Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Posted on 8 Νοεμβρίου 2019

0


Ο ΜΥΘΟΣ
ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗΣ
ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑΣ
ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

  • 8 Νοε 2019

  

 
Ο μύθος, λοιπόν, της ιδεολογικής
ουδετερότητας του σχολείου καταρρίπτεται. Το σχολείο, δρώντας ως φορέας συντηρητικής ιδεολογίας και επηρεασμού της προσωπικότητας του παιδιού, αποσκοπεί στο να δημιουργήσει υπάκουους, πειθαρχικούς στα κελεύσματα της ιστορικά διαμορφωμένης κοινότητας πολίτες, που θα προσαρμόζονται χωρίς αντίρρηση στον κοινωνικό μηχανισμό και θα βοηθούν, έτσι, στην αναπαραγωγή της συγκεκριμένης κοινωνίας.
Ως εκ τούτου θα πρέπει να υποθέσουμε ότι η διαιώνιση του κοινωνικού συστήματος θεωρείται δεδομένη. Παρόλ΄ αυτά, η εμπειρία καταδεικνύει κατάφορα το αντίθετο. Από τη βιομηχανική επανάσταση, οπότε δημιουργήθηκε το σχολείο ως αστικός θεσμός —στηριγμένος στην πίστη ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα πρόσβασης στη μόρφωση— και μετά, γινόμαστε μάρτυρες ραγδαίων κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών. Αυτό αποδεικνύει ότι το σχολείο απέτυχε στον ιστορικό του ρόλο ή ότι δε χρησιμοπιήθηκε κατάλληλα από το κοινωνικό σύστημα;

 

Τίποτε από τα δύο. Καθώς το εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι ο μόνος φορέας κοινωνικοποίησης, απευθύνεται σε άτομα που δεν είναι tabula rasa, απρόσωπα όντα και παθητικοί δέκτες, αλλά διαθέτουν ατομικές προδιαθέσεις και τάσεις διαμορφωμένες κι από άλλους φορείς. Εξάλλου, το εκπαιδευτικό σύστημα, τόσο από την άποψη της δομής του όσο και των κατευθύνσεών του, έχει άμεση σχέση με την κοινωνικο-οικονομική δομή και το γενικότερο πολιτικό πλαίσιο.

Κι αυτή ακριβώς η διαντίδρασή τους μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το σχολείο, αν και δεν πρόκειται να αλλάξει την κοινωνία, θα επιδρά πάντα σ΄ αυτή, δεχόμενο με τη σειρά του τις επιδράσεις της, είτε αναπαράγοντας την υπάρχουσα ιδεολογία είτε συμβάλλοντας στην αλλαγή της. Κι αυτό ακριβώς αποτελεί πηγή αισιοδοξίας.

Επιχειρώντας να αναλύσουμε αυτή τη σχέση της συγκεκριμένης ιστορικής κοινότητας του 20ού αιώνα στο χώρο της Δ. Ευρώπης, του εθνικού κράτους, και του εκπαιδευτικού συστήματος ως μηχανισμού διατήρησης κι αναπαραγωγής του, είναι απαραίτητα κάποια εισαγωγικά στοιχεία που αφορούν στη γενικότερη κατάσταση που επικρατεί στο χώρο αυτό.

 

 

Αντιφάσεις

 

Η παγκόσμια πολιτισμική ηγεμονία της Δύσης φαίνεται να διασαλεύεται. Εθνικά και μορφωτικά κινήματα νέου τύπου εμφανίζονται ως συνέπεια, αφενός, μιας γενικότερης κριτικής στάσης απέναντι στη δύναμη του «Λόγου» και την παντοδυναμία του ανθρώπου και, αφετέρου, της απογοήτευσης που δημιουργείται από τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα που συνεχώς αυξάνουν.

Τα κινήματα αυτά, που διατείνονται ότι θέτουν ευρύτερους στόχους από τα κλασικά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, διακηρύσσουν ότι μπορούν να ανταποκριθούν στα ιδιόμορφα και πρωτότυπα χαρακτηριστικά της κρίσης, που αγγίζει τόσο τους ανθρώπους όσο και τα έθνη.

Κι εδώ ακριβώς έγκειται η μεγάλη αντίφαση. Λαοί και έθνη, καθώς στρέφονται με αγωνία στις αγνοημένες επί αιώνες παραδόσεις τους προκειμένου να αντλήσουν από κει απαντήσεις στα τρέχοντα προβλήματα, προσπαθούν να διατηρήσουν και να επιτείνουν την κοινωνική ιδιαιτερότητά τους.

Την ίδια στιγμή η υδρόγειος τείνει να μετατραπεί σ΄ ένα «πλανητικό χωριό». Οι εθνικές αντιθέσεις ανάμεσα στους λαούς φαίνονται να εξαφανίζονται όλο και περισσότερο με την ελευθερία των εμπορικών ανταλλαγών, με την ανάπτυξη της παγκόσμιας αγοράς, με την ομοιομορφία των μεθόδων παραγωγής και των τρόπων ζωής
που αντιστοιχούν σ΄ αυτές, με την παντοκρατορία, τέλος, των μαζικών μέσων επικοινωνίας και των δυτικών καταναλωτικών προτύπων.

