Χρήσιμες βυζαντινολογίες

Posted on 26 Δεκεμβρίου 2016

0


Χρήσιμες βυζαντινολογίες

labyrinthminatoaur2

«Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη;

Στα βιβλία δεν βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα.

Οι βασιλιάδες κουβάλησαν τ’ αγκωνάρια;

Και τη χιλιοκαταστραμμένη Βαβυλώνα,

ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές; Σε τι χαμόσπιτα

της Λίμας της χρυσόλαμπρης ζούσαν οι οικοδόμοι;

Τη νύχτα που το Σινικό τείχος αποτέλειωσαν

που πήγανε οι χτίστες; Η μεγάλη Ρώμη

είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις έστησε; Πάνω σε ποιους

θριαμβεύσανε οι Καίσαρες; Το Βυζάντιο το χιλιοτραγουδισμένο

μόνο παλάτια είχε για τους κατοίκους του;

Ακόμη και στη μυθική Ατλαντίδα,

τη νύχτα που την ρούφηξε η θάλασσα,

τ’ αφεντικά βουλιάζοντας, με ουρλιαχτά τους σκλάβους τους καλούσαν».

Μπ. Μπρεχτ, Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει

Ι

Έχει νόημα να ξεκινήσουμε μια συζήτηση γύρω από έναν σύγχρονο ορισμό του απελευθερωτικού υποκειμένου; Θα μπορούσε κανείς εύλογα να αποφανθεί ότι τέτοιου είδους θεωρητικές αναζητήσεις συνιστούν στις μέρες μας περιττές και αχρείαστες βυζαντινολογίες. Εκείνο που προέχει είναι η ανάληψη ανατρεπτικής δράσης, μιας και η πραγματικότητα μας παρέχει επαρκείς ενδείξεις προς ποια κατεύθυνση θα πρέπει να στραφούμε. Πράγματι, υπάρχουν κοινωνικές ομάδες που αντιδρούν έμπρακτα στην βίαιη καταβαράθρωση της κοινωνικής θέσης τους και αντιστέκονται με όποιον τρόπο μπορούν στην περαιτέρω υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου τους που έπεται από την εφαρμογή των δομικών μεταρρυθμίσεων της συστημικής αναδιάρθρωσης. Ωστόσο, στο μέτρο που δεν καταφέρνουν να υψωθούν πάνω από την μερικότητα των αντιστάσεων τους κι εφόσον εξακολουθούν να οργανώνονται με συντεχνιακούς όρους και να προβάλλουν μονοδιάστατα οικονομίστικα αιτήματα, οι ομάδες αυτές δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν την πρώτη ύλη από την οποία θα προέλθει η μαγιά για τη δημιουργία μιας ευρύτερης κοινότητας αγώνα. Θα ήταν πιο σωστό αν λέγαμε ότι συνιστούν μια οπισθοδρομική δύναμη η οποία ρέπει αναπόφευκτα προς έναν ουτοπικό συντηρητισμό. Συντηρητισμός διότι διακρίνονται από την τάση να καταγίνονται αποκλειστικά με την διατήρηση και αναπαραγωγή των προνομίων τους, δίχως να ενδιαφέρονται για τη γενικότερη πολιτική κατάσταση, ή για την μοίρα που επιφυλάσσεται στα υπόλοιπα λαϊκά στρώματα που από κοινού συγκαταλέγονται στην προλεταριακή υποτάξη. Η ουτοπική διάσταση αυτή της συντηρητικής στροφής έγκειται στο γεγονός ότι το σύστημα της οικονομίας της αγοράς δεν αποτελεί ένα νοητικό κατασκεύασμα, μια αφηρημένη οντότητα με υπεριστορικά χαρακτηριστικά, αλλά κάθε φορά μπορεί να υπάρχει ως κοινωνικό σύστημα μόνο με την μορφή που αυτό αποκτά μέσα σε μια δεδομένη ιστορική περίοδο. Επομένως, είναι ανώφελο για εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που συνθλίβονται κάτω από τις ερπύστριες του οδοστρωτήρα της αναδιάρθρωσης να μάχονται μήπως και μπορέσουν να αναχαιτίσουν τη δική τους παρακμή, ως μιας ξεχωριστής κοινωνικής υπο-ολότητας. Η λογικές της ιστορικής κίνησης του συστήματος είναι καθολικές και υπερβαίνουν την αποσπασματικότητα του φαντασιακού, ή των άμεσων συμφερόντων της μιας ή της άλλης μεμονωμένης κοινωνικής ομάδας που βρίσκεται στα μεσαία στρώματα, ή στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας. Εξάλλου, μπορεί κάποιος να είναι σίγουρος πως αν τα εξαρτημένα στρώματα διέθεταν τα μέσα για να προβάλλουν αποτελεσματική αντίσταση, δεν θα είχαν βρεθεί εξαρχής στο στόχαστρο των κανιβαλικών ελίτ. Η επιστροφή στη «χρυσή εποχή» του καπιταλισμού που οραματίζονται δεν είναι παρά μια ρομαντική παραίσθηση, μια αντιδραστική ουτοπία ενός πράγματος που έχει ήδη υπάρξει στο παρελθόν και αποδείχτηκε ότι έφερε μέσα του τους σπόρους της ίδιας της καταστροφής του. Με αυτόν τρόπο, αντί να αποτελούν μια αφετηρία, οι κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξης τους μετατρέπονται γι’ αυτές τις ομάδες στον αξεπέραστο υλικό ορίζοντα του αγώνα τους. Γίνονται το ανυπέρβλητο όριο της κοινωνικής συνείδησης τους.

