Οι Κοινωνικές Αναπαραστάσεις των τοξικοεξαρτημένων οροθετικών γυναικών

Posted on 23 Νοεμβρίου 2016

0


Οι Κοινωνικές Αναπαραστάσεις των τοξικοεξαρτημένων

οροθετικών γυναικών

 
 
Αργύρης Αργυριάδης*
 
H περίπτωση της δίωξης των τοξικοεξαρτημένων – οροθετικών γυναικών αποτέλεσε μια στοχευμένη προσπάθεια του συστήματος να δημιουργήσει φόβο και να επιβάλει την συμμόρφωση, προβάλλοντας τες ως «απειλή» για το κοινωνικό σύνολο.
Οι τοξικοεξαρτημένες γυναίκες που συλλαμβάνονται κατά την διάρκεια της προσπάθειας τους να βρουν την δόση τους, ανάγονται ως συστηματικά εκδιδόμενες δολοφονικές υπάρξεις που έχοντας HIV (οροθετικές) προσπαθούν να εκδικηθούν τους πελάτες τους και φυσικά ως «αλλοδαπές» είναι υπεύθυνες για την υποβάθμιση του μητροπολιτικού κέντρου. Αυτή είναι και η κυρίαρχη αναπαράσταση που προβλήθηκε από τα ΜΜΕ με στόχο την δημιουργία ιδεολογικού χειρισμού που ποινικοποιεί τους μετανάστες και προσδιορίζει με όρους παραβατικότητας συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού.
Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις εμφανίζονται με διάφορες μορφές. Είναι οι εικόνες που συμπυκνώνουν ένα σύνολο σημασιών και επιτρέπουν στον άνθρωπο να ερμηνεύσει αυτά που συμβαίνουν, είναι οι κατηγορίες που χρησιμοποιούνται στην ταξινόμηση των περιστάσεων, των φαινόμενων, είναι οι θεωρίες που  επιτρέπουν να αποφασίσει και ανάγουν τη σκέψη του σε οικεία γνωστικά σχήματα, όπως τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις στην περίπτωση μας για τις εκδιδόμενες γυναίκες, τους τοξικομανείς και τους οροθετικούς.
Αυτά τα στερεότυπα είναι αποτέλεσμα των διαδικασιών κατηγοριοποίησης, με στόχο τη δημιουργία εξαρτημένης συμπεριφοράς μεταξύ των πολιτισμικά κυρίαρχων και των πολιτισμικά μη κυρίαρχων ομάδων του πληθυσμού. Οι κυρίαρχες ομάδες αναπαριστάνονται ως άτομα τα οποία διατηρούν την ιδιαιτερότητά τους (δεν είναι όλοι ίδιοι), ενώ οι κυριαρχούμενες ομάδες αναπαριστάνονται ως ένα σύνολο ατόμων που είναι αδιαφοροποίητα πχ: μετανάστριες γυναίκες (όλες το ίδιο είναι). Η εκδήλωση των στερεότυπων μπορεί να αποτελέσει έναν τρόπο μέσω του οποίου αξιολογείται θετικά η συνοχή του εθνοκεντρισμού με στόχο την εμπραγμάτωση.