 

 

Έτσι, γινόμαστε συνεχώς έκπληκτοι και αμήχανοι μάρτυρες, αφενός, μιας πρακτικής της οικουμενικότητας χωρίς σύνορα και, αφετέρου, της αναβίωσης εθνοκεντρικών κινημάτων, αντιφατικώv συμπτωμάτων μιας γενικευμένης κρίσης, που θίγει όλους τους τομείς της ζωής λαών κι εθνών, προκαλώντας κοινωνικούς και πολιτιστικούς μετασχηματισμούς, και είναι άγνωστο τι κυοφορεί και πού θα καταλήξει.

Οι μεγάλες ανακατανομές των οικονομικών δραστηριοτήτων που συμβαίνουν σε διεθνές επtπεδο ή στο εσωτερικό των εθνικών κοινωνιώv, όπως επίσης κι ένας διεθνής αναπροσδιορισμός εθνικών και πολιτιστικών ταυτοτήτων οδηγούν τα εθνικά κράτη σε εσωτερική συσπείρωαη, που υπαγορεύεται από τον κίνδυνο να πάψουν να υπάρχουν και να ενεργούν ως ιδιαίτερα συλλογικά υποκείμενα. Τα στρέφουν στην προβολή της συλλογικής ταυτότητας, της εθνικής συνείδησης, που τους προσδίδει ιδιαιτερότητα και ως εκ τούτου δικαιολογεί την ύπαρξή τους, και τα νομιμοποιεί, συντείνοντας στη διαιώνισή τους. Και βασικότερο εργαλείο σ΄ αυτή τη διαδικασία διατήρησης και αναπαραγωγής τους είναι το σχολείο.

Πριν επιχειρήσουμε να διερευνήσουμε τις σχέσεις που συνδέουν το εθνικό κράτος και το εκπαιδευτικό σύστημα, θα πρέπει να αναφερθούμε εν συντομία σε έννοιες όπως το έθνος, η εθνική συνείδηση, ο εθνικισμός, το κράτος, απαραίτητες για την κατανόηση του υπό ανάπτυξη θέματος.

 

 

1918. Τα παιδιά που απήγγειλαν στο μάθημα πατριωτισμού στο σχολείο, πέθαναν στο πεδίο της μάχης. Είχαν μόλις ενηλικιωθεί.
Παντού στην Ευρώπη, γιατροί, φιλόσοφοι, εκπαιδευτικοί, βγάζουν το ίδιο συμπέρασμα:
Το σχολείο που ήθελε να εκπαιδεύσει φωτισμένους πολίτες, εισήγαγε μια ολόκληρη κοινωνία στην υπακοή και κατ΄ επέκταση στη θυσία.
(Joanna Grudzinska: «Όταν η ουτοπία πήγαινε σχολείο, 1918-1939», παρ. Les films du Poisson, ARTE France, βλ. Ρωμιοσύνη και χαζά βαδίσματα).

 

Έθνος – εθνικό κράτος

 

 

Η ιδέα του έθνους στη σύγχρονη και πολιτική έννοιά του είναι ιστορικά πολύ νέα. Δεν μπορούμε να την ανάγουμε χρονικά πριν το 18ο αιώνα, παρότι κάπου κάπου υπήρξαν και προγενέστερες αναφορές. Παλιότερα σήμαινε την «εθνική ενότητα» απλά, ενώ σήμερα σημαίνει την ιδέα της πολιτικής ενότητας και ανεξαρτησίας. Η πρωταρχική σημασία του έθνους είναι πολιτική. Αυτή εξομοιώνει το λαό με το κράτος, σύμφωνα με το πνεύμα της αμερικανικής και της γαλλικής επανάστασης.

Το έθνος δεν υπάρχει σε μια υποτιθέμενη «φύση» του ανθρώπου. Είναι κατασκεύασμα των ανθρώπινων πεποιθήσεων και μορφών και δεσμών αλληλεγγύης κι όχι εγγενές στοιχείο της ανθρώπινης ιδιότητας, παρότι κατέληξε σήμερα να φαίνεται ως τέτοιο.

Τα έθνη, επομένως, όπως και τα κράτη, αποτελούv ένα τυχαίο ενδεχόμενο κι όχι μια καθολική αναγκαιότητα. Εξάλλου, δεν αποτελούν το ίδιο ενδεχόμενο ούτε μπορούμε να θεωρήσουμε τα δεύτερα ως αναγκαία και ικανή συνθήκη για την ύπαρξη των πρώτων, αν δε θέλουμε να αρνηθούμε τον τίτλο του έθνους στις εθνότητες που είτε δεν απόκτησαν ακόμα μια ανεξάρτητη κρατική υπόσταση είτε συναπαρτίζουν πoλυεθνικά κράτη.

 

 

Είναι γεγονός ότι κανένα κριτήριο δεν μπορεί να προσδιορίσει επαρκώς ποια από τις διαφορετικές ανθρώπινες συλλογικότητες θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως έθνος, γιατί, εκτός του γεγονότος ότι αυτό είναι πρόσφατο, είναι και επιπλέον προϊόν συγκεκριμένων αναπόφευκτα τυπικών ή περιφερειακών ιστορικών συγκυριώv.

