Ο «Πρόλογος» του Έρνστ Μπλοχ στο έργο του με τίτλο «Φυσικό Δίκαιο και Ανθρώπινη Αξιοπρέπεια»

Posted on 21 Φεβρουαρίου 2017

0


Ο «Πρόλογος» του Έρνστ Μπλοχ στο έργο του με τίτλο «Φυσικό Δίκαιο και Ανθρώπινη Αξιοπρέπεια»

 
Zentralbild Quasch/Krueger 8.11.1954 “Deutsche Begegnung” der Geistesschaffenden in Berlin 1954 Mehr als 500 Teilnehmer aus verschiedensten geistigen Kreisen kamen als Vertreter verschieder religiöser und politischer Bekenntnisse in Berlin zusammen, um zu beraten, wie die Verständigung der Deutschen untereinander verstärkt werden kann. In Beratungen, die im demokratischen Sektor und in den Westsektoren Berlins stattfanden, sprachen sich die Tagungsteilnehmer zu 3 Referaten aus, welche die Grundlage der “Deutschen Begegnung” bildeten. UBz: Auf der Eröffnungsberatung am 6.11.1954 in der Volksbühne am Luxemburgplatz: Es sprach Professor Dr. Ernst Bloch.

Το «Φυσικό Δίκαιο και Ανθρώπινη Αξιοπρέπεια» του Έρνστ Μπλοχ (1885-1977), ενός από τους σημαντικότερους μαρξιστές του 20ου αιώνα, εκ των ιδρυτών της «Σχολής της Κριτικής Θεωρίας» και πρύτανη του πανεπιστημίου της Λειψίας στα πρώτα χρόνια της DDR, αποτελεί ένα από τα πιο διεισδυτικά και εμβριθή μαρξιστικά έργα κριτικής της θεωρίας δικαίου. Ίσως μαζί με το «η Γενική Θεωρία του Δικαίου και ο Μαρξισμός» του Πασουκάνις αποτελούν δύο αναντικατάστατα αναγνώσματα για τη θεμελίωση της μαρξιστικής κριτικής στο δίκαιο. Ο «Πρόλογος» τον οποίο δημοσιεύουμε σήμερα, έχει ληφθεί από την έκδοση Εrnst Bloch, «Φυσικό Δίκαιο και Ανθρώπινη Αξιοπρέπεια, μτφ. Γκιούρας Θανάσης, επιμ. Αγγελίδης Μανόλης-Γκιούρας Θανάσης, εκδ. ΚΨΜ, Αθήνα 2015, σσ. 43-48.
Τι να είναι άραγε δίκαιο; – δεν παρακάμπτει κανείς αυτό το ερώτημα. Η ερώτηση αυτή προκαλεί πάντα την προσοχή, πιέζει και δικάζει. Σ’ αυτήν έχει αφιερωθεί μια σκέψη που χαρακτηρίζεται φυσικοδικαϊκή, θεμελιώδης, όχι ανάλογα με την περίπτωση. Ανεξαρτήτως δε τι στάση είχε κανείς απέναντί της, αρνητική ή αναποφάσιστη: αυτό που εννοούνταν με αυτήν, όσο κι αν ήταν πολλαχώς αφηρημένο, δεν μπορούσε να καταλήξει αδιάφορο. Εκεί όπου τα πάντα είχαν αλλοτριωθεί, εκεί εξέχουν με ιδιαίτερο τρόπο τα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα. Και επειδή αυτά δεν είχαν κάποια διαρκή θέση, αυτό λίγο ενδυνάμωσε τον υπήκοο που λέει πάντα ναι. «Κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να πρέπει».