Η «εμπραγμάτωση» ως διαδικασία συμβάλει ώστε αφηρημένες και αυθαίρετες έννοιες να μετατρέπονται σε μη αμφισβητούμενες ή ακόμα και να νομιμοποιούνται. Οι αντιλήψεις σχετικά με την κοινωνική θέση συσχετίζονται με αυτές τις διαστάσεις. Οι φυσικές και μη εμπραγματοποιημένες κατηγορίες (άνδρας, λευκός, καρκινοπαθής) θεωρούνται υψηλότερης κοινωνικής θέσης, ενώ οι φυσικές και εμπραγματοποιημένες κατηγορίες (άτομα με αναπηρίες, εθνικές μειονότητες, γυναίκες, τοξικοεξαρτημένοι και ασθενείς με ΗΙV) θεωρούνται χαμηλότερης κοινωνικής θέσης και υποστηρίζουν ότι η σύνδεση μεταξύ των ουσιοποιημένων πεποιθήσεων και της προκατάληψης είναι περισσότερο σύνθετη. Η φυσικοποίηση συνεπώς, φαίνεται να αποτελεί ένα μηχανισμό αντίστασης του κοινωνικού συστήματος έναντι των μειονοτικών συμπεριφορών, καταστρέφοντας την αξιοπιστία και την αντικειμενικότητα τους. Έτσι συνίσταται στο να θεωρούνται οι σταθερές, φυσικές, ιδιοσυγκρασιακές ιδιότητες ως πηγή των παρεκκλίνουσων συμπεριφορών και ιδεών, γεγονός που επιτρέπει να μην τις λαμβάνουμε υπόψη. Η φυσικοποίηση μπορεί να λάβει διάφορες μορφές όπως πχ βιολογιοποίησης, (ψυχ)ιατρικοποίησης, κοινωνιολογιοποίησης, ψυχολογιοποίησης,  κοκ.
Κάθε εξουσία έχει στην διάθεση της θεσμούς που «διευθετούν» την παρέκκλιση. Απέναντι σε μια μειονότητα οι θεσμοί μπορεί να φανούν τόσο κατασταλτικοί όσο και ιδεολογικοί όπως στην περίπτωση μας. Σε αρκετούς πολιτισμούς η πιο δοκιμασμένη μέθοδος εκτόνωσης της οργής του πλήθους είναι η παραδειγματική τιμωρία κάποιων  και η αναγωγή τους ως αποδιοπομπαίων τράγων. Στην περίπτωση των τοξικοεξαρτημένων οροθετικών γυναικών, η μέθοδος αυτή αναπτύχθηκε στο έπακρο, με τη βοήθεια των ΜΜΕ και ειδικά της τηλεόρασης. Τα «απόβλητα της κοινωνίας», δικάστηκαν και καταδικάστηκαν πρώτα στο γυαλί για το φύλο τους (γυναίκες), την εθνικότητα τους (μετανάστριες), την ασθένειας τους (οροθετικές) και φυσικά την υποτιθέμενη κοινωνική συμπεριφορά τους ως εκδιδόμενες. Απουσίαζε όμως η βασική αιτία που ήταν τοξικοεξαρτηση. Η χρήση ιατρικής ορολογίας, ο γενικευμένος λοιμοξιολογικός κίνδυνος, η δημιουργία μονοσυμπτωματικού πανικού και η εστιακή φοβία είχε στόχο στο θυμικό του θεατή  επικεντρωμένη στην δυναμική του μηνύματος και όχι στην λογική αξία αυτού.
Εφόσον «ο εχθρός είναι ο άλλος» θα πρέπει να ενισχυθεί και «ο φόβος για τον άλλον». Βιώνουμε διαρκώς την καλλιέργεια θεωριών συγκοινωνούντων δοχείων πχ ποινική – πολιτική παραβατικότητα. Δεν αρκεί όμως μόνο αυτό για την εξουσία. Θα πρέπει να δημιουργηθεί μια δεξαμενή από «αντικοινωνικές ομάδες», «συνήθεις ύποπτους», από «εσωτερικούς εχθρούς», από την οποία να αντλούνται οι αποκλίνοντες. Η διαδικασία αυτή δημιουργεί τους «Όμορους χώρους» της παρέκκλισης.