Δεν πρέπει να ταυτίζουμε το έθνος με τη φυλή, τα γένος ή το κράτος. Ένα εθνικό κράτος είναι η ιδεώδης και συχνά ακατόρθωτη συμβίωση ενός μοναδικού έθνους κι ενός ολοκληρωμένου κράτους. Και είναι, κατά τους Marx και Engels, το άμεσο αποτέλεσμα μιας διαδικασίας, κατά την οποία ο φεουδαρχικός τρόπος παραγωγής αντικαταστάθηκε από τον καπιταλιστικό τρόπο, μιας μετάβασης, κατά την οποία η διασπαρμένη φεουδαλική κοινωνία ενώθηκε σιγά σιγά κάτω από την κηδεμονία ενός εμβρυακού, υποτυπώδους κράτους, με αποτέλεσμα την καταστροφή των τοπικών ιδιομορφιών και την απαρχή μιας διαδικασίας τυποποίησης πληθυσμών και τη συνακόλουθη οικοδόμηση συλλογικής ταυτότητας, εθνικής ταυτότητας.

Η ταυτότητα έχει κύριο σημείο αναφοράς το «εμείς», τα διαφοροποιητικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν το συλλογικό υποκείμενο. Του προσδίδουν ιδιαιτερότητα και μοναδικότητα και το οδηγούν σε μια συμπεριφορά απόρριψης του αλλότριου και τον ανόμοιου, στην οποία υπεισέρχονται ψυχολογικές και κοινωνικές παράμετροι, με απώτερο σκοπό τη δικαιολόγηση και τη νομμιοποίησή του. Η εθνική ταυτότητα έχει χαρακτήρα δυναμικό. Αναπροσαρμόζεται συvεχώς στα πλαίσια μιας διαλεκτικής σχέσης που συνδέει το συγκεκριμένο κοινωνικό σύνολο με τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο, έχοντας ως βασικά χαρακτηριστικά της τη συνέχεια στο χρόνο και την ενότητα στο χώρο. Η σημασία της δε για την οικοδόμηση, τη νομιμοποίηση και την αναπαραγωγή του συλλογικού υποκειμένου είναι καθοριστική.

Καθώς αποτελεί κριτήριο προσδιορισμού της εθνικότητας, με την οποία συναρτάται η ιδέα του έθνους και η θεσμική του έκφραση, το κράτος ανάγεται σε ιδεολογικό όραμα, που το χαρακτηρίζουν η εναγώνια αναζήτηση εθνικών ιδιαιτεροτήτων στα τυπικά ή βιωματικά στοιχεία της πολιτιστικής ιδιαιτερότητας, η αναγωγή αυτών σε κανονιστικά πρότυτα και η δημιουργία θεσμών για την εγχάραξη αυτών των στοιχείων. Απώτερος στόχος αυτής της διεργασίας είναι η αναπαραγωγή των εθνικών ιδιαιτεροτήτων, η οποία οδηγεί στην αέναη επιβεβαίωση της διαφοροποιητικής λειτουργίας τους. Ιδεολογική δε έκφραση της ταυτότητας του κράτους-έθνους, έκφραση συλλογικής πολιτισμικής συνείδησης, μοχλός απελευθέρωσης και χειραφέτησης ομοιογενώv πολιτισμικά πληθυσμών υπήρξε ο εθνικισμός.

 

 

 

 

 

Εθνικισμός

 

Η στιγμή που γράφονται για πρώτη φορά στην εθνική γλώσσα τα εγχειρίδια ή οι εφημερίδες ή που χρησιμοποιείται η γλώσσα για κάποιον επίσημο σκοπό, αποτελεί αποφασιστικό βήμα στη διαδικασία της εθνικής εξέλιξης.

E.J. Hobsbawm, «Η εποχή των επαναστάσεων 1789-1848».

 

 

Την πρώτη του όμως χαρακτηριστική μορφή ο εθνικισμός την πήρε κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, με την ώθηση που του έδωσαν η αμερικανική και η γαλλική επανάσταση, καθώς και οι ναπολεόντειοι πόλεμοι. Διαμορφώθηκε δε με την κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και τη δόμηση της παγκόσμιας αγοράς ως αναπόφευκτη συνάρτηση της διαδικασίας δόμησης των περιφερειακών κοινωνικών σχηματισμών.

 

Συχρόνως, έξω από το χώρο του σύγχρονου αστικού κόσμου υπήρχαν κινήματα λαϊκής εξέγερσης ενάντια στην ξένη κυριαρχία
—που νοούνταν συνήθως ως κυριαρχία άλλης θρησκείας μάλλον, παρά διαφορετικής εθνότητας—, τα οποία συχνά φάνηκαν ν΄ αποτελούν προδρόμους των μεταγενέστερων εθνικών κινημάτων, χωρίς παρόλ΄ αυτά να αποδίδονται στις κινήσεις αυτές έντονα στοιχεία σύγχρονου εθνικισμού.

Επομένως, συγκεφαλαιώνοντας, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ένα ανεξάρτητο εθνικό κράτος, για ν΄ αυτοδικαιωθεί, να νομιμοποιηθεί και να απαιτήσει την αφοσίωση των πολιτών του, οφείλει να δημιουργήσει μια «εθνικο-κρατική» ταυτότητα, που θα εκφράζεται ως αποκλειστικό και κρυσταλλωμένο ιδεολόγημα. Στο πλαίσιο αυτό είναι υποχρεωμένο να ιδεολογικοποιήσει το παρελθόν του ως συλλογική κληρονομιά και να προδιαγράψει το μέλλον του ως συλλογικό πεπρωμένο.

