σσ. 201-322.

[4] Βλ. οπ. σ. 296.

[5] Πρβ.. Μαρξ, Grundrisse, Γενικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Α΄, μτφ. Διβάρης Δ., Αθήνα 1985, σσ. 66-72.

[6] Σύμφωνα με τις Διαλέξεις του Χέγκελ για τις «καλές τέχνες» το κυρίαρχο θέμα στους δύο «Οιδίποδες» του Σοφοκλή είναι «το δικαίωμα της ευρέως αφυπνισθείσας συνείδησης, η δικαιολόγηση εκείνου που ο άνθρωπος έχει θελήσει με αυτογνωσία και έχει πράξει εν γνώσει, αντιδιαστελλόμενο σε αυτό που τέθηκε ως μοίρα από τους θεούς να πράξει και διεπράχθη ασυνείδητα και χωρίς θέληση». Μέσα σε αυτή τη σύγκρουση ο Οιδίποδας «με την πλαστικότητα της συνείδησης αναλαμβάνει την ευθύνη για ό,τι έχει κάνει ως άτομο και δεν διακρίνει την καθαρά υποκειμενική του αυτο-συνειδητότητα από εκείνο που αντικειμενικά είναι η περίσταση». Έτσι, η οιδιπόδεια συνείδηση τελεί σε αντίθεση με το σύγχρονο του Χέγκελ «δικαίωμα βαθύτερης συνειδητότητας, που στηρίζεται στην αναγνώριση ότι από τη στιγμή που ο Οιδίποδας δεν είχε πρόθεση, ούτε γνώριζε τα κρίματά του, τότε αυτά δεν πρέπει να θεωρούνται δικά του έργα». Tα παραπάνω μεταφρασμένα από εμάς παραθέματα στο Hegel G., Lectures on the Fine Arts, Volume II, Translated by T.M. Knox, Clarendon Press, Oxford, 1975, σ. 1214.

[7] Bλ. Spinoza B., Ethica, Pars III, propositio V: «Res eatenus contrariae sunt naturae, hoc est, eatenus in eodem subiecto esse nequeunt, quatenus una alteram potest destruere», οπ. propositio VI: «Res enim singulares modi sunt, quibus Dei attributa certo et determinato modo exprimuntur (per coroll. prop. 25. P. 1.), hoc est (per prop. 34. P. 1.) res, quae Dei potentiam qua Deus est et agit, certo et determinato modo exprimunt. Neque ulla res aliquid in se habet, a quo possit destrui, sive quod eius existentiam tollat (per prop. 4. huius); sed contra ei omni, quod eiusdem existentiam potest tollere, opponitur (per prop. praeced.). Adeoque quantum potest et in se est, in suo esse perseverare conatur», και οπ. propositio VII: «Conatus, quo unaquaeque res in suo esse perseverare conatur, nihil est praeter ipsius rei actualem essentiam. DEMONSTRATIO. Ex data cuiuscumque rei essentia quaedam necessario sequuntur (per prop. 36. P. 1.), nec res aliud possunt, quam id quod ex determinata earum natura necessario sequitur (per prop. 29. P. 1.). Quare cuiuscumque rei potentia sive conatus, quo ipsa vel sola vel cum aliis quidquam agit, vel agere conatur, hoc est (per prop. 6. huius) potentia sive conatus, quo in suo esse perseverare conatur, nihil est praeter ipsius rei datam sive actualem essentiam».

[8] Βλ. Μαρξ Κ., Παρισινά Χειρόγραφα (1844) οπ. σσ. 317-318.

[9] Βλ. οπ. σ. 300.

[10] Βλ. οπ σ. 301.

[11] Βλ. οπ.

[12] Λουκατς Γ., Η Πραγμοποίηση και η Συνείδηση του Προλεταριάτου, μτφ. Καβουλάκος Κ., Αθήνα 2006, σ. 279.

[13] Βλ. οπ. σ. 281.

[14] Βλ. οπ. σσ. 281-283.

[15] Βλ. οπ. σ. 289: «Όταν όμως, από τη μία πλευρά η αδυναμία να είναι κανείς άνθρωπος στην αστική κοινωνία παρουσιάζεται ως απλό (ή άχρονο) γεγονός, από την άλλη πλευρά πάλι ο υπαρκτός άνθρωπος –είτε αυτός τοποθετείται στο παρελθόν είτε στο μέλλον, είτε τίθεται ως δέον- αντιπαρατίθεται αδιαμεσολάβητα σε αυτό το μη είναι του ανθρώπου, ή πράγμα που καταλήγει στο ίδιο, (αντιπαρατίθεται) μεσολαβημένος μεταφυσικά-μυθολογικά, τότε φτάνουμε σε μία σαφή ερωτηματοθεσία, με κανέναν τρόπο, ωστόσο, στην υπόδειξη του δρόμου προς τη λύση».

[16] Βλ. Nίτσε Φ., Aπόπειρα Αυτοκριτικής στο Nίτσε Φ., Η Γέννηση της Τραγωδίας, μτφ Σαρίκας Ζ., Αθήνα 2008, σ. 44

[17] Βλ. Μαρξ οπ. σ. 300.

[18] Αντιπαράβαλε Deleuze G.-Guattari F., Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια, ο Αντι-Οιδίπους, Χατζηδήμου Κ.-Ραλλή Ι. (μτφ.), Αθήνα, σ. 9.

[19] Βλ. Χορκχάιμερ Μ.-Αντόρνο Τ., Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού, μτφ. Σαρίκας Ζ., Αθήνα 1986.

[20] Βλ. Αdorno T., Metaphysics, Concepts and Problems, Jephcott E. (μτφ), Καλιφόρνια 2000, σσ. 103-112. Το μεταπολεμικό σοβιετικό σύνθημα «Πότε ξανά Πόλεμος-Ποτέ ξανά φασισμός» μπορεί να ιδωθεί ως η πολιτική-συγκεκριμένη προβολή της κατηγορικής προσταγής που επιβάλλει η εμπειρία του Άουσβιτς.

[21] Βλ. Αdorno T., Metaphysics, Concepts and Problems, Jephcott E. (μτφ), Καλιφόρνια 2000, σσ. 103-112. Το μεταπολεμικό σοβιετικό σύνθημα «Πότε ξανά Πόλεμος-Ποτέ ξανά φασισμός» μπορεί να ιδωθεί ως η πολιτική-συγκεκριμένη προβολή της κατηγορικής προσταγής που επιβάλλει η εμπειρία του Άουσβιτς.

Posted in: Uncategorized