Με τον τρόπο αυτό ποινικοποιείται και η αλληλεγγύη προς πάσα διωκόμενο αφού όσοι  το πράττουν είναι φιλικά προσκείμενοι ή ανήκουν σε μια παραπλήσια παρεκκλίνουσα ομάδα.  Με στόχο και αποτέλεσμα να, νομιμοποιείται ο φόβος, συντηρείται το κρατικό μονοπώλιο της βίας και να συγκροτείται η κοινωνική συναίνεση. Σε αυτή την περίοδο της οικονομικής κρίσης και της κοινωνικής αμφισβήτησης για την επιβίωση της θεσμικής δομής, μεγάλη σημασία αποκτά το να διοχετευθεί η οργή των ανθρώπων και η αγανάκτηση προς στόχους όσο γίνεται πιο μακριά από το σύστημα. Είναι πασιφανές ότι οι «όμοροι χώροι» αποτελούν πρόβλημα για το καθεστώς και πρέπει να απαξιωθούν ώστε να γίνουν με την σειρά τους τα νέα εξιλαστήρια θύματα.
Από τον φιλελεύθερο προ κρίσης ιδιοκεντρισμό που δεν θεωρούσε την ιδιοσυγκρασιακή διαφορά ως παρέκκλιση εφόσον ενίσχυε την κατανάλωση, έχουμε περάσει στην συντηρητικοποίηση της κοινωνίας, που πλέον με την κρίση χάνει τα πάντα και υιοθετεί έναν κάθετο αλλοκεντρισμό επανερχόμενη σε υπερβατικές αξίες ηθικής και εθνοκανονικότητας με στόχο την επανάκτηση της συνεκτικότητας της. Η ταυτόσημη χρήση των λέξεων «παρέκκλιση» και «μειονότητες» σαν να είναι συνώνυμες στοχεύει στο να προσδιορίζουν την μη κανονικότητα και να την τοποθετήσουν διακριτά στις παρυφές της πλειοψηφίας: Ανήλικοι εγκληματίες, μητροπολιτικοί ταραξίες, τοξικομανείς, μετανάστες, άστεγοι, εκδιδόμενες, οροθετικούς-ες, πολιτικούς χώρους κλπ. Δεν είναι τυχαία η έκφραση υγειονομική βόμβα μιας και εμπεριέχει την υγεία που πλήττεται, τον νόμο που αμφισβητείται και την αντίσταση που θεωρείται ως τρομοκρατία.
Όπου δεν μπορεί να εισέρθει η φασιστική ιδεολογία, με την αυτοδικία – δηλαδή την άμεση χρήση βίας, τότε εισέρχονται εξίσου συντεταγμένα οι θεσμοί και επιβάλουν την ομαδοποιημένη στοχοποίηση. Οι «άλλοι» δηλαδή «όσοι δεν μοιάζουν με μας», είναι όλοι εξίσου ένοχοι. Τους αξίζει η συλλογική τιμωρία ακόμα και η φυσική ή ηθική εξόντωση κάποιων από αυτούς για την τρομοκράτηση των υπολοίπων. Η περίπτωση των τοξικοεξαρτημένων γυναικών είναι ενδεικτική: Από την  συντήρηση του φόβου και της ανασφάλειας, περάσαμε στην έξαρσή και την διόγκωση του κινδύνου στο έπακρο, προς την υστερική αναζήτηση σωτηρίας και σωτήρων (πάντα φυσικά εντός των θεσμών με την υποστήριξη των παρατρεχάμενων καθεστωτικών επιστημόνων, φορέων και ΜΚΟ) που όλοι ζητάνε μερίδιο από την πίτα ως ψήφο εμπιστοσύνης για τα «ανδραγαθήματα» τους. Ζούμε πέρα από την κοινωνία της εξαίρεσης στην κοινωνία της διακινδύνευσης.