Είναι χαρακτηριστικό πως κάποια στιγμή μέσα στην τριετία 2010-2012, κατά την οποία η κοινωνική πάλη στον ελλαδικό χώρο είχε λάβει εκρηκτικά χαρακτηριστικά, οι εργαζόμενοι στις συγκοινωνίες σταθερής τροχιάς, στην αποκομιδή απορριμμάτων, στα λιμάνια, αλλά και σε άλλους κλάδους της παραγωγής, κατέβηκαν ταυτόχρονα σε γενική απεργία ενάντια στο πρόγραμμα της κοινοβουλευτικής χούντας της ΝΔ. Μολαταύτα, ακόμη κι όταν υποχρεώθηκαν από τις καταστάσεις να συγχρονίσουν τις κινητοποιήσεις τους, παρόλα αυτά δεν διέθεταν την ταξική συνείδηση και την πολιτική ευφυία να συνασπίσουν τους επιμέρους ταξικούς αγώνες τους και να τους συγχωνεύσουν οργανικά σε έναν ενιαίο πολιτικό αγώνα. Κι αυτή η πολυδιάσπαση δεν είναι τόσο εύκολα εξηγήσιμη, εφόσον είναι σίγουρα πιο εύκολο η ενοποίηση ετερόκλητων κοινωνικών ομάδων να πραγματοποιηθεί στη βάση ενός αρνητικού κατώτατου κοινού παρονομαστή, π.χ. απόσυρση ενός αμφιλεγόμενου νομοσχεδίου, ή ακόμη και ανατροπή μιας λαομίσητης κυβέρνησης, παρά εκκινώντας από ένα ενιαίο ταξικό φαντασιακό που θα συνενώσει τις διαφορετικές κατηγορίες των εργαζόμενων γύρω από ένα θετικό συλλογικό όραμα. Συνακόλουθα, δεν θα ήταν καθόλου υπερβολικό αν λέγαμε ότι οι απεργίες δεν έτρεχαν απλώς παράλληλα στον χώρο και τον χρόνο, αλλά αντίθετα εξελίσσονταν ανταγωνιστικά η μία προς την άλλη. Κι αυτό συνέβαινε επειδή καμία κατηγορία εργαζομένων δεν μπήκε στη διαδικασία να αναζητήσει πολιτικές συμμαχίες προκειμένου να επιδιώξει μια συνολική λύση σε ένα πρόβλημα που ξεπερνούσε τις δικές της δυνάμεις. Με τον τρόπο της, οι εργαζόμενοι στον κάθε κλάδο της παραγωγής έδιναν το πράσινο φως στη συστημική αναδιάρθρωση και την φτωχοποίηση των υπολοίπων, υπό τον όρο ότι οι ίδιοι θα εξαιρούνταν από το ταξική σαλαμοποίηση που ετοιμάζει η μνημονιακή κρεατομηχανή. Από αυτή την άποψη, η συζήτηση για ένα ελευθεριακό πρόγραμμα εξόδου από την «κρίση», δηλαδή για τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά μέτρα που θα κληθούν να φέρουν σε πέρας οι καταπιεσμένοι, έτσι ώστε να θεσμίσουν την αντισυστημική αλλαγή και να πραγματοποιήσουν την μετάβαση σε ένα αυτόνομο κοινωνικό παράδειγμα μέσω της κατάργησης των κυρίαρχων θεσμών της ετερονομίας, είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ίδια τη δυνατότητα των διαφορετικών κοινωνικών μονάδων να αναλάβουν δράση από κοινού προκειμένου να αντιμετωπίσουν με τρόπο αποτελεσματικό τον κοινωνικό πόλεμο που έχουν εξαπολύσει εναντίον τους οι ελίτ. Διαφορετικά, ανοίγει ο δρόμος για να αναλάβει το Κράτος τον ρόλο του εξισορροπιστή ανάμεσα σε αντιμαχόμενες ομάδες με ασύμβατα και αντικρουόμενα συμφέροντα. Είναι η αντίληψη του Κράτους ως «αναγκαίου κακού», ως ενός ουδέτερου φορέα που στέκεται υπεράνω των τάξεων και καταπολεμά τους «συλλογικούς εγωισμούς» (όπως θα έλεγε ο Μπούμπερ) της κάθε συντεχνίας και μόνο αυτό είναι αντικειμενικά σε θέση να αποφασίζει με γνώμονα αυτό που είναι καλό και ωφέλιμο για το «κοινωνικό σύνολο» γενικά.[i]