Αναγκάζεται, λοιπόν, να κατασκευάσει την παράδοσή του, να την τυποποιήσει, να την αναγάγει σε κεντρικό σύμβολο και να την ιστορικοποιήσει παρεμβαίνοντας κεντρικά κι ενοποιητικά. Αυτή η κεντρική κι ενοποιητική συμβολική βία ασκείται μέσω των κρατικών δικτύων και μηχανισμών, βασικότερος ίσως των οποίων είναι το εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο ατοσκοπεί, αφενός, στο να μεταδώσει γνώσεις κι, αφετέρου —το σπουδαιότερο—, να διαμορφώσει και να κοινωνικοποιήσει τα άτομα, με απώτερο σκοπό την επίτευξη κοινωνικής συνοχής κι αποφυγή της ανομίας, ώστε να πετύχει την ευλειτουργία μιας συγκεκριμένης κοινωνίας
καθώς και την αναπαραγωγή αυτής.

βίντεο:

Η καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης σε αμερικάνικο νηπιαγωγείο.
Μικροί μαθητές, όλοι ντυμένοι ως «Αβραάμ Λίνκολν»,
λένε ποιήματα κατά τη σχολική γιορτή της Μάχης του Γκέτισμπεργκ.
(Από την ταινία «Κindergarten Cop», 1990, βλ. Γιατί διάφοροι λαοί τραγουδούν τα ίδια χριστουγεννιάτικα τραγούδια).

 

Κοινωνία – Ευλειτουργία και αναπαραγωγή της

 

 

Η κοινωνία, ένα καθολικό, αυτοτελές κι οργανωμένο —επί τη βάσει άλλων από τις βιολογικές κι ενστικτώδεις
σχέσεις— σύνολο ανθρώπων, που έχει τη δική του ταυτότητα και διάρκεια στο χρόνο, εξελίσσεται αδιάκοπα και επιβιώνει μέσω του μηχανισμού δημιουργίας ιδεών, αξιών και προτύπων συμπεριφοράς, που τη νομιμοποιούν και δικαιολογούν τη θέση και τη δύναμή της. Συγχρόνως τα πρότυπα συμπεριφοράς που προσδίδουν ιδιαίτερο χρώμα κι έκφραση στον πολιτισμό της, τα μεταδίδει από γενιά σε γενιά δια της κοινωνικοποιήσεως των ατόμων, δηλαδή της ενθάρρυνσης των διαθέσεων προς συμπεριφορές που θεωρούνται οι αρμόζουσες και, αντίθετα, της αποτροπής και καταπίεσης των διαθέσεων προς συμπεριφορές που θεωρούνται επικριτέες και κολάσιμες.

Απώτερος σκοπός αυτής της διεργασίας είναι η διαιώνιση της κοινωνίας ως δομικού συστήματος· διαιώνιση, η οποία επιτυγχάνεται χάρη στη συναίνεση της πλειοψηφίας των κοινωνικών της ομάδων που έχουν κοινά σημεία αναφοράς, κοινά χαρακτηριστικά και στόχους, κοινή κουλτούρα, κοινές αξίες. Μ΄ άλλα λόγια, χάρη στην επίτευξη κοινωνικής συνοχής, ενεργούς σύνδεσης και συναρμογής του κοινωνικού συνόλου και την αποφυγή της ανομίας, με την έννοια της απόκλισης από τους κανόνες που ορίζει η κοινωνία και τους σκοπούς που θέτει το κοινωνικό σύνολο. Αυτό διευκολύνεται αν τα άτομα με τα σύμβολα της κοινότητας, δεχθούν τους μηχανισμούς διευθέτησης των διαφορών τους με τρόπο ειρηνικό και αναπτύξουν αισθήματα σεβασμού, εμπιστοσύνης και περηφάνειας προς ό,τι αντιπροσωπεύει η χώρα τους.

 

 

 

 

Με τη διαδικασία ένταξης κι ενσωμάτωσης του ατόμου σ΄ ένα κοινωνικό σύνολο, το άτομο αποκτά μια θέση σ΄ αυτό, καθώς αποδέχεται την πολιτιστική κληρονομιά, εντάσσεται στο κοινωνικό σύνολο κι εσωτερικεύει τα κανονιστικά πρότυπά του — απαραίτητα για την επιβίωση και την ειρηνική συνύπαρξη διαφορετικών ή αντίθετων συμφερόντων. Η επίγνωση για το άτομο ότι αποτελεί μέλος μιας ξεχωριστής κοινότητας με δικούς της νόμους, αξίες και σκοπούς, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ομαλή συμβίωση και την παροχή γνώσης, απ΄ όπου θα αντλήσει επιχειρήματα για να υποστηρίξει ή απορρίψει τις αξίες που καλείται να προαγάγει ή να υπερασπίσει. Από τη στάση του θα εξαρτηθεί η σταθερότητα του κοινωνικού και πολιτικού συστήματος. Συγχρόνως το άτομο γίνεται φορέας κοινωνικής κληρονομιάς που θεμελιώνει τη συλλογική ταυτότητα.

Η κοινωνικοποίηση, βέβαια, είναι μια διαδικασία διαλεκτικής σχέσης και συνεχών αντεγκλήσεων ανάμεσα στις τάσεις και προδιαθέσεις του ατόμου, αφενός, και του ευρύτερου κοινωνικο-πολιτιστικού περιβάλλοντος, αφετέρου. Ο συγκερααμός αυτών μετουσιώνεται με τον καιρό σε «πρότυπο αναφοράς», που με τη σειρά του προσδιορίζει και διαμορφώνει κατάλληλη πολιτική προσωπικότητα των ατόμων και συντελεί άμεσα στην ευλειτουργία της κοινωνίας και την αναπαραγωγή της.