Γιαυτό και η τεχνική του αποδιοπομπαίου τράγου κατασκευάζει ενόχους, δεν χρειάζεται να αποδεικνύει την ενοχή τους, διότι σύμφωνα με το καθεστώς η απόδειξη είναι περιττή. Η εχθρική – ψυχολογική πρακτική διάκρισης αποτελεί ένα πολύ βολικό άλλοθι με το οποίο η ελληνική κοινωνία μετακυλύει τα δείνα της. Οι τοξικοεξαρτημένες – οροθετικές γυναίκες υφίστανται διασυρμό και κριτική για την «συμπεριφορά» τους, όχι απλά, γενικά και αόριστα αλλά συνειδητά και στοχευμένα ώστε ό λόγος από τις ιδέες και τα πράγματα να μεταβεί στους ανθρώπους και συγκεκριμένα στο «κακό» που κάνουν ως «εκδιδόμενες».
Οι  κατεξοχήν «αποδέκτες πίστης» της ενοχής «αυτών των γυναικών» είναι στην πλειονότητα τους ανασφαλή  ή εθνοκεντρικά άτομα που ωθούνται στο να εξυψώνουν τη θέση τους υποβιβάζοντας τους άλλους και να αναγάγουν τους εαυτούς τους ή τις ομάδες που ανήκουν ως ηθικούς τιμωρούς. Με βάση τη θέση αυτή μπορεί να εξηγηθεί γιατί η πλειοψηφία της κοινωνίας αντιδρά σε σκέψεις και ιδέες επανένταξης, αλλά αντιθέτως φαίνεται να προτιμά τον κοινωνικό αποκλεισμό, την αχρήστευση και οριστική απομάκρυνση του διαφορετικού ανθρώπου από την κοινωνία.
Στο σημείο αυτό θα επισημάνω εκ νέου, την αποτυχία των θεραπευτικών και ενταξιακών θεσμών αλλά και του  «σωφρονιστικού» συστήματος. Όλοι οι συμμετέχοντες στην υπόθεση, γιατροί, κοινωνικοί λειτουργοί, εισαγγελείς κλπ απέδειξαν ότι το «φαινόμενο του λεπρού» στην περίπτωση μας το AIDS συνεχίζει να δημιουργεί αστικούς μύθους για το πώς διαδίδεται ως ασθένεια. Η ανυπαρξία θεραπευτικών δομών αποκατάστασης, η φυλάκιση και ο ιδρυματισμός των τοξικοεξαρτημένων γυναικών καταδεικνύει ότι η «Σπιναλόγκα» ως θεσμός κράτησης και απομόνωσης επανήρθε τώρα που η δημόσια υγεία – πρόνοια υποχωρεί ως θεσμική επιλογή με την καταστολή να φέρεται ως ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης μιας κατασκευασμένης από το ίδιο το σύστημα «υγειονομικής βόμβας». Η φυλάκιση και ο εγκλεισμός των συγκεκριμένων γυναικών αφενός δεν θεράπευσε ούτε την πρωταρχική αιτία τοξικοεξάρτηση ούτε και την οροθετικότητα ως αποτέλεσμα λόγο της χρήσης αν υποθέσουμε ότι η μόλυνση οφείλεται εκεί και όχι στην ερωτική επαφή χωρίς προφυλάξεις. Ο στόχος δεν έπρεπε συνεπώς να είναι ο εγκλεισμός τους αλλά η θεραπεία και η ψυχοκοινωνική τους αποκατάσταση. Ο ρόλος των κινημάτων αλληλεγγύης γίνεται πάντα αναγκαίος στο να αναδειχθούν όλα τα ψέματα και οι θεσμικές παραβιάσεις όχι μόνο στην υπόθεση αυτή, αλλά σε κάθε παραβίαση, αλλιώς «ειρήνη θα είναι ο πόλεμος, αλήθεια θα είναι το ψέμα».
*Κλινικός Καθηγητής Ψυχοπαθολογίας & Ψυχιατρικής
 Παρατηρητήριο Βιοψυχοκοινωνικών Δικαιωμάτων
HTTPS://KOLLECTNEWS.ORG/2016/05/13/KOINONIKES-ANAPARASTASEIS-OROTHETIKWN-TOXIKOEXARTIMENWN-GYNAIKWN/
Posted in: Uncategorized