Αυτή η εν είδει φυσικού δικαίου πρόταση, τόσο εσφαλμένη στο πεδίο του συνήθους, επιδρούσε με τόσο μεγαλύτερη ορθότητα ως κάτι το ασυνήθιστο, ως καταβολή και ως ανακοίνωση. Ενάντια σ’ αυτή την καταβολή στράφηκε πρώτα τον 19ο αιώνα η ιστορική σχολή του δικαίου, η οποία έδρασε παλινορθωτικά, και κατόπιν ήρθε ο νομικός θετικισμός, πιο νεωτερικός, πρόθυμος για προσαρμογή, δηλαδή με εμπειριστικό τρόπο. Αλλά και οι δύο αυτές αρνήσεις ήταν πολύ έντονες για να εμφανιστούν ως τόσο πράες όσο υποστήριζαν. Πολύ συχνά η ανερχόμενη αστική τάξη είχε με το φυσικό δίκαιό της απλώς εξιδανικεύσει τον εαυτό της, αλλά μετά, φτασμένη πια, το έπαιξε πολύ απλά έξυπνη με το αντι-φυσικό δίκαιο, σαφώς για το κέρδος, συχνά με κυνικό τρόπο. Η αντίληψη ενός δικαϊκού μέτρου εν γένει φαινόταν τελειωμένη, οι παλιές απόπειρες για κάτι τέτοιο θεωρούνταν γελοίες, τουλάχιστον ύποπτες, και μάλιστα με ψευδοαντικειμενική χροιά, στο σύνολό τους. Ωστόσο: ακόμη και οι εύκολα ερμηνεύσιμες πλασματικές κατασκευές του παλαιότερου φυσικού δικαίου (φέρ’ ειπείν το προϊστορικά τιθέμενο συμβόλαιο του κράτους) έκαναν την όλη υπόθεση ύποπτη μόνο σ’ εκείνους για τους οποίους το δεδομένο θετικό δίκαιο παραήταν ανύποπτο. Ούτως ή άλλως, η άρνηση δεν διήρκεσε πολύ· διότι από τη στιγμή που αναπτύχθηκαν οι κοινωνικές αντιφάσεις, έγινε αναγκαία ακόμη και για την ίδια την αδικία μια τρόπον τινά φυσικοδικαϊκή περιβολή. Αρχικά, με νεοκαντιανό τρόπο προσκολλήθηκε στο αυστηρό δίκαιο κάτι σαν το ορθό δίκαιο, αλλά δεν χρησίμευσε επί μακρόν ως μπάλωμα. Με πολύ πιο ζωντανό τρόπο σκηνοθέτησε το όλο πράγμα ο φασισμός: επινόησε για τους οικονομικούς ηγέτες το αρχέγονο δίκαιο του ισχυροτέρου και για τα θύματα το με διαφορετικό τρόπο θηριώδες δίκαιο του εκ γενετής δούλου. Με περισσότερο επίχρισμα αναδείχθηκε και πάλι από την άλλη πλευρά ένα είδος ιερατικού φυσικού δικαίου, όσο το δυνατόν μη εκρηκτικό στη χειρονομία του και έμπλεο φανταχτερής αρμονικής διδασκαλίας.