II

Αναμφίβολα, το ίδιο το αναρχικό κίνημα, σαν το πιο ταξικά συνειδητοποιημένο τμήμα του ευρύτερου ανταγωνιστικού κινήματος, είναι κι αυτό αναπόσπαστο μέρος του απελευθερωτικού υποκειμένου. Άλλωστε, οι οριζόντιες, αντί-ιεραρχικές δομές και οι αυτόνομοι θεσμοί που δημιουργούνται στους κόλπους του, συγκροτούν το υπόβαθρο μέσα στο οποίο η «φλόγα της κοινότητας», όπως θα έγραφε και ο Λαντάουερ, σιγοκαίει και κρατιέται ζωντανή.[ii] Δεν πρόκειται ωστόσο για το πρόπλασμα των θεσμών του αυτόνομου παραδείγματος οργάνωσης της κοινωνίας, αλλά για ένα σύνολο αρχών κι ενός κώδικα αξιών που αποκτούν υλική υπόσταση μέσω των σχέσεων που αναφύονται στο εσωτερικό της αναρχικής πολιτικής ομάδας. Ένα εναλλακτικό παράδειγμα κοινωνικής συμβίωσης που εκπορεύεται από τις ισότιμες κοινωνικές σχέσεις, από τη συλλογική δέσμευση και την αμοιβαία λογοδοσία, από την πνευματική αυτονομία και την άμεση δημοκρατία. Από αυτή τη συσσωρευμένη εμπειρία, τα αγωνιζόμενα τμήματα του προλεταριάτου μπορούν να επωφεληθούν προκειμένου να οργανώσουν τις δικές τους αυτοδύναμες δομές σε όλους τους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας, από το αυτοδιαχειριζόμενο εργοστάσιο της ΒΙΟΜΕ στη Θες/νικη, μέχρι τις συνελεύσεις των κοινοτήτων στα καντόνια της Ροζάβα.