Κάθε νεαρό ανθρώπινο ον είναι ενδεχομένως ένα φιλελεύθερο ζώο κι ένας επαναστάτης. Όμως, ο κάθε κοινωνικός θεσμός με τον οποίο θα έρθει σ΄ επαφή το άτομο, από την οικογένεια ως το κράτος, θα προσπαθήσει να το κοινωνικοποιήσει μετατρέποντάς το σ΄ έναν εύπλαστο κομφορμιστή, ώστε να μην αποτελεί κίνδυνο για την υπάρχουσα κοινωνία. Έτσι, οι θεσμοί —κανονιστικά πρότυπα κοινωνικά αποδεκτά με βάση το σύστημα αξιών μιας συγκεκριμένης κοινωνίας— τίθενται στην υπηρεσία αναπαραγωγής της περί ης ο λόγος κοινωνίας, δρώντας ως μηχανισμοί παραγωγής, κατανομής, άσκησης εξουσίας και κοινωνικού ελέγχου. Ένας από τους θεσμούς αυτούς είναι και το σχολείο, το οποίο εμφανίζεται ως ο ουσιαστικότερος και κυρίαρχος φορέας κοινωνικοποίησης.

 

 

Σχολείο – εθνικό κράτος:
Οι σχέσεις τους

 

 

Ο θεσμός του σχολείου, ο οποίος γεννήθηκε κατά τη βιομηχανική επανάσταση, είναι θεσμός της αστικής τάξης που ευαγγελίστηκε την ισότητα. Κοινωνιολογικές, ωστόσο, προσεγγίσεις της δεκαετίας του ΄60 —που έχουν θεωρητικό υπόβαθρο τον Marx και τον Weber και οφείλουν τη γέννησή τους στις γενικότερες συνθήκες της εποχής, την απογοήτευση και την αποτυχία των ιδεωδών που πίστεψαν στη διάρκεια του Μεσοπολέμου— τον θεωρούν ως θεσμό της κοινωνικής δομής και της οργάνωσης της οικονομίας. Σύμφωνα με αυτές, η αστική τάξη, προσαρμόζοντας το θεσμό στα συμφέροντά της, κυριαρχεί επί των άλλων τάξεων εξασφαλίζοντας τη διαιώνιση αυτής της κυριαρχίας.

Η εκπαίδευση ενός ανθρώπου αποτελεί στις μέρες μας αναμφίβολα την πολυτιμότερη επένδυσή του και του προσδίδει στην ουσία την ταυτότητά του. Παρέχει στο βιομηχανικό άνθρωπο τη δυνατότητα απασχόλησης, τη χρησιμότητα, την ασφάλεια. Του προσφέρει τον αυτοσεβασμό, την αξιοπρέπεια συναγωνιζόμενη την καταγωγή, τον πλούτο, τις διασυνδέσεις. Κι αυτή την κουλτούρα, που επικυρώνουν διάφορα πιστοποιητικά στη βάση έντιμων, αμερόληπτα διεξαγόμενων εξετάσεων, μόνο το σχολείο μπορεί να μεταδώσει.

Έτσι, το μονοπώλιο της νόμιμης εκπαίδευσης, της καθολικά και κεντρικά εγγυημένης γίνεται πολύ σημαντικό και το ιδεώδες της «μόρφωσης» αποβαίνει ένα από τα κύρια εργαλεία και σύμβολα της κρατικής εξουσίας.

Το σχολείο αποσκοπεί στην κοινωνικοποίηση και την κοινωνική ενσωμάτωση του ατόμου με τη μετάδοση επιλεγμένων γνώσεων, ορισμένης παιδείας και γλώσσας, ιδεών, αξιών και προτύπων κυρίαρχων στη συγκεκριμένη κοινωνία. Επιδιώκει τη χειραφέτηση από τον πρωτογενή συναισθηματικό σύνδεσμο του ατόμου με την οικογένειά του και την εσωτερίκευση απ΄ αυτό ενός επιπέδου κοινωνικών αξιών και κανόνων. Το περιεχόμενο της διδασκαλίας διέπεται από αξίες κοινωνικά κυρίαρχες, που στόχο έχουν τη θρησκευτική, ηθική και εθνική διαπαιδαγώγηση μάλλον, καθώς τοποθετούν τη μετάδοση γνώσεων και δεξιοτήτων σε δευτερεύουσα θέση και στοιχειοθετούν, συνακόλουθα, μια συγκεκριμένη αντίληψη για την ερμηνεία του κόσμου, η οποία διέπεται από μια συντηρητική ιδεολογία. Στοιχεία αυτής είναι η λατρεία του παρελθόντος, η πολιτική της νοσταλγίας. Η προσκόλληση στο υπάρχον, στην παράδοση, στην εθνική κληρονομιά, στον τρόπο ζωής του παρελθόντος βοηθά στην ένθερμη υποστήριξη του status quo, καθώς καλλιεργείται η εντύπωση πως μόνο τα δοκιμασμένα πρότυπα του παρελθόντος μπορούν να λύσουν σύγχρονα προβλήματα, τα οποία είναι απλά παραδοσιακές διαταραχές, δυσλειτουργίες.