Το κεφάλαιο και η εργασία συνευρίσκονται σε έναν υποτιθέμενο lex aeterna [αιώνιο νόμο] διαβαθμισμένης ιδιοκτησίας, νομικοταξικής διάταξης, ως θέλημα Θεού και σύμφωνα με τη φύση. Αρκούν αυτά εδώ για τις ύστερες εκδοχές που κυκλοφορούν σήμερα, αφού ο νομικός θετικισμός δεν αρκεί πλέον, ενώ αυτές δεν είναι citoyen, με όλα όσα είναι δίκαιο. Αλλά ακόμη και τόση φιλελεύθερη ανάμνηση από την άλλη μεριά, αναφορικά με την ελευθερία, ευχαρίστως επί- σης και την αδελφοσύνη, λιγότερο ευχάριστα για την ισότητα, δεν μπορεί να είναι για τον αστό τίποτε άλλο ή κάτι λίγο περισσότερο από μια κυριακάτικη αργία, ένα καλοσυγυρισμένο δωμάτιο, μια απολο- γία. Αυτό που είναι εκπληκτικό, και διόλου κανονικό, είναι ότι από σοσιαλιστικής πλευράς, όπου expressis verbis [ρητά] στο επίκεντρο βρίσκεται ο πραγματικός άνθρωπος, δηλαδή ο άνθρωπος που πρέπει να απελευθερωθεί και να εκπληρωθεί, υπάρχει ακόμη μια μεγάλη άρνηση του φυσικού δικαίου. Εν προκειμένω τονίστηκε υπερβολικά και θεμελιώθηκε αρνητικά ο συχνά αφηρημένος, στατικός-αιώνιος χαρακτήρας των παλαιών φυσικοδικαϊκών θεωριών που αναφέρεται μόνο στο ανθρώπινο γένος· αλλά σαφώς υπάρχουν και άλλοι λόγοι. Εντούτοις, ακριβώς τώρα, σ’ αυτό το σημείο, δραστηριοποιείται ένα από τα καθοριστικότερα θέματα του ανθρωπισμού. Εδώ ανήκει το ερώτημα για τις γνήσιες προθέσεις του παλαιού φυσικού δικαίου, ανήκει το πόνημα μιας σοσιαλιστικής κληρονομιάς από αυτά τα πάλαι ποτέ φιλελεύθερα, και όχι μόνο φιλελεύθερα, ανθρώπινα δικαιώματα. Η εγκαθίδρυση του ορθοπρεπούς βαδίσματος, ακόμη και ενάντια σε φασκιωμένες εξαρτήσεις, ακόμη και ενάντια σε αναβαπτισμένες, μάλιστα σε οπισθοδρομικές εξαρτήσεις, είναι ένα πρόσταγμα από το φυσικό δίκαιο και δεν υπάρχει πουθενά αλλού, δεν μπορεί καν να βρεθεί πουθενά αλλού. Δεν επρόκειτο μόνο για ηθική οργή όταν ο Καντ (Kant) δεν θεώρησε ως κάτι μηδαμινό πως ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται από τους εξουσιαστές του ακριβώς ως κάτι τέτοιο, «καθώς εν μέρει τον επιβαρύνουν σαν ζώο, σαν απλό εργαλείο των προθέσεών τους, και εν μέρει τον θέτουν σε μάχη για τις δικές τους διενέξεις, ώστε να σφαγιαστεί». Η δε ακόλουθη υπόδειξη από τον Μαρξ (Marx) δεν είναι μόνο οικονομική, όταν διδάσκει την «ανατροπή όλων των σχέσεων στις οποίες ο άνθρωπος είναι ένα ταπεινωμένο, ένα υποδουλωμένο, ένα εγκαταλειμμένο, ένα περιφρονημένο ον». Είναι συνεπώς κατανοητό ότι παρόμοιες διατυπώσεις απορρίφθηκαν ή αποστραγγίστηκαν ως απλώς «κοινωνιολογικές» ουσίες, όπως μπορεί κανείς επανειλημμένα να ακούσει.
