Jorge Luis Borges ~ Η κατοικία του Αστερίωνα

Posted on 18 Φεβρουαρίου 2017

0


Jorge Luis Borges ~ Η κατοικία του Αστερίωνα

(Νίκος Εγγονόπουλος – Θησέας και Μινώταυρος, 1960)

Η δε [Πασιφάη] Αστέριον εγέννησε.
Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Γ’, 1


Ξέρω πως με κατηγορούν ότι είμαι φαντασμένος κι ίσως, ακόμα πως είμαι μισάνθρωπος, ή και τρελός. Τέτοιες κατηγορίες αυτές (που θα τις τιμωρήσω όταν θα’ ρθει ο καιρός) είναι γελοίες. Είναι αλήθεια πως δεν βγαίνω από το σπίτι μου, κι είναι αλήθεια επίσης πως οι πόρτες του (που ο αριθμός τους είναι άπειρος*) είναι μέρα νύχτα ανοιχτές για τους ανθρώπους και τα ζώα. Μπορεί να μπει όποιος θέλει. Εδώ δεν βρίσκει βέβαια κανείς γυναικείες πομπές, ούτε τυπικότητες και πολυτέλειες όπως στα παλάτια, βρίσκει μονάχα ηρεμία και μοναξιά. Και βρίσκει ακόμα ένα σπίτι που όμοιό του πάνω στη γη δεν υπάρχει. (Όποιοι ισχυρίζονται ότι στην Αίγυπτο υπάρχει ένα παρόμοιο, είναι ψεύτες). Ακόμα κι εκείνοι που με συκοφαντούν, το παραδέχονται πως ούτε ένα έπιπλο καν δεν βρίσκεται μέσα σ’ αυτό το σπίτι. Άλλο γελοίο είναι που λένε πως εγώ, ο Αστερίωνας είμαι φυλακισμένος. Να ξαναπώ πως δεν υπάρχει ούτε μία κλειδωμένη πόρτα; Να προσθέσω πως δεν υπάρχει ούτε μία κλειδαριά; Άλλωστε, κάποιο βραδάκι, βγήκα στο δρόμο∙ κι αν γύρισα πριν νυχτώσει, το’ κανα γιατί φοβήθηκα τα πρόσωπα του όχλου: πρόσωπα άχρωμα και επίπεδα, σαν ανοιχτή παλάμη. Ο ήλιος είχε βασιλέψει πια, όμως το τρομαγμένο κλάμα ενός παιδιού κι οι φοβισμένες ικεσίες του κοσμάκη, ήταν απόδειξη πως μ’ είχαν αναγνωρίσει. Ο κόσμος προσευχόταν, έτρεχε, γονάτιζε∙ άλλοι σκαρφάλωσαν στους στυλοβάτες του ναού με τα Πελέκια∙ άλλοι μάζευαν πέτρες. Κάποιος, μάλιστα, νομίζω ότι βούτηξε στη θάλασσα για να κρυφτεί. Δεν είναι τυχαίο που ήτανε βασίλισσα η μάνα μου: δεν μπορώ να συγχρωτίζομαι με το πλήθος, όσο και αν η ταπεινοφροσύνη μου το επιδιώκει.

Το γεγονός είναι πως είμαι μοναδικός. Δεν μ’ ενδιαφέρει τί μπορεί να μεταδώσει ο ένας άνθρωπος στον άλλον∙ Σαν τον φιλόσοφο, σκέφτομαι πως τίποτα δεν μεταδίδεται με την τέχνη της γραφής. Οι ασήμαντες κι ενοχλητικές λεπτομέρειες δεν έχουν θέση στο πνεύμα μου, που είναι πλασμένο για σπουδαία και μεγάλα πράγματα. Ποτέ μου δεν κατάφερα να συγκρατήσω σε τι διαφέρει το ένα γράμμα από το άλλο. Απ’ τη μεγάλη μου ανυπομονησία δεν μπόρεσα να μάθω να διαβάζω. Μερικές φορές λυπάμαι γι’ αυτό, επειδή οι νύχτες και οι μέρες είναι μεγάλες.

Βέβαια δεν μου λείπει η ψυχαγωγία. Σαν το κριάρι που ορμά, τρέχω στις πέτρινες στοές μέχρι να πέσω, ζαλισμένος, στο πάτωμα. Παραφυλάω στη σκιά του πηγαδιού ή στη στροφή του διαδρόμου και κάνω πως με ψάχνουν. Ανεβαίνω σε κάτι ταράτσες απ’ όπου πέφτω ώσπου να καταματωθώ. Οποιαδήποτε στιγμή μπορώ να κάνω πως κοιμάμαι, με τα μάτια κλειστά και την ανάσα μου λαχανιαστή. (Μερικές φορές κοιμάμαι πραγματικά και, συχνά όταν ανοίγω τα μάτια μου, το χρώμα της μέρας έχει αλλάξει.) Αλλά απ’ όλα τα παιχνίδια, προτιμώ να παίζω τον άλλο Αστερίωνα. Κάνω πως έρχεται να με επισκεφθεί και πως του δείχνω την κατοικία μου. Με υποκλίσεις και ευγένειες του λέω: “Τώρα ξαναγυρίζουμε στην προηγούμενη διασταύρωση” ή “Τώρα θα βγούμε σε μια άλλη αυλή” ή “Καλά έλεγα εγώ πως θα σου άρεσε ο αγωγός” ή “Τώρα θα δεις μια στέρνα που γέμισε άμμο” ή “Αμέσως μετά το υπόγειο διακλαδίζεται. Μερικές φορές κάνω λάθος και σκάμε στα γέλια κι οι δυο.