Με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται η κρατική επέμβαση και η χρησιμοποίηση της εκπαίδευσης ως φορέα πολιτικής κοινωνικοποίησης για ιδεολογικούς και καθαρά πολιτικούς σκοπούς. Κανείς πια σήμερα δεν αρνείται ότι το εκπαιδευτικό θέμα είναι πολιτικό θέμα. Κάθε εκπαιδευτικό σχέδιο ανταποκρίνεται σε κάποιο όραμα κοινωνίας. Ο στόχος αυτής της διεργασίας είναι η απόκτηση από τους νέους συναισθήματος συμμετοχής στο εθνικό σύνολο, στο πολιτικό σύστημα οργάνωσης της κοινωνίας, ένταξης στο οικονομικό σύστημα οργάνωσης και —το σημαντικότερο— επιμερισμού εργασίας.

 

 

Μ΄ άλλα λόγια, το εκπαιδευτικό σύστημα είναι ο μεσολαβητής, το κέντρο διαλογής, που άλλους θα κατευθύνει στα επαγγέλματα που έχουν ικανοποιητικό παρόν και μέλλον και άλλους θα στείλει στα επαγγέλματα με χαμηλότερο οικονομικό και κοινωνικό αντίκρυσμα, ασκώντας λειτουργία κάθε άλλο παρά αντικειμενική και κοινωνικά ουδέτερη.

Το σχολείο, επομένως, απανταχού της υφηλίου νομιμοποιεί την οικονομική και πολιτική οργάνωση και τις κοινωνικές σχέσεις της συγκεκριμένης κοινωνίας, η οποία για τη διατήρηση και την αναπαραγωγή της επιβάλλει «σημασίες», δηλαδή ιδέες, αξίες, αντιλήψεις αξιολογήσεις ως νόμιμες, επίσημες και κυρίαρχες μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος.

Το πιο σημαντικό, ωστόσο, δεν είναι ότι μεταδίδει την «κυρίαρχη παιδεία», δηλαδή την παιδεία της κυρίαρχης τάξης, αλλά ότι μεταδίδει το μήνυμα πως η κυρίαρχη παιδεία είναι η μόνη νόμιμη και πείθει τα άτομα να υιοθετήσουν αξίες, συνήθειες και τρόπους συμπεριφοράς που τα προσαρμόζουν στους κοινωνικούς ρόλους που πρόκειται να ασκήσουν.

Επομένως, το εκπαιδευτικό σύστημα και την εκπαίδευση γενικότερα, θα πρέπει να τα δούμε μέσα στα πλαίσια των ιδεολογικών ρευμάτων, της κοινωνικής δόμησης, της ταξικής σύστασης, της πολιτικής οργάνωσης και της οικονομικής ανάπτυξης της κοινότητας.

Δηλαδή, το εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να διαφωτίζει, να ετοιμάζει τους ανθρώπους για την αλλαγή, αλλά επίσης και να συσκοτίζει τις μάζες ή να τις προετοιμάζει να δεχθούν και να δικαιολογήσουν το status quo.

Μ΄ άλλα λόγια, ο χαρακτήρας και ο αντίκτυπος της εκπαίδευσης θα εξαρτηθεί από το γενικότερο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο. Κι επειδή οι ανάγκες του βιομηχανικού κράτους στην εποχή μας είναι πιεστικές, η εκπαίδευση ακολουθεί τους γενικότερους προσανατολισμούς που επιβάλλει ο βιομηχανικός πολιτισμός.

Το κοινωνικό μας σύστημα χρειάζεται ανθρώπους που πιστεύουν πως είναι ελεύθεροι και ανεξάρτητοι, που προσαρμόζονται χωρίς αντίρρηση στον κοινωνικό μηχανισμό και κατευθύνονται χωρίς τη χρήση απροκάλυπτης βίας, ανθρώπους που άγονται και φέρονται χωρίς προσανατολισμό και στόχους — κι όλα αυτά για το «καλό» τους. Η απροκάλυπτη εξουσία μεταμορφώνεται στη συγκεκαλυμμένη εξουσία της υποβολής και του πειθαναγκασμού.

Αν, λοιπόν, ο άνθρωπος της εποχής μας θέλει να προσαρμοστεί, πρέπει να του καλλιεργήσουν την αυταπάτη ότι όλα γίνονται με τη συγκατάθεσή του, ανεξάρτητα αν όλα του επιβάλλονται από μια έντεχνη χειραγώγηση. Έτσι, η κοινωνία μας ανάγει τον καταναγκασμό στο επίπεδο μιας ηθικής αξίας και προετοιμάζει τα άτομα από την παιδική τους ηλικία να τον δεχθούν «ελεύθερα», δια μέσου της διαδικασίας της μόρφωσης.

Κι έτσι, ενώ το ουσιώδες μιας σωστής παιδείας είναι να μάθει κανείς να σκέπτεται, να συζητεί, να θυμάται και να θέτει ερωτήσεις και, κατά τον Sartre, «να μαθαίνεις είναι να αμφισβητείς», η εκπαίδευση οδηγεί στην υπερεκτίμηση της στάσης της παθητικής παραδοχής.

Γι΄ αυτό, «το πλαστό, το γυμνασμένο, το πειθαρχικό, το καταπιεσμένο, το ανελεύθερο παιδί», παρατηρεί ο παιδαγωγός Neil, «το βρίσκει κανείς σ΄ όλον τον κόσμο. Δε χρειάζεται, παρά να ρίξουμε μια ματιά γύρω μας. Κάθεται σ΄ ένα άβολο θρανίο μέσα σ΄ένα άβολο σχολείο». Ένα τέτοιο παιδί είναι πειθήνιο, υπακούει κατά λέξη σ΄ αυτό που θεωρεί αυθεντία, φοβάται την κριτική κι επιθυμεί σχεδόν φανατικά να είναι τυπικό, συμβιβαστικό και φυσιολογικό. Αποδέχεται ό,τι του διδάσκουν σχεδόν χωρίς αντίρρηση και θα μεταβιβάσει στα παιδιά του όλα του τα κόμπλεξ, τους φόβους και τις απογοητεύσεις.