Τα παλιοσίδερα όμως έχουν άλλη όψη, το πεπαλαιωμένο βρίσκεται περισσότερο σ’ αυτό που επιτίθεται στο φυσικό δίκαιο παρά σ’ αυτό το ίδιο το φυσικό δίκαιο. Η απλή κριτική ρήση: «Χίλια χρόνια άδικο δεν κάνουν ούτε μία ώρα δικαίου», ο δημιουργικός ορισμός: «Διαφωτισμός είναι η έξοδος του ανθρώπου από την αυθυπαίτια ανωριμότητά του», και τα δυο τους δεν έχουν ακόμη εξαργυρώσει την υπόσχεσή τους. Με τέτοιο δηλαδή τρόπο, ώστε ούτε η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι δυνατή χωρίς την οικονομική απελευθέρωση ούτε και αυτή η τελευταία, πέρα από επιχειρηματίες και από επιχειρήσεις κάθε είδους, είναι δυνατή χωρίς την υπόθεση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και τα δυο τους δεν συμβαίνουν αυτομάτως στην αυτή πράξη, αλλά είναι με αμοιβαίο τρόπο αλληλοαναφερόμενα, με πρότερο το οικονομικό στοιχείο και με πρωτοκαθεδρία του ανθρωπιστικού. Δεν υπάρχει καμία πραγματική εγκαθίδρυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων χωρίς μια λήξη της εκμετάλλευσης, δεν υπάρχει καμία πραγματική λήξη της εκμετάλλευσης χωρίς την εγκαθίδρυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό το συνοδεύει ένα κομμάτι του Μπετόβεν (Beethoven), ο οποίος σχίζει την αφιέρωση της Ηρωικής Συμφωνίας όταν ο Ναπολέων έγινε αυτοκράτορας. Το βασικό χαρακτηριστικό προπάντων του κλασικού φυσικού δικαίου είναι ανδροπρεπές, μια έμφαση στη facultas agendi [πρακτική δύναμη] των επιτέλους μη αποξενωμένων ανθρώπων στη norma agendi [πρακτικός κανόνας] ενός επιτέλους μη αποξενωμένου κόσμου.
Γι’ αυτόν το λόγο θα αναφερθούν εδώ αρκετοί αρμόδιοι άνδρες, οι δε σημαντικότεροι θα τονιστούν. Πρόκειται για μια κληρονομιά ιδιαίτερου είδους, το καλύτερο μέρος της οποίας μένει ακόμη να προστεθεί, είναι ακόμη ανεκπλήρωτο. Αυτό που παρήλθε δεν επιστρέφει, ιδιαίτερα όχι με ξεπερασμένο τρόπο, αλλά μπορεί να προσληφθεί κυριο- λεκτικά. Το πρόβλημα μιας κληρονομιάς του κλασικού φυσικού δικαίου είναι suo domo [εξ ιδίου] τόσο επιτακτικό όσο ήταν και εκείνο των κοινωνικών ουτοπιών. Οι κοινωνικές ουτοπίες και το φυσικό δίκαιο είχαν ένα κοινό αίτημα στον αυτό ανθρώπινο χώρο· παρέλαυναν χωριστά και δυστυχώς δεν επετίθεντο ενωμένα. Αν και τα δυο τους ήταν σύμφωνα ως προς το καθοριστικό σημείο που λέγεται ‘μια πιο ανθρώπινη κοινωνία’, ωστόσο μεταξύ των κοινωνικών ουτοπιών και των φυσικοδικαϊκών θεωριών υπήρχαν επί μακρόν σημαντικές διαφορές. Αυτές μπορούν, άκρως συνοπτικά, να διατυπωθούν ως εξής: Η κοινωνική ουτοπία στρεφόταν στην ανθρώπινη ευδαιμονία, το φυσικό δίκαιο στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η κοινωνική ουτοπία ζωγράφιζε εκ των προτέρων σχέσεις στις οποίες έπαυαν να υπάρχουν οι κοπιώντες και οι επιβαρυμένοι, το φυσικό δίκαιο κατασκεύαζε σχέσεις στις οποίες έπαυαν οι ταπεινωμένοι και οι προσβεβλημένοι. Διαφορετικά απ’ ό,τι στα περισσότερα όνειρα της ευτυχίας, στα πρότυπα της αξιοπρέπειας η ανάπτυξη είναι κατά προτίμηση νηφάλια· πράγμα για το οποίο απαντούμε κάποια δραματικά παραδείγματα στους φυσικοδικαϊκούς άνδρες όπως ο Οντοάρντο Γκαλότι, o Βερίνα, ακόμη και ο Οράγγης.