Αλλά δεν έχω φανταστεί μονάχα τούτα τα παιχνίδια∙ έχω σκεφτεί και το σπίτι μου. Όλοι οι χώροι του σπιτιού επαναλαμβάνονται πολλές φορές, αλλά κάθε μέρος είναι διαφορετικό. Δεν υπάρχει ένα πηγάδι, μία αυλή, ένας στάβλος, μια γούρνα, αλλά δεκατέσσερις (άπειρες) γούρνες και στάβλοι και πηγάδια κι αυλές. Το σπίτι έχει το μέγεθος του κόσμου∙ ή, μάλλον, είναι ο κόσμος. Παρ’ όλα αυτά, αφού εξάντλησα αυλές τα πηγάδια και σκονισμένες στοές από γκρίζα πέτρα και ξεθάρρεψα, βγήκα στο δρόμο κι είδα επιτέλους το ναό με τα Πελέκια και τη θάλασσα. Και δεν είχα καταλάβει, μέχρι που μου το φανέρωσε ένα όνειρο, τη νύχτα, πως είναι πάλι δεκατέσσερις (δηλ. άπειρες) οι θάλασσες και οι ναοί. Όλα υπάρχουν πολλές φορές, δεκατέσσερις φορές, εκτός από δυο πράγματα που φαίνεται πως υπάρχουν μονάχα μια φορά: εκεί πάνω, ο περίπλοκος ήλιος∙ εδώ κάτω, ο Αστερίωνας. Ίσως να ‘μαι εγώ που έφτιαξα τ’ αστέρια και τον ήλιο και το πελώριο σπίτι, μα δεν θυμάμαι πια.

Κάθε εννιά χρόνια μπαίνουν στο σπίτι εννιά άνθρωποι για να τους γλιτώσω απ’ το κακό. Ακούω τα βήματά τους και τις φωνές τους από το βάθος των πέτρινων στοών και τρέχω χαρούμενος να τους συναντήσω. Η τελετή κρατάει λίγα λεπτά. Ο ένας μετά τον άλλο σωριάζονται, χωρίς να λερώσω τα χέρια μου με αίμα. Πέφτουν ο ένας ύστερα απ’ τον άλλο, δίχως καν να ματώσω τα χέρια μου. Μένουν εκεί όπου έπεσαν και τα σώματά τους με διευκολύνουν να ξεχωρίζω τη μια στοά απ’ την άλλη. Δεν ξέρω ποιοι είναι, ξέρω μονάχα ότι ένας απ’ αυτούς προφήτεψε πεθαίνοντας πως κάποια μέρα θα φανεί κι ο δικός μου λυτρωτής. Από τότε, δεν με βαραίνει πια η μοναξιά, ξέροντας ότι ο λυτρωτής μου υπάρχει και ότι στο τέλος θα σταθεί πάνω στο χώμα. Αν το αυτί μου μπορούσε να πιάσει τον κάθε ψίθυρο του κόσμου, θα καταλάβαινα τα βήματά του. Ελπίζω να με πάει σ’ έναν τόπο με λιγότερες στοές και λιγότερες πόρτες. Πώς να ‘ναι, τάχα, ο λυτρωτής μου; Αναρωτιέμαι. Άραγε θα ‘ναι ταύρος ή άνθρωπος; Να είναι, τάχα, ταύρος με κεφάλι ανθρώπου; Ή θα είναι σαν κι εμένα;

Ο πρωινός ήλιος άστραφτε πάνω στο μπρούντζινο σπαθί. Δεν είχε χυθεί ούτε σταγόνα αίμα.

“Θα το πιστέψεις, Αριάδνη;” είπε ο Θησέας. “Ο Μινώταυρος δεν αντιστάθηκε σχεδόν καθόλου.”

 

Μυθοπλασίες, 1944

 

* Το πρωτότυπο γράφει δεκατέσσερις, όμως υπάρχουν σοβαροί λόγοι που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, στο στόμα του Αστερίωνα, το αριθμητικό αυτό επίθετο έχει την έννοια του απείρου.
 
Από το βιβλίο Μπεθ, Ένα αρχείο για τον Μπόρχες – Δημήτρης Καλοκύρης
 
πηγή:

Advertisements
Posted in: Uncategorized