Αυτό το υπάκουο παιδί αργότερα θα κάθεται σ΄ ένα πιο άβολο γραφείο μιας επιχείρησης ή στον πάγκο εργασίας ενός εργοστασίου. Έτσι πετυχαίνεται ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας και η κοινωνική συντήρηση, ενώ νομιμοποιείται η άσκηση εξουσίας και κοινωνικού ελέγχου.

βίντεο:

 

Οι Pink Floyd στο «Another brick in the wall» καταγγέλουν το «κάψιμο» του μυαλού του παιδιού
κατά τη σχολική εκπαίδευση, όταν τον εμποτίζουν με παρά φύση ιδέες, όπως θρησκεία, έθνος
(στη φύση δεν υπάρχουν σύνορα, βίζες κ.ά.) κ.λπ., οι οποίες το κατατρέχουν σε ολόκληρη
την υπόλοιπη ζωή του κι αποτελούν το βασικό μοχλό χειραγώγησής του από τους εκάστοτε εξουσιαστές.
Παρομοιάζουν το σχολείο με εργοστάσιο, όπου τα παιδιά, πανομοιότυπα, σα ρομποτάκια,
μπαίνουν σε μια μηχανή, από την οποία βγαίνουν κιμάς. (Βλ. 

Πόσο ελεύθεροι (δεν) είμαστε).

 

Στην υπηρεσία αυτού του σκοπού μπαίνουν:

1. Τα προγράμματα διδακτέας ύλης

 

 

Καθώς ο έλεγχός τους από μέρους του κράτους είναι από τις αποτελεσματικότερες μεθόδους επηρεασμού της διαδικασίας πολιτικής κοινωνικοποίησης, η επιλογή της ύλης γίνεται πολύ προσεκτικά, με βασικό χαρακτηριστικό της τους εθνικούς σκοπούς.

Το παρελθόν ηρωποιείται, παραλείπονται πράξεις και γεγονότα που αμαυρώνουν την εικόνα των προγόνων, προωθείται η αρχαιολαγνεία, ο εθνοκεντρισμός, το όραμα της «εθνικής καθαρότητας», το ιδεώδες του «μονοεθνοτικού κράτους», ο χωρισμός των λαών σε «ανώτερους» και «κατώτερους», όλα δηλαδή τα στοιχεία της ιδέας της «εθνικής ταυτότητας». Προβάλλεται η ομοιογένεια και τα απαράλλαχτα μέσα στους αιώνες χαρακτηριστικά του έθνους. Η εθνική ομάδα, που υπάρχει πέραν της ιστορίας, περιγράφεται πολιτισμικά ίδια κι αναλλοίωτη από την πιο μακρινή αρχαιότητα, συνθέτοντας το υπόβαθρο μιας εθνικής ταυτότητας, που οι φορείς της υπεραξιολογούν, χρησιμοποιώντας την ως υποκατάστατο της αυτοεικόνας τους.

Κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Απώτερος σκοπός αυτών των αναπαραστάσεων, που σημειωτέον έχουν μεγάλη ανθεκτικότητα, είναι και η κατασκευή μιας εικόνας μεγάλης ενότητας, που υποβάλλει σε αρνητική αξιολόγηση όλες τις κοινωνικές και πολιτικές διαφορές και συγκρούσεις. Έτσι, κατασκευάζεται η εικόνα ενός έθνους μυθικού, σε αντίφαση με την πραγματικότητα, που καλλιεργεί μια αρνητική αξιολόγηση του παρόντος, όπου είναι φανερές οι αλλαγές, οι επιδράσεις, η εξέλιξη.

Έτσι, επιτυγχάνεται η έμπνευση θαυμασμού στις ιδιαίτερες ικανότητες της εθνικής ομάδας και η εμφύσηση πίστης και υποταγής προς την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, το κατεστημένο ή το πολίτευμα, αφού το ιστορικό, το πατριδολογικό, το πολιτιστικό γενικά, και το πολιτικό είναι στενά δεμένα.

2. Οι διάφορες τελετουργικές διαδικασίες

Τα σύμβολα, οι τελετουργίες ή οι απλές συλλογικές τελετές είναι, σύμφωνα με τον E.J. Hobsbawm, «τα μόνα στοιχεία που δίνουν μια απτή πραγματικότητα σε μια, κατά τα άλλα, φαντασιακή κοινότητα» και μπορούν, έτσι, να ενεργοποιήσουν τις κοινωνικές ομάδες. Στοχεύουν δε στη σκόπιμη μεταλαμπάδευση της ιδεολογίας του πολιτικού συστήματος και στην ισχυροποίηση των αισθημάτων σεβασμού προς την ιδέα του έθνους, του πολιτεύματος ή της κυβέρνησης, βοηθώντας το παιδί, μέσω της συμμετοχής του σ΄ αυτές, να ταυτιστεί με την ομάδα, για την οποία κάθε μέλος της νιώθει περηφάνεια.

 

 

 

 

 

3. Οι δάσκαλοι

Είναι βασικοί φορείς πολιτικών γνώσεων και προτύπων συμπεριμοράς, που επιδρούν άμεσα στον πολιτικό προσανατολισμό του παιδιού.