Μολαταύτα, το αναρχικό κίνημα δεν μπορεί να είναι και να παραμένει εσωστρεφές και αυτοαναφορικό. Αν οι αναρχικοί δεν απέρριπταν για λόγους αρχής την συγκεντρωτική διακυβέρνηση, τότε δεν θα είχαν παρά να καταλάβουν την κρατική εξουσία και να αναμορφώσουν δια της βίας την κοινωνική ολότητα κατ’ εικόνα κι ομοίωση των ιδεολογικών τους φαντασιώσεων. Ούτε θα ήταν απαραίτητη η δημιουργική αλληλεπίδραση του προτάγματος τους με τα ετεροκαθοριζόμενα κοινωνικά στρώματα, μιας και θα μπορούσαν να επιβάλλουν μονομερώς το δικό τους έτοιμο από-τα-πριν θεωρητικό μοντέλο για τον ενδεδειγμένο τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα. Ευτυχώς, τα πράγματα δεν είναι έτσι. Το αναρχικό κίνημα είναι αναγκασμένο από τη φύση του ακραία δημοκρατικού προτάγματος που εκπροσωπεί, να επιζητά την εκπλήρωση και πραγμάτωση των ιδανικών του, αλλά και την ίδια την επικύρωση των κατηγοριών σύμφωνα με τις οποίες αναλύει και στοχάζεται γύρω από την κοινωνική πραγματικότητα, πάντοτε έξω και πέρα από τα δικά του αναγνωρισμένα όρια. Από αυτή την άποψη, ο Τζ. Χόλλογουαιη δεν είχε δίκιο όταν έγραφε ότι, σε αντίθεση με την ετερονομία, η αυτονομία δεν διακατέχεται από μια έμφυτη τάση για εξάπλωση και καθολίκευση των θεσμών της.[iii]Στον βαθμό που οι γενικές παράμετροι της κοινωνικής μας υπόστασης καθορίζονται από το εξουσιαστικό θεσμικό πλαίσιο της ετερονομίας, οι αυτόνομες δομές δεν μπορούν παρά να ενυπάρχουν σε μια σχέση διαρκούς ρήξης κι έντασης με τις θεσμοποιημένες ιεραρχίες του συστήματος. Προς αποφυγή της οποιαδήποτε παρανόησης, θα πρέπει εδώ να γίνει μια αναγκαία διάκριση ανάμεσα στην αναπόφευκτη χωροχρονική συνύπαρξη των αυτόνομων κοινοτήτων με τις μορφές θεσμοποιημένης κυριαρχίας από την μία (η επανάσταση δεν θα είναι παντού νικηφόρα την ίδια στιγμή), και στη διαρκή ειρήνη με την εξουσία σαν βασική στρατηγική γραμμή του κινήματος, από την άλλη. Επειδή η επιβολή της αντισυστημικής αλλαγής είναι μια μακροχρόνια και πολύπλευρη διαδικασία, που δεν εξελίσσεται γραμμικά και συνεπάγεται την εμπλοκή ενός ολοένα και μεγαλύτερου τμήματος της κοινωνικής ολότητας στην κοινωνική πάλη για αντισυστημική αλλαγή και την διαπαιδαγώγηση του προλεταριάτου στην καθημερινή πρακτική και το πνεύμα της αυτοδιεύθυνσης, η παρατεταμένη συνύπαρξη με την εξουσία είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αποκλειστεί και απορρέει από τις ίδιες τις στρατηγικές αναγκαιότητες και τη βαθμιαία εξέλιξη της επαναστατικής διαδικασίας.

Παρ’ όλα αυτά, η χωροχρονική συνύπαρξη δεν συνεπάγεται την αλληλοεπικάλυψη, ή την οργανική συγχώνευση στο επίπεδο του προτάγματος. Η CNT, που ιδρύθηκε το 1910, υπήρχε πλάι, πλάι με το ισπανικό κράτος για εικοσιέξι χρόνια και λειτούργησε μέσα στο πλαίσιο των νομικών σχέσεων που αυτό είχε εγκαθιδρύσει, χωρίς ωστόσο να απαρνηθεί ούτε για μια μέρα την βαθύτερη προσήλωση του συνδικάτου στον στόχο της κοινωνικής επανάστασης. Από την άλλη, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για τους Ζαπατίστας-EZLN, που αίφνης διακήρυξαν ότι στηρίζουν την απόφαση του Κογκρέσου των αυτοχθόνων να συμμετάσχει στις επικείμενες προεδρικές εκλογές του Μεξικού με μια γυναίκα υποψήφιο.[iv] Ή για τις αυτόνομες κοινότητες του συριακού Κουρδιστάν, οι οποίες φαίνεται ότι είναι διατεθειμένες να αποδεχτούν μια ομοσπονδιακή δομή πρόσδεσης τους στο αυταρχικό καθεστώς του αλ-Άσαντ, με αντάλλαγμα την παραχώρηση περιορισμένης αυτοδιάθεσης στις περιοχές που βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο των YPG. Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να κάνουμε σαφές ότι δεν έχουμε καμία πρόθεση να επιδοθούμε σε μια βολική κριτική, επικαλούμενοι τις αφηρημένες αρχές της δογματικής καθαρότητας, ή ενός ανέξοδου ψευτοεπαναστατικού μαξιμαλισμού. Αναγνωρίζουμε ότι τόσο η ζαπατιστική αυτονομία, όσο και ο δημοκρατικός συνομοσπονδισμός των Κούρδων είναι προτάγματα σε εξέλιξη, δυναμικές διαδικασίες που αναπτύσσονται και δεν έχουν παράξει ακόμη κάποιο είδος τελικής συγκρότησης. Ωστόσο, στον βαθμό που οι δύο αυτές εμπειρίες προπαγανδίζονται από κάποιους καθ’ ημάς αναρχικούς κύκλους σαν μοντέλα για μια δράση που θα επικεντρώνεται γύρω από την έννοια των «απελευθερωμένων ζωνών», καλό θα είναι να αντλήσουμε και πρακτικά διδάγματα από αυτές τις εμπειρίες και το κατά πόσο αυτές μπορούν να αναπαραχθούν μέσα στις τοπικές αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες.[v]