Το γνήσιο φυσικό δίκαιο, το οποίο θέτει την έλλογα απελευθερωτική βούληση, ήταν ένα από τα δικαιώματα που έμενε να αποκτηθεί αγωνιστικά· δεν εννοούσε κάποια άνωθεν δικαιοσύνη, η οποία προδιαγράφει στον καθένα, διανεμητικά ή ανταποδοτικά, το μερίδιό του, αλλά μια δραστήρια κάτωθεν δικαιοσύνη, ούτως ώστε να μην είναι απαραίτητη πλέον καμία δικαιοσύνη. Πουθενά δεν ταυτίζεται το φυσικοδικαϊκό στοιχείο με το απλό αίσθημα περί του δικαίου, αλλά μπορούσε σαφώς (στη στωική φιλοσοφία, στην «καλή φύση» του Ρουσώ [Rousseau]) να συμπέσει με μία πανάρχαια εγγύηση και με το μέτρο της: το μητρικό δίκαιο. Από εδώ άλλωστε, από αυτές τις σχεδόν εξαφανισμένες βάσεις, έλαβε θέση ένθερμα και με ζέση ενάντια στην αυθαιρεσία και την πλαστότητα. Αλλά ουσιώδης ήταν η ανδροπρεπής απόπειρα της χειραφέτησης στον ανοικτό χώρο μαζί με την κατασκευή αυτού του χώρου. Αυτό εκφράζεται με άκρως συνοπτικό τρόπο στο δοκίμιο του Σίλερ (Schiller) Περί του υψηλού – πρόκειται για ένα προκαταρκτικό σχέδιο που ακούγεται ευχάριστα, ακόμη και σε παλιομοδίτικη γλώσσα. Λέει τα εξής: «Η βούληση είναι ο γενετήσιος χαρακτήρας του ανθρώπου, και ο ίδιος ο Λόγος είναι απλώς ο αιώνιος κανόνας της. Ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο τίποτε δεν είναι πιο απαξιωτικό για τον άνθρωπο από το να υφίσταται βία, διότι η βία τον ακυρώνει. Όποιος μας ασκεί βία δεν κάνει τίποτε λιγότερο από το να αμφισβητεί την ανθρώπινη ιδιότητα· και όποιος δειλά την ανέχεται απορρίπτει την ανθρώπινη ιδιότητά του». Με αυτό τον τρόπο είναι πλέον ένα άκρως επίκαιρο αίτημα να δει κανείς επιτέλους να συνδέονται λειτουργικά και να αίρονται οι διαφορές στις προθέσεις της ευδαιμονίας στην πάλαι ποτέ κοινωνική ουτοπία [αφενός] και στις πάλαι ποτέ φυσικοδικαϊκές προθέσεις της αξιοπρέπειας [αφετέρου]. Ακριβώς δηλαδή με την πλήρη βεβαιότητα ότι υπάρχει τόσο λίγη ανθρώπινη αξιοπρέπεια χωρίς ένα τέλος της χρείας, όσο υπάρχει και ανθρωποπρεπής ευδαιμονία χωρίς ένα τέλος της παλαιάς ή της νέας υποτέλειας. Το καλύτερο στοιχείο του Διαφωτισμού απαντά ακριβώς σ’ αυτό το πεδίο και αποκτά αναφαίρετη πλέον ισχύ. Το ανά χείρας βιβλίο σκοπεύει να είναι τόσο μια συμβολή ιστορική όσο προπάντων και μια ενθύμηση γι’ αυτό που είναι δίκαιο αλλά ακόμη ανοικτό: μια συμβολή στα προβλήματα του ορθοπρεπούς βαδίσματος. Πρόκειται για ένα juristikum [δικαϊκό θέμα] ιδιαίτερου είδους, το οποίο ξεκινά με μια ενηλικότητα που αναζητείται με ερωτήματα και απαιτήσεις και δεν τελειώνει με το κλασικό φυσικό δίκαιο.
Advertisements
Posted in: Uncategorized