4. Κάποιες ψυχολογικές αντιδράσεις

Τις δημιουργεί το σχολικό περιβάλλον και είναι έμμεσοι παράγοντες επηρεασμού του πολιτικού χαρακτήρα του παιδιού.

Παρόλ΄ αυτά, ο ρόλος της εκπαίδευσης δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντος. Το σχολείο, ως θεσμός, ακολουθεί τον κανόνα στον οποίο υπόκεινται όλοι οι θεσμοί και οι κοινωνικοί μηχανισμοί. Διαπλάθεται και εξελίσσεται
μέσα από διαρκείς αλληλεπιδράσεις και αναμετρήσεις.

Δεν μπορούμε να περιοριστούμε στην αποδοχή της μονόπλευρης άποψης ότι η εκπαίδευση ενισχύει, υποβοηθεί ή συντηρεί τους κυρίαρχους κοινωνικούς μηχανισμούς και, εντέλει, συντελεί στην παγίωση του υπάρχοντος κοινωνικού καθεστώτος, αν δε θέλουμε να υιοθετήσουμε την ντετερμινιστική αντίληψη για το ρόλο της, η οποία θα περιόριζε στο έπακρο την ελευθερία και τις ενέργειες της ανθρώπινης βούλησης. «Δάσκαλοι και μαθητές δεν είναι απρόσωπα όντα, ρομπότ, πειθήνιοι μεταβιβαστές και παθητικοί δέκτες. Επεμβαίνουν με τον τρόπο τους στη διαδικασία μετάδοσης της γνώσης και στις κατευθύνσεις της κοινωνικοποίησης. Αποτελούν κι οι ίδιοι ουσιαστικές παραμέτρους της εκπαιδευτικής διαδικασίας», υποστηρίζει η Μ. Ηλιού, ενώ συγχρόνως μετέχουν στο συγκεκριμένο, εσωτερικά διαφοροποιημένο χώρο, μέσα στον οποίο λειτουργεί το εκπαιδευτικό σύστημα.

 

Καθολικό σχολείο στη Μεγ. Βρετανία.

 

 

 

 

Συμπέρασμα

 

 

Είναι αφέλεια, λοιπόν, να πιστεύει κανείς ότι το σχολείο θ΄ αλλάξει την κοινωνία. Τη θέση αυτή φαίνεται να τη συμμερίζεται κι ο Αλ. Δελμούζος, του οποίου τα λόγια «τα αναγνωστικά θα τα φέρει η ανάγκη», δείχνουν την άποψή του ότι το σχολείο πάντα ακολουθεί, ποτέ δεν είναι στην πρώτη γραμμή των εκπαιδευτικών αγώνων και εξαρτάται από την κοινωνική πρόοδο και ανάπτυξη.

Ωστόσο, επιδρά στην κοινωνία είτε αναπαράγοντας την υπάρχουσα ιδεολογία είτε ως παράγοντας αλλαγής, αν οι υπάρχοντες κοινωνικοί φορείς του δίνουν αυτή τη δυνατότητα, αποτελώντας, έτσι, και παράγοντα πρόβλεψης της επιτυχίας ή αποτυχίας των δημοκρατικών διεργασιών, καθώς, σύμφωνα με αποτελέσματα διάφορων εμπειρικών ερευνών, αποτελεί ένα είδος κοινωνικού μετασχηματισμού και θεωρείται πολύ μεγαλύτερης σημασίας απ΄ ό,τι η κοινωνική θέση, η θρησκεία, το επάγγελμα ή το εισόδημα.

Το εκπαιδευτικό σύστημα και οι αρχές πάνω στις στις οποίες στηρίζεται είναι συνήθως δύσκαμπτα. Η διοίκηση συνήθως αδρανεί. Οι εκπαιδευτικοί φοβούνται ότι θα βρεθούν εκτεθειμένοι ανάμεσα σε αντιφατικές απαιτήσεις
και προσδοκίες. Τα κόμματα υποτάσσουν το εκπαιδευτικό στα προβλήματα τακτικής και οι ίδιοι οι γονείς αντιδρούν στην καινοτομία, γιατί οι φιλοδοξίες που προβάλλουν στα παιδιά τους στηρίζονται σε ξεπερασμένα πρότυπα.

Παρόλ΄ αυτά, η σχέση της κοινωνίας και του σχολείου είναι διαλεκτική, αμφίδρομη, δυναμική. Το εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να διαφωτίζει, αλλά και να συσκοτίζει, μπορεί να ετοιμάζει τους ανθρώπους για την αλλαγή, μπορεί και να τους προετοιμάζει να δεχθούν και να δικαιολογήσούν το status quo.

Ο χαρακτήρας και ο αντίκτυπος της εκπαίδευσης θα εξαρτηθεί από το γενικότερο πολιτικό πλαίσιο. Γιατί τα εκπαιδευτικά θέματα είναι πρωτίστως πολιτικά.

 

Σημείωση:
Το παραπάνω άρθρο αποτελείται από αποσπάσματα από την εργασία
με τίτλο: «Έθνος και σχολείο», (pandemos.panteion.gr).
Ο τίτλος και η εικονογράφηση έγιναν με μέριμνα της «Ελεύθερης Έρευνας».

 

πηγή:

 

https://www.freeinquiry.gr/articles/erevnes/o-mythos-tis-ideologikis-oydeterotitas-toy-sxoleioy/4571.html

Posted in: Uncategorized