Για παράδειγμα, κόντρα στην επικρατούσα άποψη, η επαναστατική διαδικασία στη Ροζάβα δεν είχε σαν αφετηρία μια παλλαϊκή εξέγερση, κατά την οποία ο λαός πήρε τα όπλα και ανάτρεψε τις κρατικές αρχές, αλλά αντίθετα την οικειοθελή αποχώρηση του κράτους από τις κουρδικές περιοχές. Όταν η ένοπλη εξέγερση των ισλαμιστών ξέσπασε στην νότια Συρία, το καθεστώς πήρε στρατηγική απόφαση να αποσύρει τις δυνάμεις του από το συριακό Κουρδιστάν και να τις μεταφέρει στα μέτωπα όπου πολεμούσε τους χασάπηδες σαλαφιστές. Ως εκ τούτου, μπορεί τα όπλα των YPG να είναι αυτά που προστατεύουν σήμερα τις σημαντικές κατακτήσεις της ριζοσπαστικής αλλαγής που έχει συντελεστεί σε μαζική κοινωνική κλίμακα στα κουρδικά καντόνια, όμως σίγουρα δεν ήταν η δύναμη των όπλων που υποχρέωσε την κρατική εξουσία να εγκαταλείψει αρχικά την περιοχή. Πρώτα δημιουργήθηκε το κενό της εξουσίας εξαιτίας παραμέτρων που εκτείνονταν πέρα από τα όρια του Κουρδιστάν, κι έπειτα έσπευσαν να το καλύψουν οι YPG με τις συνομοσπονδιακές διοικητικές δομές τους. Επίσης, είναι πλέον κοινά αποδεκτό ότι χωρίς το θάρρος και την ενεργητική πρωτοβουλία που επέδειξαν οι πυρήνες του PKK από το Μπακούρ (βόρειο Κουρδιστάν), οι οποίοι ήδη βρίσκονταν παράνομα στη Ροζάβα κι έσπευσαν να δημιουργήσουν μια κυβέρνηση που λειτουργούσε παράλληλα και ανέλαβε τρόπον τινά να καθοδηγήσει και να ενθαρρύνει τις δημοκρατικές τομές και τις ρήξεις που συνεπάγεται η επαναστατική διαδικασία του κομμουναλισμού (ακόμα και σήμερα, η κυβερνητική-συγκεντρωτική διοικητική δομή συνυπάρχει στην Ροζάβα με την αμεσοδημοκρατική-αποκεντρωτική), η επανάσταση στο συριακό Κουρδιστάν μπορεί να μην είχε λάβει χώρα. Είναι νομίζουμε εμφανές ότι η διαπίστωση αυτή δημιουργεί ερωτήματα αναφορικά με την μεταβατική στρατηγική του αναρχικού κινήματος, τον ρόλο της πρωτοπορίας, κλπ.[vi]

III

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, ακόμη και ο πιο ενθουσιώδης υποστηρικτής του πειράματος της αυτονομίας των αυτοχθόνων, θα πρέπει να παραδεχτεί ότι η προσφυγή στις εθνικές εκλογές είναι ενδεικτική των αδιεξόδων που αντιμετωπίζουν οι ζαπατίστας και θα πρέπει να μας προβληματίσει ως προς την βιωσιμότητα της στρατηγικής τους. Ας μην ξεχνάμε ότι ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής κοσμοθεωρίας τους ήταν η αποστροφή τους προς το Κράτος και η άρνηση τους επί της αρχής να εμπλακούν κατά οποιονδήποτε τρόπο σε έναν αγώνα για την κατάληψη της κρατικής εξουσίας. Από την άλλη, η ομοσπονδιακή ένωση με το κράτος της Συρίας, συνεπάγεται πως οι YPG θα υποχρεωθούν να εκχωρήσουν στα ομοσπονδιακά όργανα του συριακού κράτους, μέρος της λαϊκής κυριαρχίας που με τόσο κόπο οικοδόμησαν στις απελευθερωμένες κουρδικές επαρχίες. Απομένει να δούμε αν η έκταση και το βάθος αυτών των παραχωρήσεων θα είναι τέτοιο, που θα ακυρώσει στην πράξη την πολιτική και οικονομική αυτονομία των καντονιών και θα μεταμορφώσει τον συνομοσπονδισμό σε μια τυπική δομή. Ένα άδειο πολιτειακό κέλυφος, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Όπως και να έχει, το αναρχικό κίνημα είναι πάντοτε υποχρεωμένο να κοιτάζει προς τα έξω, προς το απελευθερωτικό υποκείμενο που θα συμπράξει μαζί του για να δώσει πνοή στο ιδανικό της κοινωνικής απελευθέρωσης. Διότι η δική μας επανάσταση ή θα είναι πλειοψηφική, ή δεν θα είναι καθόλου. Πράγματι, η έννοια του αναρχικού αντισυστημικού προγράμματος δεν έχει κάποιο νόημα πέρα από την αποτύπωση των αναγκαίων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών δομών, θεσμών και διαδικασιών που θα επιτρέψουν στα εξαρτημένα στρώματα να κατακτήσουν την ταξική αυτοδυναμία τους, να αποτινάξουν τη θεσμοποιημένη υποτέλεια τους και να διαμορφώνουν εφεξής τα ίδια τους γενικούς όρους της ύπαρξης τους, καθώς και το μοντέλο κοινωνικής συμβίωσης που επιθυμούν. Δεν απευθυνόμαστε σε μια άβουλη και παθητική μάζα υπηκόων, αλλά στην ενεργή πλειοψηφία που θα αναλάβει επιτέλους τις ευθύνες που της αναλογούν. Που θα σταματήσει να συμπεριφέρεται, όπως έγραψε κάποτε ο Φλόρες-Μαγόν, σαν «αξιοθρήνητο πλήθος καρτερικών σκλάβων» και θα μεταμορφωθεί σε «ορδή από εξεγερμένους που ρίχνεται να κατακτήσει τη γη».[vii]

[i] Μ. Μπούμπερ, Μονοπάτια στην Ουτοπία (Νησίδες), σ. 53-62.

[ii] Γ. Λαντάουερ, Το Μήνυμα του “Τιτανικού” (Εκδόσεις Τροπή), σ. 18-43.

[iii] J. Holloway, Change the Word Without Taking Power, https://libcom.org/files/John%20Holloway-%20Change%20the%20world%20without%20taking%20power.pdf.

[iv] Οι Ζαπατίστας στις εκλογές για πρώτη φορά στην ιστορία, https://www.thepressproject.gr/article/101532/Oi-Zapatistas-stis-ekloges-gia-proti-fora-stin-istoria.

[v] Χαρακτηριστικά θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στη συνέντευξη που έδωσε πρόσφατα ο έγκλειστος σύντροφος Ν. Μαζιώτης στην συλλογικότητα Α.Σ.Μ.Π.Α. όπου ανέπτυξε μια λογική της απελευθερωμένης μητροπολιτικής ζώνης, η οποία θα περιφρουρείται και με την δύναμη των όπλων (εδώ, https://athens.indymedia.org/post/1564848/ ). Ή ακόμη και στον γενικότερο πολιτικό προσανατολισμό της εν λόγω συλλογικότητας που φαίνεται να στρέφεται προς αυτή την κατεύθυνση, επιστρατεύοντας την έννοια της «κοινωνικής εδαφικοποίησης». Χωρίς βέβαια να ισχυρίζομαι ότι έχω ποτέ συμμετάσχει στις εσωτερικές διαδικασίες της συλλογικότητας για να έχω γνώση από πρώτο χέρι αναφορικά με το πολιτικο-ιδεολογικό πλαίσιο της συγκεκριμένης ομάδας.

[vi] Το ιστορικό γεγονός αυτό, αναφέρεται σε επιστολή-απολογισμό που απέστειλε αναρχικός/η σύντροφος/συντρόφισσα που τα τελευταία χρόνια ζει μόνιμα στη Ροζάβα και μάχεται στο πλευρό των κουρδικών δυνάμεων. Το γράμμα δημοσιεύεται εδώ, https://amargipl.wordpress.com/2015/06/27/rojava-reality/. Βλέπε επίσης, το άρθρο της D. Dirik, Building Democracy without the State,https://roarmag.org/magazine/building-democracy-without-a-state/.

[vii] P. Newell & D. Pool, Ο Ζαπάτα, ο Μαγκόν και η Μεξικανική Επανάσταση (Ελεύθερος Τύπος).

πηγή:

https://antisystemic.wordpress.com/2016/12/24/%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CF%82-%CE%B2%CF%85%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B5%CF%82/

Advertisements
Posted in: Uncategorized